Legislator Case Law & Legislation
601/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence law grounds, upholding lower court's rejection of medical report.

Case Number 601/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two heirs against a final labor dispute judgment. The appellants argued that a public medical report lacked evidentiary value because it was prepared specifically for the current trial and contradicted previous expert opinions. The court rejected this claim, ruling that the report constituted full proof and that the lower court correctly exercised its free evaluation of evidence without requiring proof of forgery.

Legislator headnote

AI generated

Articles 438, 561, 564 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that a public medical report constitutes full proof of its contents and cannot be challenged merely by alleging it was prepared for the specific trial or by contrasting it with other expert opinions, as the lower court's free evaluation of evidence prevails.

Keywords

AI generated
evidentiary value public medical report full proof free evaluation of evidence labor dispute appeal dismissal heirs succession

Cited Legislation

AI generated
Article 438 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 601 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 601/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Π. του Δ. και 2)Λ. Π. του Δ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Ρουπακιώτη, ο οποίος ανακάλεσε την δήλωση και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία " ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως καθολικής διαδόχου της "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Γεωργαντίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2012 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1683/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1589/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-7-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 25-7-2017 και με αριθμό κατάθεσης 5827/539/3-8-2017 αίτηση αναίρεσης , προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ` αριθ. 1589/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσία την από 25-8-2015 και με αριθμό κατάθεσης 4989/2015 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική της διάδοχος η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατά των Κ.

Π. και Λ. Π.. Οι τελευταίοι, ήδη αναιρεσείοντες, μετά το θάνατο της αρχικώς ενάγουσας μητέρας τους, Α. Μ., συνεχίζουν τη δίκη ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της. Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη με αριθμό 1683/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδίκασε την από 10-1-2012 και με αριθμό κατάθεσης 30746/582/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και απέρριψε κατ` ουσία την αγωγή ως προς την κύρια βάση της .

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552,553,556,558,564 παρ.3,566 παρ.1 και144 του ΚΠΟΛΔ, όπως το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠΟΛΔ ΚΠΟΛΔ ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015-ΟΛΑΠ18/2018). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠΟΛΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ ).

Με την από 10-1-2012 (αρ. εκθ.κατάθ. 30746/582/14-2-2012) αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών .η αρχικώς ενάγουσα, Α. Μ., που απεβίωσε στις 28-3-2014 και κληρονομήθηκε εξ` αδιαθέτου και κατά ποσοστό 1/2 εξ` αδιαιρέτου από τον καθένα, από τους συνεχίζοντες τη δίκη υιούς της Κ. Π. και Λ. Π., ήδη αναιρεσείοντες, εξέθετε ότι εργάσθηκε στην εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική της διάδοχος η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως υπάλληλος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από τις 18-10-1982 έως τις 15-5-2011, οπότε παραιτήθηκε για λόγους υγείας.

Ότι κατά το χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας της, είχε επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος (μόνιμη μερική ανικανότητα προς εργασία από ασθένεια) που ασφαλιζόταν με το υπ` αριθ. 1246/2007 Ομαδικό ασφαλιστήριο της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, στο οποίο μετείχε αυτή (αρχικώς ενάγουσα) και το οποίο αποτελούσε μέρος της ατομικής σύμβασης εργασίας της και εδικαιούτο να λάβει την ασφαλιστική παροχή ,ίση με ποσοστό 65% 42 μηνιαίων μικτών μισθών της.

Ότι αν και η παροχή αυτή είναι ανεξάρτητη από την προβλεπόμενη με το υπ` αριθ. 68/1985 ομαδικό ασφαλιστήριο εφάπαξ παροχή, η εναγομένη αρνείται να της καταβάλει την παροχή αυτή που προβλέπεται από υπ` αριθ. 1246/2007 Ομαδικό ασφαλιστήριο, η οποία ανέρχεται, μετά από περιορισμό της αγωγής κατά τη συζήτηση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στο ποσό των 82.075,35 ευρώ.

Ζήτησε δε την επιδίκαση του ανωτέρω ποσού νομιμότοκα κυρίως με βάση τις διατάξεις της σύμβασης, επικουρικά με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, άλλως με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ` αριθ. 1683/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ως και κατ` ουσία βάσιμη η κύρια βάση της αγωγής, ενώ απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Κατά της ως άνω απόφασης άσκησε η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την από 25-8-2015 και με αριθμό κατάθεσης 4989/2015 έφεση της ,επί της οποίας εκδόθηκε η υπ` αριθ.1589/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , με την οποία έγινε τυπικά και κατ` ουσία δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η υπ` αριθ. 1683/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μετά από εκδίκαση της από 10-1-2012 αγωγής απορρίφθηκε ως και κατ` ουσία αβάσιμη η αγωγή ως προς την κύρια βάση της ,ενώ ως προς την επικουρική βάση από την αρχή της ίσης μεταχείρησης δεν ερευνήθηκε επειδή κρίθηκε ότι δεν πληρώθηκε η αίρεση υπό την οποία ασκήθηκε Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 ξ I του Ν. 3198/1955 και 1 της με αριθμό 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου>), που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής σύμβασης, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος, εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφάλισης για την είσπραξη της οικείας ασφαλιστικής παροχής (ΑΠ 147/2017, ΑΠ 74/2016, δημ.

ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, κατά τα άρθρα 6 παρ.Ι, 14 παρ.4, 27, 28, 29 και 37 του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (ΥΑ 57440/1938, ΦΕΚ 33/Β/7-21938), με τον οποίο καθορίζεται η διαδικασία απονομής των ασφαλιστικών παροχών λόγω ασθένειας και αναπηρίας, οι υγειονομικές επιτροπές έχουν ως έργο την, από ιατρικής απόψεως, διαπίστωση της φύσης, των αιτίων, της έκτασης και της διάρκειας της σωματικής ή πνευματικής πάθησης ή βλάβης ή εξασθένισης του αιτούντος σύνταξη αναπηρίας ή επίδομα ασθένειας και ερευνούν την επίδραση τούτων επί της καθόλου ικανότητας του ασφαλισμένου προς άσκηση του συνήθους βιοποριστικού επαγγέλματος αυτού, ως και την ανάκτηση αυτής, οι δε γνωματεύσεις τους είναι έγγραφες και ειδικά αιτιολογημένες.

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014 ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).

Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΑΠ Ολομ. 26/2004, ΑΠ 163/ 2015) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ Ολομ. 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 635/2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/2011).

Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 215/2016, ΑΠ 84/2008).

Εξάλλου, τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες κατ' άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005).

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ301/2019, ΑΠ-274/2018, ΑΠ675/2016, ΑΠ 1488/2010).

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά ως προς την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου από το 1246/2007 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο για την επιδίκαση της ένδικης αξίωσης : "Στις 18-10-1982, η αρχικώς ενάγουσα Α.

Μ., που απεβίωσε στις 28-3-2014 και κληρονομήθηκε εξ' αδιαθέτου από τους συνεχίζοντες τη δίκη εφεσιβλήτους, ήδη αναιρεσείοντες υιούς της Κ. Π. και Λ. Π., προσελήφθη από την εναγόμενη-εκκαλούσα, ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική της διάδοχος η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος και με αυτή την ιδιότητα εργάσθηκε έκτοτε σ' αυτή έως τις 15-5-2011, οπότε η σύμβαση εργασίας της λύθηκε με την παραίτησή της.

Κατά το χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας της, η ανωτέρω υπηρετούσε με το βαθμό της προϊσταμένης τμήματος στην περιφερειακή υποδιεύθυνση Βορείων Προαστίων της εκκαλούσας και οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσόν των 3.039,39 Ευρώ. Με το υπ' αριθ. 68/1985 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου, η εναγομένη - εκκαλούσα, ήδη αναιρεσίβλητη, ενεργώντας υπό τη διττή ιδιότητα της ασφαλιστικής εταιρείας και της εργοδότριας, ασφάλισε το εργατοϋπαλληλικό και επιστημονικό προσωπικό της κατά του κινδύνου της λύσης ή λήξης από οποιοδήποτε λόγο της εργασιακής σύμβασης, πλην μόνο των περιπτώσεων λύσης λόγω θανάτου και μόνιμης ολικής ανικανότητας από ασθένεια ή ατύχημα των ασφαλισμένων, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να καταβάλει στους ασφαλισμένους υπαλλήλους της, την ημερομηνία επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, μια εφάπαξ παροχή, ίση με ένα μέσο μηνιαίο μισθό για κάθε έτος υπηρεσίας και μέχρι τα 35 έτη.

Επιπλέον, με το υπ' αριθμ. 1246/2007 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η εναγομένη-εκκαλούσα, ήδη αναιρεσίβλητη, ενεργώντας υπό τη διττή ιδιότητα της ασφαλιστικής εταιρείας και εργοδότριας, ασφάλισε το προσωπικό που απασχολεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, μεταξύ των άλλων, για τους κινδύνους απώλειας εισοδήματος από ασθένεια, που έχει ως συνέπεια την προσωρινή ανικανότητα για εργασία του ασφαλισμένου και μόνιμης μερικής ανικανότητας για εργασία από ασθένεια.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το ασφαλιστήριο αυτό, αν ο ασφαλισμένος, μετά από ασθένεια, μείνει προσωρινά ανίκανος για εργασία, η εκκαλούσα αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει ημερήσια αποζημίωση για το διάστημα που διαρκεί η ανικανότητα, από την 31 η ημέρα και μέχρι 2 έτη, εφόσον οι ημέρες ανικανότητας είναι συνεχόμενες (άρθρο 2 Γενικών Ορων του Προσαρτήματος Απώλειας Εισοδήματος).

Επίσης, ανέλαβε - την υποχρέωση να καταβάλλει στους ασφαλισμένους υπαλλήλους της αποζημίωση, σε περίπτωση μόνιμης μερικής ανικανότητάς τους για εργασία από ασθένεια, ίση με ποσοστό επί τοις εκατό 42 μηνιαίων μικτών αποδοχών τους. Το ποσοστό αυτό συμφωνήθηκε σε 65% εφόσον το ποσοστό αναπηρίας είναι από 47% έως 51%.

Ως ασθένεια θεωρείται, κατά το ασφαλιστήριο, κάθε βλάβη που παρουσιάζεται στην υγεία του ασφαλισμένου, εφόσον είναι ανεξάρτητη από τη θέλησή του και η ανικανότητα θεωρείται, κατά τα συμφωνηθέντα, μόνιμη, όταν ο ασφαλισμένος καταστεί ανάπηρος σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη μπορεί εν μέρει να εξασκήσει το επάγγελμά του ή οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα που ανταποκρίνεται στις ικανότητες, στις γνώσεις, στην εμπειρία και γενικά, στις προσωπικές ασχολίες του και εφόσον, σύμφωνα με ιατρική εκτίμηση, αποκλείεται περίπτωση αποκατάστασης (άρθρα 1, 3β', 3 του Προσαρτήματος Μόνιμης Ολικής ή Μερικής Ανικανότητας από Ασθένεια και άρθρο 2 του Πίνακα Παροχών του υπ' αριθμ. 1246/2007 ασφαλιστηρίου).

Τέλος, κατά τους Ειδικούς Όρους του εν λόγω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η κάλυψη που παρέχεται μ' αυτό για κάθε ασφαλισμένο διακόπτεται την ημερομηνία διακοπής της εργασιακής του σχέσης με την εταιρεία (εκκαλούσα). Η αρχικώς ενάγουσα, Α. Μ. ήταν, έως το χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας της με την εκκαλούσα, ασφαλισμένη στα ως άνω ομαδικά ασφαλιστήρια συμβόλαια, οι παροχές των οποίων αποτελούσαν όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας της, σύμφωνα και με ρητό όρο της από 19-9-1984 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που υπεγράφη από την Ένωση Ελληνικών Ασφαλιστικών Εταιριών, μέλος της οποίας είναι η εκκαλούσα και από την Ομοσπονδία Ασφαλιστικών Συλλόγων Ελλάδος (ΟΑΣΕ) και έχουν μισθολογικό χαρακτήρα.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι η αρχικώς ενάγουσα, από την 15-4-2009 έως την αποχώρησή της από την υπηρεσία της εναγομένης-εκκαλούσας, ήδη αναιρεσίβλητης, τελούσε σε αναρρωτικές άδειες λόγω ασθένειας. Συγκεκριμένα, από 15-4-2009 και από 21-4-2009 έως 29-4-2009 έλαβε, με γνωμάτευση του Ελεγκτή Ιατρού ΙΚΑ, αναρρωτική άδεια λόγω οξείας οσφυαλγίας.

Από 30-4-2009 έως 1-5-2009 νοσηλεύθηκε στην Α' Πανεπιστημιακή Κλινική Νοσοκομείου "Ε. Ν.", με διάγνωση "βαρειά σιδηροπενία λαβυρινθίτιδα" και έλαβε κατά την έξοδό της από το ως άνω Νοσοκομείο, αναρρωτική άδεια και επιδότηση ασθενείας από το ΙΚΑ έως τις 15-5-2009. Ακολούθως, με σχετικές γνωματεύσεις της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ανικανότητας του ΙΚΑ, έλαβε αναρρωτικές άδειες και επιδότηση ασθενείας από το ΙΚΑ, από τις 16-5-2009 έως τις 13-10-2010.

Από τις 6-102010 έως τις 11-10-2010 νοσηλεύθηκε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, με διάγνωση ψυχωτική κατάθλιψη και από τις 14-10-2010 έως τις 9-3-2011, έλαβε, με διαδοχικές γνωματεύσεις της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ανικανότητας του ΙΚΑ, αναρρωτικές άδειες και επιδότηση ασθένειας από τον ως άνω Ασφαλιστικό Οργανισμό.

Από τις 9-3-2011 έως τις 17-3-2011 νοσηλεύθηκε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, από όπου εξήλθε με διάγνωση "βαριά χρονίσασα καταθλιπτική συνδρομή με ψυχωσικά στοιχεία και αυτοκτονικό ιδεασμό" και έλαβε αναρρωτική άδεια και επιδότηση ασθενείας, με γνωμάτευση του ελεγκτή ιατρού του ΙΚΑ στο ΨΝΑ, έως τις 15-4-2011.

Από τις 16-4-2011 έως τις 15-5-2011, έλαβε, με την υπ' αριθμ.1208/2011 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ανικανότητας του ΙΚΑ, αναρρωτική άδεια, καθώς και επιδότηση ασθενείας από το ΙΚΑ για το μέχρι τις 5-5-2011 χρονικό διάστημα, απορριφθέντος του αιτήματος της για λήψη επιδόματος ασθενείας για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, λόγω της συμπλήρωσης του, κατ' άρθρο 38 του Ν. 1846/1951, ανώτατου ορίου επιδότησης ασθενείας, των 720 ημερών για την ίδια νόσο.

Σημειώνεται ότι όλα τα ανωτέρω ιατρικά έγγραφα πιστοποιούν ανικανότητα της αρχικώς ενάγουσας για εργασία για συγκεκριμένο κάθε φορά χρονικό διάστημα και όχι μόνιμη, ούτε περιλαμβάνουν ιατρική εκτίμηση περί αποκλεισμού περίπτωσης αποκατάστασης της υγείας της στο μέλλον. Άλλωστε, κατά ρητή επιταγή του νόμου (άρθρα 31παρ.1 και 5 και 32παρ.1 και 4 της ΥΑ 25078/1938 Περί Κανονισμού Ασθενείας του ΙΚΑ), οι γνωματεύσεις των ιατρών και των Υγειονομικών Επιτροπών, βάσει των οποίων έλαβε αυτή τις ανωτέρω αναρρωτικές άδειες και επίδομα ασθενείας, βεβαιώνουν ανικανότητα που λήγει την ημέρα που ορίσθηκε από τα ως άνω Υγειονομικά όργανα, τα οποία δεν μπορούσαν να βεβαιώσουν ανικανότητα για εργασία πέρα από το ανώτατο, κατ' άρθρο 38 του Ν. 1846/1951, όριο επιδότησης, των 720 ημερών, που συμπληρώθηκε εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε.

Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, που η αρχικώς ενάγουσα τελούσε σε αναρρωτικές άδειες και συγκεκριμένα, στις 23-2-2010, υπέβαλε προς το ΙΚΑ αίτηση συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας από κοινή νόσο, εξαιτίας αδυναμίας προς εργασία από ψυχιατρική πάθηση (καταθλιπτική διαταραχή). Αρχικά, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1272/3Α/21-6-20Ι0 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ και, μετά από προσφυγή της ενάγουσας (Ασημίνας Μήλα) κατ' αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 853/30-6-2010 γνωμάτευση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, που επικύρωσε την Πρωτοβάθμια γνωμάτευση και απεφάνθη ότι η ανωτέρω πάσχει από μείζονα καταθλιπτική διαταραχή υπό φαρμακευτική αγωγή και το ποσοστό αναπηρίας της, οφειλόμενο σε ψυχιατρική πάθηση, ανέρχεται σε 25%, κατά ιατρική πρόβλεψη για το διάστημα από 23-2-2010 έως 28-2-2011.

Ακολούθως, μετά από νέα αίτηση της αρχικώς ενάγουσας προς συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας, υποβληθείσας στις 28-2-2011, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 757/5-4-2011 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, με την οποία κρίθηκε ότι αυτή πάσχει από χρονίσασα καταθλιπτική συνδρομή με ψυχοσιόμορφα στοιχεία και το ποσοστό αναπηρίας της από την ανωτέρω ψυχιατρική πάθηση ανέρχεται σε 50%, κατά ιατρική πρόβλεψη για το χρονικό διάστημα από 1-3-2011 έως 29-2-2012.

Το ανωτέρω ποσοστό αναπηρίας δεν είναι συντάξιμο, πλην όμως επειδή η αρχικώς ενάγουσα είχε τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, με τη λήξη της τελευταίας αναρρωτικής άδειάς της, υπέβαλε στην εκκαλούσα εγγράφως την παραίτησή της από 16-5-2011 και ζήτησε να της καταβληθούν οι αποζημιώσεις που οφείλονται κατά την εργατική νομοθεσία και το ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η δε σύμβαση εργασίας της, όπως προαναφέρθηκε, λύθηκε, με την παρέλευση της 15ης Μαΐου 2011, οπότε και διακόπηκε η ασφάλισή της με το υπ' αριθμ. 1246/2007 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Με την υπ' αριθμ. 688/3-6-2014 απόφαση του αρμόδιου Διευθυντή του Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ, η αρχικώς ενάγουσα δικαιώθηκε σύνταξης γήρατος από τον ως άνω Ασφαλιστικό Οργανισμό. Η εναγομένη-εκκαλούσα ,ήδη αναιρεσίβλητη, της κατέβαλε την ασφαλιστική παροχή που προβλέπεται από το υπ' αριθμ. 68/1985 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αρνήθηκε, όμως, να της καταβάλει την αποζημίωση λόγω μόνιμης μερικής ανικανότητας του υπ' αριθμ. 1246/2007 ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, την οποία ζήτησε αυτή (ενάγουσα) με σχετική αίτησή της.

Η εκκαλούσα ισχυρίζεται πως η ανωτέρω ασφαλισμένη υπάλληλος της, αφενός μεν δεν δικαιούται σωρευτικά και την παροχή του υπ' αριθμ. 68/1985 ασφαλιστηρίου και την παροχή του υπ' αριθμ. 1246/2007 ασφαλιστηρίου, διότι με το πρώτο από αυτά εξαιρείται από τους ασφαλισμένους κινδύνους η λύση της σύμβασης λόγω μόνιμης μερικής ανικανότητας προς εργασία από ασθένεια, αφετέρου δε, δεν δικαιούται την παροχή του δεύτερου συμβολαίου (1246/2007), διότι έως τη λήξη της εργασιακής της σύμβασης δεν είχε επέλθει ο ασφαλιζόμενος με αυτό κίνδυνος της μόνιμης μερικής ανικανότητας της προς εργασία.

Ο πρώτος ως άνω ισχυρισμός αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι αφορά τις προϋποθέσεις καταβολής της μη επίδικης εν προκειμένω παροχής του υπ' αριθμ. 68/1985 ασφαλιστηρίου συμβολαίου.Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται ανωτέρω, ότι η αρχικώς ενάγουσα, Α. Μ., είχε καταστεί έως τον κρίσιμο χρόνο λύσης της εργασιακής της σύμβασης και διακοπής της ασφάλισής της με το υπ' αριθμ. 1246/2007 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δηλαδή έως τις 15-5-2011, μονίμως, μερικώς ανίκανη για εργασία, κατά τους όρους του εν λόγω ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Συγκεκριμένα, οι ανωτέρω αναφερόμενες γνωματεύσεις των Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ, που έκριναν επί των αιτημάτων συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας της αρχικώς ενάγουσας, όχι μόνο δεν περιέχουν ιατρική εκτίμηση για αποκλεισμό της αποκατάστασης της υγείας της και της ικανότητάς της προς εργασία στο μέλλον, αλλά αντίθετα, περιέχουν ρητά ιατρική πρόβλεψη ανικανότητας για συγκεκριμένο και περιορισμένο χρονικό διάστημα, που δεν εκτείνεται πέραν της 29/02/2012, ενώ δεν συντρέχει εν προκειμένω ούτε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 18 του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας του ΙΚΑ (ΥΑ 57440/1938, ΦΕΚ 33/Β/1938) για αυτοδίκαιη οριστικοποίηση σύνταξης αναπηρίας.

Κατά την προσβαλλόμενη δεν συνέτρεχαν για την αρχικώς ενάγουσα οι προϋποθέσεις της συνταξιοδότησης επί επτά έτη συνεχώς και υποβολή αυτής σε τρεις τουλάχιστον εξετάσεις από υγειονομική επιτροπή κατά τη διάρκεια της συνταξιοδότησης σύμφωνα με το άρθρο 18 του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας του ΙΚΑ .

Εξάλλου, δεν προέκυψε άλλη ιατρική εξέταση της αρχικώς ενάγουσας, ούτε ιατρικό έγγραφο για την κατάσταση της υγείας της μετά τις 29-2-2012 και δεν έλαβε χώρα εξέτασή της από ιατρό της εναγομένης- εκκαλούσας, ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, διότι αν και αναζητήθηκε σχετικά δεν ανευρέθη αυτή στη δηλωθείσα από την ίδια διεύθυνση κατοικίας της.

Όσον αφορά την προσκομιζόμενη από τους εφεσίβλητους, από 16-10-2014 ιατρική γνωμάτευση, του ιατρού 1 ης ΥΠΕ ΠΕΔΥ Μονάδας Υγείας Αλεξάνδρας, Γ. Α., που εκδόθηκε μετά τον επισυμβάντα κατά την 28-3-2014, από ατύχημα, θάνατο της Ασημίνας Μήλα, η γνωμάτευση αυτή, κατά το μέρος της που διατυπώνει εκτίμηση του εν λόγω ιατρού πως δεν είναι εφικτή η αποκατάσταση της ανωτέρω προς εργασία για το μετά τις 29-2-2012 χρονικό διάστημα, δεν είναι πειστική και ικανή να οδηγήσει σε δικανική πεποίθηση περί αυτού, διότι η ανωτέρω εκτίμηση εκφέρεται χωρίς παράθεση και αξιολόγηση των στοιχείων στα οποία στηρίζεται.

Το ίδιο έγγραφο, κατά το μέρος που αναφέρει ότι οι περισσότερες (το 90%) των αποφάσεων των επιτροπών για ποσοστό αναπηρίας αποφαίνονται για χρονικό διάστημα 1, 2 ή 3 ετών για οριστική μόνιμή μερική ανικανότητα προς εργασία, στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας, διότι συνιστά μαρτυρία τρίτου που δόθηκε με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη, η οποία, μάλιστα, έρχεται σε ευθεία αντίθεση τόσο με το περιεχόμενο των πιο πάνω αναφερόμενων γνωματεύσεων των Υγειονομικών Επιτροπών που εκδόθηκαν για την αρχικώς ενάγουσα, όσο και με τις ισχύουσες νομικές διατάξεις (βλ.

Ιδίως άρθρο 29 ΚΑΑ του ΙΚΑ) με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι γνωματεύσεις αυτές.... Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αφού δεν αποδείχθηκε η επέλευση του, ασφαλιζόμενου με το υπ' αριθμ. 1246/2007 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο της εκκαλούσας, κινδύνου της μόνιμης μερικής ανικανότητας της αρχικώς ενάγουσας, έως το χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας της, δεν εδικαιούτο αυτή την ένδικη αποζημίωση και η αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και πλημμελώς τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα με το δεύτερο λόγο της έφεσης. Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή του λόγου της αυτού, να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε την από 12-1-2012 αγωγή, ακολούθως δε αφού κρατηθεί η υπόθεση κατ` ουσία, κατά το μέρος που χωρεί η εξαφάνιση, να απορριφθεί η αγωγή κατά την κύρια βάση της." Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 654 Α.Κ. 3 παρ.2 του Ν.2112/20,5 παρ.1 του Ν.3198/1955, 1 της με αριθμό 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το Ν. 3248/55 καθώς και τα άρθρα 6 παρ.1,14 παρ.4,27,28,29 και 37 του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα για την έκβαση της δίκης, περί επέλευσης του ασφαλιζόμενου με το υπ` αριθ. 1246/2007 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κινδύνου της μόνιμης μερικής ανικανότητας της αρχικώς ενάγουσας, έως το χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας της, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων.

Τούτο , διότι ενώ δέχθηκε ότι η αρχικώς ενάγουσα είχε κατ` επανάληψη διαγνωσθεί ότι έπασχε από "χρονίσασα καταθλιπτική συνδρομή με ψυχοσιόμορφα στοιχεία", στο αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε ότι η διάγνωση αυτή δεν ταυτίζεται με τον όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου περί μερικής μόνιμης ανικανότητας της αρχικώς ενάγουσας να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην αναιρεσίβλητητη ,μολονότι έπρεπε να δεχθεί ότι η έννοια της χρονίσασας νόσου δεν διαφοροποιείται από την έννοια της διαρκούς αναπηρίας .Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του αυτό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ,διότι η προσβαλλόμενη με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δέχθηκε ότι δεν επήλθε ο ασφαλιζόμενος με το υπ` αριθ. 1246/2007 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κίνδυνος της μερικής ανικανότητας της αρχικώς ενάγουσας έως το χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας της, εφόσον δεν αποδείχθηκε αποκλεισμός της αποκατάστασης της υγείας της αρχικώς ενάγουσας και της ικανότητας της προς εργασία στο μέλλον, επειδή οι προσκομιζόμενες γνωματεύσεις των Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ περιέχουν ρητά για συγκεκριμένο και περιορισμένο χρονικό διάστημα ιατρική πρόβλεψη ανικανότητας, που δεν εκτείνεται πέραν της 29-2-2012,ενώ δεν συντρέχει εν προκειμένω ούτε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 18 του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας του ΙΚΑ (ΥΑ57440/1938, ΦΕΚ 33/ Β/1938) για αυτοδίκαιη οριστικοποίηση σύνταξης αναπηρίας.

Επίσης οι αναφορές της προσβαλλόμενης στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1,14 παρ.4,27,28,29 και 37 του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αποτελούν επιχειρήματα του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του. Επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.

Με τις λοιπές αιτιάσεις, του αυτού αναιρετικού λόγου, ότι δηλαδή η έννοια της χρονίσασας νόσου δεν διαφοροποιείται από την έννοια της διαρκούς αναπηρίας πλήττεται απαράδεκτα η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ 1 ΚΠΟΛΔ). Επίσης, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του, δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα, ότι υπάρχει κενό στη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλόμενων μερών ή ασάφεια, σχετικά με την έννοια των δηλώσεών τους, κατά την κατάρτιση του επίδικου υπ` αριθ.1246/2007 Ομαδικού ασφαλιστηρίου της εναγομένης, κατά το μέρος που αναφέρεται στην αξίωση της αρχικής ενάγουσας να απαιτήσει από την εναγομένη την επίδικη παροχή λόγω επέλευσης κατά το χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας της του ασφαλιστικού κινδύνου της μόνιμης μερικής ανικανότητας προς εργασία από ασθένεια , δεχόμενο ότι στην αρχικώς ενάγουσα καταβαλλόταν από το ΙΚΑ επίδομα ασθενείας μέχρι τη συμπλήρωση του ανωτάτου ορίου επιδότησης λόγω ασθένειας των 720 ημερών μέχρι 5-5-2011 και ότι η αναπηρία της ήταν διαρκής μέχρι τη λύση της εργασιακής σύμβασή της.

Κατά συνέπεια, αφού το Εφετείο έκρινε ότι η δικαιοπραξία, κατά το σημείο τούτο, είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, ορθά δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ που δεν ήταν εφαρμοστέοι στη συγκεκριμένη περίπτωση και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του.

Περαιτέρω κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη επίσης η παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών διότι όφειλε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να διαγνώσει την ύπαρξη κενού ως προς την εφαρμογή των εννοιών "χρονίσασα ασθένεια" ή "διαρκής αναπηρία" ο πρώτος λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος , διότι η ύπαρξη του επικαλούμενου κενού δεν αφορά παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων δικαιοπραξιών, και σε κάθε περίπτωση με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Περαιτέρω, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ.

ΑΠ 2/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.(ΑΠ295/2018,ΑΠ168/2018 ).

Ακόμη, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της αναίρεσης, θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια το έγγραφο και το περιεχόμενο του και "αυτολεξεί" το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο, ώστε να είναι εμφανές, από τη σύγκριση, το διαγνωστικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1333/2012), ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 811/1998) και το επιζήμιο, για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, ακριβώς λόγω της παραμόρφωσης του έγγραφου ( ΑΠ464/2019ΑΠ 31/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος του αυτό οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο όλων των εγγράφων και ιδίως τις αποφάσεις των Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, και ειδικότερα, επειδή δεν εκτίμησε το δικαστήριο, ότι η έννοια της χρονίσασας καταθλιπτικής συνδρομής, από την οποία έπασχε η αρχικώς ενάγουσα μητέρα τους,ταυτίζεται με την έννοια της μόνιμης αναπηρίας για την προσφορά των υπηρεσιών της. Ο πρώτος λόγος κατά το μέρος του αυτό είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε στα έγγραφα αυτά το Εφετείο, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καταστεί εμφανές το διαγνωστικό του σφάλμα (ΑΠ 1654/2005). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αναφέρεται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ. ΑΠ 2/2008).

Με το τελευταίο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με την υπαγωγή στους προαναφερόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου όσα δέχθηκε ως προς:

α)τη φύση της ασθένειας της μητέρας τους ως καταθλιπτική συνδρομή με ψυχοσιόμορφα στοιχεία, β)το ποσοστό αναπηρίας της εκ της αιτίας αυτής, γ) τη διάρκεια καταβολής στην μητέρα τους του επιδόματος ασθενείας από το ΙΚΑ μέχρι την εξάντληση του προβλεπόμενου από το άρθρο 38 Ν. 1846/51 ανωτάτου ορίου δ)τη διάρκεια της αναπηρίας της επί έτη και μέχρι τη λύση της σύμβασής της με την αναιρεσίβλητη ,ε) ότι σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.5 εδ β Ν.1902/90 για να θεωρείται ο ασφαλισμένος του ΙΚΑ ανάπηρος για χορήγηση σύνταξης, λόγω αναπηρίας, αρκεί η χρονική διάρκεια αυτής "τουλάχιστον έξι μηνών", πολύ δε περισσότερο στην περίπτωση της μητέρα τους, η αναπηρία της οποίας για την προσφορά των υπηρεσιών της στην αναιρεσίβλητη διήρκησε επί δύο έτη μέχρι τη λύση της σύμβασής της για λόγους υγείας την 15-5-2011,υπήρχε δε και πρόβλεψη της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ ότι θα διαρκέσει η αναπηρία της έως και την 29-2-2012,στ)ότι κατά τον Κανονισμό Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας του ΙΚΑ οι Υγειονομικές Επιτροπές κρίνουν κατά διαστήματα και όχι με μία εξ αρχής γνωμάτευση ως προς την συντάξιμη αναπηρία των ασφαλισμένων.

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την μη αναφορά και τον μη προσδιορισμό των διδαγμάτων της κοινής πείρας που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν από την μη εφαρμογή ή την εσφαλμένη εφαρμογή τους, εφόσον τα αναφερόμενα περιστατικά δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει στην πραγματικότητα την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων (άρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, καθόσον καμία διάταξη δεν επιβάλλει αυτήν και μόνον αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, ενώ από την αναφορά στην απόφαση των αποδεικτικών μέσων και δη εγγράφων που κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας είχαν ιδιαίτερη αποδεικτική αξία και σημασία δεν συνάγεται κατ' ανάγκην ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά (ΑΠ 49/2015, 137/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από την διάταξη αυτή οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα προσδιοριζόμενα εκεί έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα ενώπιον αυτού, και δη το από 9-6-2011 έγγραφο της αναιρεσίβλητης προς την αρχικώς ενάγουσα μητέρα τους, το από 9-8-2011 έγγραφο της αναιρεσίβλητης προς το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών και την 688/3-6-2014 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ περί συνταξιοδότησης λόγω γήρατος της αρχικώς ενάγουσας μητέρα τους .

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος συνεκτίμησε και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, στην οποία μάλιστα γίνεται ειδική αναφορά και αξιολόγηση κάποιων απ' αυτά (και ειδικότερα της 688/3-6-2014 απόφασης του Διευθυντή του ΙΚΑ περί συνταξιοδότησης λόγω γήρατος της αρχικώς ενάγουσας μητέρα τους ) δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα αποδεικτικά αυτά μέσα.

Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011, ΑΠ 444/2009, ΑΠ 1517/2008, ΑΠ 961/2007, ΑΠ 648/1999). Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 430/2016, ΑΠ 173/2016, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 893/2012, ΑΠ 412/2011, ΑΠ 1531/2010, ΑΠ 109/2008).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο η ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.

Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν` απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ445/2019,ΑΠ 883/2013).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ` εκτίμηση του Δικαστηρίου, οι πλημμέλειες :α) εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠΟΛΔ ότι η προσβαλλόμενη χρειάζεται πληρέστερη αιτιολογία ως προς την εκτίμησή της ότι δεν είναι πειστική η προαναναφερόμενη από 16-10-2014 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού 1ης ΥΠΕ ΠΕΔΥ Μονάδας Υγείας, Α.

Α.. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος του αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 3/2019).Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση ,κατά τα προαναφερθέντα, διατυπώνεται με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν αποδεικνύεται από την ελεύθερη εκτίμηση όλων των εγγράφων, μεταξύ των οποίων και η από 16-10-2014 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού 1ης ΥΠΕ ΠΕΔΥ Μονάδας Υγείας, Γ.

Α. , η επέλευση του, ασφαλιζόμενου με το υπ' αριθμ. 1246/2007 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, κινδύνου της μόνιμης μερικής ανικανότητας της αρχικώς ενάγουσας, έως το χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας της, και συνεπώς δεν εδικαιούτο αυτή την ένδικη αποζημίωση, β) εκ του αριθ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠΟΛΔ ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου της από 16-10-2014 ιατρικής γνωμάτευσης του ιατρού 1ης ΥΠΕ ΠΕΔΥ Μονάδας Υγείας Γ.

Α. στο οποίο βεβαιώνεται ότι η αναπηρία της αρχικώς ενάγουσας μητέρας τους είχε αποκτήσει μόνιμη μορφή κατά το χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας της με την αναρεσίβλητη, δεχόμενη τα αντίθετα. Όπως όμως προαναφέρθηκε το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ως προς το εν λόγω έγγραφο τα εξής: Όσον αφορά την προσκομιζόμενη από τους εφεσίβλητους, από 16-10-2014 ιατρική γνωμάτευση, του ιατρού 1 ης ΥΠΕ ΠΕΔΥ Μονάδας Υγείας Αλεξάνδρας, Γ.

Α., που εκδόθηκε μετά τον επισυμβάντα κατά την 28-3-2014, από ατύχημα, θάνατο της Ασημίνας Μήλα, η γνωμάτευση αυτή, κατά το μέρος της που διατυπώνει εκτίμηση του εν λόγω ιατρού πως δεν είναι εφικτή η αποκατάσταση της ανωτέρω προς εργασία για το μετά τις 29-2-2012 χρονικό διάστημα, δεν είναι πειστική και ικανή να οδηγήσει σε δικανική πεποίθηση περί αυτού, διότι η ανωτέρω εκτίμηση εκφέρεται χωρίς παράθεση και αξιολόγηση των στοιχείων στα οποία στηρίζεται.

Το ίδιο έγγραφο, κατά το μέρος που αναφέρει ότι οι περισσότερες (το 90%) των αποφάσεων των επιτροπών για ποσοστό αναπηρίας αποφαίνονται για χρονικό διάστημα 1, 2 ή 3 ετών για οριστική μόνιμή μερική ανικανότητα προς εργασία, στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας, διότι συνιστά μαρτυρία τρίτου που δόθηκε με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη, η οποία, μάλιστα, έρχεται σε ευθεία αντίθεση τόσο με το περιεχόμενο των πιο πάνω αναφερόμενων γνωματεύσεων των Υγειονομικών Επιτροπών που εκδόθηκαν για την αρχικώς ενάγουσα, όσο και με τις ισχύουσες νομικές διατάξεις (βλ.

Ιδίως άρθρο 29 ΚΑΑ του ΙΚΑ) με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι γνωματεύσεις αυτές....Τα ανωτέρω επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες δεν αναφέρονται σε λάθος ανάγνωση του εγγράφου, αλλά το δικαστήριο της ουσίας, αξιολογώντας αυτό παράλληλα με τις λοιπές αποδείξεις, δεν υιοθέτησε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί επέλευσης του, ασφαλιζόμενου με το υπ' αριθμ. 1246/2007 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, κινδύνου της μόνιμης μερικής ανικανότητας της αρχικώς ενάγουσας, έως το χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας της, και συνεπώς δεν θεμελιώνουν τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο, ο οποίος ελέγχεται απορριπτέος, και γ) αληθώς εκ του αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΛΠΟΔ (όχι εκ του επικαλούμενου αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΛΠΟΔ) οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα του προσκομισθέντος με επίκληση δημοσίου κατ` άρθρο 438 ΚΠΟΛΔ εγγράφου, κατά τους ισχυρισμούς τους, της από 16-10-2014 ιατρικής γνωμάτευσης του αρμόδιου δημόσιου φορέα -1η ΔΥΠΕ Αττικής δεχόμενο ότι το έγγραφο αυτό κατά το μέρος που αναφέρει ότι οι περισσότερες (το 90%) των αποφάσεων των επιτροπών για ποσοστό αναπηρίας αποφαίνονται για χρονικό διάστημα 1, 2 ή 3 ετών για οριστική μόνιμή μερική ανικανότητα προς εργασία, στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας, διότι συνιστά μαρτυρία τρίτου που δόθηκε με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη, η οποία, μάλιστα, έρχεται σε ευθεία αντίθεση τόσο με το περιεχόμενο των πιο πάνω αναφερόμενων γνωματεύσεων των Υγειονομικών Επιτροπών που εκδόθηκαν για την αρχικώς ενάγουσα, όσο και με τις ισχύουσες νομικές διατάξεις (βλ.

Ιδίως άρθρο 29 ΚΑΑ του ΙΚΑ) με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι γνωματεύσεις αυτές...., έκρινε δηλαδή αντιθέτως με το περιεχόμενο του πιο πάνω δημοσίου εγγράφου, το οποίο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς τα εις αυτά βεβαιούμενα, μη επιτρεπομένης ανταπόδειξης, παρά μόνο με την προσβολή αυτών ως πλαστών. Ο τρίτος λόγος κατά το μέρος αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και τούτο διότι, από το επικαλούμενο ως άνω περιεχόμενο της παραπάνω ιατρικής γνωμάτευσης προκύπτει ότι όσα βεβαιώνει στο έγγραφο αυτό ο καρδιολόγος - ελεγκτής της 1ης ΥΠΕ ΠΕΔΥ Μονάδας Υγείας Α. Γ. δεν έγιναν από τον συντάξαντα το έγγραφο ούτε έγιναν ενώπιον του, ώστε να αποτελούν πλήρη απόδειξη ,επιτρεπομένης ανταπόδειξης μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, κατ` άρθρο 438 του ΚΠΟΛΔ.

Εξ άλλου την παραπάνω ιατρική γνωμάτευση εκτίμησε ελεύθερα ως έγγραφο η προσβαλλόμενη ,ενώ η αιτίαση που αφορά την παραδοχή ότι η εν λόγω ιατρική βεβαίωση του ιατρού Γ. Α. κατά το μέρος που αναφέρει ότι οι περισσότερες (το 90%) των αποφάσεων των επιτροπών για ποσοστό αναπηρίας αποφαίνονται για χρονικό διάστημα 1, 2 ή 3 ετών για οριστική μόνιμή μερική ανικανότητα προς εργασία, στερείται αποδεικτικής αξίας διότι συνιστά μαρτυρία τρίτου που δόθηκε με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι πλήττει στην πραγματικότητα την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων (άρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-7-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 1589/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ