Supreme Court dismisses appeal on alimony, ruling lower court correctly applied family law and evidence rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's final decision on alimony. The appellant argued procedural errors regarding evidence and the calculation of monthly support, but the court found the lower court properly applied civil code provisions and considered all submitted documents. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1389, 1390, 1391 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court must verify the marital status, termination of cohabitation, and financial needs to award alimony, rejecting appeals based on evidentiary errors when the lower court has provided clear reasoning based on the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 605 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 605/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ευσταθίας Βατάλη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Π. Ν. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Λουκίας Κατωπόδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/5/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 4/5/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7422/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4722/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/10/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 19/2/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ’ αριθ. 4722/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 6-7-2010 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθ.7422/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος της που είχε απορρίψει το σωρευόμενο αίτημα της από 29-5-2007 αγωγής της περί διατροφής της, λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσής της για εύλογη αιτία και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλλει σ’ αυτή για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής το ποσό των 400,00 € μηνιαίως. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390 και 1391 Α.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξίωσης του ενός από τους συζύγους για καταβολή σ’ αυτόν διατροφής σε χρήμα από τον άλλο, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, πρέπει ο ενάγων να επικαλείται και να αποδεικνύει τη συζυγική ιδιότητα, τη διακοπή της συμβίωσης για εύλογη αιτία, ότι οι βιοτικές του ανάγκες, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της χωριστής διαβίωσης, δικαιολογούν τον προσδιορισμό της διατροφής στο ζητούμενο με την αγωγή χρηματικό ποσό, χωρίς να είναι αναγκαίο και να εξειδικεύει τις ανάγκες αυτές, αναφέροντας και την απαιτουμένη για κάθε μία δαπάνη, αλλά αρκεί μόνο να αναφέρει το συνολικό ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών του αυτών.
Εξάλλου, δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στην αγωγή, ούτε στην απόφαση, η αποτίμηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, αφού η υποχρέωση για τη συνεισφορά αυτή υπάρχει όσο διατηρείται η έγγαμη συμβίωση, ενώ όταν αυτή διακοπεί, αντικαθίσταται με τη χρηματική διατροφή, που προσδιορίζεται από τη σύγκριση των εκατέρωθεν οικονομικών δυνατοτήτων.
Στον εναγόμενο απόκειται να προβάλλει και να αποδείξει, ως καταλυτικούς (ολικά ή μερικά) ισχυρισμούς, τις οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων, που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθενός απ’ αυτούς στη διατροφή αυτή (ΑΠ 773/2014, ΑΠ 132/2003, ΑΠ 1382/2000), καθώς και τις ανάγκες των λοιπών μελών της οικογένειας, στα οποία πρέπει να επιμεριστεί το άθροισμα των οικονομικών πόρων τους και ειδικότερα οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει την ύπαρξη τέκνων και τις ανάγκες τους, των οποίων η διατροφή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1486 παρ.2, 1489 παρ.2 ΑΚ, βαρύνει και τους δύο συζύγους και τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 1492 εδ.
γ ΑΚ, συμπορεύονται με τη διατροφή του συζύγου (ΑΠ 1382/2000). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ),αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ.2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004, 1530/2001), δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1998, ΑΠ 864/2003), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με κύριο ή πρόσθετο λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο ( ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003, ΑΠ 885/1994), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (AΠ 354/2011).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/ 2011).
Στην προκειμένη περίπτωση προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την από 29-5-2007 αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος, κατά το κεφάλαιό της περί επιδίκασης υπέρ αυτής διατροφής, επιδικάστηκε για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής σ’ αυτή ως διατροφή, λόγω της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης της με τον αναιρεσείοντα σύζυγό της για εύλογη αιτία, το ποσό των 400,00€ μηνιαίως.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1485 και 1489 ΑΚ, περιέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες στο αποδεικτικό του πόρισμα και κατά τον προσδιορισμό της διατροφής της αναιρεσίβλητης στο ποσό των 400,00€, δεν έλαβε υπόψη τους ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμούς του περί συνυπολογισμού στις οικογενειακές δαπάνες και των διατροφικών αναγκών των τέκνων τους (ανηλίκου και ενηλίκου φοιτητή), τις οποίες είχε αναλάβει αυτός εξ ολοκλήρου, ισχυρισμό που τον είχε προβάλλει πρωτοδίκως και τον επανέφερε κατ’ έφεση με τις έγγραφες προτάσεις του.
Aνεξαρτήτως του ότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει στο αναιρετήριο τον ισχυρισμό του αυτό και συγκεκριμένα τα ποσά που κατέβαλε για τις διατροφικές ανάγκες των τέκνων του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του Πρωτοδικείου εγγράφων προτάσεων του, αυτός ανέφερε ότι "καταβάλω μόνο για φροντιστήρια του Κ.
περίπου 800€ μηνιαίως και άνω των 1.500€ μηνιαίως για τον σπουδάζοντα στο Βόλο Β.". Στις ενώπιον όμως του Εφετείου έγγραφες προτάσεις του αυτός, ως εφεσίβλητος, δεν επανέφερε ισχυρισμό περί περιορισμού των οικονομικών του δυνάμεων, εξαιτίας επιβάρυνσης του εξολοκλήρου με τις δαπάνες διατροφής των τέκνων τους και περιορισμού εντεύθεν αντιστοίχως της διατροφικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς, το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 8β του άρθ. 559 ΚΠολΔ, αφού αυτός δεν τον επανέφερε ενώπιον του. Περαιτέρω, δεν παραβίασε και τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1485 και 1489 ΑΚ, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, εκ του ότι δεν περιέλαβε παραδοχή περί της διατροφής των τέκνων των διαδίκων υπό του αναιρεσείοντος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, οι ανάγκες των τέκνων των διαδίκων, που επιμερίζονται στο άθροισμα των οικονομικών τους δυνατοτήτων, οι οποίες προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθενός στην ένδικη διατροφή, δεν λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη, αλλά αποτελούν τη βάση ένστασης περιορισμού της, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου εκ μέρους του εναγομένου- εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος με τις έγγραφες προτάσεις του.
Κατ’ ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η αναιρεσίβλητη, αν και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, διέμενε στη συζυγική στέγη, από την οποία αποχώρησε τον Ιούλιο του 2010, όπως είχε δεχθεί και η προσκομισθείσα με επίκληση στο Εφετείο υπ’ αριθ. 821/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία της επιδίκασε διατροφή για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, και συνεπώς δεν βαρυνόταν με δαπάνες στέγασης και τροφής, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το σχετικό ισχυρισμό του, περί μη μεταβολής από τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των συνθηκών διαβίωσης της και της επιδίκασε το ποσό των 400,00€ μηνιαίως.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην ...
Αττικής, στις 27-12-1987, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, το Β. και τον Κ., ηλικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο 19 ετών και 16,5 ετών, αντίστοιχα. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά, λόγω του αυταρχικού και βίαιου χαρακτήρα του εναγομένου, ο οποίος φερόταν καταπιεστικά και συχνά δημιουργούσε επεισόδια σε βάρος της ενάγουσας, κατά τη διάρκεια των οποίων εξύβριζε και απειλούσε αυτήν, ενώ πολλές φορές χειροδικούσε κατ’ αυτής.
Μάλιστα, στις 22-9-1999 την έσπρωξε βίαια εντός της συζυγικής οικίας και, αφού την έριξε στο δάπεδο, την χτύπησε μπροστά στα δύο παιδιά τους, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποβάλει σε βάρος του εναγομένου την από 24-9-1999 έγκληση της, την οποία, τελικώς, ανακάλεσε σε μια προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων τους.
Επίσης, ο εναγόμενος δεν επέτρεπε στην ενάγουσα να σπουδάσει και να ασχοληθεί επαγγελματικά, ενώ ουδεμία συμπαράσταση επέδειξε σ’ αυτή, όταν είχε σοβαρά αρρωστήσει, γεγονός που επέτεινε την μεταξύ τους ψυχική απομάκρυνση. Τελικώς, η έγγαμη σχέση των διαδίκων διασπάστηκε οριστικά το μήνα Σεπτέμβριο 2001 και έκτοτε, καίτοι συνέχισαν να κατοικούν τυπικά υπό την ίδια στέγη κατακλίνονταν χωριστά, μη έχοντας καμία σωματική, ψυχική και πνευματική επαφή, μέχρι τη συζήτηση των προαναφερόμενων αντίθετων αγωγών διαζυγίου (27-4-2009), οπότε και συμπληρώθηκε χρόνος διάστασης τεσσάρων και πλέον ετών.
Ενόψει αυτών, η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων συζύγων επήλθε από την αντισυζυγική συμπεριφορά του εναγομένου και συνεπώς η ενάγουσα βρίσκεται σε κατάσταση διακοπής της συμβιώσεως για εύλογη αιτία. Ως εκ τούτου, αυτή δικαιούται κατ’ αρχήν να ζητήσει διατροφή από το σύζυγο της σε χρήμα, προσδιοριζόμενη σύμφωνα με τις ανάγκες της, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, συνεκτιμωμένων και των διαφοροποιήσεων που προκλήθηκαν από τη χωριστή διαβίωση της, υπό την προϋπόθεση όμως ότι από τις εκατέρωθεν οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων και το συσχετισμό των οφειλομένων εκατέρωθεν συμβολών, προκύπτει διαφορά υπέρ της ενάγουσας (ΟλΑΠ 2/1994 ΕλλΔνη 37/352, ΑΠ 804/1994 ΕλλΔνη 37/97).
Όπως αναφέρθηκε, μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων το Σεπτέμβριο 2001 οι διάδικοι εξακολούθησαν να διαμένουν τυπικά υπό την ίδια στέγη και συγκεκριμένα στη συζυγική οικία, που βρίσκεται επι της οδού ..., στο καματερό Αττικής. Κατά την κρίσιμη διετία, ο εναγόμενος δήλωσε εισοδήματα 47.488,62 ευρώ από την εργασία του ως διευθυντή του Πρακτορείου της ΔΕΗ των ..., 17.015,74 ευρώ από εκμισθώσεις ακινήτων και 800 ευρώ από ελευθέρα επαγγέλματα για το οικονομικό έτος 2008 (χρήση 2007) και 62.060,07 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και 11.920,89 από ακίνητα για το οικονομικό έτος 2010 (χρήση 2008).
Εξάλλου, ο εναγόμενος έχει στην κυριότητα του, τα εξής ακίνητα: α) την ως άνω συζυγική οικία, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο (πυλωτή) και πρώτο όροφο, εμβαδού 200 τ. μ. περίπου, επί της οδού ... στο Καματερό Αττικής, β) το 1/3 εξ αδιαιρέτου του υπογείου επιφανείας 146,65 τ.μ. και την αποκλειστική κυριότητα καταστήματος του ισογείου, επιφανείας 111,66 τ.μ., επί ακινήτου που βρίσκεται στην οδό ..., στο Καματερό Αττικής, γ) το 1/4 εξ αδιαιρέτου οικίας αποτελούμενης από ισόγειο και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, επιφανείας εκάστου 104 τ.
μ. και δύο άλλων ισογείων κτισμάτων, επιφανείας 44,25 τ. μ. και 30,80 τ. μ., επί της οδού ..., στο Αιγάλεω Αττικής, δ) το 1/4 εξ αδιαιρέτου ακινήτου, επιφανείας 40 τ. μ., επί της οδού ..., στο Λουτρόπυργο, ε) το 1/4 εξ αδιαιρέτου διώροφης οικίας, στη ... Αρκαδίας, στ) οικόπεδο, επιφανείας 127 τμ, στη ... Αρκαδίας, και ζ) δύο αγροτεμάχια στη ...
Αρκαδίας, 20 στρεμμάτων το καθένα. Είναι ακόμη κύριος ενός ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου, τύπου TOYOTA AVENSIS, έτους κυκλοφορίας 2000. Άλλη περιουσία δεν αποδείχθηκε να έχει ο ενάγων εναγόμενος. Περαιτέρω, η ενάγουσα εργάζεται από το έτος 2001 ως βοηθός λογιστή και τα εισοδήματα της από την εργασία της ανήλθαν το οικονομικό έτος 2008 σε 10.457,70 ευρώ.
Έχει στην κυριότητα της δύο αγροτεμάχια στη ... Αρκαδίας, εκτάσεως 12.898 τ.μ. και 4.150,25 τ.μ. καθώς επίσης είναι κυρία ενός μεταχειρισμένου ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτου DAIHATSU TERIOS 1300 cc, μοντέλο του 2001, το οποίο αγόρασε στις 7-6-2006, αντί 6.654,35 ευρώ. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται, ότι το κύριο βάρος της συντήρησης της οικογένειας το έφερε ο εναγόμενος με βάση τα εισοδήματα της εργασίας του, συμμετέχοντας με αυτά στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών.
Η ενάγουσα, επομένως, υπό καθεστώς έγγαμης συμβίωσης εδικαιούτο διατροφής ως οικονομικά ασθενέστερη, τη διατροφή δε αυτή εξακολουθεί να δικαιούται και μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης της με τον εναγόμενο, καθόσον η διακοπή αυτής προήλθε από την πλευρά του τελευταίου, οι δε περιστάσεις αναγόμενες στο καθεστώς της έγγαμης συμβίωσης τους δεν έχουν μεταβληθεί, ώστε να αποκλεισθεί το προς διατροφή δικαίωμα της.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, με βάση τις οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων, όπως αυτές καθορίζονται από τα ως άνω εισοδήματα τους και την περιουσία τους, σε συσχετισμό με τις δυνάμεις του καθενός προς το άθροισμα των δυνάμεων και των δύο και με βάση τις διατροφικές ανάγκες της ενάγουσας, όπως αυτές διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, αφού συνεκτιμηθούν και οι νέες συνθήκες και ανάγκες αυτής, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι, η ενάγουσα δικαιούται σε χρήμα διατροφή από τον εναγόμενο, ανερχομένη στο άνω ποσό των 400 ευρώ το μήνα.
Το προαναφερόμενο ποσό είναι αναγκαίο για την κάλυψη των αναγκών διατροφής της ενάγουσας, στις οποίες περιλαμβάνονται οι ανάγκες τροφής, ένδυσης, ψυχαγωγίας και συμμετοχής της στην κοινωνική ζωή. Συγκεκριμένα, το μέτρο κάλυψης των αναγκών αυτών είναι εκείνο που υπαγορεύουν ειδικότερα η ηλικία, καθώς και το επίπεδο διαβίωσης που υπήρχε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης και το παραπάνω ποσό είναι εκείνο που θα εξασφαλίσει στην ενάγουσα το ίδιο επίπεδο διαβίωσης, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής της με τον εναγόμενο".
Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο για τον προσδιορισμό της μηνιαίας διατροφής της αναιρεσίβλητης στο ποσό των 400,00€ έλαβε υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα αυτή διέμενε στη συζυγική οικία και δεν επιβαρυνόταν με δαπάνες στέγασης και τροφής, δεδομένου ότι δέχθηκε ότι, παρά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους το Σεπτέμβριο 2001, αυτοί συνέχισαν να κατοικούν υπό την ίδια στέγη και περαιτέρω ότι στο παραπάνω ποσό, που προσδιόρισε τη μηνιαία διατροφή της αναιρεσίβλητης, περιλαμβάνονται οι ανάγκες τροφής, ένδυσης, ψυχαγωγίας και συμμετοχής της στην κοινωνική ζωή, δεχόμενο έτσι εκ του πράγματος τον ισχυρισμό αυτό περί μη επιβάρυνσης της με δαπάνες στέγασης και απορρίπτοντας αυτόν για τις δαπάνες τροφής.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, την οποία κατά την αληθή νοηματική της έννοια προβάλλει ο αναιρεσείων με τον προαναφερόμενο δεύτερο λόγο της αναίρεσης του. Περαιτέρω, δεν υπέπεσε ούτε στην πλημμέλεια του αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, την οποία κατά την αληθή νοηματική της έννοια προβάλλει ο αναιρεσείων, δεδομένου ότι το Εφετείο, όπως από τη ρητή διαβεβαίωσή του προκύπτει ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα, έλαβε υπόψη και την υπ’ αριθ. 822/ 2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία προσδιορίστηκε η μηνιαία διατροφή της αναιρεσίβλητης για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα του επιδίκου.
Το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση καθορίστηκε η μηνιαία διατροφή της αναιρεσίβλητης στο ίδιο ποσό με αυτό, που προσδιορίστηκε με την προαναφερόμενη, καίτοι αναφέρονται σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα, δεν οδηγεί σε διαφορετική κρίση, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση και η προαναφερόμενη έκριναν επί των κρισίμων συνθηκών, που ίσχυαν και υποβλήθηκαν προς κρίση κατά τον επίδικο για καθεμία χρόνο.
Τέλος, το Εφετείο, προσδιορίζοντας το ποσό της μηνιαίας διατροφής της αναιρεσίβλητης στο παραπάνω ποσό περιέχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, αφού κατά τις παραδοχές της έλαβε υπόψη, τις, κατά τον επίδικο χρόνο, οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων, που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθενός απ’ αυτούς στη διατροφή αυτή, τις βιοτικές ανάγκες της αναιρεσίβλητης υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής σε συνδυασμό με εκείνες που προέκυψαν, κατά τον ίδιο επίδικο χρόνο από τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, αλλά και ότι αυτή και μετά τη διακοπή παρέμεινε στη συζυγική οικία και δεν βαρυνόταν με δαπάνες στέγασης, σημειουμένου ότι η παραμονή και μόνον αυτής στη συζυγική οικία μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης δεν σημαίνει μη μεταβολή των συνθηκών διαβίωσης της, ώστε να μη δικαιολογείται η επιδίκαση σ’ αυτή διατροφής για τις λοιπές βιοτικές της ανάγκες, πλην της στέγασης, όπως περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς και η αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλεται με το δεύτερο λόγο είναι απορριπτέα ως αβάσιμη και πρέπει και ο παραπάνω δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσία στο σύνολό του. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί αυτός λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το περί τούτου αίτημά της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-10-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ.4722/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Aπριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Mαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ