Legislator Case Law & Legislation
665/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for misapplication of burden of proof due to vague grounds and factual error.

Case Number 665/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a fashion company against a Thessaloniki Court of Appeal decision. The appellants argued for a misapplication of the burden of proof, but the Court found their grounds vague and failed to specify the exact legal violation. Ultimately, the Court determined the lower court correctly rejected the claim because the evidence failed to meet the objective burden of proof required to establish the legal consequences.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, Art. 559 no. 13 of the Code of Civil Procedure; An appeal for misapplication of the burden of proof is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the exact violation, and is unfounded if the lower court correctly assessed that the evidence did not meet the required standard.

Keywords

AI generated
burden of proof misapplication of law inadmissible appeal objective burden code of civil procedure evidence assessment legal error

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 13 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 106 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 no. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 665 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 665/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "CHRIS FURS FASHIONS - ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΓΟΥΝΑΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ ΕΙΔΩΝ ΕΠΕ", που εδρεύει στο Δισπηλιό Καστοριάς και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ. Τ. του Φ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καρακατσέλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/12/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35752/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 193/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/1/2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 6/11/2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αν αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004).

Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988).

Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, και, μάλιστα, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου, ουσιαστικού νόμου, που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998, ΑΠ 1399/2011), καθώς και το περιεχόμενο της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και, 3) το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (ΟλΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη, με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται, με σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 24/1992).

Για το ορισμένο δε και του λόγου αυτού, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 153/2008). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρεις αναιρετικούς λόγους της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως εκτιμάται το περιεχόμενο αυτών, κατά τα οικεία σκέλη τους, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο ότι, με το να απορρίψει το αίτημά τους, για επίδειξη εγγράφων, καθώς και την έφεση αυτών, στο σύνολο της, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί, για τους αναφερομένους σ' αυτή λόγους, ομοίως το αίτημα επίδειξης εγγράφων και, καθολοκληρίαν, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η ένδικη αγωγή τους, κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, λόγω έλλειψης, άλλως ανεπάρκειας αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασής του, κανόνες ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα:

τα άρθρα 174, 180, 181, 281, 288, 713 - 718, 914, 919, 1224,1232,1251, επ., 1255 επ. ΑΚ, Ν. 2251/1994, 38 και 44 ΝΔ 1933, 47 παρ. 3 Ν. 2873/2000, 42 Ν. 2912/2001, 13, 14, 18, 19 Ν. 5325/1932, ΠΔ 33/2000, ΠΔ 301/2002, ΠΔΤΕ 1969/1991, ΠΔΤΕ 2501/2002, τα διδάγματα της κοινής πείρας και, τέλος, τα άρθρα 450 - 452 του ΚΠολΔ, περί επιδείξεως εγγράφων. Οι προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι, ως προς όλες τις αιτιάσεις τους κρίνονται απαράδεκτοι.

Ειδικότερα δε, διότι: α) στο αναιρετήριο, εκτίθενται μόνο οι πραγματικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, β) η άποψή τους για την έννοια των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, γ) οι κατ' αυτούς παραδοχές της προσβαλλόμενης και η θεώρηση των αναιρεσειόντων, περί την έννοια που αποδίδει η απόφαση στις σχετικές διατάξεις τον νόμου και, δ) η καταληκτική κρίση του Εφετείου.

Δεν αναφέρονται, όμως, καθόλου τα πραγματικά περιστατικά (οι παραδοχές), που δέχθηκε το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την ανωτέρω κρίση του, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί εάν το Εφετείο με βάση αυτές εφάρμοσε τις συγκεκριμένες διατάξεις του νόμου και εάν έσφαλε στην ερμηνεία αυτών, σχετικά με τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, για παραβίαση των ως άνω επικαλουμένων διατάξεων, απαιτώντας περισσότερα στοιχεία από όσα, κατά τις αιτιάσεις τους, θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς τους ή αρκέστηκε σε λιγότερα, τα οποία, επίσης, δεν αναφέρονται, στο αναιρετήριο, ή ότι παραβίασε αυτές με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που και αυτή (εσφαλμένη υπαγωγή), επίσης, δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται, παρά μόνο παρατίθενται και αναλύονται ισχυρισμοί και επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Ειδικά δε ως προς την προβαλλόμενη αιτίαση περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αναφέρονται, επιπροσθέτως, στο αναιρετήριο ο τρόπος με τον οποίο παραβιάσθηκαν αυτά, καθώς και ο συγκεκριμένος κανόνας κανόνας δικαίου για την ερμηνεία του οποίου ή για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, σ' αυτόν, το Εφετείο, πλημμελώς χρησιμοποίησε η παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Παρεκτός του ότι το επικαλούμενο, προς θεμελίωση της ανωτέρω αιτιάσεως: "ότι καμία απολύτως συναλλαγή δεν γίνεται σε τράπεζα προφορικά", δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας. Εξάλλου, λόγω της μη παράθεσης των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της, ούτε από την άποψη της σαφήνειας και επάρκειας των αιτιολογιών της, ενώ δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο και ποιες είναι οι, συγκεκριμένες, ανεπάρκειές της.

Τέλος, ο πρώτος λόγος, ως προς την αποδιδόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη, με αυτόν, αιτίαση ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 450 - 452 ΚΠολΔ και με ελλιπείς αιτιολογίες απορρίφθηκε το αίτημα των αναιρεσειόντων για επίδειξη εγγράφων, κρίνεται απαράδεκτος, καθόσον οι διατάξεις αυτές είναι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 768/2019, ΑΠ 771/2017) και δεν προσβάλλεται η παραβίαση αυτών με τους λόγους από τους αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

II. Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε, ευθέως, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Περαιτέρω, κατά το άρθ. 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ως "αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη" νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλ. αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 156/2012).

Για την ευδοκίμηση, όμως, του παρόντος λόγου αναίρεσης απαιτείται παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας, σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό.

Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε, στο σύνολο της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία (σιωπηρή απόρριψη), ως προς όλα τα αιτήματα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 528/2009, ΑΠ 1586/2008). Εξάλλου, ο από τον αριθμό 10 της ίδιας, ως άνω, διατάξεως αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη (ή δεν διέταξε απόδειξη γΓ αυτά). Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί, ειδικά, το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007, 1739/2007). Ο λόγος αυτός, όμως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, καταλήγει, έστω και, σε εσφαλμένη, περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 356/2002, ΑΠ 94171992). Όπως, επίσης, δεν ιδρύεται και αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (ΑΠ 376, 380, 381/2008, 1739, 2031/2007, ΑΠ 1385/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τα οικεία μέρη του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης, όπως το περιεχόμενο του εκτιμάται προσηκόντως, προσάπτουν στο Εφετείο τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 9, 8 και 10 άρθρου 559 ΚπολΔ, ισχυριζόμενοι, προς θεμελίωση της καθεμιάς αιτίασης, αντιστοίχως, ότι:

α) Άφησε αδίκαστη την αίτησή τους, περί επιδείξεως των αναφερομένων στο αναιρετήριο εγγράφων, β) Έλαβε υπόψη μη προταθέντες, νομίμως, ισχυρισμούς της ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της ανωτέρω αίτησης και συγκεκριμένα ότι υπάρχουν μόνο συναλλαγματικές προς ενέχυρο και όχι προς είσπραξη, καθώς και οι καρτέλες των λοιπών, πλην των παγίων, συμβάσεων, με συνέπεια να την απορρίψει.

Και, γ) απέρριψε την ίδια αίτηση χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος κρίνεται απορριπτέος. Ειδικότερα: α) Κατά την αιτίαση από τον αριθμό 9 (όχι και από τον αριθμό 8, ως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, απέρριψε, ρητώς, τόσο τον πρώτο λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούντο για εσφαλμένη απόρριψη, από ίο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, της αίτησής τους περί επίδειξης εγγράφων, όσο και την επανυποβληθείσα σ' αυτό (Εφετείο) όμοια αίτηση ως αόριστη και, επομένως, δεν άφησε αίτηση αδίκαστη.

Και, β) Κατά τις αιτιάσεις του από τους αριθμούς 8 και 10 άρθρου 559 ΚπολΔ, ήτοι γιατί απέρριψε την ανωτέρω αίτηση, αφενός, με τη λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης και, αφετέρου, χωρίς απόδειξη, είναι απαράδεκτος, αφού αυτές (αιτιάσεις) αντιφάσκουν, λογικά, προς την προηγούμενη, από τον αριθμό 9 άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση, κατά την οποία η επίμαχη αίτηση έμεινε αδίκαστη.

Πέραν του ότι ο ίδιος λόγος, κατά την από τον αριθμό 10 ανωτέρω αιτίασή του δεν ιδρύεται, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν εισήλθε στην εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά έκρινε την επίμαχη αίτηση επίδειξης εγγράφων απορριπτέα ως αόριστη.

Περαιτέρω, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το σκέλος του, από τον αριθμό 10 άρθρου 559 ΚΠολΔ), με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο ότι έκρινε απορριπτέα των ένδικη αγωγή τους, κατά την κύρια βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, αφού, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο απορριπτικό του πόρισμα, από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, από όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι και έλαβε υπόψη του είτε για άμεση απόδειξη, είτε για έμμεση, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και, τέλος, τις αναφερόμενες σ' αυτή, νομίμως ληφθείσες, ένορκες βεβαιώσεις.

III. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ως αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 695/2008). Το παράπονο μη λήψης υπόψη εγγράφου, που προσκομίσθηκε, υπάγεται στον παρόντα λόγο, αδιάφορα αν ο αναιρεσείων επικαλείται το λόγο του αριθμού 8 άρθρου 559 ΚπολΔ (ΑΠ 941/1992). Τέλος, η βεβαίωση του δικαστηρίου ότι προσκομίσθηκε ή δεν προσκομίσθηκε κάποιο αποδεικτικό μέσο, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 63/1987, ΑΠ 552/1986).

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατά το οικείο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' (όχι και από τον αριθμό 8, κατά τους αναιρεσείοντες) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία παραδεκτά είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί, οι αναιρεσείοντες, ενώπιον του και, συγκεκριμένα, τις συμβάσεις αλληλοχρέου λογαριασμού και τις καρτέλες κίνησης αυτών, τις 154 και 155/2013 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που δέχονται ότι οι ρυθμίσεις που έγιναν με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και οι καταπτώσεις αυτών πάσχουν ακυρότητας, καθώς και τις προσκομισθείσες, από την αντίδικο τους, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συναλλαγματικές που αναφέρουν στο αναιρετήριο, τις οποίες και αυτοί, νόμιμα, επικαλέσθηκαν.

Τέλος, προς θεμελίωση της ίδιας αιτίασης, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, ότι ενώ δεν είχαν προσκομισθεί, στο Εφετείο οι καρτέλες και τα πινάκια συναλλαγματικών προς είσπραξη και προς ενέχυρο, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, βεβαιώνεται το αντίθετο. Όπως προκύπτει, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι και έλαβε υπόψη του είτε για άμεση απόδειξη, είτε για έμμεση, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και, κατά τον υπόψη αναιρετικό λόγο, φέρονται ως αγνοηθέντα.

Η περαιτέρω δε αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι προσκομίσθηκαν, σ' αυτό, ενώ δεν είχαν προσκομισθεί, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλονται οι ανωτέρω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.

IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη, από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία. (ΑΠ 1592/18, ΑΠ 293/2009, ΑΠ 1612/2005, ΑΠ 31/1999, ΑΠ 1376/1996). Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του (δημόσιου ή ιδιωτικού) εγγράφου, κρίνει ότι το τελευταίο δεν περιέχει στοιχεία, που άγουν σε απόδειξη του (αποδεικτέου) θέματος (ΑΠ 223/2009, ΑΠ 562/1985).

Με τον τρίτο, επίσης, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα (συναλλαγματικές και μαρτυρικές καταθέσεις), την καθοριζομένη από το νόμο, γι' αυτά, αποδεικτική δύναμη, με συνέπεια να καταλήξει σε απορριπτικό της ένδικης αγωγής, των αναιρεσειόντων, πόρισμα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα, από τους διαδίκους, αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και όσα μνημονεύονται στο αναιρετήριο, προς θεμελίωση του υπόψη αναιρετικού λόγου και, έχοντας το προς τούτο δικαίωμα, εκτίμησε ελεύθερα το περιεχόμενο τους, χωρίς να προσδώσει σε κάποιο από αυτά μη προβλεπόμενη, από το νόμο, αποδεικτική δύναμη και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα, από εκείνο, το οποίο οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

V. Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει, γενικά και αφηρημένα, για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποία διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει, με απόφαση του, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση, στον απαιτούμενο βαθμό, της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος, που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 233/2011, ΑΠ 683/2010, ΑΠ 897/2009, ΑΠ 319/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το οικείο σκέλος του τρίτου, επίσης, αναιρετικού λόγου, αποδίδεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλην όμως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται, καθόλου, στο αναιρετήριο, σε τί, ακριβώς, συνίσταται η επικαλούμενη παράβαση. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε απορριπτέα, κατ' ουσίαν, την ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, κατά την κύρια βάση της, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως, μετά από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, δεχόμενο ότι αυτοί δεν ανταποκρίθηκαν στο αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με το οποίο βαρύνονταν και όχι γιατί η ήδη αναιρεσείουσα, εναγομένη απέδειξε τα αντίθετα. Τέλος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, άλοι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτοι διότι, με το πρόσχημα των επικαλουμένων παραβάσεων πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η ουσιαστική περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, αφού τα επικαλούμενα, για τη θεμελίωσή τους περιστατικά ανάγονται στην, κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων, εκτίμηση των αποδείξεων και σε επιχειρήματά τους, εξαγόμενα από αυτές, για τη συναγωγή του επιθυμητού, σ' αυτούς, πορίσματος.

VI. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που νίκησε, κατά παραδοχή της βασιμότητας του νομίμως υποβληθέντος, με τις προτάσεις της, σχετικού, αιτήματος (άρθρα 106,176, 183,189 παρ. 1,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-01-2014 αίτηση για αναίρεση της 193/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ