Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague argument not properly raised in lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by seven individuals against a labor dispute judgment involving the Greek Agricultural Insurance Organization. The appellants argued for a violation of the principle of legitimate trust, but the court found this specific legal ground was not clearly articulated in their appeal petition. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because the argument failed to meet procedural requirements for reiteration in the second instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 562, 527 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument must be clearly stated in the petition and reiterated in the appeal petition unless it falls under specific exceptions, otherwise it is deemed vague and inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 666 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 666/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Σ. του Ν., κατοίκου …, 2) Δ. Μ. του Κ., κατοίκου …, 3) Μ. Κ. του Ε., κατοίκου …, 4) Σ. Μ. του Γ., κατοίκου …, 5) Γ. Α. του Α., κατοίκου …, 6) Ν. Π. του Δ., κατοίκου …, και 7) Χ. Τ. του Α., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛΓΑ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νίκη Αγγελοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 775/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5439/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-12-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από 4 Δεκεμβρίου 2020 και με αριθ. κατάθ. ...14.1.2021 αίτηση αναίρεσης των επτά (7) αναιρεσειόντων (από τους αρχικά 52 ενάγοντες και 51 εφεσίβλητους), κατά του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ, με την επωνυμία "Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων", προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 5439/21.9.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 30.6.2014 και με αριθ.
καταθ. ...30.6.2014 έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛΓΑ)", κατά της υπ' αριθμ. 775/10.3.2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ι) είχε ανασταλεί η εκδίκαση της αγωγής ως προς την 52η των εναγόντων, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της υπ' αριθμ. ...2.3.2005 αγωγής αυτής κατά του εναγομένου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ιι) είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, ως προς τους λοιπούς πενήντα έναν (51) ενάγοντες, η από 26.8.2005 και με αριθμό κατ. ...2005 αγωγή και α) είχε αναγνωρισθεί ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) είχε αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των ανωτέρω συμβάσεων και γ) είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο να απασχολεί τους ενάγοντες στη θέση τους, την ειδικότητά τους και με τις αντιστοιχούσες στην υπηρεσιακή τους ένταξη αποδοχές.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά την έφεση, αλλά απέρριψε στην ουσία αυτή, ως προς τους 6ο, 14ο, 20ο, 21ο, 22η, 23ο, 29ο, 30η, 32ο, 35η, 41η, 44η, 45η, 47η, 51η των εφεσιβλήτων - εναγόντων (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), ενώ δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους - ενάγοντες, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της ανωτέρω αγωγής, απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη, ως προς τους 2ο, 4η, 5η, 7ο, 8η, 9ο, 10ο, 11η, 12ο, 13η, 15η, 16ο, 17ο, 18ο, 19ο, 24η, 25η, 26ο, 27ο, 28ο, 31η, 33η, 34ο, 36η, 37ο, 39ο, 40η, 42η, 43η, 46ο, 48ο, 49η και 50ο των εναγόντων (ήδη πρώτο, δεύτερο, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο και έκτο των αναιρεσειόντων) και ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους 1ο, 3η και 38ο των εναγόντων (ήδη έβδομο αναιρεσείοντα).
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 14.1.2021, ενώ, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, τα οποία δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσίβλητο (άρθρο 261 ΚΠολΔ), η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση που δημοσιεύθηκε στις 21.9.2020, δεν επιδόθηκε (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής (ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α` και 3 του Ν. 2112/1920, συνάγεται ότι επί συνάψεων αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 6/2022).
Οι εν λόγω διατάξεις, όπως εξ αυτών προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνον επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου που θεσπίσθηκαν εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο αυτοί που παρέχουν εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 20/2007).
Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 8/2011).
Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της ουσίας της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006). Εξάλλου, με τις διατάξεις των παρ.1, 2, 3 του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο και πριν την κατάργηση των άρθρων 1-13, 14Α και 15-24 καθώς και των παραγράφων 1-5 και 9-11 του άρθρου 14 του ως άνω νόμου με το άρθρο 61 παρ.1α του Ν. 4765/2021 (ΦΕΚ Α 6), ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).
Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6.4.2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".
Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν. 2190/1994 και του Ν. 2527/1997 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ορισμένης διάρκειας που υποκρύπτουν σχέσεις εξαρτημένης εργασίας συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 795/2020, ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019). Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 795/2020, ΑΠ 106/2020, ΑΠ 598/2019).
Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004, αντίστοιχα.
Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ. 1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380 Α. κλπ). Ειδικότερα, με την ως άνω απόφαση μεταξύ άλλων κρίθηκε ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε το Π.Δ/μα 164/2004 σε σχέση με την προστασία που παρείχετο υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της εφαρμογής του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 και στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα δεν συνιστούν υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8 σημείο 3 της οδηγίας, εφόσον αφορούν περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (σκέψεις 122 επ.
ιδίως σκέψη 146 ε.α) περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω κατά τα κατωτέρω διαλαμβανόμενα. Περαιτέρω το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την υπ' αριθ. C 760/18 της 21ης Φεβρουάριου 2021 απόφασή του έκρινε προσφάτως επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά το δημόσιο τομέα".
Όμως η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, (και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι διατάξεις του ενωσιακού δικαίου κατισχύουν και των συνταγματικών ρυθμίσεων των κρατών - μελών της Ένωσης, όπως παγίως άλλωστε δέχεται το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως ακρογωνιαίου λίθου για τη λειτουργία της Ένωσης, (υποθ.
C. 26/1962 G. & L.,υποθ. C. 6/1964 C. vs E.) που σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής μόνο σε όλως οριακές περιπτώσεις διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη χρήση του όρου "ενδεχομένως" από το ως άνω Δικαστήριο, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (ελληνικό) δίκαιο για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, υπάρχει εισέτι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ.
και σκέψεις 63, 67 και 70 στην ως άνω υπ' αριθμ. C 760/18 απόφαση). Τέτοιο έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται όμως μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, αφού τούτο θα αντέβαινε ευθέως στη διάταξη του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος και θα οδηγούσε αναγκαίως σε μια contra legem ερμηνεία των συνταγματικών αυτών ρυθμίσεων (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 330/2022).
Στο σημείο αυτό πρέπει συνακόλουθα να ερευνηθεί, εάν στο πλαίσιο του ελληνικού δικαίου υφίστανται άλλα αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά μέτρα που να αποτρέπουν και εάν συντρέχει περίπτωση, να επιβάλλουν κυρώσεις στην καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, διασφαλίζοντα έτσι την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία.
Εν προκειμένω, την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (βλ. σκέψη 58 της απόφασης υπ' αριθ.
C - 760/2018 του Δ.Ε.Ε. με περαιτέρω παραπομπές), εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του Π.Δ/τος 164/2004, με τα οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, οι οποίες προβλέπουν την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις), τη δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος) τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές και τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλειά τους τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Π/Δτος.
Μάλιστα προκειμένου να διασφαλισθεί υπέρ των απασχοληθέντων μισθωτών η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων δικαίου που θεσπίστηκαν από τον έλληνα νομοθέτη στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας, δεν αποκλείεται και η ανάλογη εφαρμογή της ρύθμισης για την καταβολή αποζημίωσης σε περιπτώσεις εγκυρότητας των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το Π.Δ/μα 164/2004, οσάκις η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του Π.Δ/τος 164/2004, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όπως λ.χ.
με το άρθρο 167 του Ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 76 του Ν. 4386/2016 (ΑΠ 330/2022). Η εμβληματικού χαρακτήρα διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, σε συνδυασμό και με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου, αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, όσον αφορά στις προσλήψεις μόνιμου προσωπικού στο δημόσιο τομέα με την κατοχύρωση ενός διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων βάσει συγκεκριμένων δεσμευτικών διαδικασιών και συνακόλουθα στην αποτροπή του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου πρόσληψης προσωπικού με αδιαφανή κριτήρια, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας για την αντιμετώπιση κατ' επίφαση απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ.2 του Συντάγματος και της ισχύουσας νομοθεσίας (Ν. 2190/1994), οι οποίοι, μετά τη διαπίστωση ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, τακτοποιούνταν στη συνέχεια είτε με το διορισμό τους ως μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις με την τήρηση των νόμιμων διαδικασιών πρόσληψης μόνιμου προσωπικού (ΟλΑΠ 19, 20/2007).
Επομένως η προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκόμενου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά για την εξυπηρέτηση των πιο πάνω σκοπών αναγομένων στις ιδιαιτερότητες του δημοσίου τομέα, πολλώ δε μάλλον που η Οδηγία δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, ενώ οι προπαρατεθείσες εφαρμοστέες διατάξεις του υπ' αριθμ. 164/2004 ΠΔ/τος, που σε συμφωνία με τη συνταγματική απαγόρευση αποκλείουν το χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα σε έγκυρη ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστούν κατά τα προεκτεθέντα το προσήκον αντιστάθμισμα που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα (ΑΠ 330/2022, πρβλ.
ΔΕΕ C 378-380 υπόθεση Α.). Εξάλλου, από το άρθρο 249 παρ. 1,3 της κατά τον επίδικο χρόνο ισχύουσας Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, προκύπτει σαφώς ότι οι Οδηγίες που εκδίδουν προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή) αποτελούν παράγωγο Κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Έτσι οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ` ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της Ε.Ε., αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα και τύπο όμως τα οποία το ίδιο θα επιλέξει (νόμο, προεδρικό διάταγμα, υπουργική απόφαση και εν γένει κανόνες δικαίου της εθνικής έννομης τάξης - ΟλΑΠ 6/2022).
Ακόμη, το άρθρο 10 Συνθ.Ε.Κ. υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, κατάλληλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το Κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου (ΑΠ 330/2022).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). 3.-Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 26.8.2005 και με αριθ.
καταθ. ......26.8.2005 αγωγή, η οποία επισκοπείται κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), οι αρχικά πενήντα δύο ενάγοντες και ήδη επτά αναιρεσείοντες, ισχυρίσθηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τις οποίες κατάρτισαν με το εναγόμενο, απασχολήθηκαν ως γεωπόνοι για τη διενέργεια πραγματογνωμοσυνών και για εκτιμήσεις αγροτικών ζημιών, από κινδύνους που καλύπτει ασφαλιστικά το εναγόμενο, οι οποίες κατ' επίφαση συνήφθησαν ως τέτοιες (ορισμένου χρόνου) προς κάλυψη φαινομενικά πρόσκαιρων και επειγουσών αναγκών του εναγομένου, στην πραγματικότητα όμως αποτελούσαν συμβάσεις εργασίας αόριστης διάρκειας, διότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και δεν υπήρχε αντικειμενικός λόγος, ούτε όμως από το είδος και τη φύση της εργασίας τους δικαιολογούνταν η χρονική διάρκειά τους και προς καταστρατήγηση των διατάξεων που προβλέπουν την καταγγελία των συμβάσεων αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα, οι επτά αναιρεσείοντες που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν και εργάσθηκαν: α) ο πρώτος αναιρεσείων Κ. Σ. (9ος ενάγων), από 28.9.2004 έως 27.5.2005, από 17.1.2002 έως 16.9.2002, από 23.9.2002 έως 22.5.2003, από 3.6.2003 έως 2.8.2003, από 11.8.2003 έως 10.4.2004 και από 20.10.2004 έως 19.6.2005, β) ο δεύτερος αναιρεσείων (48ος ενάγων) Δ.
Μ. από 25.8.2002 έως 24.8.2003, από 17.11.2003 έως 16.7.2004 και από 6.12.2004 έως 5.8.2005, γ) η τρίτη αναιρεσείουσα Μ. Κ. (5η ενάγουσα) από 10.11.2003 έως 9.7.2004 και από 22.11.2004 έως 21.7.2005, δ) η τέταρτη αναιρεσείουσα (36η ενάγουσα) Σ. Μ. από 22.8.2003 έως 21.4.2004 και από 6.12.2004 έως 5.8.2005, ε) ο πέμπτος αναιρεσείων Γ. Α. (50ος ενάγων) από 21.6.2002 έως 20.2.2003, από 14.4.2003 έως 13.12.2003, από 14.12.2003 έως 16.8.2004 και από 13.12.2003 έως 12.8.2005, στ) ο έκτος αναιρεσείων (17ος ενάγων) Ν.
Π. από 9.1.2002 έως 8.9.2002, από 30.9.2002 έως 29.5.2003, από 10.6.2003 έως 9.8.2003, από 13.11.2003 έως 12.7.2004 και από 6.12.2004 έως 5.8.2005 και ζ) ο έβδομος αναιρεσείων (38ος ενάγων) Χ. Τ. από 17.7.2000 έως 22.12.2000, από 8.1.2001 έως 10.4.2001, από 25.4.2001 έως 15.6.2001, από 9.9.2002 έως 8.5.2003, από 4.2.2004 έως 3.6.2004 και από 7.10.2004 έως 6.6.2005. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωριστεί ότι η προαναφερόμενη καταγγελία της εργασιακής τους σύμβασης είναι άκυρη και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί στη θέση, την ειδικότητα και με τις αντιστοιχούσες στην υπηρεσιακή τους ένταξη αποδοχές, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών τους προσόντων.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την ως άνω με αριθ. 775/10.3.2014 απόφασή του, α) ανέστειλε την εκδίκαση της αγωγής ως προς την 52η ενάγουσα, β) δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και ι) αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ιι) αναγνώρισε ότι οι απολύσεις των εναγόντων, λόγω λήξης του συμβατικού χρόνου εργασίας τους, είναι άκυρες και ιιι) υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και να τους απασχολεί στη θέση, στην ειδικότητα και με τις αντιστοιχούσες στην υπηρεσιακή τους ένταξη αποδοχές, με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους 100 ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης της υποχρέωσης αυτής.
Επί της από 30.6.2014 και με αριθ. κατάθ. ...30.6.2014 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμ. 5439/21.9.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά η έφεση και στη συνέχεια α) απορρίφθηκε αυτή ως κατ' ουσία αβάσιμη ως προς τους 6ο, 14ο, 20ο, 21ο, 22η, 23ο, 29ο, 30η, 32ο, 35η, 41η, 44η, 45η, 47η, 51η των εφεσιβλήτων - εναγόντων και β) έγινε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η έφεση ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Ακολούθως εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη, κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δικάζοντας την αγωγή α) απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη ως προς τους 2ο, 4η, 5η, 7ο, 8η, 9ο, 10ο, 11η, 12ο, 13η, 15η, 16ο, 17ο, 18ο, 19ο, 24η, 25η, 26ο, 27ο, 28ο, 31η, 33η, 34ο, 36η, 37ο, 39ο, 40η, 42η, 43η, 46ο, 48ο, 49η και 50ο των εναγόντων και β) ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους 1ο, 3η και 38ο των εναγόντων.
Ειδικότερα, η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, για τους προαναφερόμενους ενάγοντες, με τις εξής παραδοχές, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος : "Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην υπό κρίση αγωγή, όλες οι σχετικές συμβάσεις και οι ανανεώσεις τους, που επικαλούνται οι εκ των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων 2ος, 4η, 5η (σημ.
τρίτη αναιρεσείουσα), 7ος, 8η, 9ος (σημ πρώτος αναιρεσείων), 10ος, 11η, 12ος, 13η, 15η, 16ος, 17ος (σημ. έκτος αναιρεσείων, 18ος, 19ος, 24η, 25η, 26ος, 27ος, 28ος, 31η, 33η, 34ος, 36η (σημ. τέταρτη αναιρεσείουσα), 37ος, 39ος, 40η, 42η, 43η, 46ος, 48ος (σημ. δεύτερος αναιρεσείων), 49η, 50ος (σημ. πέμπτος αναιρεσείων), καταρτίσθηκαν μετά την 18-4-2001, ήτοι μετά την ισχύ των διατάξεων των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (18-4-2001), οπότε, σε οποιαδήποτε σύμβαση με το Δημόσιο, με Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Ν.Π.Δ.Δ.
και επιχειρήσεις, που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν επιτρέπεται η μετατροπή τους από ορισμένου χρόνου, σε αορίστου και, συνεπώς η, κατ' αυτόν τον τρόπο και χωρίς την τήρηση των προβλεπομένων από την παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος διατυπώσεων μονιμοποίηση και, κατ' επέκταση, η δικαστική αναγνώριση ύπαρξης μιας τέτοιας (παράνομης) εργασιακής σχέσης.
Και αυτό, διότι το εναγόμενο, ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 2190/1994, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε τη νομική δυνατότητα να συνάψει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του προαναφερθέντος νόμου και συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση τις θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής προσωπικού (ΑΣΕΠ).
Οποιαδήποτε δε προσπάθεια μονιμοποίησης των εκκαλούντων - εναγόντων, ακόμη και εάν η εργασία τους κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, προσκρούει, στη ρητή απαγόρευση τόσο του άρθρου 21 παρ. 2 του ιδίου νόμου, όσο κυρίως στο άρθρο 103 παρ.8 του Συντάγματος. Ούτε μπορεί να τύχει εφαρμογής η γενική διάταξη του άρθρου 671 ΑΚ, αλλά και η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, σύμφωνα με τις οποίες καθίσταται δυνατή η μετατροπή μίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, όταν ο καθορισμός της διάρκειάς της δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης και ετέθη σκόπιμα προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης διατάξεων του ιδίου νόμου (Ν. 2112/1920), αφού, όταν η σύναψη σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από διάταξη νόμου, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με το Ν. 2190/1994, δεν συνιστά αδικαιολόγητο καθορισμό της διάρκειας της σύμβασης, ούτε καταστρατήγηση των διατάξεων του Ν. 2112/1920, ενώ, τέλος, και κυρίως, λόγω της ως άνω αδιάστικτης διατύπωσης της διάταξης του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν επιτρέπεται στην προκειμένη περίπτωση είτε η μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων των εναγόντων σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, είτε ο εξ αρχής χαρακτηρισμός τους ως τέτοιων, αφού άπασες οι συμβάσεις έλαβαν χώρα μετά τη θέση σε ισχύ της διάταξης του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος.
Τέλος, ούτε κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Π.Δ. 164/2004 και ειδικότερα του (μεταβατικού χαρακτήρα) άρθρου 11 αυτού, με την οποία προβλέπονται οι προϋποθέσεις για τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αόριστης διάρκειας δεν εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα από την 10-7-2002 (ημέρα, που έπρεπε να ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη η παραπάνω Οδηγία) έως την 19-7-2004 (ημέρα της έναρξης ισχύος του ΠΔ 164/2004), καθόσον δεν πληρούται η προϋπόθεση συμπλήρωσης συνολικής χρονικής διάρκειας διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών ή τριών ανανεώσεων πέραν της αρχικής σύμβασης με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών εντός χρονικού διαστήματος 24 μηνών από την αρχική σύμβαση.
Εξ άλλου η Οδηγία 1999/70/ΕΚ της 28ης Ιουνίου1999, που επικαλούνται οι εκκαλούντες - ενάγοντες, δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη αλλά η επίτευξη του στόχου της που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένο μέτρα προσαρμογής, που καλείται να λάβει ο εθνικός νομοθέτης και ήδη έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες με το ΠΔ164/2004, που προαναφέρθηκε [. . .].
Συνακόλουθα με βάση τις ανωτέρω νομικές σκέψεις, ακόμα και αληθών υποτιθεμένων των ισχυρισμών των εναγόντων ότι πρόκειται για συμβάσεις, που προσχηματικά χαρακτηρίσθηκαν ορισμένου χρόνου, παρότι αυτές κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, δεν είναι δυνατή η αναγνώριση των διαδοχικών συμβάσεών τους, ως κατά μετατροπή σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ήτοι έγκυρης σύμβασης εργασίας, αφού δεν είναι επιτρεπτή κατά το νόμο η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου ούτε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 103 του Συντάγματος και τις διατάξεις της προαναφερόμενης οδηγίας, ούτε με το ΠΔ 164/2004.
Συνεπώς τα αιτήματα να αναγνωριστούν ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί δυνάμει σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στις θέσεις, ειδικότητες και με τις αποδοχές, που αντιστοιχούν στην υπηρεσιακή τους ένταξη και εξέλιξη, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών τους προσόντων είναι μη νόμιμα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε ότι οι άνω ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας των εναγόντων και υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται στο μέλλον τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες υπό καθεστώς συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στη θέση, ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νομού σε αυτές, με απειλή χρηματικής ποινής εκατό (100) ευρώ για κάθε ήμερα μη συμμόρφωσης του εναγομένου με την ανωτέρω διάταξη, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και η υπό κρίση έφεση θα πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, γενομένου δεκτού ως βάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης του εκκαλούντος.
Συνεπώς, θα πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η αγωγή και να δικασθεί, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία και στη συνέχεια να απορριφθεί αυτή ως νομικά αβάσιμη ως προς τους 2ο, 4η, 5η 7ο, 8η, 9ο, 10ο, 11η, 12ο, 13η, 15η, 16ο, 17ο, 18ο, 19ο, 24η, 25η, 26ο, 27ο, 28ο, 31η, 33η, 34ο, 36η, 37ο, 39ο, 40η, 42η, 43η, 46ο, 48ο, 49η, 50ο εκ των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων".
4. Οι πρώτος, δεύτερος, τρίτη, τέταρτη, πέμπτος και έκτος των αναιρεσειόντων με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, κατά την εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης από το Δικαστήριο, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις, ότι κρίνοντας μη νόμιμη την αγωγή τους προέβη σε ευθεία παραβίαση του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920, των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70ΕΚ, των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 103 του Συντάγματος και της πάγιας νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεών τους και ειδικότερα:
Με τους τρεις πρώτους λόγους αναίρεσης ισχυρίζονται, ότι το Εφετείο κρίνοντας την αγωγή τους ως μη νόμιμη με τις παραδοχές ότι εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας τους καταρτίσθηκαν μετά τις 17.4.2001 απαγορεύεται να μετατραπούν σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου και ότι οι διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ δεν έχουν άμεση εφαρμογή στην εσωτερική έννομη τάξη, έσφαλε καθότι αν είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει σωστά την Ενωσιακή νομοθεσία, ήτοι τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70ΕΚ θα είχε κάνει δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3.
του Ν. 2112/1920 τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση χωρίς να ασκεί επιρροή ότι οι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης, ήτοι του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος απαγορεύουν τέτοια μετατροπή όσον αφορά το Δημόσιο Τομέα, καθότι στην εσωτερική έννομη τάξη δεν υφίσταται σήμερα κανένα άλλο ισοδύναμο μέτρο προς επίτευξη του σκοπού της Οδηγίας, κατά την έννοια της ρήτρας 5 αυτής και ότι ως εκ τούτου έπρεπε εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις να κρίνει ότι η ένδικη αγωγή τους ήταν νόμιμη και ότι οι συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που είχαν συνάψει αυτοί με το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ αποτελούσαν μια ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Επίσης, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τα άρθρα 87 και 93 αυτού (Συντάγματος), δεδομένου ότι η αναγνώριση της πραγματικής φύσης της σύμβασης εργασίας τους με το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ και ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της, ως ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ανήκει κυριαρχικά στο δικαστήριο, καθώς και της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μεταχειρίστηκε αυτούς ομοιόμορφα με άλλα πρόσωπα που τελούσαν κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες και τα οποία δικαιώθηκαν με τη μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου.
Και οι τρεις ως άνω λόγοι αναίρεσης, ερειδόμενοι στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, καθόσον από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, με βάση τα όσα αναλυτικά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ότι οι συναφθείσες με το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των έξι πρώτων αναιρεσειόντων (που ενδιαφέρει εν προκειμένω), για τα αναγραφόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα α) από 28.9.2004 έως 27.5.2005, από 17.1.2002 έως 16.9.2002, από 23.9.2002 έως 22.5.2003, από 3.6.2003 έως 2.8.2003, για τον πρώτο αναιρεσείοντα Κ.
Σ., β) από 11.8.2003 έως 10.4.2004 και από 20.10.2004 έως 19.6.2005, για το δεύτερο αναιρεσείοντα Δ. Μ., γ) από 25.8.2002 έως 24.8.2003, από 17.11.2003 έως 16.7.2004 και από 6.12.2004 έως 5.8.2005 για τον τρίτη αναιρεσείουσα Μ. Κ., δ) από 10.11.2003 έως 9.7.2004 και από 22.11.2004 έως 21.7.2005, για την τέταρτη αναιρεσείουσα Σ. Μ., ε) από 22.8.2003 έως 21.4.2004 και από 6.12.2004 έως 5.8.2005 για τον πέμπτο αναιρεσείοντα Γ.
Α. και στ) από 21.6.2002 έως 20.2.2003, από 14.4.2003 έως 13.12.2003, από 14.12.2003 έως 16.8.2004 και από 13.12.2003 έως 12.8.2005, για τον έκτο αναιρεσείοντα Ν. Π., δηλαδή, μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (17.4.2001), δεν μπορούν να εκτιμηθούν και να χαρακτηρισθούν ότι συνιστούν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις εν λόγω συνταγματικές διατάξεις και άγει συνακόλουθα σε contra legem ερμηνεία των πιο πάνω συνταγματικών ρυθμίσεων, ακόμη και εάν οι έξι πρώτοι αναιρεσείοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ.
Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις επικαλούμενες στην αίτηση διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7,8 του Συντάγματος, 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 και τις διατάξεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας συμπεριλαμβανομένης της ρήτρας 5 αυτής, με τη μη εφαρμογή αυτών, στο πλαίσιο της σχετικής εσωτερικής νομοθεσίας (Π.Δ 164/2004), καθότι με τις διατάξεις της ως άνω οδηγίας δεν επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, τα δε, προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Π.Δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα.
Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως εντελώς αόριστα αναφέρουν οι έξι πρώτοι αναιρεσείοντες (παραλείποντας να αναφέρουν περιπτώσεις συναδέλφων τους που, υπό τις αυτές προϋποθέσεις, οι συμβάσεις τους κρίθηκαν αορίστου χρόνου), αφού, σε κάθε περίπτωση, δεν νοείται ισότητα στην παρανομία (ΟλΑΠ 16/2015).
Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, αναφορικά με τους έξι πρώτους των αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 5.-Εξάλλου, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναφορικά με τον έβδομο αναιρεσείοντα, ως προς τον οποίο η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας του 1ου, 3ης, 14ου και 38ου (σημ.
ήδη έβδομου αναιρεσείοντος) των εφεσίβλητων - εναγόντων αποτελούν στην πραγματικότητα μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Συγκεκριμένα, [....] ο τριακοστός όγδοος Τ. Χ. (απασχολήθηκε) από: 1. 17.7.2000 έως 22.12.2000, 2. 8.1.2001 έως 10.4.2001, 3. 25.4.2001 έως 15.6.2001, 4. 9.9.2002 έως 8.5.2003, 5. 4.2.2004 έως 3.6.2004, 6. 7.10.2004 έως 6.6.2005.
Μεταξύ των ανωτέρω συμβάσεων δεν υπήρχε διαδοχικότητα, εφόσον μεταξύ ορισμένων εξ αυτών μεσολαβούσαν χρονικά διαστήματα που υπερέβαιναν ως προς [....] τον 38ο εφεσίβλητο - ενάγοντα το ένα έτος και τρεις μήνες, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι οι ως άνω εφεσίβλητοι - ενάγοντες κάλυπταν εποχικές ανάγκες και όχι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, κατά το δεύτερο βάσιμο λόγο του εκκαλούντος.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε διαφορετικά, ως προς τους προαναφερθέντες εφεσίβλητους - ενάγοντες, εσφαλμένως εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις, γενομένου δεκτού ως βασίμου του δεύτερου λόγου έφεσης του εκκαλούντος - εναγομένου". Στη συνέχεια το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την έφεση του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ και αφού εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τον έβδομο αναιρεσείοντα Χ.
Τ., που ενδιαφέρει εν προκειμένω. Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο έβδομος αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, τις ρυθμίσεις της υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγίας, ως και τις διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004, καθότι οι αρχικές διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου αυτού με το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, είχαν καταρτισθεί πριν από την αναθεώρηση του Συντάγματος το έτος 2001, και ειδικότερα η πρώτη εξ αυτών στις 17.7.2000, και ως εκ τούτου αυτές είχαν ήδη προσλάβει το χαρακτήρα ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού δυνάμει αυτών ο (έβδομος) αναιρεσείων εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθότι, όπως δέχθηκε και η αναιρεσιβαλλομένη, μεταξύ των ως άνω συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, μεσολάβησαν μεγάλα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο αναιρεσείων δεν απασχολήθηκε, από το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ και κατά συνέπεια δεν υφίστατο η απαιτούμενη κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ των συμβάσεων αυτών, προκειμένου οι επίδικες συμβάσεις να χαρακτηρισθούν διαδοχικές και να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Συγκεκριμένα, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα α) μετά τη λήξη της αρχικής σύμβασης (που είχε χρονική διάρκεια πέντε μηνών και 5 ημερών), στις 22.12.2000, μεσολάβησε χρονικό δέκα επτά ημερών, μέχρι την κατάρτιση της δεύτερης σύμβασης στις 8.1.2001 β) μετά τη λήξη της δεύτερης σύμβασης στις 10.4.2001 (που είχε χρονική διάρκεια τριών μηνών και δύο ημερών), μεσολάβησε χρονικό διάστημα δέκα πέντε ημερών μέχρι την κατάρτιση της τρίτης σύμβασης στις 25.4.2001, που καταρτίστηκε όμως, μετά την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (18.4.2001) που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του ως άνω προσλαμβανόμενου ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που με αυτές καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου.
Οι παραπάνω δύο (2) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου του έβδομου αναιρεσείοντος με τον ΕΛΓΑ, που καταρτίσθηκαν πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, διαρκείας πέντε (5) μηνών και πέντε (5) ημερών και τριών (3) μηνών και δύο (2) ημερών, αντίστοιχα, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ότι συνιστούν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστης διάρκειας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920, αφενός μεν διότι δεν υπήρχε διαδοχικότητα μεταξύ των δυο αυτών συμβάσεων, αφετέρου δε διότι όπως προκύπτει από την κατά τα ανωτέρω μικρή χρονική διάρκειά τους, ο ως άνω εφεσίβλητος - ενάγων και ήδη έβδομος αναιρεσείων, κάλυπτε έκτακτες εποχικές ανάγκες και όχι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ο δε καθορισμός της διάρκειας αυτών δικαιολογείται απ' αυτή (φύση τους) και δεν ετέθη προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων αυτού (έβδομου αναιρεσείοντος).
Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε για τους ίδιους λόγους ότι η αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 648, 671 του ΑΚ, του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994, τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης και ως προς αυτόν τον αναιρεσείοντα (έβδομο), πρέπει ν' απορριφθεί. 6.-Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ.2 εδ.
β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, (αν δεν συντρέχει μία από τις στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις), είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός, που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 309/2020, ΑΠ 720/2019, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 159/2018 ΑΠ 605/2015, ΑΠ 354/2011).
Εάν τα ανωτέρω δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και κατά συνέπεια απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 309/2020, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 199/2017, ΑΠ 132/2016). Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 216/2019, ΑΠ 1059/2017). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η αιτίαση περί ευθείας παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου προς τη διοίκηση, ήτοι της διάταξης του άρθρου 25 του Συντάγματος.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού κατά τα προαναφερόμενα στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, για την πληρότητά του έπρεπε να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, εκτός από τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης, ότι είχε προβληθεί με το δικόγραφο της αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ο ως άνω ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προς το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, ως αυτοτελής λόγος για το χαρακτηρισμό των περισσότερων συμβάσεων ορισμένου χρόνου που κατάρτισαν με αυτό (εναγόμενο), ως μίας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Σε κάθε δε περίπτωση και από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της από 26.8.2005 αγωγής των εναγόντων, δεν προκύπτει ότι αυτοί είχαν προβάλλει ως αυτοτελή λόγο για τη θεμελίωση της αγωγής τους, την παραβίαση της πιο πάνω αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου προς τη διοίκηση και γενικότερα της ασφάλειας δικαίου. 7.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ, με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛΓΑ), κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου, το οποίο παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4.12.2020 και με αριθ. κατ. ...14.1.2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 5439/21.9.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ, με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛΓΑ), τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ