Supreme Court dismisses appeal against commercial agency contract termination, ruling evidence was properly considered.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a commercial agency company against a first-instance court's termination of an indefinite-term agency contract. The appellant argued that the court of first instance failed to consider specific documents and invoices submitted as evidence. The court rejected this claim, finding that the lower court had explicitly acknowledged and weighed all submitted evidence in its final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 11 item 3 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the non-consideration of evidence is inadmissible if the appellate court's reasoning demonstrates that the evidence was duly taken into account and evaluated in the formation of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 683 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 683/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "... ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρεττάκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. της εδρευούσης στο δήμο ... νόμιμα εκπροσωπουμένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ήδη... Ανώνυμη Εταιρία Απορρυπαντικών, Καλλυντικών Τροφίμων" και το διακριτικό τίτλο ..., ως καθολικής διαδόχου της τέως και ήδη διαγραφείσης εκ του οικείου μητρώου ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο ..."ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ...) η οποία είχε προ της μεταφοράς της την έδρα στο ... 2. του Ψ2 , Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανωτέρω εταιρίας, κατοίκου ... και 3. Ψ3, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου (Συμβούλου) της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ - Θεόδωρο Μαρίνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25 Αυγούστου 2002 και 31 Μαρτίου 2003 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 409/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 142/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 8 του ΠΔ 219/1991, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του ΠΔ 88/1994 και το άρθρο 6 παρ. 2 του ΠΔ 312/1995, η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου μπορεί να καταγγελθεί από οποιονδήποτε των συμβαλλομένων με τήρηση ορισμένης προθεσμίας, η οποία με την διάταξη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται σε ένα μήνα για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη.
Η καταγγελία είναι μονομερής δήλωση βουλήσεως, με την οποία καθορίζεται η λήξη ενοχής, που αφορά διαρκή παροχή από σύμβαση ορισμένης ή αόριστης διάρκειας. Η δήλωση αυτή γνωστοποιείται στον καθ' ού απευθύνεται και ενεργεί από τότε που θα περιέλθει σε αυτόν, διαμορφώνοντας νέα νομική κατάσταση και επιφέροντας τη λύση της ενοχής για το μέλλον.
Είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία και ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας τον σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αρκεί αυτή να μην αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ) και να μην ασκείται καταχρηστικώς (άρθρο 281 ΑΚ), οπότε είναι άκυρη.
Η εκ μέρους δε της αντιπροσωπευομένης ανώνυμης εταιρείας καταγγελία της εμπορικής συμβάσεως πρέπει να γίνεται, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ, 18 παρ.1 και 22 του ν.2190/1920, όπως ήδη ισχύει, από τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα που έχουν, κατά το καταστατικό, την εκπροσωπευτική εξουσία να εκφράζουν τη βούληση του συγκεκριμένου νομικού προσώπου.
Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 1 του Ν.146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές, εργολαβικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε προς τον σκοπό ανταγωνισμού γενομένη πράξη αντικείμενη στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψη και προς ανόρθωση της προσγενομένης ζημίας.
Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι ουσιώδες στοιχείο προς θεμελίωση της αξιώσεως προς αποζημίωση επί αθεμίτου ανταγωνισμού είναι και το να εκτελείται η πράξη, που φέρεται ως συνιστώσα τον αθέμιτο ανταγωνισμό, με πρόθεση ανταγωνισμού προς την από άλλον ασκούμενη εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση και να αντίκειται στα χρηστά ήθη.
Κατά δε τις διατάξεις των αρθρ. 2 παρ. 2 και 3 του Ν.703/1977 "περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού" όπως το άρθρο 3 τροποποιήθηκε με το άρθρ. 17 του Ν.2000/1991, απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεως που έχει μια επιχείρηση έναντι άλλων, ή η εκμετάλλευση της οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται έναντι αυτής μια άλλη επιχείρηση που δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση.
Περαιτέρω παράνομη συμπεριφορά, που, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, δημιουργεί υποχρέωση του υπαιτίου σε αποζημίωση, συνιστά προεχόντως κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι και ο περιεχόμενος στο άρθρο 281 ΑΚ, αφού απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Συνεπώς, υποχρέωση αποζημιώσεως κατά το άρθρο 914 ΑΚ επάγεται και το υπαιτίως ασκούμενο, από τον συμβαλλόμενο διαρκούς συμβάσεως, δικαίωμα καταγγελίας αυτής, από την οποία προκλήθηκε ζημία του αντισυμβαλλομένου, εάν η άσκηση του διαπλαστικού αυτού δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη.
Η ίδια υποχρέωση αποζημιώσεως γεννάται κατά το άρθρο 919 ΑΚ αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού αντίκειται στα χρηστά ήθη και ο υπόχρεος ενήργησε από πρόθεση. Το δικαίωμα, ωστόσο, του συμβαλλομένου να προβεί σε καταγγελία της συμβατικής σχέσεως, δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών όταν η συνέπεια της, δηλονότι η λύση της συμβάσεως, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεώς του.
Το δικαίωμα της καταγγελίας διαρκούς συμβάσεως δεν αναγνωρίζει ο νόμος ως κύρωση που επιβάλλει ο συμβαλλόμενος έναντι της τυχόν αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αντισυμβαλλομένου του, εντεύθεν δε η τυχόν προηγηθείσα της καταγγελίας επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, πολύ περισσότερο, καθόσον η συμπεριφορά αυτή του τελευταίου, που ουσιαστικώς εντάσσεται στα πλαίσια της καλόπιστης εκτελέσεως της ενοχής, επιβάλλεται από το άρθρο 288 ΑΚ (ΑΠ 12-13/2004 Ολ.).
Τέλος, κατά μεν το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός και μπορεί η παραβίαση να εντοπιστεί και στην ελάσσονα πρόταση, όταν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση, κατά δε την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, που ανήκει κατά 67% στον πολυεθνικό όμιλο ..., ένα από τους μεγαλύτερους παραγωγούς τυποποιημένων προϊόντων στον κόσμο, δραστηροποιείται στην παραγωγή και διάθεση εδώδιμων ελαιουργικών προϊόντων (ελαιόλαδα, μαργαρίνες, σπορέλαια).
Με απόφαση του ΔΣ της εναγομένης εταιρίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, αυτή εκπροσωπείται χωρίς περιορισμό και δεσμεύεται εφόσον συμπράττουν στην ενέργεια της σχετικής πράξης και υπογράφουν από κοινού υπό την εταιρική επωνυμία δύο τουλάχιστον από τα 15 ρητώς κατονομαζόμενα πρόσωπα. Ο δεύτερος των εναγομένων είναι ο Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της πρώτης εναγομένης, ο δε τρίτος των εναγομένων είναι μέλος του Δ.Σ.
της εν λόγω εταιρίας. Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία με έδρα την ... ασκεί εμπορική επιχείρηση αντιπροσώπευσης εισαγωγικών ή εμπορικών εταιριών. Με διαδοχικές συμβάσεις από 10-11-1982 και 11-5-1984, οι οποίες κωδικοποιήθηκαν με την από 25-5-1987 σύμβαση αντιπροσωπείας και παρακαταθήκης, η ενάγουσα ανέλαβε για τη γεωγραφική περιοχή των νομών ...
την αντιπροσώπευση για τη διάθεση (διακίνηση) των προϊόντων που παράγει η εναγομένη στο εργοστάσιο της (ελαιουργικά) όσο και των προϊόντων που εισάγει η τελευταία από το εξωτερικό (όπως τα προϊόντα ..., τις κονσέρβες ... και τα προϊόντα ...), έναντι της διαμορφωθείσας συμφωνηθείσας τελικής προμήθειας. Συμπληρωματικά προς τη σύμβαση αυτή καταρτίστηκε και η από 25-5-1987 σύμβαση διανομής προϊόντων, η οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα ως προς τη σύμβαση αντιπροσώπευσης, με βάση την οποία η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να διενεργεί τον τακτικό εφοδιασμό (μεταφορά και παράδοση) των καταστημάτων τροφίμων της αρμοδιότητας της με δικά της αυτοκίνητα σύμφωνα με το πρόγραμμα παραγγελειοληψίας της εταιρίας έναντι συμφωνηθείσας προμήθειας.
Στη συνέχεια με το από 14-6-1999 πρόσθετο ιδιωτικό συμφωνητικό ανατέθηκε επιπρόσθετα στην ενάγουσα η αντιπροσώπευση και διακίνηση των προϊόντων τομάτας της εταιρίας " "... ΑΕ", η οποία εξαγοράστηκε από την εναγομένη ως προς τον τομέα αυτό. Στα πλαίσια των συμβάσεων αυτών η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να παρακαταθέτει στην ενάγουσα διαρκώς και σε ποσότητες που καθόριζε η τελευταία, τόσο τα υπό του εργοστασίου της παραγόμενα προϊόντα όσο και τα εισαγόμενα από αυτή προϊόντα διαφόρων οίκων του εξωτερικού, κατά την κρίση της, ενώ η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να διαθέτει αυτά και να διατηρεί με δαπάνες της ανάλογο αποθηκευτικό χώρο και εγκαταστάσεις για την ασφαλή τοποθέτηση και συντήρηση τους, καθώς και το αναγκαίο προσωπικό.
Επίσης, συμφωνήθηκε ότι 1) η ασφάλιση των προϊόντων κατά τη μεταφορά μέχρι τις αποθήκες της ενάγουσας, ο κίνδυνος καταστροφής από φωτιά, πλημμύρα, σεισμό ή άλλο γεγονός ανωτέρας βίας θα εβάρυνε την εναγομένη, ενώ η ενάγουσα ανέλαβε κάθε άλλο κίνδυνο μερικής ή ολικής καταστροφής των προϊόντων από άλλη αιτία, 2) η ενάγουσα δικαιούται με απόλυτη αυτής ευθύνη να πωλεί οποιανδήποτε ποσότητα των προϊόντων αυτών σε τιμές που καθόριζε η εναγομένη τοις μετρητοίς ή επί πιστώσει, καθοριζομένων των όρων παροχής πιστώσεων, του ύψους και της χρονικής διάρκειάς τους από την εναγομένη, 3) η ενάγουσα ευθύνεται έναντι της εναγομένης μετά του πιστούχου πελάτη για το 50% των πιστώσεων που θα χορηγούσε μετά την έγκριση της τελευταίας, 4) η ενάγουσα υποχρεώνεται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και της εντολές της εναγομένης σχετικά με την προβολή και διάθεση των προϊόντων και τη διεξαγωγή των πάσης φύσεως ανατεθειμένων σ' αυτήν εργασιών.
Περαιτέρω, η εναγομένη προς το σκοπό εκπληρώσεως της συμβάσεως αντιπροσωπείας, διέθεσε στην ενάγουσα την απαραίτητη για τη λειτουργία της επιχείρησής της υποδομή, όπως ψυγεία, ηλεκτρικούς υπολογιστές και προγράμματα και κατέβαλε τα έξοδα για την ασφάλιση των προϊόντων και τη μεταφορά τους στις αποθήκες της ενάγουσας.
Αντίθετα, η ενάγουσα αγόρασε ψυγείο αυτοκίνητο αξίας 8.555.000 δρχ, όταν το έτος 1988 ανέλαβε την αντιπροσώπευση των κατεψυγμένων προϊόντων με το σήμα ..., για να το χρησιμοποιήσει στη διανομή τους, με τη διευκόλυνση της εναγομένης η οποία της χορήγησε το ποσό των 5.000.000 δρχ, για τη δοθείσα προκαταβολή, επιστρεπτέο σε μηνιαίες δόσεις των 200.000 δρχ.
Οι προαναφερόμενες συμβάσεις αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας κατά την έννοια των διατάξεων του π.δ. 219/1991 με βάση την οποία η ενάγουσα διαπραγματεύεται και συνάπτει πωλήσεις των προϊόντων της εναγομένης στο όνομα και για λογαριασμό της τελευταίας, ακολουθεί τις οδηγίες της και προασπίζει τα συμφέροντα της εντός συγκεκριμένης και καθορισμένης γεωγραφικής περιφέρειας.
Επίσης, η ενάγουσα δεν αποκτά κυριότητα των πωλουμένων προϊόντων, δεν συμβάλει στις δαπάνες μεταφοράς, διάθεσης, προώθησης, η δε εναγομένη αναλαμβάνει όλους τους κινδύνους καταστροφής, πυρκαγιάς, πλημμύρας, σεισμού κλπ, όπως και το 50% των χορηγουμένων με έγκριση της πιστώσεων.
Συνεπώς, ο επιχειρηματικός κίνδυνος της ενάγουσας από τη δραστηριότητα της αυτή ήταν ελάχιστος, δοθέντος ότι ουσιαστικά αυτή ήταν ενσωματωμένη στη δραστηριότητα της εναγομένης και λειτουργούσε ως βοηθητικό αναπόσπαστο όργανό της σε μία ενιαία οικονομική οντότητα. Η ενάγουσα από την έναρξη λειτουργίας της παραπάνω σύμβασης εκπλήρωσε επιτυχώς και προσηκόντως τις υποχρεώσεις της, συμμορφούμενη προς τις υποδείξεις και εντολές της εναγομένης.
Στη διάρκεια, όμως, της σύμβασης αυτής οι συνθήκες στην αγορά τροφίμων εξελίχθηκαν δραστικά. Ειδικότερα, οι συνθήκες αυτές είχαν ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία και εξάπλωση σ' όλη τη χώρα μεγάλων αλυσίδων εμπορίας τροφίμων, οι οποίες και επέβαλαν νέες πρακτικές στις προμήθειές τους και κατ' επέκταση στη διανομή των προϊόντων.
Έτσι, από το έτος 1998 η εναγομένη άρχισε να προβαίνει σε σταδιακή αναδιάρθρωση του συστήματος διανομής των προϊόντων της με τη μετατροπή της σχέσης των αντιπροσώπων σε όλη την επικράτεια από σχέση αντιπροσώπευσης σε σχέση ειδικής συνεργασίας χονδρεμπορίου. Το ίδιο έπραξε και με την ενάγουσα ζητώντας απ' αυτήν να αγοράζει ιδίω ονόματι τα προϊόντα της που βρίσκονταν σε παρακαταθήκη, ώστε να τα μεταπωλεί στη συνέχεια στους πελάτες της όχι ως αντιπρόσωπος αλλά ως έμπορος.
Η ενάγουσα ήταν αντίθετη με μία τέτοια εξέλιξη, θεωρώντας ότι προσέκρουε στα επιχειρηματικά της συμφέροντα και εμποδιζόταν, κατά την άποψή της, από τη φορολογική νομοθεσία. Αντίθετα, όλοι οι υπόλοιποι 14 αντιπρόσωποι της εναγομένης συμφώνησαν και αποδέχθηκαν το παραπάνω σχέδιο, το οποίο όμως δεν εφαρμόστηκε μόνο στις νησιωτικές περιφέρειες λόγω της ιδιομορφίας των περιοχών αυτών.
Λόγω της παραπάνω διαμορφωθείσας κατάστασης η εναγομένη ανέθεσε τη διανομή των προϊόντων της επαγγελματικής σειράς και αυτών μαζικής εστίασης (που απευθύνονται σε ξενοδοχεία, εστιατόρια), σε δική της εταιρία διανομής εφαρμόζοντας το σχέδιο ...άρχισε να εφοδιάζει τις αλυσίδες καταστημάτων σούπερ μάρκετ ..., οι οποίες προέβαιναν σε μαζικές αγορές στις κεντρικές αποθήκες τους και στη συνέχεια διένειμαν τα προϊόντα στα κατ' ιδίαν καταστήματα, στην προαναφερθείσα γεωγραφική περιφέρεια, με δικά τους μέσα.
Το ίδιο έπραξε από το έτος 2001 και σε άλλες αλυσίδες καταστημάτων (όπως ... ΑΕ, ΕΝΑ ΑΕ, ΜΕΤΡΟ ΑΕ και ... ΑΕ) εφοδιάζοντες αυτές με τα επαγγελματικά προϊόντα ...σε μερίδες, ... ψιλοκομμένο σε συσκευασία 2,5 κιλών και τοματοπελτές ... σε συσκευασία των 5 κιλών. Τα ίδια προϊόντα από το έτος 2001, όπως και τα προϊόντα ... πώλησε απ' ευθείας σε μία σειρά καταστημάτων στην ίδια περιοχή (όπως ....
Ειδικότερα, όσον αφορά τα προϊόντα ... πρέπει να σημειωθεί ότι μετά την εξαγορά της ... από τη μητρική της εναγομένης εταιρία ... η τελευταία (με την από 23-4-2001 επιστολή της) όρισε την ... ως αποκλειστική της αντιπρόσωπο των προϊόντων ... για την Ελλάδα. Σύμφωνα όμως με το προαναφερόμενο από 14-6-1999 πρόσθετο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συνομολογήθηκε το αντικείμενο της συγκεκριμένης αντιπροσώπευσης, συνιστάμενο "στη διάθεση τόσο των παραγομένων από το εργοστάσιο της τυποποιημένων εδώδιμων ελαιουργικών προϊόντων, όσο και των εισαγομένων από αυτήν προϊόντων από διάφορους οίκους του εξωτερικού, στις περιφέρειες των νομών ...
και ... και σε καταστήματα που δεν θα εξυπηρετούνται από την ..., προκύπτει ότι η αντιπροσώπευση στην παραπάνω γεωγραφική ζώνη δεν είναι απεριόριστη, αφού ρητά συνομολογήθηκε με αυτό ότι εξαιρούνται της αντιπροσώπευσης τα καταστήματα εκείνα που εξυπηρετούνται απευθείας από την ... Η προαναφερθείσα εταιρεία ...
για την προώθηση των προϊόντων της εφάρμοζε τη σχέση διανομής, την οποία η ενάγουσα αρνήθηκε να εφαρμόσει την 15-9-2001, αγοράζοντας δηλαδή στο δικό της όνομα τα προϊόντα και στη συνέχεια να τα μεταπωλεί. Έτσι η εναγομένη, προασπίζοντας τα συμφέροντά της, ανέθεσε τη διάθεση των προϊόντων αυτών στην εταιρία "ΑΦΟΙ ...
ΟΕ". Εξάλλου, ενόψει της πιο πάνω συμβατικής πρόβλεψης δεν υπήρχε συμβατική υποχρέωση για ανάθεση στην ενάγουσα της αντιπροσώπευσης και των προϊόντων της αντιπροσωπευόμενης από την ίδια (εναγομένη) εταιρίας .... Περαιτέρω η άρνηση της εναγομένης να αποστείλει την 26-10-2001 στην ενάγουσα το ελαιόλαδο "... ΒΙΟΛΟΓΙΚΟ", οφειλόταν αποκλειστικά και μόνο στην έλλειψη επαρκών αποθεμάτων.
Όσον αφορά δε το προϊόν ελαιόλαδο "..., αυτό διατίθετο μέσω του δικτύου πωλήσεων της εναγομένης .... Η έλλειψη δε επαρκών αποθεμάτων ήταν η αιτία για τη μη προμήθεια της ενάγουσας το Νοέμβριο, Δεκέμβριο 2001, Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2002. Η ύπαρξη του προϊόντος αυτού στα καταστήματα "ΕΝΑ" δεν οφειλόταν σε τροφοδοσία της εναγομένης.
Άλλωστε τα καταστήματα αυτά τροφοδοτουντο από τις κεντρικές αποθήκες της εταιρίας ... ΑΕ". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη με την από 27-3-2002 "δήλωση καταγγελίας συμβάσεων και πρόσκληση", που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 23-3-2002, κατήγγειλε τις μεταξύ τους υφιστάμενες συμβάσεις κατ' εφαρμογή του π.δ. 219/1991 και δήλωσε ότι τα αποτελέσματα της θα επέλθουν μετά την παρέλευση εξαμήνου, ήτοι την 29-9-2002, καλώντας την εναγομένη από την ημερομηνία αυτή να της παραδώσει κάθε περιουσιακό στοιχείο που θα βρίσκεται στα χέρια της και να απόσχει από κάθε πράξη αντιπροσώπευσης.
Η έγγραφη αυτή καταγγελία φέρει δύο δυσανάγνωστες υπογραφές και τη σφραγίδα της εναγομένης εταιρίας. Η ενάγουσα επικαλούμενη το δυσανάγνωστο των υπογραφών αυτών ισχυρίζεται ότι δεν προκύπτει η ταυτότητα των υπογραψάντων και για το λόγο αυτό είναι άκυρη η καταγγελία. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενόψει του ότι η ενάγουσα δεν αμφισβητεί ρητά ότι οι υπογράψαντες στερούνται εξουσίας εκπροσωπήσεως και ειδικότερα ότι δεν είναι δύο από τα 15 πρόσωπα που μπορούν να εκπροσωπήσουν, βάσει της προαναφερόμενης απόφασης του Δ.Σ της εναγομένης εταιρίας, την εν λόγω εταιρία.
Η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε ότι η έγγραφη αυτή καταγγελία υπογράφηκε από τους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης (δεύτερο και τρίτο των εναγομένων) και ότι αποτελεί έγκυρο έγγραφο με εκδότη την εναγομένη, δεν έσφαλε και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω, ενόψει των προαναφερομένων αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και το χαρακτήρα της ένδικης συμβάσεως, η εν λόγω καταγγελία δεν υπήρξε αδικαιολόγητη και αιφνίδια αλλά ούτε και καταχρηστική. Ειδικότερα, η καταγγελία της μεταξύ των μερών υφιστάμενης αορίστου χρόνου σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας πραγματοποιήθηκε με τήρηση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του π.δ. 219/1991 εξάμηνης προθεσμίας και στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης του δικτύου διανομής της εναγομένης για την εξυπηρέτηση ενός εύλογου επιχειρηματικού της συμφέροντος, από την αναδιοργάνωση δε του συστήματος αυτού δεν αποκλείστηκε η ενάγουσα.
Άλλωστε η δραστηριότητα της εναγομένης, όπως προεκτέθηκε, δεν έγινε κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της στην αγορά, αλλά στα πλαίσια ενός επιχειρηματικού σχεδίου για το οποίο η ενάγουσα είχε ενημερωθεί, και χωρίς σκοπό ανταγωνισμού από την πλευρά της. Το γεγονός ότι μετά την καταγγελία η ενάγουσα συνέχισε επί ένα εξάμηνο να εκπληρώνει τις από τη σύμβαση υποχρεώσεις της, συμπεριφορά που εντάσσεται στα πλαίσια της καλόπιστης εκτέλεσης της ενοχής (ΑΚ 288), δεν καθιστά την καταγγελία καταχρηστική ως αντίθετη στα χρηστά ήθη.
Περαιτέρω, η εναγομένη υπό τη θέση της στην αγορά, όπως παραπάνω προσδιορίστηκε, ευλόγως κατά τα κρατούντα στις εμπορικές συναλλαγές και τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, χρησιμοποίησε δικά της κριτήρια καταλληλότητας στην επιλογή του τρόπου διάθεσης των προϊόντων της και ανέπτυξε ιδιαιτέρως επιχειρηματικούς συνδυασμούς για τη βελτίωση του συστήματος διανομής των προϊόντων και την προώθηση των πωλήσεων, έτσι ώστε να ενισχυθεί η θέση της απέναντι στους ανταγωνιστές της.
Η επιλογή αυτή δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, δοθέντος ότι μετά την άρνηση της ενάγουσας να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα ήταν εύλογο το συμφέρον της εναγομένης να εξεύρει έγκαιρα συνεργάτες και αντικαταστάτες της ενάγουσας, ώστε να μη αποδυναμωθεί η θέση της έναντι των ανταγωνιστών και δημιουργηθεί κενό στο σύστημα διανομής των προϊόντων της.
Κατόπιν αυτών και ενόψει ότι η εναγομένη με την προαναφερόμενη συμπεριφορά της δεν είχε σκοπό ανταγωνισμού προς την ενάγουσα, η οποία δεν στερήθηκε παντελώς ισοδύναμων εναλλακτικών λύσεων, έχουσα ήδη σε λειτουργία παρόμοιες εμπορικές σχέσεις με τις εταιρίες ... ΑΕ (σοκολατοειδή, γαριδάκια), ... ΑΕ (πρώτες ύλες ζαχαροπλαστικής και Αρτοποιίας), ...
ΑΕ (ζαχαρώδη, σοκολάτες), ... ΑΕ (ξυραφάκια), δεν προκύπτει καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους της εναγομένης. Η εκκαλουμένη άρα απόφαση, που έκρινε ότι η ένδικη καταγγελία δεν είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη και ότι η ενάγουσα δεν στερήθηκε ισοδυνάμων λύσεων, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Περαιτέρω, αφού κατά τα προαναφερθέντα η δραστηριότητα της εναγομένης δεν έγινε κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της στην αγορά, η δε ενάγουσα δεν στερήθηκε παντελώς ισοδύναμων λύσεων ούτε η εναγομένη απέσπασε πελατεία από την ενάγουσα, όπως αβάσιμα η τελευταία υποστηρίζει, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ζημία της ενάγουσας από ανταγωνιστικές πράξεις της εναγομένης αντίθετες προς τα χρηστά ήθη.
Συνεπώς, το κονδύλιο των 18.45,64 Ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις προμήθειες που αναλογούν στις απευθείας εκ μέρους της εναγομένης πωλήσεις προϊόντων κατά τη διάρκεια του έτους 2001 μέχρι 23-1-2001 είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον πέμπτο λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Επίσης, ο έκτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο παραπονείται η εκκαλούσα ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το κονδύλιο των 1220 Ευρώ, που αφορά απωλεσθείσες προμήθειες της περιόδου Οκτωβρίου 2001 έως και Φεβρουαρίου 2002 εξαιτίας της άρνησης της εναγομένης να πωλήσει μέσω αυτής προϊόντα ... προς τον πελάτη της ...., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος για το λόγο ότι δεν υπήρχε κατά τα προαναφερθέντα συμβατική υποχρέωση της εναγομένης για εφοδιασμό της ενάγουσας με τα προϊόντα ....
Ακόμη, ο έβδομος λόγος της έφεσης, με τον οποίο παραπονείται η εκκαλούσα ότι εσφαλμένη η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το κονδύλιο των 1437,96 Ευρώ, που αφορά απολεσθείσες προμήθειες εξαιτίας της άρνησης της εναγομένης να την εφοδιάσει με το προϊόν ... κατά την περίοδο Οκτώβριο 2001 έως και Φεβρουάριος 2002, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η έλλειψη επαρκών αποθεμάτων ήταν η αιτία για τη μη προμήθεια της ενάγουσας με το παραπάνω προϊόν για την ως άνω περίοδο.
Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος της έφεσης με τον οποίο παραπονείται η εκκαλούσα ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη το αίτημα παροχής πληροφοριών για τις αναφερόμενες απευθείας πωλήσεις, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, αφού το αίτημα παροχής πληροφοριών έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα και εξυπηρετεί την ικανοποίηση της κύριας αξίωσης, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι η αξίωση καταβολής προμηθειών, οι οποίες όμως δεν οφείλονται.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δια των νομίμων εκπροσώπων της ή άλλων υπ' αυτής προστηθέντων οργάνων διέδωσε σε βάρος της ενάγουσας δυσφημιστικές διαδόσεις περί ελλιπούς οργάνωσης της ενάγουσας ή ότι "η ... σταμάτησε τον ..." και ότι "πτώχευσε ο ..." εξαιτίας των οποίων κλονίστηκε η επιχειρηματική της φήμη και απώλεσε την ανάληψη αντιπροσωπείας της εταιρίας ...
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον όγδοο λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 178, 281, 288, 914, 919 του ΑΚ, 4 παρ. 2, 6 παρ. 1 περ.
γ του π.δ/τος 219/1991, 1, 2 και 3 του ν.703/1977 και 1 ν.146/1914. Περαιτέρω δε το δικαστήριο αυτό της ουσίας διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα άνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, τόσο σχετικά με το ότι τα επαγγελματικά προϊόντα ..., ήτοι προϊόντα ..., σε μερίδες, ...
ψιλοκομμένο σε συσκευασία 2,5 κιλών, τοματοπελτές ... και προϊόντα ..., εξαιρέθηκαν της συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως, όσο και ως προς τους λόγους μη διαθέσεως των προϊόντων "...". Κατ' ακολουθίαν οι περί του αντιθέτου δεύτερος, κατά τα πρώτο, πέμπτο, περ. α, ένατο, δέκατο, ενδέκατο, και δωδέκατο, σκέλη του, λόγοι της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 36 παρ. 8 του Κ.Β.Σ., όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 31 του άρθρου 43 του ν.2214/1994, είναι απορριπτέος, ως ερειδόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν είχε εξασφαλισθεί η αναγκαία, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, έγκριση του προϊσταμένου της οικείας ΔΟΥ για την μεταβολή της δραστηριότητας της τελευταίας ( αναιρεσείουσας), λόγω μη χορηγήσεως εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης σχετικής εγγράφου δηλώσεως για την μεταβολή αυτή, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ήταν αντίθετη στην μετατροπή του συστήματος της σχέσεως των αντιπροσώπων της αναιρεσίβλητης, σε αντίθεση με τους υπολοίπους 14 αντιπροσώπους αυτής που είχαν αποδεχθεί το σχέδιο αναδιάρθρωσης του συστήματος διανομής των προϊόντων της, θεωρώντας ότι αυτό προσέκρουε στα επιχειρηματικά της συμφέροντα και εμποδίζονταν, κατά την άποψη της, από την φορολογική νομοθεσία και όχι επομένως γιατί δεν είχε εξασφαλισθεί η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα άδεια του προϊσταμένου της οικείας ΔΟΥ, λόγω μη χορηγήσεως εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης της ως άνω εγγράφου δηλώσεως.
Εξάλλου απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., και όχι από τον αριθ. 9, πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 6 παρ.1 του Π.δ/τος 219/1991, με την έννοια ότι έπρεπε η διάταξη αυτή να εφαρμοσθεί και κακώς δεν εφαρμόσθηκε, ως ερειδόμενος επίσης σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ' όσον, κατά τις σαφείς παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, τα αναφερόμενα στον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως επαγγελματικά προϊόντα ..., ήτοι προϊόντα ...
σε μερίδες, ... ψιλοκομμένο σε συσκευασία 2,5 κιλών, τοματοπελτές ... και προϊόντα ..., εξαιρέθηκαν της συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως και επομένως γι' αυτά δεν υπήρχε συμβατική υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων για ανάθεση στην αναιρεσείουσα της αντιπροσώπευσής τους, οπότε και θα ετίθετο, στην τελευταία περίπτωση, ζήτημα εφαρμογής της ως άνω διατάξεως του άρθρου 6 παρ.1 του Π.
δ/τος 219/1991. Περαιτέρω ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένως ότι η αιτία για την μη προμήθεια της αναιρεσείουσας με το προϊόν ... λάντσον μητ 340 γραμ. και ... λάντσον μητ 200 γραμ.
ήταν η έλλειψη επαρκών αποθεμάτων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, και όχι η αδικαιολόγητη άρνηση της πρώτης αναιρεσίβλητης για την εκπλήρωση της παροχής της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον, υπό την επίφαση της παραβάσεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Απορριπτέος τέλος, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, είναι και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, ότι με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε, μετά από εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 4 παρ. 2 περ. β και 6 παρ. 1 περ. γ του π.δ/τος 215/1991, το αίτημα της αγωγής για την παροχή πληροφοριών εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης σχετικά με το ύψος των απ' ευθείας πωλήσεων αυτής προς τρίτους, καθ' όσον το κύριο αίτημα της αγωγής, για την καταβολή των ποσών εκείνων που αντιστοιχούν στις απ' ευθείας προς τρίτους-πωλήσεις των ενδίκων προϊόντων κατά το χρονικό διάστημα του έτους 1998 και μέχρι του χρόνου συζητήσεως της αγωγής, απορρίφθηκε ως αβάσιμο με διάταξη της προσβαλλομένης απόφασης, για το λόγο ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα ...
και ... είχαν εξαιρεθεί της συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως, ο δε κατά της διατάξεως αυτής σχετικός λόγος αναιρέσεως δεν τελεσφόρησε.
II). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ., που ορίζουν το μεν πρώτο ότι "κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις", το δε δεύτερο ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".
Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν. Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Πάντως μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητώς στην απόφαση του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων αυτών, εφόσον στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών.
Από το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέγνωσε εμμέσως, αλλά σαφώς, την ύπαρξη ασάφειας, ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων στο από 14.6.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, ως προς την εξαίρεση από την ένδικη σύμβαση αντιπροσωπείας των καταστημάτων που εξυπηρετούνται απ' ευθείας από την ...
και για την άρση αυτής της ασάφειας και το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα ζητήματα αυτά προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους και ορθώς εφάρμοσε, παραθέτοντας στην απόφαση του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών.
Οι τέταρτος και δεύτερος, κατά το τρίτο μέρος του, επομένως, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, για σφάλμα από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., το οποίο οδήγησε στην από το Εφετείο ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
III). Κατά το άρθρο 527 περ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος μπορεί να προτείνει ισχυρισμούς, τους οποίους δεν είχε προβάλλει πρωτοδίκως, εφόσον αυτοί συντελούν σε υπεράσπιση κατά της εφέσεως και επικύρωση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 8 περ. α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των εφεσιβλήτων- αναιρεσιβλήτων, σχετικά με την εγκυρότητα της γενομένης εκ μέρους αυτών από 27.3.2002 έγγραφης καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων υφισταμένης σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, τον οποίο δεν είχαν προτείνει, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, με τις προτάσεις τους κατά την πρωτοβάθμια δίκη, ελέγχεται ως ερειδόμενος επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως και αβάσιμος, σε συνέπεια με την νομική παραδοχή ότι παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον, στο εφετείο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως.
IV). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως βάσιμους τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων ως προς την εγκυρότητα της γενομένης εκ μέρους αυτών από 27.3.2002 έγγραφης καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων υφισταμένης σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, χωρίς απόδειξη.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η διαλαμβανομένη στον ίδιο λόγο αιτίαση ότι το Εφετείο όφειλε να συναγάγει ομολογία των αναιρεσιβλήτων ως προς την ακυρότητα της πιο πάνω καταγγελίας, λόγω της μη ειδικής αμφισβητήσεως εκ μέρους των τελευταίων των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως απαράδεκτη, αφού η περί ομολογίας ή μη κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου περί μη αμφισβητηθέντος πράγματος, κατά το άρθρο 261 εδ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
εναπόκειται στην κρίση τούτου και δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
V). Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποία διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφαση του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων.
Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο επέρριψε στην αναιρεσείουσα το βάρος αποδείξεως ως προς την εγκυρότητα της ως άνω καταγγελίας, αφού η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τους ισχυρισμούς της, αρκείται σε απλά εξ' αντιδιαστολής επιχειρήματα, και όχι αποδείξεις, υπέρ των απόψεων των αναιρεσιβλήτων.
Ο λόγος όμως αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, μετά την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, που είχαν προσκομισθεί από τους αναιρεσιβλήτους, δεχόμενο περαιτέρω ότι οι τελευταίοι ανταποκρίθηκαν στο αντικειμενικό βάρος αποδείξεως με το οποίο αυτοί βαρύνονταν, ως προς την απόδειξη του ότι την πιο πάνω έγγραφη καταγγελία υπέγραψαν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης αναιρεσίβλητης, δηλαδή οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων.
VI). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγμα, συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δεν θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ Α.Π. 2/1989).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ Α.Π. 11/1996, 12/1991, Α.Π. 354/2006, Α.Π. 448/2006, Α.Π. 624/2006). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο, κατά τα δεύτερο, έκτο περ. β, έβδομο και όγδοο σκέλη του, λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον μη προταθέντα από τους αναιρεσιβλήτους ισχυρισμό περί εξαιρέσεως εκ του αντικειμένου της ένδικης συμβάσεως αντιπροσωπείας των εξυπηρετουμένων απ' ευθείας από την... καταστημάτων (δεύτερο σκέλος του λόγου που ερευνάται), ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως από την αναιρεσείουσα προταθέντος ισχυρισμούς, που αποτελούν και λόγους εφέσεως, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη ήταν αντιπρόσωπος των προϊόντων ... (έκτο περ.
β σκέλος), ότι αρνήθηκε αυτή να συμπράξει ώστε να τηρηθεί ο αναγκαίος φορολογικός τύπος (έβδομο σκέλος του δευτέρου λόγου) και ότι αρνήθηκε να εφοδιάσει την αναιρεσείουσα με ελαιόλαδο ... βιολογικό (όγδοο σκέλος του ιδίου δεύτερου λόγου αναιρέσεως). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά τα ως άνω σκέλη του, είναι απορριπτέος:
α) κατά το δεύτερο σκέλος του, ως αβάσιμος, καθ' όσον ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια, β) κατά το έβδομο σκέλος του, ως αβάσιμος, διότι ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε ουσιαστικά, και γ) κατά τα έκτο περ. β και όγδοο σκέλη του επίσης ως αβάσιμος, δοθέντος ότι από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι φανερό ότι το Εφετείο δεν παρείδε τους ισχυρισμούς αυτούς, αλλ' αντιθέτως τους αντιμετώπισε και τους απέρριψε στην ουσία τους με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν.
VII). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις δαπάνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το τέταρτο και έκτο περ.
α' μέρος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται περαιτέρω αιτίαση από τον αριθ. 11 περ.γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην απορριπτική του κρίση δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: 1) τις ΟΕ 14.21/20/ed/12.9.2000 και 14.21/15/ed/9.5.2000 οδηγίες της πρώτης αναιρεσίβλητης, και 2) το από 23.4.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.
Ο ίδιος (δεύτερος, κατά το έκτο περ. β μέρος) λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των προσκομισθέντων, μετ' επίκληση, από την αναιρεσείουσα, προσκομισθέντων τιμολογίων, είναι, μη δυνάμενος να συμπληρωθεί με παραπομπή στις προτάσεις που υπέβαλε αυτή στο Εφετείο, απορριπτέος, ως αόριστος, διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν εξειδικεύονται τα τιμολόγια αυτά κατά την ταυτότητα τους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι κατά τα λοιπά με την αναίρεση πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου, απαραδέκτως, βέβαια, κατά την Κ.Πολ.Δ. 561 §1, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.9.2008 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία Χ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", για αναίρεση της 142/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ