Supreme Court dismisses appeal against unfair competition ruling as all grounds were invalid and baseless.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 'F.M. KAI YIOS A.E.' against the Third Instance Court's decision upholding a lower court's ruling in favor of the 'Halloumi Protection Foundation.' The appellant argued for a retrial based on alleged procedural errors and failure to consider specific EU decisions, but the court found these arguments invalid. The court determined that the Third Instance Court correctly applied the law regarding unfair competition under Law 146/1914 and that the cited EU decisions were not admissible evidence for the appeal. Consequently, the appeal was rejected, the costs were shifted to the appellant, and the original judgment was confirmed.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, Art. 559 no. 19, Art. 559 no. 11 para. g' of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the non-consideration of foreign court decisions or legal opinions is inadmissible as such documents do not constitute admissible evidence for establishing grounds of appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 655 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 655/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Φ.Μ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Τοσουνίδη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ιδρύματος με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΤΥΡΙΟΥ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΥ ΧΑΛΛΟΥΜΙ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γούσιο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/10/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10077/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1126/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/3/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Kατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική, από την αληθινή.
Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 1351/2011).
Αμφότεροι, όμως, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι δεν ιδρύονται επί παραβιάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 608/2008, ΑΠ 1140/2005, ΑΠ 405/2004). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής, το Εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της εφέσεως, κατά το οποίο αποβλέπει αποκλειστικώς στον έλεγχο της κατά το χρόνο αυτό νομικής ορθότητας της αποφάσεως, που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο, που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις, που ο νέος νόμος με ρητή διάταξη καταλαμβάνει και τις σχέσεις, που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευτικού, ενώ σε περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου εφέσεως ως ουσιαστικά βασίμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ, να εφαρμόζει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της δικής του αποφάσεως, που κρίνει την ουσία της υποθέσεως, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική, από εκείνη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 654/1984, ΑΠ 1421/2010, ΑΠ 33/2008).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 249 παρ. 1 και 2 της ΣυνθΕΚ, ο εκδιδόμενος από όργανα της κοινότητας κανονισμός έχει γενική ισχύ και είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέλη του, ισχύει δε άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο κανονισμός αποτελεί πηγή δευτερογενούς (παράγωγου) κοινοτικού δικαίου και ότι έχει άμεση εφαρμογή τιθέμενος σε ισχύ από την έκδοση και τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της ΕΕ, αποτελώντας μέρος του εφαρμοστέου εσωτερικού δικαίου κάθε κράτους μέλους, χωρίς να απαιτείται, κατ' αρχήν, για την εφαρμογή του η λήψη μέτρων από τις εθνικές αρχές (ΑΠ 7/2009).
Περαιτέρω, στις 26-02-2009 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο Κανονισμός (ΕΚ) 2009/207 "Για το κοινοτικό σήμα", με τον οποίο κωδικοποιήθηκε και καταργήθηκε ο Κανονισμός (ΕΚ) 1994/40 του Συμβουλίου της 20-12-1993 και ο οποίος (ΚΑΝ 2009/207), κατ' άρθρο 167 αυτού, άρχισε να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του, ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής, κρίσιμα για την προκειμένη αναιρετική δίκη: "άρθρο 1.
Τα σήματα προϊόντων ή υπηρεσιών, τα οποία καταχωρίζονται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπει ο παρών κανονισμός, καλούνται εφεξής "κοινοτικά σήματα", άρθρο 5. Δικαιούχοι κοινοτικών σημάτων. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων δημοσίου δικαίου, δύναται να είναι δικαιούχος κοινοτικού σήματος.
Άρθρο 6. Τρόπος κτήσεως του κοινοτικού σήματος. Το κοινοτικό σήμα αποκτάται με την καταχώριση. Άρθρο 8. 1. Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση: α) εάν ταυτίζεται με το προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, για τα οποία ζητείται το σήμα, ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα, β) εάν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα, ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα. 2.
Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ως "προγενέστερα σήματα" νοούνται: α) τα σήματα τα οποία έχουν κατατεθεί πριν από την ημερομηνία αίτησης κοινοτικού σήματος, αφού ληφθεί υπόψη, ενδεχομένως, το προβαλλόμενο δικαίωμα προτεραιότητας, για τα σήματα αυτά και τα οποία ανήκουν στις ακόλουθες κατηγορίες: i) κοινοτικά σήματα, ii) σήματα καταχωρισμένα σε κράτος μέλος ή όσον αφορά το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και τις Κάτω Χώρες, στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ, iii) σήματα που έχουν αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς καταχώρισης, η οποία ισχύει σε ένα κράτος μέλος, iv) σήματα που έχουν καταχωρισθεί δυνάμει διεθνών διευθετήσεων οι οποίες ισχύουν στην Κοινότητα, β) οι αιτήσεις σημάτων που αναφέρονται στο στοιχείο α), υπό την επιφύλαξη της καταχώρισής τους, γ) τα σήματα τα οποία, κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης κοινοτικού σήματος ή, ενδεχομένως, την ημερομηνία της προτεραιότητας που προβάλλεται σε υποστήριξη της αίτησης κοινοτικού σήματος, ήσαν παγκοίνως γνωστά σε ένα κράτος μέλος κατά την έννοια του άρθρου 6α της σύμβασης των Παρισίων.".
Άρθρο 9. 1. Το κοινοτικό σήμα παρέχει στον δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ο δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο, να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του: α) κάθε σημείο που ταυτίζεται με το κοινοτικό σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί.
β) κάθε σημείο για το οποίο, λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητάς του με το κοινοτικό σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών οι οποίες καλύπτονται από το κοινοτικό σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης από μέρους του κοινού, ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης μεταξύ σημείου και σήματος, γ) σημείο που ταυτίζεται ή ομοιάζει με το κοινοτικό σήμα, για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ομοιάζουν με εκείνες για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το κοινοτικό σήμα, εάν αυτό χαίρει φήμης στην Κοινότητα και η χρησιμοποίηση χωρίς εύλογη αιτία του σημείου θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του κοινοτικού σήματος ή θα έβλαπτε τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη. 2.
Μπορεί, ιδίως, να απαγορεύεται, εάν πληρούνται οι όροι της παραγράφου 1: α) η επίθεση του σημείου επί των προϊόντων ή της συσκευασίας τους, β) η προσφορά των προϊόντων, η εμπορία ή η κατοχή τους προς τους σκοπούς αυτούς ή η προσφορά ή παροχή υπηρεσιών υπό το σημείο αυτό, γ) η εισαγωγή ή εξαγωγή των προϊόντων υπό το σημείο αυτό, δ) η χρησιμοποίηση του σημείου σε επαγγελματικό έντυπο υλικό και στη διαφήμιση. 3.
Το δικαίωμα που παρέχει το κοινοτικό σήμα αντιτάσσεται κατά τρίτων από την ημερομηνία της δημοσίευσης της καταχώρισης του σήματος...". Άρθρο 12. Περιορισμός των αποτελεσμάτων του κοινοτικού σήματος. Το δικαίωμα που παρέχει το κοινοτικό σήμα δεν επιτρέπει στον δικαιούχο του να απαγορεύει στους τρίτους τη χρήση στις συναλλαγές:
α) του ονόματος ή της διεύθυνσής του, β) ενδείξεων περί το είδος, την ποιότητα, την ποσότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών τους, γ) του σήματος, εάν είναι αναγκαίο, για να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, ιδίως όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά, εφόσον η χρήση γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή το εμπόριο.
Τέλος, με την παρ. 2 του άρθρου 66 του ίδιου Κανονισμού, ορίζεται ότι: "Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο γ), συλλογικά κοινοτικά σήματα κατά την έννοια της παραγράφου 1 μπορούν να αποτελέσουν σημεία ή ενδείξεις που δύνανται να χρησιμεύσουν στο εμπόριο για δήλωση της γεωγραφικής προέλευσης των προϊόντων ή των υπηρεσιών.
Το συλλογικό σήμα δεν επιτρέπει στον δικαιούχο να απαγορεύει στους τρίτους τη χρήση στις συναλλαγές τέτοιων σημείων ή ενδείξεων, εφόσον αυτή η χρήση γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή το εμπόριο, ειδικότερα, αυτό το σήμα δεν μπορεί να αντιταχθεί σε τρίτο που έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί γεωγραφική ονομασία".
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, ο δικαιούχος κοινοτικού σήματος, προστατεύεται έναντι τρίτων, που το χρησιμοποιούν χωρίς τη συγκατάθεσή του, από την ημερομηνία της δημοσίευσης της καταχώρισης του σήματός του στην επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ. Σε περίπτωση δε σύγκρουσης μεταξύ δύο κοινοτικών σημάτων, που και τα δύο έχουν καταχωρισθεί νομίμως, ισχύει, ως προς την προστασία τους, η αρχή της χρονικής προτεραιότητας, δηλαδή, τεκμαίρεται ότι ο δικαιούχος του πρώτου σήματος συγκεντρώνει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να τύχει της κοινοτικής προστασίας, έναντι του δικαιούχου εκείνου, που καταχωρίσθηκε δεύτερο.
Από τις ίδιες, ως άνω, διατάξεις, συνάγεται, περαιτέρω, ότι ο δικαιούχος του προκαταχωρισθέντος σήματος, τυγχάνει προστασίας έναντι του δικαιούχου μεταγενεστέρως καταχωρισθέντος σήματος, χωρίς να απαιτείται να έχει, προηγουμένως, ακυρωθεί ή διαγραφεί το τελευταίο σήμα (μετά από ανακοπή κλπ. άλλου δικαιούχου), με εξαίρεση τις περιπτώσεις, που αναφέρονται στα άρθρα 12 και 66 παρ. 2 του ως άνω Κανονισμού (η τελευταία αφορά συλλογικό κοινοτικό σήμα), κατά τις οποίες ο δικαιούχος, καταχωρισθέντος κοινοτικού σήματος (ατομικού ή συλλογικού) δεν προστατεύεται, έναντι τρίτων ή δικαιούχου μεταγενεστέρου κοινοτικού σήματος, εφόσον αυτοί το χρησιμοποιούν σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, που ισχύουν στη βιομηχανία ή το εμπόριο (ΔEE C-491/14, ΔΕΕ C-561/11).
Περαιτέρω, με το άρθρο 104, του ίδιου Κανονισμού (207/2009), ορίζεται ότι: "1. Εφόσον δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι συνέχισης της δίκης, ένα δικαστήριο κοινοτικών σημάτων που έχει επιληφθεί αγωγής, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 96, εκτός της αναγνωριστικής αγωγής μη παραποίησης/απομίμησης, αναστέλλει τη διαδικασία, είτε με δική του πρωτοβουλία και αφού ακούσει τους διαδίκους, είτε με αίτηση ενός διαδίκου και αφού ακούσει τους λοιπούς διαδίκους, εάν το κύρος του κοινοτικού σήματος έχει ήδη αμφισβητηθεί με ανταγωγή ενώπιον άλλου δικαστηρίου κοινοτικών σημάτων ή εάν έχει ήδη υποβληθεί ενώπιον του Γραφείου αίτηση έκπτωσης ή ακυρότητας. 2.
Εφόσον δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι συνέχισης της δίκης, το Γραφείο, όταν έχει επιληφθεί αίτησης έκπτωσης ή ακυρότητας, αναστέλλει τη διαδικασία είτε με δική του πρωτοβουλία και αφού ακούσει τους διαδίκους, είτε με αίτηση ενός διαδίκου και αφού ακούσει τους λοιπούς διαδίκους, εάν το κύρος του κοινοτικού σήματος έχει ήδη αμφισβητηθεί με ανταγωγή ενώπιον δικαστηρίου κοινοτικών σημάτων.
Ωστόσο, αν το ζητήσει ένας από τους διαδίκους στη δίκη ενώπιον του δικαστηρίου κοινοτικών σημάτων, το δικαστήριο μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία, αφού ακούσει τη γνώμη και των άλλων διαδίκων. Στην περίπτωση αυτή, το Γραφείο συνεχίζει τη διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιόν του. 3. Το δικαστήριο κοινοτικών σημάτων που αναστέλλει τη διαδικασία, μπορεί να διατάσσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για όλη τη διάρκεια της αναστολής.".
Στη συνέχεια, με τον Κανονισμό 2015/2424 (σημείο 11 αυτού), τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, η παράγραφος 1 του άρθρου 9 του πρώτου Κανονισμού (2009/207), η οποία ορίζει ότι: "Με την καταχώριση σήματος της ΕΕ παρέχονται στον δικαιούχο αποκλειστικά δικαιώματα επ' αυτού" και μεταξύ των άρθρων 13 και 14 του ως άνω πρώτου Κανονισμού προστέθηκε το (νέο) άρθρο 13α (σημείο 15 ΚΑΝ 2015/2424), το οποίο στην παρ. 1 αυτού ορίζει ότι: "Στις διαδικασίες για προσβολή, ο δικαιούχος σήματος της ΕΕ δεν δικαιούται να απαγορεύσει τη χρήση μεταγενέστερα καταχωρισμένου σήματος της ΕΕ, εφόσον το μεταγενέστερο σήμα δεν κηρύσσεται άκυρο κατ' εφαρμογή του άρθρου 53 παράγραφος 1, 3 ή 4, του άρθρου 54 παράγραφος 1 ή 2, ή του άρθρου 57 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.".
Έτσι, με τις ως άνω τροποιητικές (νέες) διατάξεις, μεταβλήθηκε το ισχύον, μέχρι τότε, νομικό καθεστώς της προστασίας των καταχωρισθέντων κοινοτικών σημάτων, με βάση την, απορρέουσα από τις, προηγούμενες αυτών, διατάξεις του Κανονισμού 2009/207, όπως αυτές είχαν ερμηνευθεί από τη σχετική Νομολογία του ΔΕΕ, αρχή της, μεταξύ τους, χρονικής προτεραιότητας, κατά την οποία η προστασία του κοινοτικού σήματος, που είχε καταχωρισθεί πρώτο υπερίσχυε αυτής του μεταγενεστέρου σήματος και, πλέον, ορίσθηκε ως προϋπόθεση αυτής η προηγούμενη ακύρωση ή διαγραφή του τελευταίου.
Οι ως άνω νέες διατάξεις, στις οποίες δεν προσδόθηκε αναδρομική ισχύς, ούτε είναι ερμηνευτικές, άρχισαν να ισχύουν, κατ' άρθρο 4 του τελευταίου Κανονισμού (2015/2424), στις 23-03-2016.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε, κατ' ουσία, την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της εκκαλούμενης 10077/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δημοσιεύθηκε την 01-07-2015 και δέχθηκε, εν μέρει, την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου Ιδρύματος, με αντικείμενο την προστασία αυτού, ως δικαιούχου, νόμιμα καταχωρισθέντος, κοινοτικού σήματος, κατ' αμφότερες τις, σωρευόμενες σ' αυτή, νομικές βάσεις, ήτοι κατ' αυτή από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κανονισμού (207/2009), όπως αυτές ίσχυαν πριν την, κατά τ' ανωτέρω, τροποποίησή τους, καθώς και κατ' εκείνη (νομική βάση) από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 13 του ν. 146/1914, περί αθεμίτου ανταγωνισμού, με τις ακόλουθες, επί λέξει, παραδοχές: "Στην προκειμένη περίπτωση, από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος της ενάγουσας και την ανωμοτί κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης..., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, από την από 15-1-2015 ένορκη δήλωση μαρτύρων που δόθηκε με την επιμέλεια τον ενάγοντος ενώπιον του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας μετά από νομότυπη (βάσει των άρθρων 4 και 15 τον Κανονισμού 93/2007 του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Της 13ης Νοεμβρίου 2001 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις) και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης...
και από όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα στον πρώτο βαθμό προσκόμισαν και ήδη με επίκληση επαναπροσκομίζουν, ως και εκείνα, που επικαλούνται και παραδεκτά τιροσκομίζουν για πρώτη φορά στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια..., τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων..., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας ήταν δικαιούχος του με αριθμό εγγραφής .../22-2-1999 συλλογικού κοινοτικού σήματος, το οποίο κατατέθηκε στο Γραφείο για την Εναρμόνιση στην Εσωτερική Αγορά (Γ. και ήδη Ο.), αποτελείται από τη λέξη "..", καταχωρήθηκε στις 14-7-2000 και ισχύει για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Κοινότητα (βάσει της ισχύουσας αρχής της ενότητας του συστήματος του κοινοτικού σήματος) μέχρι τις 22-2-2019 και διακρίνει προϊόντα της κλάσεως 29 (τυρί).
Επιπλέον, η Κυπριακή Δημοκρατία είναι δικαιούχος των κάτωθι αναφερόμενων σημάτων: 1). Του Κυπριακού Σήματος Πιστοποίησης ΧΑΛΛΟΥΜΙ - HALLOΥMI, που καταχωρήθηκε στις 25 Ιουνίου 1992 με αριθμό καταχώρησης ... και διακρίνει προϊόντα στην κλάση 29 (τυροκομικά προϊόντα), 2) Του Κυπριακού Σήματος ΧΑΛΛΟΥΜΙ - HALLOΥMI, που καταχωρήθηκε στις 25 Ιουνίου 1992, με αριθμό καταχώρησης ...
και διακρίνει προϊόντα στην κλάση 29 (τυροκομικά προϊόντα), 3) Τον Αγγλικού Σήματος Πιστοποίησης HALLOΥMI, που καταχωρήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2002, με αριθμό καταχώρησης ... και διακρίνει προϊόντα στην κλάση 29 (τυροκομικά προϊόντα), 4) Του Σήματος Πιστοποίησης HALLOΥMI στις ΗΠΑ, που καταχωρήθηκε στις 10 Απριλίου 1990, με αριθμό καταχώρησης ....489 και διακρίνει τυρί.
Το ενάγον Ίδρυμα με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΤΥΡΙΟΥ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΟΝΟΜΑΖΟΝΕΝΟΥ ΧΑΛΛΟΥΜΙ", που εδρεύει στην …, συνεστήθη με την από 8-1-2013 ιδρυτική πράξη, που καταρτίσθηκε μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Οργανισμού Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας, η οποία καταχωρήθηκε στο μητρώο ιδρυμάτων που τηρεί ο Έφορος Σωματείων και Ιδρυμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, με αριθμό μητρώου ….
Το ίδρυμα περιλαμβάνει πενήντα μία (1) κυπριακές μονάδες παραγωγής και εξαγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων και έχει ως σκοπούς της δράσης του την ανάπτυξη της παραγωγής του ειδικού τύπου κυπριακού τυριού με την ονομασία χαλλούμι, που παράγεται με βάση παραδοσιακές αυθεντικές μεθόδους παραγωγής, την προστασία του εν λόγω παραδοσιακού τυριού από απομιμήσεις στην Κύπρο και στο εξωτερικό και την αγροτική, οικονομική και εμπορική εν γένει ανάπτυξη που στηρίζεται στην παραγωγή του προϊόντος.
Δυνάμει της από 22-1-2013 συμφωνίας μεταβίβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του άνω Οργανισμού Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας και του ενάγοντος ιδρύματος, η οποία καταχωρήθηκε στο φάκελο του Γραφείου Κοινοτικού Σήματος. Το ανωτέρω κοινοτικό σήμα μεταβιβάσθηκε νομότυπα, κατ' άρθρο 17 παρ. 1 του Κανονισμού (207/2009), στο ενάγον Ίδρυμα για το προϊόν, για το οποίο αυτό είχε καταχωρισθεί.
Επομένως, η καθεμία από τις 51 γαλακτοκομικές τυροκομικές παραγωγικές μονάδες - μέλη του ενάγοντος ιδρύματος - δικαιούται να το χρησιμοποιεί με την αναγραφή της ένδειξης αυτής επί του ειδικού τύπου παραδοσιακού τυριού, το οποίο παρασκευάζει και διαθέτει προς πώληση στην εσωτερική και στην κοινοτική αγορά, τηρώντας απαρέγκλιτα τις προδιαγραφές και τους κανόνες, που έχουν καθορισθεί με τον Κανονισμό του 1985 περί Κυπριακών Προτύπων και Ελέγχου Ποιότητας, που εγκρίθηκε από την Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας και εκδόθηκε από τον Υπουργό Εμπορίου και Βιομηχανίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Παράλληλα, η Κυπριακή Δημοκρατία προώθησε, τον Ιούλιο του έτους 2014, κατόπιν αποφάσεως του αρμόδιου Υπουργού Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, την σχετική αίτηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για καταχώρηση της ονομασίας "ΧΑΛΛΟΥΜΙ" ως Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης. (Π. Ο. Π). Το σήμα του ενάγοντος απολαμβάνει αυξημένου βαθμού καθιέρωσης στις συναλλαγές, έχει γίνει γνωστό στο καταναλωτικό κοινό των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και διεθνώς, απολαμβάνει λόγω της εξαιρετικής ποιότητας και της γεύσης του μεγάλης επιδοκιμασίας - από το καταναλωτικό κοινά, ήτοι από τον μέσο καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, αφού το καλυπτόμενο από αυτό, προϊόν απευθύνεται στο σύνολο των καταναλωτών και έχει καταστεί ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα προσδιορισμού της προέλευσης του εν λόγω προϊόντος από τις κυπριακές παραγωγικές μονάδες γαλακτοκομικών προϊόντων - εγκεκριμένα μέλη του ιδρύματος.
Από τα προσαγόμενα και επικαλούμενα από το ενάγον σχετικά έγγραφα προκύπτει ότι το έτος 2012 τα μέλη του ιδρύματος παρήγαγαν 8.453.220 κιλά του χαρακτηριστικού αυτού τύπου τυριού, από τα οποία 2.297.256 κιλά προωθήθηκαν στην κυπριακή αγορά και 6.245.966 κιλά σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, το Εμπορικό Κέντρο της Κυπριακής Δημοκρατίας δαπάνησε για την διαφημιστική προβολή και προώθηση του χαρακτηριστικού αυτού τυριού (ενδεικτικά) το έτος 2002 το ποσό των 48.962 ευρώ, το έτος 2006 το ποσό των 87.282 ευρώ, το έτος 2007 το ποσό των 77.034 ευρώ, το έτος 2009 το ποσό των 62.035 ευρώ και το έτος 2011 το ποσό των 71.879 ευρώ.
Επομένως...το ανωτέρω σήμα έχει καταστεί σήμα φήμης, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 5 και 9 παρ. 1 περ. γ' του Κανονισμού για το κοινοτικό σήμα, έχει αυξημένη διακριτική δύναμη και απολαμβάνει διευρυμένη προστασία λαμβάνοντας υπόψη τα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα:
α) τον αυξημένο βαθμό καθιέρωσης του σήματος στις συναλλαγές, β) την άριστη ποιότητα του προϊόντος και την ιδιαίτερα θετική εκτίμηση του καταναλωτικού κοινού γι' αυτό, γ) το μέγεθος των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν για την διαφημιστική του προβολή, δ) τη χρονική διάρκεια της χρησιμοποίησής του και ε) τη μεγάλη γεωγραφική έκταση εντός της οποίας το σήμα χαίρει φήμης, στ) τη μοναδικότητά του, υπό την έννοια ότι δεν έχει φθαρεί, χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα.
Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από την από 4-3-2015 απόφαση του Τμήματος Ενστάσεων τον Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά, που επικαλείται και rτροσκομίζει η εναγομένη, με την οποία απορρίφθηκε η υπ' αριθμ. ... ένσταση των τριών δικαιούχων των αντίστοιχων κοινοτικών εμπορικών σημάτων ... "...", ... "..." και ... "...
LTD PAP SΙΝCΕ 1967" κατά της αιτήσεως (με αριθμ. ...) για την καταχώρηση του δικού της (εναγομένης) εμπορικού κοινοτικού σήματος (για το οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω), με το αιτιολογικό ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 παρ. 5 του Κανονισμού, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι τα ως άνω προγενέστερα σήματά έχουν καταστεί σήματα φήμης, αφού η απόφαση αυτή δεν αφορά το επίδικο κοινοτικό συλλογικό σήμα του ενάγοντος και έχει εκδοθεί μεταξύ άλλων διαδίκων.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι αποδείχθηκε πως το ανωτέρω σήμα του ενάγοντος απέκτησε την ιδιότητα σήματος φήμης, το οποίο απολαμβάνει διευρυμένης νομικής προστασίας, δεν έσφαλε και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις που προσήχθησαν ενώπιόν του και ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ανώνυμη εταιρία εδρεύει στην ... και δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής και διάθεσης τυροκομικών προϊόντων. Η ίδια τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2014 εξέθεσε στο περίπτερο που διατηρούσε στην 9η Έκθεση ΗORECA, στο χώρο της ΜΕΤRΟΠΟLΙΤΑΝ ΕΧΡΟ, στο αεροδρόμιο "Ελευθέριος Βενιζέλος" των Αθηνών, ένα τύπο τυριού, στη συσκευασία του οποίου στο πάνω μέρος αυτού αναγραφόταν με μεγάλα έντονα πράσινα γράμματα η λεκτική ένδειξη "HALLOYMI", κάτω από την οποία αναγράφονταν οι λεκτικές ενδείξεις "Χαλλούμι" "...", η πρώτη με μικρότερα, η δεύτερη με μεγαλύτερα και η τρίτη με πολύ μικρά γαλάζια γράμματα, ακολουθούμενες από απεικόνιση από τρία ψημένα κομμάτια χαλουμιού πάνω σε λαχανικά.
Κάτω από την απεικόνιση αυτή αναγραφόταν στην αγγλική γλώσσα με μικρά γράμματα η φράση "Μediterranean cusine under AUTHENTIC CΥΡRΙΟΤ reciρe" (δηλαδή μεσογειακή κουζίνα με αυθεντική κυπριακή συνταγή) και στο κάτω μέρος διακρινόταν ή επωνυμία "..." και με πολύ μικρά γράμματα οι λεκτικές ενδείξεις "... SIΝCΕ 1927". Το ανωτέρω προϊόν της επιχείρησης της εναγόμενης διατέθηκε προς πώληση στις 11-6-2014 στο κατάστημα τροφίμων του Δ.
Ε., επί της οδού ..., στον ..., και στις 15-10-2014, στο παντοπωλείο της Ε. Χ., στην .... Οι λεκτικές ενδείξεις "Halloumi" και "Χαλλούμι", που αναγράφονται στο πάνω μέρος της συσκευασίας του προϊόντος της εναγομένης σε ελληνικούς και λατινικούς χαρακτήρες, αποτελούν το κυρίαρχο στοιχείο της συσκευασίας του τελευταίου για τον μέσο καταναλωτή, ο οποίος αναγιγνώσκει τα επίδικα σημεία από την κορυφή προς το βάθος της συσκευασίας και επομένως εστιάζει την προσοχή του σε αυτά.
Οι λεκτικές αυτές ενδείξεις συνιστούν οπτική, ηχητική, φωνητική και εννοιολογική αντιγραφή (για το ελληνικό καταναλωτικό κοινό) του κοινοτικού σήματος και διακριτικού γνωρίσματος του ενάγοντος σε λατινικούς και ελληνικούς χαρακτήρες με την επουσιώδη διαφορά της αναγραφής τους με μικρά αντί των κεφαλαίων γραμμάτων του συλλογικού κοινοτικού σήματος του ενάγοντος.
Επομένως, ο μέσος, μετρίων γνώσεων και παρατηρητικότητας καταναλωτής, ο οποίος θα αντικρύσει τη συσκευασία ή το ίδιο το προϊόν εναγομένης με τις πανομοιότυπες με το σήμα του ενάγοντος λεκτικές ενδείξεις "Halloumi" και "Χαλλούμι", χωρίς να υπεισέλθει σε λεπτομερή εξέταση και ανάλυση των σημείων που διακρίνουν το προϊόν, θα ανακαλέσει συνειρμικά στη μνήμη του το επίδικο σήμα φήμης του ενάγοντος, ανεξαρτήτως της προσθήκης των λοιπών λεκτικών ενδείξεων και της προαναφερόμενης απεικόνισης επί της συσκευασίας της του προϊόντος, λαμβάνοντας υπόψη:
α) την ταύτιση των προϊόντων των διαδίκων (πρόκειται για συγκεκριμένο τύπο τυριού που αποτελεί βασικό είδος διατροφής), β) Το γεγονός ότι αυτά απευθύνονται στο ίδιο καταναλωτικό κοινό, γ) την έντονη αναγνωρισιμότητα και την ιδιαίτερη εκτίμηση του καταναλωτικού κοινού για το προϊόν του ενάγοντος και δ) την ισχυρή φήμη του επίδικου σήματος, τον αυξημένο βαθμό καθιέρωσής του στις συναλλαγές και τον διακριτικό του χαρακτήρα.
Οι προαναφερόμενες λεκτικές και απεικονιστικές προσθήκες επί της συσκευασίας του διατιθέμενου προς πώληση προϊόντος της εναγομένης δεν αναιρούν και τον κίνδυνο σύγχυσης για την προέλευση των προϊόντων της επιχείρησής της, διότι υπερισχύει η συνολική οπτική εντύπωση που αποκομίζει ο μέσος καταναλωτής με μια αυθόρμητη επαφή και παρατήρηση (όπου δεσπόζουν, όπως προαναφέρθηκε, οι κυρίαρχες λέξεις "Halloumi" και "Χαλλούμι"), ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πρόκειται για σήμα φήμης, για την προστασία του οποίου, όπως προεκτέθηκε...
δεν απαιτείται κίνδυνος σύγχυσης. Επομένως η ενέργεια αυτή της εναγομένης συνιστά παράνομη χρήση του συλλογικού κοινοτικού σήματος του ενάγοντος, διότι γίνεται χωρίς την άδεια και τη συναίνεσή του και παράλληλα δημιουργεί τη συνειρμική εντύπωση στο μέσο καταναλωτή ότι το προϊόν που αυτή διαθέτει προς πώληση προέρχεται από επιχείρηση - μέλος του ιδρύματος ή επιχείρηση που βρίσκεται σε κάποιου είδους οικονομικό και γενικότερο οργανωτικό δεσμό με το ενάγον ίδρυμα...ή ότι ενδεχομένως η εναγομένη επεξέτεινε τη δραστηριότητά της και στα προϊόντα διακίνησης του τελευταίου, καθώς και ότι το προϊόν που η τελευταία διαθέτει, έχει παρασκευασθεί με τις προδιαγραφές που καθορίζονται από την κυπριακή νομοθεσία και διέπουν τον τρόπο παρασκευής του προϊόντος που ακολουθούν τα μέλη του ιδρύματος, χωρίς στην πραγματικότητα να συμβαίνει καμία από τις περιπτώσεις αυτές.
Ας σημειωθεί ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης στην ανωμοτί κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ανέφερε ότι διατηρεί εμπορική συνεργασία με την κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία "... & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ", η οποία δεν προέκυψε ότι συμπεριλαμβάνεται στις 51 κυπριακές μονάδες παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων - μέλη του ιδρύματος, που δικαιούνται να χρησιμοποιούν το σήμα το ενάγοντος επί του παραδοσιακού τυριού που παράγουν και διαθέτουν προς πώληση.
Με βάση τα προαναφερόμενα η εναγομένη, χρησιμοποιώντας το σήμα φήμης του ενάγοντος στο προϊόν που παράγει, επιδιώκει να επωφεληθεί αθέμιτα από την έλξη, τη φήμη και το κύρος του επίδικου σήματος, καθώς και να εκμεταλλευθεί, χωρίς να καταβάλει κανένα χρηματικό αντίτιμο και χωρίς η ίδια να μοχθήσει, προς τούτο, την εμπορική προσπάθεια, που καταβάλει το ενάγον ίδρυμα, για να οικοδομήσει, να καθιερώσει και να εδραιώσει τη φήμη του, με απώτερο σκοπό την απόσπαση πελατείας και τον σκοπό ανταγωνισμού του, ο οποίος είναι αθέμιτος ως αντικείμενος στα χρηστά (συναλλακτικά) ήθη.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι, η λέξη "Halloumi" αποτελεί περιγραφική ένδειξη, πού χαρακτηρίζει ένα προϊόν (παραδοσιακό τύπο τυριού), το οποίο προέρχεται από συγκεκριμένη περιοχή και ότι η εκ μέρους της χρησιμοποίησή της στη συσκευασία τον προϊόντος που παράγει, είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, που ισχύουν στη βιομηχανία και το εμπόριο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 2 του Κανονισμού.
Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η εναγομένη χρησιμοποιεί στις εμπορικές της συναλλαγές αυτούσιο το σήμα του ενάγοντος, όχι για να υποδηλώσει το είδος του προϊόντος που παράγει, αλλά στην πραγματικότητα ως διακριτικό γνώρισμα της προέλευσης του εν λόγω προϊόντος από την επιχείρησή της, δημιουργώντας κίνδυνο σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό, το οποίο διαλαμβάνει ότι η παραγωγή του συγκεκριμένου τύπου παραδοσιακού κυπριακού τυριού προέρχεται από επιχείρηση, που εντάσσεται στα μέλη του ιδρύματος ή ακολουθεί τις προδιαγραφές και τον τρόπο παρασκευής του προϊόντος, που καθορίζονται από την κυπριακή νομοθεσία, χωρίς, ωστόσο, τούτο να συμβαίνει και επομένως...
δεν αποτελεί νόμιμη και, κατά τα χρηστά συναλλακτικά ήθη χρήση της εν λόγω ένδειξης . Άλλωστε και στην κοινοτική έννομη τάξη έννοια της χρήσης σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη η οποία διαλαμβάνει έτσι στις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 66 παρ. 2 και 12 περ. γ' του Κανονισμού, ως απαραίτητη προϋπόθεση για τον περιορισμό των αποτελεσμάτων του κοινοτικού σήματος ταυτίζεται με την έννοια της χρήσης, που δεν γίνεται εν είδει σήματος, δηλαδή δεν εκλαμβάνεται από το μέσο καταναλωτή του σχετικού συναλλακτικού κύκλου ότι η χρησιμοποιούμενη ένδειξη λειτουργεί προς διάκριση της προέλευσης των προϊόντων από συγκεκριμένη επιχείρηση στο πλαίσιο του θεμιτού ανταγωνισμού...
Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν κλονίζεται από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την εναγομένη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Οκτωβρίου 2015, επί των υποθέσεων Τ-292/14 και Τ-293/14 της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς, με την οποία απορρίφθηκαν δύο προσφυγές που ασκήθηκαν από την Κυπριακή Δημοκρατία κατά δύο αποφάσεων τον Γραφείου με τις οποίες είχαν απορριφθεί οι αντίστοιχες αιτήσεις της ως Κυπριακής Δημοκρατίας περί καταχωρήσεως των ατομικών κοινοτικών σημάτων των λεκτικών ενδείξεων "HALLOUMI" και "ΧΑΛΟΥΜΙ", με το αιτιολογικό ότι συνέτρεχαν απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 7 παρ. 1, στοιχ.
β' και γ' του Κανονισμού, καθόσον τα αιτούμενα προς καταχώριση σήματα ήταν περιγραφικά των οικείων προϊόντων και στερούνταν διακριτικού χαρακτήρα. Και τούτο διότι η κρίση της ως άνω απόφασης δεν αφορά το επίμαχο συλλογικό κοινοτικό σήμα του ενάγοντος, το οποίο, παρά τον λεκτικό περιγραφικό χαρακτήρα του, έγινε δεκτό προς καταχώριση και καταχωρίστηκε σε παρελθόντα χρόνο από το ίδιο το ως άνω Γραφείο, προφανώς λόγω του ότι είχε διακριτικό χαρακτήρα δια της χρήσεως ...
εξακολουθεί δε μέχρι και σήμερα να είναι σε ισχύ και μην έχει διαγραφεί για οποιοδήποτε λόγο, ώστε να τυγχάνει προστασίας, ενώ το παρόν Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να ελέγξει, ούτε παρεμπιπτόντως, την συνδρομή λόγων ακυρότητας ή διαγραφής του σήματος. Ακόμη, η εναγομένη ισχυρίστηκε πρωτοδίκως με τις προτάσεις και την προσθήκη των προτάσεών της και επαναλαμβάνει με τον πρώτο λόγο της έφεσης ότι είναι δικαιούχος του με αριθμό .../20-9-2013 κοινοτικού σήματος ".../grill est/grill kase ...
SΙΝCΕ 1927", το οποίο κατατέθηκε στο Γραφείο Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά στις 26-9-2013, και ήδη έχει καταχωρισθεί στις 7-9-2015, με ισχύ σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέχρι τις 26-3-2023, προκειμένου να διακρίνει προϊόντα της κλάσεως 29 (τυρί), μετά την τελεσίδικη απόρριψη της υπ' αριθμ. ... ενστάσεως/ανακοπής της κυπριακής εταιρείας "...
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ". Κατά της υπ' αριθμ. ... αιτήσεώς της (εναγομένης) για την κατοχύρωση του παραπάνω σήματος με την από 4-3-2015 απόφαση του Τμήματος Ενστάσεων του Γραφείου Εναρμόνισης και, ως εκ τούτου, έχει αποκλειστικό δικαίωμα στο εν λόγω κοινοτικό σήμα, με όλες τις παρεχόμενες σ' αυτήν από το άρθρο 9 του Κανονισμού, εξουσίες.
Πράγματι, όπως προκύπτει από το από 9-11-2016 ακριβές αντίγραφο του πιστοποιητικού καταχώρησης του Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά και την σε επικυρωμένη φωτοτυπία εκτύπωση από την ηλεκτρονική σελίδα του ως άνω Γραφείου..., αλλά και συνομολογείται από το εφεσίβλητο - ενάγον, η εκκαλούσα - εναγομένη έχει καταστεί (τελεσιδίκως) δικαιούχος του προαναφερθέντος με αριθμό 0...
κοινοτικού σήματος, με ημερομηνία καταχώρησης την 7-6-2015. Ωστόσο και υπό αυτό το δεδομένο, ήτοι την τελεσιδικία της ανωτέρω καταχώρισης (χωρίς το οποίο, σημειωτέον, η εκκαλουμένη, αφού δεν είχε συντελεσθεί κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθώς έκρινε ότι το κοινοτικό σήμα της εναγομένης δεν παρείχε προστασία), ο παραπάνω ισχυρισμός της εναγομένης ελέγχεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού και πάλι η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του Κανονισμού περί αποκλειστικού δικαιώματος χρήσης, που παρέχει το κοινοτικό σήμα, ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αρχής της προτεραιότητας, δυνάμει της οποίας το προκαταχωρισθέν κοινοτικό σήμα υπερισχύει έναντι των καταχωρισθέντων μεταγενέστερα κοινοτικών σημάτων και σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ δύο σημάτων, όπως εν προκειμένω, αυτό που καταχωρίσθηκε πρώτο, ήτοι αυτό του εφεσίβλητου - ενάγοντος (που σημειωτέον δεν έχει προσβληθεί από κανέναν μέχρι σήμερα και είναι σε ισχύ), τεκμαίρεται ότι συγκεντρώνει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να τύχει της κοινοτικής προστασίας, έναντι εκείνου, που καταχωρίσθηκε δεύτερο, ήτοι αυτού της εκκαλούσας - εναγομένης συνεπώς, το αποκλειστικό δικαίωμα του ενάγοντος ως δικαιούχου προγενέστερου κοινοτικού σήματος, να απαγορεύει κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές σημεία πανομοιότυπα ή παρόμοια με το σήμα του, μπορεί επίσης να ασκηθεί και κατά της εναγομένης, που είναι δικαιούχος μεταγενέστερου κοινοτικού σήματος, χωρίς να είναι αναγκαίο το τελευταίο αυτό σήμα να έχει κηρυχθεί προηγουμένως άκυρο...
Επομένως, ορθώς κατ' αποτέλεσμα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός αυτός από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με άλλη αιτιολογία, που αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας...και ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης, που πλήττει την εκκαλουμένη για την απόρριψη του άνω ισχυρισμού είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατόπιν της ανωτέρω παραδοχής, το Δικαστήριο, στην διακριτική ευχέρεια του οποίου εναπόκειται το ζήτημα..., δεν κρίνει αναγκαίο να διατάξει την αναστολή της παρούσας δίκης κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, εωσότου εκδοθεί απόφαση από το Γραφείο Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά, επί των αιτήσεων ακυρώσεως του μεταγενεστέρου κοινοτικού σήματος της εκκαλούσας-εναγομένης, που κατέθεσαν στις 28-12-2015 το εφεσίβλητο-ενάγον Ίδρυμα, καθώς και η Κυπριακή Δημοκρατία κυρίως για τους λόγους κακόπιστης κατάθεσης σήματος και του κινδύνου πρόσκλησης σύγχυσης στους καταναλωτές επειδή το σήμα της εναγομένης εμπεριέχει τις λεκτικές ενδείξεις "Χαλλούμι/Ηalloumi", αφού, όπως προαναφέρθηκε, το προγενέστερο σήμα του ενάγοντος τυγχάνει προστασίας έναντι του μεταγενεστέρου σήματος της εναγομένης, χωρίς να είναι αναγκαίο το τελευταίο να κηρυχθεί προηγουμένως άκυρο, γι' αυτό και το σχετικό αίτημα τής εκκαλούσας, που υποβάλλεται με τις προτάσεις της στο παρόν Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, το γεγονός ότι εκκρεμεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το αίτημα της Κυπριακής Δημοκρατίας για την αναγνώριση τής ονομασίας ΧΑΛΛΟΥΜΙ σε Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (Π.Ο.Π) δεν αναιρεί, ούτε εμποδίζει την άσκηση από το ενάγον ίδρυμα των δικαιωμάτων που παρέχονται σ' αυτό από την κοινοτική και ημεδαπή έννομη τάξη για την προστασία του σήματός του από προσβολές τρίτων, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη.
Ακόμη, αποδεικνύεται ότι το ενάγον ίδρυμα ουδέποτε παρέλειψε να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του ενώπιον των ελληνικών διοικητικών αρχών κατά τρίτων, κάθε φορά που γινόταν αντιληπτή η προσβολή του δικαιώματός του στο νόμιμα κατοχυρωμένο σήμα του από τους τελευταίους..., η δε παράνομη χρησιμοποίηση του σήματός του από μεμονωμένες επιχειρήσεις της Βουλγαρίας, της Ουγγαρίας και της Μ.
Βρετανίας λόγω της εξαιρετικής ποιότητας του σηματοδοτούμενου προϊόντος του και της εκ μέρους τους αποκόμισης αθέμιτου οφέλους από την διάθεσή του προς πώληση, αφενός μεν δεν σημαίνει ότι το κοινοτικό του σήμα έχει φθαρεί, χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα, αφετέρου δε επιβεβαιώνει την, ανάγκη προστασίας του δικαιώματος του ενάγοντος σ' αυτό, που ασκείται, μεταξύ άλλων και με την ένδικη αγωγή.
Κατόπιν των ανωτέρω αποδείχθηκε πλήρως ότι η εναγομένη προσέβαλε παρανόμως το απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα του ενάγοντος επί του ειρημένου σήματος και διακριτικού γνωρίσματος του με την διάθεση και πώληση στο καταναλωτικό κοινό των προϊόντων της, στη συσκευασία των οποίων αναγράφονται λεκτικές ενδείξεις "Ηalloumi" ή "Χαλούμι", χωρίς την άδεια ή την συναίνεση του ενάγοντος, ή προσβολή δε αυτή είναι και υπαίτια, καθόσον η εναγομένη προέβη στις ανωτέρω ενέργειές της εν γνώσει της ότι παραβιάζει τα δικαιώματα του ενάγοντος επί του κατοχυρωμένου συλλογικού κοινοτικού σήματος και διακριτικού του γνωρίσματος, βλάπτοντας τον διακριτικό του χαρακτήρα και τη φήμη του.
Από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, το ενάγον ίδρυμα υπέστη ηθική βλάβη, διότι μειώθηκε η πίστη, το κύρος και η δραστηριότητά του ως νομικού προσώπου και παράλληλα προσβλήθηκε και αποδυναμώθηκε η φήμη και η αξία του συλλογικού κοινοτικού του σήματος, καθώς η εναγομένη αντλεί αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα και τη φήμη του και πωλεί και διαθέτει στο καταναλωτικό κοινό προϊόντα, τα οποία δεν παρασκευάζονται με τις προδιαγραφές που καθορίζονται από την κυπριακή νομοθεσία και δεν είναι εφάμιλλα με τα προϊόντα των μελών του ενάγοντος, αφού δεν υπόκεινται σε έλεγχο από τα αρμόδια όργανα του ιδρύματος ως προς τον τρόπο και τα υλικά παρασκευής τους, γεγονός που συνεπάγεται τη δυσφήμηση και την υποτίμηση του εν λόγω σήματος.
Λαμβανομένων δε υπόψη του είδους της προσβολής του, της έκτασης αυτής, των συνθηκών της τέλεσης της άνω παράνομης και υπαίτιας πράξης, της οικονομικής κατάστασης των μερών και των εν γένει περιστάσεων, πρέπει να ορισθεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση αυτού, το ποσό των 10.000 ευρώ...Σύμφωνα με όλα αυτά, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε σε όμοια με την ανωτέρω κρίση και δέχθηκε την αγωγή και ως προς τις δύο βάσεις της (ήτοι τόσο ως προς την βάση με έρεισμα την προστασία του κοινοτικού συλλογικού σήματος, που κατέστη και σήμα φήμης, όσο και ως προς την βάση με έρεισμα τις διατάξεις των άρθρων 1 και 13 του ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού) ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, όλοι δε οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, και συνακολούθως και η έφεση πρέπει, μετά την απόρριψη όλων των λόγων, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν...".
Εφόσον, όμως, η εκκαλούμενη (πρωτόδικη) απόφαση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της δημοσιεύθηκε την 01-07-2015, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος, στις 23-03-2016 των επικαλουμένων, από την αναιρεσείουσα, νέων, διατάξεων του Κανονισμού 2424/2015, με τις οποίες τροποποιήθηκαν οι εφαρμοσθείσες, στην προκειμένη περίπτωση, διατάξεις του, προηγούμενου, Κανονισμού 207/2009, ως αυτές είχαν, δηλαδή, πριν την τροποποίησή τους, το Εφετείο, σύμφωνα με τα όσα έχουν, ήδη, προαναφερθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν ήταν υποχρεωμένο, κατά νόμο, να εφαρμόσει τις νέες διατάξεις και δεν τις παραβίασε, με το να μη τις εφαρμόσει, διότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, δεδομένου ότι αυτές δεν ίσχυαν κατά τον ως άνω χρόνο δημοσίευσης της πρωτοβάθμιας απόφασης (01-07-2015), η οποία δεν εξαφανίσθηκε και επικυρώθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 9 και 13α του Κανονισμού 207/2009, όπως η πρώτη τροποποιήθηκε και η δεύτερη προστέθηκε με τον Κανονισμό 2424/2015 και ισχύουν από 23-03-2016, συντελεσθείσα με την παράλειψη της εφαρμογής τους, πρέπει να απορριφθεί.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο, επικουρικώς προς την ως άνω αιτίαση, του πρώτου σκέλους αυτού, αποδίδεται στο Εφετείο ευθεία παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 104 του Κανονισμού 207/2009, συντελεσθείσα με την απόρριψη του αιτήματος της αναιρεσείουσας για αναστολή της δίκης, μέχρι περατώσεως της διαδικασίας διαγραφής του δικού της σήματος, η οποία εκκρεμούσε στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), μετά από σχετική αίτηση του αναιρεσίβλητου, είναι απαράδεκτος.
Και τούτο διότι, οι ως άνω επικαλούμενες, από την αναιρεσείουσα, διατάξεις δεν είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αλλά καθαρά δικονομικές και δεν ιδρύεται, σε περίπτωση παραβίασής τους, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την απόρριψη του σχετικού αιτήματος αυτής (αναιρεσείουσας, εναγομένης), εναπόκειτο στην αναιρετικά ανέλεγκτη διακριτική εξουσία του (ΑΠ 1601/2018, ΑΠ 874/2017, Α.Π.391/2014, Α.Π. 1191/2010, ΑΠ 1258/1986).
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο (2.2 αρίθμηση αναιρετηρίου), από τον αριθμό 4 άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο ότι, με το να εκφέρει κρίση περί της ακυρότητας του σήματος της αναιρεσείουσας, υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, γιατί το ζήτημα αυτό ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), ενώπιον του οποίου, μάλιστα, εκκρεμούσε σχετική αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου και δεν μπορούσε ούτε παρεμπιπτόντως να το κρίνει.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Διότι, στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι το Εφετείο εξέφερε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κρίση (έστω και παρεμπίπτουσα) περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων ακυρότητας ή διαγραφής του επίμαχου σήματος. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν προκύπτει, καθόλου, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ούτε και αποτελούσε το ζήτημα αυτό αντικείμενο της δίκης.
Περαιτέρω, από τις ίδιες, ως άνω, παραδοχές της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δέχθηκε ότι, η χρήση, από την αναιρεσείουσα, του επίμαχου συλλογικού κοινοτικού σήματος του αναιρεσιβλήτου, το οποίο έχει διακριτικό χαρακτήρα και δεν συνιστά περιγραφική ένδειξη προϊόντος, χρησιμοποιούμενου ευρέως, στην παγκόσμια αγορά, γίνεται αντίθετα προς τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη, που ισχύουν στη βιομηχανία και το εμπόριο και, συνακόλουθα, αυτή δεν μπορεί να το χρησιμοποιεί.
Επομένως, οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος (2.3, αρίθμηση αναιρετηρίου), κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτος, κατά το τελευταίο σκέλος του (αρίθμηση αναιρετηρίου 2.4.5.) αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο ότι παραβίασε, εκ πλαγίου, τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη της παρούσας διατάξεις των άρθρων 12 και 66 παρ. 2 του Κανονισμού 207/2009, γιατί δέχθηκε, με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι το ένδικο σήμα του αναιρεσίβλητου είναι συλλογικό κοινοτικό σήμα με διακριτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί περιγραφική ένδειξη προϊόντος, κρίνονται αβάσιμοι.
Τούτο δε, πέραν του ότι αυτοί οι αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, αφού, με πρόσχημα τις αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη πλημμέλειες, πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, από το Εφετείο, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. O εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου, με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί, που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της κρινόμενης αίτησης (αριθμ. 2.3 αναιρετηρίου), η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη τους, νόμιμα προβληθέντες ενώπιόν του, (αυτολεξεί παρατιθέμενους) ισχυρισμούς της ότι: "...το εμπορικό σήμα του αντιδίκου είναι συλλογικό, και περιλαμβάνει μόνο ένα στοιχείο, τη λέξη "Halloumi".
Πρόκειται για μια λέξη, η οποία χαρακτηρίζει ένα τύπο τυριού, το οποίο παράγεται, σύμφωνα με το αντίδικο, στην Κύπρο αλλά, στην πραγματικότητα και όπως μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ο επ' ακροατηρίω εξετασθείς νόμιμος εκπρόσωπός μας, παράγεται σε όλη τη Μέση Ανατολή π.χ. Τουρκία, Λίβανο, Συρία, όπου είναι γνωστό με τη ονομασία "...", αλλά και στην Ελλάδα.
Κάθε πρόσωπο, που παράγει και εμπορεύεται ένα προϊόν, φροντίζει, ώστε να εξειδικεύει στη συσκευασία αυτού του προϊόντος, τι είδους προϊόν είναι, ώστε να μην απομένει καμία απορία στον καταναλωτή για το είδος του αγαθού, το οποίο βρίσκεται στην προθήκη ή το ράφι ενός καταστήματος πωλήσεως ειδών διατροφής, και να δύναται αυτός ο καταναλωτής να το επιλέξει για την κάλυψη των αναγκών του. "Ετσι, λοιπόν, κάθε τυροκομικό προϊόν φέρει στη συσκευασία του την ένδειξη του είδους του π.χ.
φέτα, κασέρι, γκούντα κ.ο.κ., ώστε ο καταναλωτής να γνωρίζει, τι βλέπει μπροστά του και, εφόσον επιθυμεί να αγοράσει συγκεκριμένο τύπο τυριού, να το αγοράσει βάσει της σχετικής ενδείξεως στη συσκευασία του. Με αυτή τη λογική, άλλωστε, η εταιρεία μας επέλεξε τη δημιουργία ενός εμπορικού σήματος, το οποίο θα ενημέρωνε τον καταναλωτή για το είδος του τυριού, που διακρίνει, άλλως δεν θα τον παραπλανούσε σχετικά με το είδος αυτό καθώς και για την εταιρεία, που το παράγει και πωλεί...Στο χώρο της βιομηχανίας και του εμπορίου, είθισται κάθε επιχείρηση να επιλέγει για τη διάκριση των προϊόντων της από άλλα ομοειδή κάποιο εμπορικό σήμα ή διακριτικό γνώρισμα, το οποίο θα πληροφορεί τον καταναλωτή για το είδος των προϊόντων της, εις τρόπον ώστε αυτός ο καταναλωτής να επιλέξει εκείνο το είδος προϊόντος, που επιθυμεί και το οποίο καλύπτει τις ανάγκες του.
Θα ήταν επιεικώς παράλογο και αντίθετο στα συναλλακτικά ήθη ο νομοθέτης να αποκλείσει από κάθε έμπορο τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί περιγραφικές λέξεις, που χαρακτηρίζουν ένα προϊόν προερχόμενο από συγκεκριμένη περιοχή. Μια τέτοια απαγόρευση θα ανάγκαζε τους εμπόρους να χρησιμοποιούν άλλες λέξεις, οι οποίες δεν θα πληροφορούσαν σωστά τους καταναλωτές για το είδος του προϊόντος, που πωλούν...", αλλά και (γιατί δεν έλαβε υπόψη), το άρθρο 66 παρ. 2 του Κανονισμού, το κείμενο του οποίου παραθέτει αυτούσιο στο αναιρετήριο.
Με το περιεχόμενο αυτό, όμως, ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται σ' αυτόν, δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την αναφερόμενη στην προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας έννοια, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, εναγομένης, προβληθέντες προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, καθώς και επιχειρήματα της ίδιας, αντλούμενα από την, κατά την εκδοχή της, εκτίμηση των αποδείξεων.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 756/2011, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).
Κατ' ακολουθίαν, των ανωτέρω, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος (αριθμ. αναιρετηρίου 2.4), κατά την αιτίασή του, με την οποίαν αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δέχθηκε ως αληθινό, χωρίς απόδειξη, ότι: "...η λέξη Halloumi Χαλλούμι συνιστά διακριτικό γνώρισμα και όχι περιγραφική ένδειξη, ενώ ήταν γνώση κοινής πείρας ότι πρόκειται απλώς για έναν τύπο τυριού που κυκλοφορεί ευρέως στην παγκόσμια αγορά από πληθώρα επιχειρήσεων που δεν έχουν καμία σχέση με το αντίδικο ίδρυμα..", είναι αβάσιμος.
Τούτο δε διότι, από την διαλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα, ήτοι: "... την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος της ενάγουσας και την ανωμοτί κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης..., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, από την από 15-1-2015 ένορκη δήλωση μαρτύρων που δόθηκε με την επιμέλεια τον ενάγοντος ενώπιον του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας μετά από νομότυπη (βάσει των άρθρων 4 και 15 τον Κανονισμού 93/2007 του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Της 13ης Νοεμβρίου 2001 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις) και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης...
και από όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα στον πρώτο βαθμό προσκόμισαν και ήδη με επίκληση επαναπροσκομίζουν, ως και εκείνα, που επικαλούνται και παραδεκτά προσκομίζουν για πρώτη φορά στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια..., τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη, αλλά με βάση τις προσκομισθείσες αποδείξεις, που προαναφέρθηκαν.
Ανεξαρτήτως, βεβαίως, του ότι ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, αφού με πρόσχημα την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια, πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, από το Εφετείο, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην έννοια όμως των αποδεικτικών μέσων δεν περιλαμβάνονται οι αποφάσεις των ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων, καθώς και οι γνωμοδοτήσεις επί νομικών ζητημάτων, τις οποίες επικαλούνται οι διάδικοι για την ερμηνεία διατάξεως νόμου, ή τη λύση που έδωσαν επί νομικού ζητήματος σε άλλη νομική υπόθεση και επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται επί μη λήψεως υπόψη τέτοιου εγγράφου (ΑΠ 176/2016, ΑΠ 358/2011, 93/1996, ΑΠ 1578/1990).
Επομένως, ο ίδιος, ως άνω (τέταρτος), λόγος αναίρεσης, κατά τις αιτιάσεις του, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της, κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος την αναφερόμενη, στο αναιρετήριο, σειρά αποφάσεων του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) και του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ, τις οποίες επικαλέσθηκε και προσκόμισε, σ' αυτό, η αναιρεσείουσα και αφορούν την επίλυση, από τα εν λόγω δικαιοδοτικά όργανα της ΕΕ, σχετικού, με το υπόψη, νομικού ζητήματος, σε άλλες, όμως, υποθέσεις και όχι μεταξύ των παρόντων διαδίκων, δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος, διότι οι, ως άνω, επικαλούμενες, αποφάσεις της ευρωπαϊκής νομολογίας, κατά τ' αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, δεν είναι αποδεικτικά μέσα.
V. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, όλοι οι λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι, ως αλυσιτελείς. Και τούτο διότι, το Εφετείο, όπως προκύπτει, από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, απέρριψε την ένδικη έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή και ως προς την έτερη (σωρευόμενη στην πρώτη, από τις διατάξεις του Κανονισμού 2009/207) νομική της βάση, από τις διατάξεις του ν. 146/1014, περί αθεμίτου ανταγωνισμού και η αιτιολογία του αυτή, που στηρίζει, πλήρως, το ανωτέρω, περί της, εν μέρει, ουσιαστικής βασιμότητας αυτής (αγωγής), διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλομένη, δεν πλήττεται, με κανένα αναιρετικό λόγο (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 437/2011, ΑΠ 1652/2010, ΑΠ 406/2010, ΑΠ 318/2009, ΑΠ 1101/2008, ΑΠ 621/2007).
ΙV. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που νίκησε, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08-03-2018 αίτηση, για αναίρεση της 1126/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου