Legislator Case Law & Legislation
897/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on beach ownership, ruling public domain status requires wave erosion proof.

Case Number 897/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Court of Appeal's decision regarding a disputed coastal property. The court held that the beachfront area constitutes public domain under Article 967 of the Civil Code, requiring proof of wave erosion to establish its status. Consequently, the company's claim for ownership was rejected as the land lacked the necessary characteristics of a beach.

Legislator headnote

AI generated

Articles 967, 1 of the Civil Code; Article 1 of Presidential Decree 2344/1940: The seafront belongs to the public domain and is defined as the land zone bordering the sea and wetted by the highest ordinary tides, excluding areas not subject to such erosion.

Keywords

AI generated
public domain seafront ownership wave erosion Presidential Decree 2344 beach definition civil code property dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 967 of the Civil Code
Article 1 of Presidential Decree 2344/1940
Article 53 of the Introductory Law to the Civil Code
Article 34 paragraph 2 of Law 2871/2001
Article 968 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AP 472/1983
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 897 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 897/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μεντή.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Δημήτριο Κάμαρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-1991 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και με τις από 5-4-1996 προτάσεις-ανταγωγή του (Ελληνικού Δημοσίου) ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 775/1997 μη οριστική, 14/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 343/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-3-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 6-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Κατά το άρθρο 967 ΑΚ, μεταξύ των κοινής χρήσεως πραγμάτων περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός. Είναι δε αιγιαλός, κατά τον ορισμό που δίνει το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940, που εφαρμόζεται διαχρονικώς στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 53 του Εισαγωγικού Νόμου του Α.Κ. και 34 παρ. 2 του ν. 2871/2001, "η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων".

Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα. Ο αιγιαλός ανήκει, κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο, (άρθρα 968 ΑΚ και 1 του α.ν. 2344/1940). Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου αυτού από τη διοικητική επιτροπή, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, με απόφασή της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο όπως πιο πάνω από τα θαλάσσια ύδατα.

Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών, ενόψει ακριβώς των οποίων και θεσπίστηκαν τα όσα στο άρθρο 4 του ίδιου α.ν. 2344/1940 διαλαμβάνονται, κατά τα οποία τμήματα ιδιωτικών τμημάτων, που χαρακτηρίστηκαν από την προαναφερόμενη επιτροπή ως τμήματα που ανήκαν πλέον στον αιγιαλό, λογίζονται ότι κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέα αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης και του διαγράμματος της ίδιας επιτροπής, εφαρμοζομένης, κατά τα λοιπά, ως προς την αποζημίωση, της προβλεπόμενης στους ισχύοντες για τις απαλλοτριώσεις νόμους διαδικασίας.

Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέου αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης.

Ο αιγιαλός, ως κοινής χρήσεως πράγμα που ανήκει στο Δημόσιο είναι εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτος χρησικτησίας, εκτός αν, λόγω προσχώσεων στην ακτή ή υποχώρησης του αιγιαλού στην θάλασσα, απέβαλε την ιδιότητά του αυτή, γιατί έπαυσε ο για την κοινή χρήση προορισμός του, οπότε εξακολουθεί και μετά την πρόσχωση να ανήκει στο δημόσιο, περιερχόμενος όμως εφεξής στην ιδιωτική περιουσία αυτού (Ολ Α.Π. 75/87).

Εξάλλου κατά τα άρθρα 293, 295, 302, και 199 του ισχύσαντος στην Κρήτη, από 23.7.1904 μέχρι 23.2.1946, Κρητ.Α.Κ., ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική χρησικτησία επί των κτημάτων του δημοσίου, όχι όμως και επί του έχοντος, κατά το άρθρο 199, την ιδιότητα του δημοσίου κτήματος αιγιαλού, εφόσον αυτή είχε συμπληρωθεί μέχρι της 15-9-1915, σύμφωνα με τις διατάξεις αφενός μεν του νόμου ΔΣΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάσει αυτόν, αφετέρου δε του άρθρου 21 του Ν.Δ της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες απαγορεύθηκε εφεξής οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων του, άρα και η χρησικτησία τρίτων επ` αυτών.

Εξ' άλλου κατά μεν το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: " ... Κατά τη χρονική περίοδο των ετών 1939-1945 έγινε αποτύπωση και διανομή των ανταλλαξίμων εκτάσεων της περιοχής "..." ή "..." ....

και καταγράφηκαν αυτές καθώς και οι ιδιωτικές ιδιοκτησίες και συντάχθηκε το σχετικό διάγραμμα διανομής και ο κτηματολογικός πίνακας, όπου αποτυπώνεται αντίστοιχα κατά ακριβή θέση, έκταση, όρια και εμβαδόν το κάθε κτήμα. Βόρεια των ιδιοκτησιών τούτων, που οριοθετούνται από τη δύση από τον ποταμό ... και από την ανατολή από τον ποταμό ..., αποτυπώθηκε χέρσα αμμώδης έκταση, αποτελούμενη από δύο κτήματα που έφεραν αριθμούς διανομής ...

και ... του αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα, τα οποία διαχωρίζονται από τον ποταμό ... και είναι έκτασης 395,8 και 151,49 στρεμμάτων αντίστοιχα. Η έκταση αυτή έχει προς νότο όριο την χαραχθείσα γραμμή διανομής ανταλλαξίμων κτημάτων και προς βορρά τον αιγιαλό. Η βορείως της γραμμής διανομής έκταση αποτελούσε παλαιό αιγιαλό, που βρεχόταν από τις μέγιστες αλλά συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, τα οποία και τον δημιούργησαν με την επί μακρά σειρά ετών προ του 1935 εναπόθεση άμμου, δεδομένου ότι στην περιοχή η θάλασσα είναι ανοικτή στους συνήθεις βορειοδυτικούς ανέμους, εξ αιτίας των οποίων αναπτύσσεται μεγάλος κυματισμός που βαθμιαία, με την εναπόθεση άμμου, επεξέτεινε τον αιγιαλό και μετατόπισε βορειότερα την ακτογραμμή (διαχωριστική γραμμή ξηράς και θάλασσας σε ηρεμία).

Η με τον παραπάνω τρόπο σχηματισθείσα αμιγώς αμμώδης έκταση, που αποτελούσε παλαιό αιγιαλό και καταγράφηκε ως ακίνητο ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου δεν προσφερόταν για αγροτική εκμετάλλευση και για το λόγο αυτό δεν περιελήφθη στη διανομή των ετών 1939-1945 και δεν υπήρχαν σ' αυτήν κατοχές ιδιωτών μέχρι το έτος 1960, οπότε άρχισε να διαφαίνεται η δυνατότητα τουριστικής αξιοποίησης της περιοχής και να αποκτά αξία η γειτνιάζουσα με τη θάλασσα γη ανεξάρτητα από τη φύση της.

Η χέρσα αυτή αμμώδης έκταση καταγράφηκε μεταγενέστερα το έτος 1970 στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων με αριθμό ΒΚ ... και ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου και μάλιστα στην ιδιωτική περιουσία αυτού, ως παλαιός αιγιαλός. Η ιδιότητα του δημοσίου κτήματος ΒΚ ..., ως παλαιού αιγιαλού, προκύπτει από το σύνολο των προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων.

Ειδικότερα, η σύσταση του εδάφους, που είναι άγονο, αμμώδες με παντελή έλλειψη στοιχείων καλλιέργειας συνηγορεί υπέρ της άποψης της ιδιότητάς του ως παλαιού αιγιαλού. Στη λωρίδα αυτή δεν έγιναν ποτέ πράξεις νομής από οποιονδήποτε και δεν υπήρξε ποτέ αντικείμενο ιδιωτικών δικαιωμάτων. Περί αυτών είναι σαφής η κατάθεση της μάρτυρας του εναγομένου-αντενάγοντος, ενώ και ο μάρτυρας των εναγόντων δεν ισχυρίστηκε ότι είναι διαφορετική η φύση του εδάφους της έκτασης αυτής. ...

Το έτος 1964 ο ..., ομού με τους μη διαδίκους εν προκειμένω δεύτερο και τρίτο των εναγόντων ... και ..., με το ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ζαχαρία Βογιάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου, στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό μεταγραφής ... αγόρασαν από τους κληρονόμους του ..., ο πρώτος τα 2/4 εξ αδιαιρέτου και καθένας από τους λοιπούς το 1/4 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ...

του Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου Γαζίου στη θέση "...". Κατά την περιγραφή που γίνεται στο εν λόγω συμβόλαιο πρόκειται για "αγρό ακαλλιέργητο, εκτάσεως του όλου 31 στρεμμάτων ή όσης έκτασης πλέον ή έλαττον είναι", που συνόρευε ανατολικά με ιδιοκτησία ..., δυτικά με ..., νότια με παλαιό δρόμο ... και βόρεια με παραλία (χειμέριο κύμα) "και ειδικότερον ως αναφέρεται και καθορίζεται το ακίνητον τούτο κτήμα εις το εν τω παρόντι προσηρτημένον υπό χρονολογία 22 Φεβρουαρίου τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού ... ...".

Ακολούθως με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέα Καλλιτεράκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου (στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό μεταγραφής ...) και έχει δημοσιευθεί στο 302/27.3.72 ΦΕΚ (δελτίο α.ε. και ε.π.ε.), ο εκ των παραπάνω αγοραστών ... εισέφερε στην πρώτη ενάγουσα ανώνυμη εταιρία (εκκαλούσα) το ποσοστό του από 2/4 εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου.

Στο όλο ακίνητο οι ενάγοντες έχουν ανεγείρει ξενοδοχειακό συγκρότημα και λειτουργούν αυτό με το όνομα ... ή ... . Τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής, έκτασης 5.458 τ. μ., αποτελεί το επίδικο, το οποίο συνορεύει νότια με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων, βόρεια με αιγιαλό και από ανατολή και δύση με το ΒΚ ... και το οποίο περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου στο ΒΚ ...

δημόσιο κτήμα. Οι ενάγοντες, κατά το χρόνο της ως άνω αγοραπωλησίας τους, κατά τη σύνταξη του συμβολαίου (...) έλαβαν υπόψη τους και προσήρτησαν σ' αυτό το από 22-2-1964 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού ..., στο οποίο το μεταβιβασθέν σ' αυτούς ακίνητο αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α σε κλίμακα 1/500.

Ανεξαρτήτως του αν το εν λόγω αναφερόμενο στο συμβόλαιο ως διάγραμμα είναι πράγματι διάγραμμα ή σκαρίφημα, ως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, η χρησιμότητα του για τον ακριβή καθορισμό των πλευρικών διαστάσεων του πωλουμένου ακινήτου, όπως αυτό περιγράφηκε στο πωλητήριο συμβόλαιο, είναι η αυτή. Στο σκαρίφημα αυτό το νότιο όριο του ακινήτου των εναγόντων παριστάνεται σταθερό και συμπίπτει με το δημόσιο δρόμο προς ... .

Σαν βόρειο όριο (πλευρά ΓΔ) φέρεται η γραμμή του χειμερίου κύματος. Οι πλευρικές του διαστάσεις από ανατολή και δύση έχουν μήκος ανατολικά 182 μέτρα εκ των οποίων τα 157,5 (116,5 + 41) συνορεύουν με ιδιοκτησία ..., ενώ στο υπόλοιπο τμήμα από 24,5 μ. δεν εμφανίζεται ιδιοκτησία, αφού πρόκειται για την αμμώδη χέρσα έκταση.

Δυτικά φέρει μήκος πλευράς 180 μέτρα, το οποίο συνορεύει κατά τμήμα της πλευράς αυτής με ιδιοκτησία ... . Από τη σύγκριση του παραπάνω τοπογραφικού διαγράμματος με αυτό που συνοδεύει τη διανομή του υπουργείου Γεωργίας, προκύπτει ότι στο διάγραμμα που προσαρτάται στο συμβόλαιο δεν ελήφθη υπόψη η οριογραμμή της διανομής αλλά στο ακίνητο των εναγόντων συμπεριελήφθη τμήμα του δημοσίου κτήματος ΒΚ ... .

Περαιτέρω, στην οικοδομική άδεια με αριθμό ... που εκδόθηκε για την ανοικοδόμηση του ακινήτου των εναγόντων σημειώθηκε, από την αρμόδια υπηρεσία, επιφύλαξη για μελλοντικό έλεγχο, τα όρια δε του εμφανιζόμενου σ' αυτή ακινήτου των εναγόντων διαφοροποιούνται ως προς τα μήκη των πλευρών, αφού η δυτική πλευρά φέρεται να έχει μήκος 235 μέτρα και η ανατολική πλευρά 255 μέτρα, ενώ στο διάγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας εμφανίζονται αντίστοιχα 173 μέτρα από δυτικά και 164 μέτρα από ανατολικά, τα οποία (μήκη πλευρών) υπερβαίνουν ακόμη και τα μήκη του διαγράμματος που συνοδεύει το ως άνω συμβόλαιο (τίτλο ιδιοκτησίας τους).

Οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων με την με αριθμό ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ζαχαρία Βογιάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους ..., η οποία μεταξύ των άλλων περιελάμβανε και το επίδικο, το οποίο φέρεται να συνορεύει προς βορρά "με παραλία (χειμέριο κύμα)" και να έχει έκταση "εικοσιπέντε περίπου στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως και αν είναι πλέον ή έλλατον".

Παρατηρείται δηλαδή από την παραβολή των παραπάνω στοιχείων ότι στις 21-2-1964 οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων αποδέχθηκαν την κληρονομιά για ακίνητο έκτασης 25 στρεμμάτων και την επομένη μεταβίβασαν έκταση 31 στρεμμάτων. Επί πλέον κατά την έκδοση της οικοδομικής άδειας το έτος 1968 οι εξ ανατολών και δυσμών πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου των εναγόντων φέρονται πολύ μεγαλύτερες σε σχέση με τις διαστάσεις που φέρεται να έχει το έτος 1964.

Ήδη δε οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι από την εν λόγω μεταβίβαση έχουν στην κυριότητα τους έκταση 37.453,64 τμ. Η διαφορά αυτή της έκτασης των 12 στρεμμάτων και πλέον δεν είναι δυνατό να δικαιολογηθεί από την έκφραση που περιέχεται στα άνω συμβόλαια "ή όσης έκτασης πλέον ή έλαττον είναι" και είναι προφανές ότι έχει καταπατηθεί από τους ενάγοντες τμήμα του ΒΚ ...

δημοσίου κτήματος του εναγομένου. Όσον αφορά δε τους επικαλούμενους τίτλους κτήσεως των δικαιοπαρόχων τους, διαπιστώθηκε ότι στα με αριθμό ... και ...συμβόλαια του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Εμμαν. Ξανθουδίδου, τα ..., ... και ... όμοια του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Θεμιστοκλή Παντελίδη, το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κων/νου Ρασιδάκη, που είναι όλα νόμιμα μεταγεγραμμένα, η έκταση του ακινήτου που αναφέρεται σ' αυτά ότι κατείχαν οι δικαιοπάροχοι τους (των εναγόντων), είναι διαφοροποιημένη σε σχέση με το ακίνητο που αυτοί απέκτησαν με το προαναφερόμενο συμβόλαιο ... .

Συγκεκριμένα στο ... συμβόλαιο αναφέρεται ως άμπελος 40 εργατών και αγρός 15 μουζουρίων, στο ... και ... ως αγρός 22 μουζουρίων. Περιγράφεται δε ως αγρός ή ως άμπελος και όχι ως αμμώδης έκταση που είναι και ήταν ανέκαθεν το επίδικο και επί πλέον ως "κείμενο ... προς την παραλίαν βορειόθεν κατ' ίσην γραμμήν του Μετοχίου ...".

Δηλαδή το βόρειο όριο του ακινήτου ταυτίζεται με εκείνο των λοιπών ακινήτων του μετοχίου ..., που αποτέλεσε αργότερα ανταλλάξιμη έκταση, περιλαμβανόμενη στο διάγραμμα 1939-1945 του υπουργείου Γεωργίας. Πέραν του ορίου αυτού είναι η έκταση που αποτέλεσε το ΒΚ ... . Είναι χαρακτηριστικό να επισημανθεί η διαφορά στην διατύπωση των συμβολαίων που επικαλείται η ενάγουσα ως προς το βόρειο όριο του αναφερομένου ως μεταβιβαζομένου εκάστοτε ακινήτου.

Ειδικότερα ενώ στα συμβόλαια των ετών 1901-1917 αναφέρεται ότι βορείως συνορεύει με παραλία, στα συμβόλαια του έτους 1964 αναφέρεται ειδικότερα ως όριο η "παραλία (χειμέριο) κύμα". Η αναφορά ως βορείου ορίου του χειμερίου κύματος υποδηλώνει ως όριο τον αιγιαλό, ενώ η παραλία υποδηλώνει το σύνολο της αμμώδους και άγονης έκτασης.

Είναι δε προφανές ότι οι μεταβιβάσεις των ετών 1901-1917 αφορούσαν μόνο την καλλιεργήσιμη έκταση, ενώ οι μεταβιβάσεις του έτους 1964 αφορούσαν και την αμμώδη και άγονη έκταση. Της έκτασης όμως αυτής, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο, δεν υπήρξαν ποτέ κύριοι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, αφού ποτέ δεν τους μεταβιβάστηκε ούτε άσκησαν επί αυτής πράξεις νομής μέχρι το έτος 1915, ώστε να καταστούν κύριοι με τακτική χρησικτησία, ενώ μετά ταύτα δεν μπορούσαν να καταστούν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.

Επομένως οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν είχαν καταστεί κύριοι του επιδίκου και κατά λογική συνέπεια και οι ενάγοντες δεν κατέστησαν κύριοι αυτού. ... Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω το επίδικο ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου. Τα αυτά δεχθέν και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με το να αναγνωρίσει το Δημόσιο κύριο του επιδίκου, δεν έσφαλε και απορριπτέος κρίνεται ο πρώτος λόγος της έφεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων ....".

Επομένως το Εφετείο με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την αποδοχή της εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ελληνικού δημοσίου ασκηθείσας ανταγωγής και την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και επομένως ο 1ος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών αυτών διατάξεων που εφάρμοσε και επομένως ο 7ος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ανεπάρκεια στην αιτιολογία δε δεν υπάρχει ούτε ως προς την αιτιολογία της απορρίψεως της επί της τακτικής χρησικτησίας ερειδομένης βάσεως της αγωγής, αφού σαφώς εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι επί της επιδίκου εκτάσεως δεν έγιναν ποτέ πράξεις νομής από οποιονδήποτε των δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας και δεν υπήρξε ποτέ αντικείμενο ιδιωτικών δικαιωμάτων.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης (7ος) καθώς και ο 5ος υπό τις διαλαμβανόμενες περαιτέρω αιτιάσεις, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τους αριθμ. 10 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη και επαρκείς αιτιολογίες, και μάλιστα με αναφορά στις με αριθμό 147/1988 και 37/2002 αποφάσεις του Εφετείου Κρήτης, ότι το μουζούρι, ως τοπική μονάδα μετρήσεως, αντιστοιχεί σε 800 τ.μ., είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθ' όσον η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία του δικαστηρίου αναφέρεται, ως εκ περισσού, στις εσφαλμένες αιτιολογίες της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, τις οποίες και αντικρούει και δεν συνιστούν πράγμα.

II). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ., που ορίζουν το μεν πρώτο ότι "κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις", το δε δεύτερο ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".

Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν. Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Πάντως μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητώς στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων αυτών, εφόσον στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών.

Από το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέγνωσε εμμέσως, αλλά σαφώς, την ύπαρξη ασαφείας, ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων στο ... συμβόλαιο του σ/φου Ηρακλείου Ζ. Βογιάκη, τον καθορισμό των ορίων του μεταβιβασθέντος προς τον δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας επιδίκου ακινήτου, ως και την φύση της εκτάσεως αυτής ως αμμώδους, και για την άρση αυτής της ασάφειας και το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα ζητήματα αυτά προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους και ορθώς εφάρμοσε, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών.

Ο δεύτερος επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., το οποίο οδήγησε στην από το Εφετείο ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

III). Αναίρεση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας επιτρέπεται (άρθρ. 559 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ) μόνον όταν αυτά έχουν σημασία για την ανεύρεση της αληθινής εννοίας κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, με όσα αναφέρονται στον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, δεν προβάλλεται αιτίαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία ή την υπαγωγή σε κανόνα του δικαίου και μάλιστα κατ' ορισμένο τρόπο, αλλά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

IV). Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποία διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων.

Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθ.13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο επέρριψε στην αναιρεσείουσα το βάρος αποδείξεως ως προς την ύπαρξη στην διεκδικουμένη έκταση παλαιού αιγιαλού, αφού η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αρκείται σε απλά εξ' αντιδιαστολής επιχειρήματα, και όχι αποδείξεις, υπέρ των απόψεων του αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος όμως αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έκανε δεκτή την ανταγωγή και αναγνώρισε την κυριότητα του ελληνικού δημοσίου επί του επιδίκου, ως παλαιού αιγιαλού, μετά την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, που είχαν προσκομισθεί από το αντενάγον, σε βάρος του οποίου και είχε ταχθεί το οικείο θέμα για την απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων γενέσεως του δικαιώματος κυριότητάς του επί του επιδίκου τμήματος του παλαιού αιγιαλού, δεχθέν έτσι ότι το Δημόσιο ανταποκρίθηκε στο αντικειμενικό βάρος αποδείξεως με το οποίο τούτο βαρύνονταν.

V). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α` του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά.

Με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου περί του ότι η επίδικη έκταση είναι παλαιός αιγιαλός, χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της ανταγωγής του αναιρεσιβλήτου κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.

Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι` αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου η κατά την πορεία του συλλογισμού του αποδεικτικού πορίσματος χρήση, κατά την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου, των φράσεων "είναι προφανές ότι έχει καταπατηθεί από τους ενάγοντες τμήμα του ΒΚ ...

δημοσίου κτήματος του εναγομένου" ουδόλως κλονίζει τούτο ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.

Συνεπώς η διαλαμβανόμενη στον ίδιο ως άνω λόγο της αναιρέσεως αιτίαση από τον αριθμ.10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, περί του ότι δηλαδή με τις ανωτέρω εκφράσεις, που διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση, συνάγεται, πλέον των ανωτέρω, δισταγμός και αμφιβολία αυτού (δικαστηρίου) περί του ως άνω πορίσματος και δεν αποτελεί τούτο προϊόν πλήρους δικαστικής αυτού πεποιθήσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

VI). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, όπως εκτιμάται προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ.11 περ.γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση ότι το επίδικο αποτελεί παλαιό αιγιαλό και ήδη ιδιοκτησία του δημοσίου, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: 1) τις με αριθμ.

Ο.Ε. 17896/2.2.1976 και 1781/4.2.2986 αποφάσεις του Νομάρχη Ηρακλείου, καθώς και το με αριθμ. ... έγγραφο της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού , σύμφωνα με τα οποία δεν υπάρχει παλαιός αιγιαλός μπροστά από την ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας, 2) τις από 13.9.1991 και 8.6.1994 αποφάσεις της Επιτροπής καθορισμού των ορίων αιγιαλού της παραλίας του Νομού Ηρακλείου, και 3) τα με αριθμ. ..., ...

και ... συμβόλαια του σ/φου Ηρακλείου Εμμανουήλ Ξανθουλίδη, το με αριθμ. ... συμβόλαιο του σ/φου Ηρακλείου Ν. Παρασυράκη, τα με αριθμ. ... και ... συμβόλαια του σ/φου Θεμ. Παντελίδη, το με αριθμ. ... συμβόλαιο του σ/φου Κ. Ρασιδάκη, στα οποία η επίδικη έκταση χαρακτηρίζεται εν μέρει ως αγρός και εν μέρει ως άμπελος, ενώ στο με αριθμ. ...

συμβόλαιο του σ/φου Ζ. Βογιάκη χαρακτηρίζεται ως αγρός ακαλλιέργητος, διότι από το 1941 και μετά εγκαταλείφθηκε η καλλιέργεια, λόγω της γερμανικής κατοχής. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.

VII). Από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ., 4 επ. του α.ν. 2344/1940, που προαναφέρονται, προκύπτει ότι η ιδιότητα λωρίδας γης ως αιγιαλού, αποτελούσα συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων, δεν αποδεικνύεται αποκλειστικώς, και όταν προηγήθηκε ενέργεια και απόφαση της επιτροπής των άρθρων 2 και 3 του α.ν 2344/1940, από τα διαγράμματα αυτής με τα οποία χαράχθηκαν τα όρια του αιγιαλού και τα συνοδεύοντα αυτό σχετικά έγγραφα.

Στην περίπτωση δε αμφισβητήσεως των πραγματικών ορίων αυτού, η οποία συνδέεται με ζητήματα κυριότητας των εντός των ορίων αυτών, συμπεριλαμβανομένων εκτάσεων, εναπόκειται στα τακτικά δικαστήρια η τελική απόφαση, τα οποία λαμβάνουν μεν υπόψη, για τον σχηματισμό της κρίσεώς τους σχετικά με την ύπαρξη ή μη αιγιαλού, ως δικαστικό τεκμήριο και το σχεδιάγραμμα που συντάχθηκε από την εν λόγω επιτροπή, δεν δεσμεύονται όμως από αυτό, ώστε, σε περίπτωση διαφορετικής κρίσεως, να παρέχεται αφορμή για την υποβολή αιτιάσεων από τον προβλεπόμενο από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως .

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, οπότε η εκτίμησή τους δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 387 του αυτού ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως η κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεσή της και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε αναγνωρισθεί η κυριότητα του ελληνικού δημοσίου επί της επιδίκου εκτάσεως, ως παλαιού αιγιαλού, για το σχηματισμό της κρίσεώς επί της προκειμένης υποθέσεως δεν έλαβε υπό όψη τις σχετικές αποφάσεις του Νομάρχη Ηρακλείου, τις αποφάσεις και τα διαγράμματα της επιτροπής των άρθρων 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, ως και τα υπόλοιπα στον ως άνω λόγο αναιρέσεως αναφερόμενα έγγραφα του ΓΕΝ και της Δ/νσης της τοπογραφικής Υπηρεσίας της ιδίας νομαρχίας, στα οποία δεν γίνεται αναφορά, κατά τον καθορισμό της γραμμής του αιγιαλού, στην ύπαρξη παλαιού αιγιαλού, αλλά στηρίχθηκε μόνο στην κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου, χωρίς καμία αξιολόγηση και έτσι προέβη, αγνοώντας περαιτέρω την έκθεση δικαστική πραγματογνωμοσύνης ως και τις καταθέσεις των δικών της μαρτύρων, σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που κατέθεσε η εν λόγω μάρτυς, ως προς την φύση της επιδίκου εκτάσεως, ως παλαιού αιγιαλού.

Ο παραπάνω όμως λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί οι προβαλλόμενες μ' αυτόν πιο πάνω αιτιάσεις, αναγόμενες αφ' ενός μεν στην μη λήψη υπόψη των ως άνω δημοσίων εγγράφων που αναφέρονται στον καθορισμό της γραμμής αιγιαλού, αφετέρου δε στη στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και την εκτίμηση αυτών που κατέθεσαν, δεν μπορούν να θεμελιώσουν, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, επί πλέον δε δεν καθιερώνεται από το ως άνω άρθρο 387 του ΚΠολΔ δεσμευτική αποδεικτική δύναμη της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, υπό την επίκληση δε της ως άνω πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

VIII). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 262 παρ. 1, 269 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι για την πληρότητα της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και το παραδεκτό της, σε σχέση με τον χρόνο, προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως, να προταθούν από τον ενιστάμενο τα πραγματικά περιστατικά, που αν αποδειχθούν αληθινά αποτελούν κατάχρηση, συνάμα δε να διατυπώνεται αίτημα απορρίψεως της αντικρουόμενης αξιώσεως, ως ασκουμένης καταχρηστικά και επομένως παράνομα.

Διαφορετικά, αν δεν υπάρχει τέτοιο αίτημα, η ένσταση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Ολ. ΑΠ472/1983). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 269 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη μπορούν κατ' εξαίρεση να προβληθούν παραδεκτώς πραγματικοί ισχυρισμοί που δεν προτάθηκαν νομίμως πρωτοδίκως, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 παρ. 2 εδαφ.

α' Κ.Πολ.Δ., δηλαδή, αν κατά την κυριαρχική και ένεκα τούτου ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφασή του, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία. Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, για τον λόγο ότι το Εφετείο εσφαλμένως έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε υποβάλλει παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως της ανταγωγής του αναιρεσίβλητου ελληνικού δημοσίου, άλλως ότι η ένσταση αυτή προβλήθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για πρώτη φορά από δικαιολογημένη αιτία και επομένως το Εφετείο, που δεν δέχθηκε την προβληθείσα ένσταση υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια του αριθμ.14 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι, στην κήρυξη απαραδέκτου παρά το νόμο.

Ο λόγος αυτός όμως της αιτήσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθ' όσον από την παραδεκτή (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ) επισκόπηση του περιεχομένου των από 19.11.1996 προτάσεων της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στον πρώτο βαθμό, δεν προκύπτει ότι η τελευταία πρότεινε, προς απόκρουση της ανταγωγής του αναιρεσιβλήτου, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αξιούμενου με την ανταγωγή δικαιώματος κυριότητας του ελληνικού δημοσίου επί του επιδίκου ακινήτου, επί πλέον δε το Εφετείο δεν δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι η εν λόγω ένσταση είχε προβληθεί ενώπιόν του, για πρώτη φορά, από δικαιολογημένη αιτία.

Εξάλλου απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι ο ένατος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμ. 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο εφήρμοσε εσφαλμένως τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 281 του Α.Κ., με αποτέλεσμα να απορρίψει την υποβληθείσα με την έφεση ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της ανταγωγής που είχε ασκήσει το αναιρεσίβλητο ελληνικό δημόσιο, καθ' όσον η ένσταση αυτή δεν αφορά στη δημόσια τάξη και όταν ακόμη αυτή αναφέρεται σε αντιφατική, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, συμπεριφορά των οργάνων του ελληνικού δημοσίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31.3.2006 αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΑΚΗΣ Α.Ε " για αναίρεση της 343/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ