Legislator Case Law & Legislation
650/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order, upholding tenant's right to terminate lease.

Case Number 650/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the University of Thessaly's appeal against the First Instance Court's eviction order. The tenants successfully argued that the university's refusal to accept the lease offer constituted an abuse of rights under Article 281 of the Civil Code. The court found the lower courts' reasoning sufficient and rejected the university's claim that the tenants exceeded legal limits in exercising their right to terminate the contract.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 556, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: An appeal against a first-instance judgment is inadmissible if the appellate court accepted the appeal formally but rejected it substantively, thereby extinguishing the first-instance judgment.

Keywords

AI generated
abuse of rights lease termination inadmissible appeal public university eviction order

Cited Legislation

AI generated
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 647 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 650 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 650/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με τον τίτλο "Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας", που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. Α. του Δ. και 2) Ξ. - Α. συζ. Ζ. Α., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βουλγαρίδη και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βουλγαρίδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 22-9-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση των οποίων ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-3-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ` ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ` ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (Ολ.ΑΠ 40/1996, ΑΠ 862/2020, ΑΠ 924/2020, ΑΠ 85/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 84/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την εφαρμογή του ν. 4335/2015), το Εφετείο δέχθηκε τυπικά την έφεση κατά της προσβαλλομένης 68/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., και απέρριψε αυτή κατ`ουσίαν. Επομένως, η κρινόμενη 17/20-3-2018 αίτηση αναιρέσεως, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η αίτηση αναιρέσεως, καθό μέρος ερευνάται, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 2 και 3 του π.δ. 715/1979 "Η παραλαβή του μισθίου υπό του Ν.Π.Δ.Δ., ως και η απόδοσις αυτού εις τον εκμισθωτήν μετά την λήξιν της μισθώσεως ενεργείται παρά τριμελούς Επιτροπής συγκροτουμένης εκάστοτε δι' αποφάσεως του διοικούντος το Ν.Π.Δ.Δ. συλλογικού οργάνου, κατά τα οριζόμενα εν τοις παραγράφοις 2, 5 και 6 του άρθρου 2 του παρόντος συντασσομένου πρωτοκόλλου εις διπλούν, εξ ων το εν λαμβάνει ο εκμισθωτής και το έτερον παραδί¬δεται εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν του Ν.Π.Δ.Δ. (παρ. 2).

Ο εκμισθωτής καλείται, εγγράφως και επί αποδείξει όπως παραστή είτε αυτοπροσώπως είτε δι' εξουσιοδοτημένου προσώπου κατά την παραλαβήν ή την εις αυτόν απόδοσιν του μισθίου, αν δεν αρνηθή να προσέλθη κατά την απόδοσιν, συντάσσεται περί τούτου υπό της Επιτροπής πρωτόκολλον, όπερ κοινοποιείται εις αυτόν επί αποδείξει, (παρ. 3)", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 44 του π.δ. 34/1995 "Οι μισθώσεις του παρόντος διατάγματος εφ' όσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σ' αυτό, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα".

Εξ άλλου, ο νόμος 813/1978 "περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων", ο οποίος κωδικοποιήθηκε στο Π.Δ. 34/1995, εισήγαγε ειδικό σύστημα ιδιαίτερης προστασίας της επαγγελματικής στέγης προς προαγωγή του συμφέροντος όχι μόνο του μισθωτή, αλλά και της εθνικής οικο¬νομίας και ως εκ τούτου οι διατάξεις του, καθώς και οι διατάξεις των νόμων, που τροποποιούν ή συμπληρώνουν αυτόν ή περατώνουν αναγκαστικώς τη συμβατική διάρκεια των υπαγομένων στη ρύθμισή του μισθώσεων, είναι ειδικές και κατισχύουν άλλων διατάξεων, από την εφαρμογή των οποίων προκύπτουν έννομα αποτελέσματα αντίθετα ή διαφορετικό εκείνων, που απορρέουν από την εφαρμογή του εν λόγω νό¬μου.

Συγκεκριμένα, οι διατάξεις που ρυθμίζουν την ειδική κατηγορία των εμπορικών μισθώσεων, στις οποίες κατά το άρθρο 1 παρ. 1 στοιχ. β' του Π.Δ. 34/1995 υπάγονται και οι μισθώσεις ακινήτων που συνάπτονται για εγκατάσταση γενικώς εκπαιδευτηρίων, όπως είναι και τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) κατισχύουν και των διατάξεων του Π.Δ. 715/1979 "περί τρόπου ενεργείας υπό των Ν.Π.Δ.Δ.

προμηθειών, μισθώσεων, εκμισθώσεων εν γένει κ.λπ." όχι όμως γενικά, καθολικά και αδιακρίτως αλλά υπό προϋποθέσεις και δη μόνον εάν από την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 715/1979 προκύπτουν έννομα αποτελέσματα αντίθετα ή διαφορετικά από τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 34/1995, όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση της διατάξεως του άρθρου 36 παρ. 3 του τελευταίου π.δ. 715/1979, που ρυθμίζει την αζήμια μονομερή λύση της μισθώσεως από τα Ν.Π.Δ.Δ.

σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων της εν λόγω διάταξης, ο¬πότε κατισχύει η διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, με την οποία ορίζονται οι προϋποθέσεις και οι συνέπειες της καταγγελίας της εμπορικής μισθώσεως από το μι¬σθωτή πριν από τη συμπλήρωση του συμβατικού χρόνου, δηλαδή πάροδος διετίας, έγγραφη καταγγελία, επέλευση των αποτελεσμάτων μετά εξάμηνο, αποζημίωση τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων (βλ.

ΑΠ 1063/2015, ΑΠ 885/2009, πρβλ ΑΠ 1809/2012, ΑΠ 16/2010, ΑΠ 1162/2009, ΑΠ 62/2008, ΑΠ 1429/2000, ΑΠ 553/1995, ΑΠ 480/1992, ΑΠ 1744/1991). Τέτοια, όμως αντίθεση δεν υφίσταται στην περίπτωση των άρθρων 44 του π.δ. 34/1995 και 34 π.δ. 715/1979, καθώς ούτε το άρθρο 44 του π.δ. 34/1995 ή οποιοδήποτε άλλο άρθρο του εν λόγω π.δ. προβλέπει οτιδήποτε για τη διαδικασία αποδόσεως του μισθίου από το μισθωτή στον εκμισθωτή, διαδικασία που, κατά τα προεκτεθέντα, προβλέπεται ρητώς από το άρθρο 34 παρ. 2 και 3 του π.δ. 715/1979, συνακολούθως δε, δεν επέρχονται από την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως του π.δ. 715/1979 αποτελέσματα αντίθετα ή διαφορετικά για το ζήτημα της αποδόσεως του μισθίου ακινήτου από ν.π.δ.δ.

ως μισθωτή σε φυσικό πρόσωπο εκμισθωτή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 59/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2020 Δημ.ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 10/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα της αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: '' οι ενάγοντες, ως συγκύριοι ενός ακινήτου αποτελούμενου από ισόγειο και πρώτο όροφο, συνολικού εμβαδού 461 τ.μ., που βρίσκεται στο Βόλο, επί της οδού ...

και το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. "Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας", δια του νόμιμα προς τούτο εξουσιοδοτημένου Αντιπρύτανη Οικονομικού Προγραμματισμού και Ανάπτυξης, Κ. Γ., κατήρτισαν την από 30.8.2004 σύμβαση μίσθωσης, δυνάμει της οποίας εκμίσθωσαν στο εναγόμενο το παραπάνω ακίνητο (ισόγειο και πρώτο όροφο), προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από το τελευταίο αποκλειστικά για την ανάγκη στέγασης τμημάτων και υπηρεσιών του.

Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε πενταετής, αρχομένης από 1.9.2004 και λήγουσας 31.8.2009, με δυνατότητα παράτασης για μία ακόμα πενταετία. Ως μηνιαίο μίσθωμα δε συμφωνήθηκε το ποσό των 2.500 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως με βάση τον επίσημο ετήσιο πληθωρισμό του προηγούμενου (λήξαντος) έτους, και καταβαλλόμενο στο τέλος κάθε μισθωτικού μήνα με τακτικό ένταλμα πληρωμής στο όνομα των εκμισθωτών, θεωρημένο από την αρμόδια Υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Δυνάμει της υπ' αριθμ. 243/31.7.2009 απόφασης του Πρυτανικού Συμβουλίου του εναγομένου, παρατάθηκε η μίσθωση για μία ακόμη πενταετία, ήτοι μέχρι τις 31.8.2014, κατά τη ρητή πρόβλεψη στην παραπάνω σύμβαση και το μηνιαίο μίσθωμα διαμορφώθηκε στο ποσό των 2.997,63 ευρώ από την 1.9.2009 και για ένα έτος και για τα επόμενα τέσσερα (4) έτη η αύξηση του μισθώματος θα γινόταν σύμφωνα με το δείκτη τιμών του καταναλωτή, όπως ανακοινώνεται από την ΕΣΥΕ.

Περαιτέρω, το εναγόμενο με τις από 30.5.2010 και 8.7.2010 καταγγελίες του, που κοινοποιήθηκαν στον μεν πρώτο των εναγόντων στις 10.6.2010, στη δε δεύτερη εξ αυτών στις 9.7.2010, εξακολουθώντας μέχρι τον παραπάνω χρόνο να κάνει χρήση του μισθίου ως εκπαιδευτήριο για τη διδασκαλία μαθημάτων των Τμημάτων της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών, καθώς και του Τμήματος Μηχανικών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, Τηλεπικοινωνιών και Δικτύων, κατήγγειλε τη μίσθωση, επικαλούμενο τη διαπίστωση πολεοδομικών παραβάσεων στο επίδικο μίσθιο μετά από διερεύνηση της αρμόδιας Εισαγγελίας Πρωτοδικών ..., τη διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης.

Τις πολεοδομικές παραβάσεις που διαπιστώθηκαν θεώρησε το εναγόμενο ουσιώδη πραγματικά και νομικά ελαττώματα του μισθίου που αναιρούν, άλλως παρεμποδίζουν ουσιωδώς τη χρήση του και για το λόγο αυτό, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 240/12.1.2010 έγγραφο του Γενικού Διευθυντή του εναγομένου, αφού τάχθηκε εύλογη προθεσμία στους ενάγοντες για την άρση και την τακτοποίηση των πολεοδομικών παραβάσεων, η οποία παρήλθε άπρακτη, το Πρυτανικό Συμβούλιο του εναγομένου με την υπ' αριθμ. 255/1 6.3.2010 απόφασή του προέβη στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης μίσθωσης.

Επομένως, η μίσθωση λύθηκε στις 10.12.2010, οπότε και επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας, ήτοι μετά την πάροδο προθεσμίας έξι (6) μηνών, αρχομένης, κατ' άρθρο 167 ΑΚ, από την επομένη της περιέλευσης της καταγγελίας στους εκμισθωτές (άρθρο 43 του π.δ/τος 34/1995, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 13 παρ. 1-2 ν. 4242/2014, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, λόγω του χρόνου καταγγελίας της μίσθωσης και στις διατάξεις αυτού (π.δ/τος) υπάγονται και οι μισθώσεις ακινήτων που συνάπτονται γενικώς των εκπαιδευτηρίων, όπως είναι και τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα -Α.Ε.Ι., και έτσι το εναγόμενο οφείλει μέχρι τότε να καταβάλει στους ενάγοντες τα μισθώματα για τους αντίστοιχους μισθωτικούς μήνες στο τέλος εκάστου εξ αυτών.

Ειδικότερα, για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 2010, το ποσό των 2.997,63 ευρώ μηνιαίως, για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του ίδιου έτους, το ποσό των 3.120,53 ευρώ μηνιαίως, όπως το μίσθωμα είχε αναπροσαρμοστεί βάσει της ετήσιας προσαύξησής του, καθώς και για το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Δεκεμβρίου του ιδίου έτους (οπότε έληξε η μίσθωση λόγω της καταγγελίας) το ποσό των 1.040,18 (3.120,53 Χ 1/3) ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 16.397,03 (2.997,63Χ2 μήνες+3.120,53Χ3μήνες+1.040,18) ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα του επόμενου μισθωτικού μήνα έκαστο από τα μισθώματα των μηνών Ιουλίου έως και Νοεμβρίου του έτους 2010, και από τις 11.12.2010 το μίσθωμα για το Δεκέμβριο του ίδιου έτους.

Περαιτέρω, το εναγόμενο οφείλει στους ενάγοντες αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα τεσσάρων (4) μηνών, ήτοι το συνολικό ποσό των 11.990,52 (2.997,63 ευρώ Χ 4 μήνες) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Τα οφειλόμενα αυτά ποσά για τις παραπάνω αιτίες, τα οποία αρνείται να καταβάλει το εναγόμενο, και επιδικάστηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση, δεν προσβάλλονται με ειδικό λόγο έφεσης.

Το εναγόμενο διατείνεται ότι παρακράτησε το μίσθιο ακίνητο και μετά την επελθούσα, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, λύση της μισθωτικής σχέσης, αλλά μόνο μέχρι το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011 και ότι έκτοτε, παρά τις επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις από τους υπαλλήλους των οικονομικών υπηρεσιών του προς τους ενάγοντες, προκειμένου να παραλάβουν τα κλειδιά του μισθίου, οι τελευταίοι απέφευγαν να πράξουν τούτο, με αποτέλεσμα να έχουν καταστεί έκτοτε υπερήμεροι ως προς την απόδοση του μισθίου.

Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, περί παρακράτησης του μισθίου μέχρι το παραπάνω χρόνο (Νοέμβριος 2011), το εναγόμενο προσκομίζει το υπ' αριθμ. 917/16.11.2011 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της εταιρίας "... Ο.Ε.", σύμφωνα με το οποίο μεταφέρθηκε από το επίδικο μίσθιο ο κινητός εξοπλισμός (239 τεμάχια καρεκλοκαθισμάτων σε μεταλλικούς δοκούς συνολικά 51 σειρών στον πρώτο όροφο του κτιρίου επί της οδού Δελμούζου), και το υπ' αριθμ.

πρωτ. 15511/20.12.2011 έγγραφό του προς τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του, με το οποίο γνωστοποίησε την οριστική αποχώρησή του από το επίδικο μίσθιο και ζήτησε να προβεί η παραπάνω Διεύθυνση στις άμεσες ενέργειές της για τη διακοπή των παροχών ηλεκτρικού ρεύματος και ύδρευσης, χωρίς όμως να προκύπτει από μεταγενέστερο σχετικό έγγραφο ότι πράγματι αυτή (διακοπή) συντελέσθηκε.

Ωστόσο, από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται μεν η εκκένωση του μισθίου ακινήτου, αλλά όχι και η προσήκουσα παράδοση της χρήσης του στους ενάγοντες και των κλειδιών του. Και τούτο, διότι, δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. τήρησε τις διατυπώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 2 και 3 π.δ/τος 715/1979 (των οποίων σημειωτέον κατισχύουν μεν οι διατάξεις του π.δ/τος 34/1995, στην περίπτωση όμως που από την εφαρμογή τους προκύπτουν έννομα αποτελέσματα αντίθετα ή διαφορετικά εκείνων, που απορρέουν από την εφαρμογή του εν λόγω νόμου), με τη συγκρότηση της αρμόδιας τριμελούς επιτροπής του, προκειμένου να αποδώσει νομότυπα και προσηκόντως το επίδικο μίσθιο στους ενάγοντες, ούτε ότι τους κάλεσε σε συγκεκριμένους χρόνους, να το παραλάβουν και ότι οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν ή αδράνησαν στις σχετικές κλήσεις του, αφού δεν προσκομίζεται το σχετικό πρωτόκολλο της αρμόδιας επιτροπής που θα έπρεπε να είχε συνταχθεί για την περίπτωση αυτή και να είχε κοινοποιηθεί στους ενάγοντες με απόδειξη, οπότε τότε οι τελευταίοι θα περιέρχονταν σε υπερημερία.

Ούτε εξάλλου, διευκρινίζεται από το εναγόμενο, αφενός μεν ο λόγος για τον οποίο οι αρμόδιοι υπάλληλοί του περιορίστηκαν σε άτυπες μόνο προσκλήσεις (προφορικές και τηλεφωνικές) προς τους ενάγοντες, δεδομένου μάλιστα ότι οι τελευταίοι αδιαφορούσαν ως προς την παραλαβή του μισθίου και των κλειδιών του για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως διατείνεται, και δεν προέβη έστω σε μία έγγραφη διαμαρτυρία ή όχληση αυτών, έτσι ώστε να καταδεικνύεται η πραγματική πρόθεσή του περί παράδοσης του μισθίου, αφετέρου δε, γιατί δεν υλοποιήθηκε αυτή (απόδοση του μισθίου) κατά τα τακτικά χρονικά διαστήματα που μετέβαινε ο πρώτος των εναγόντων στις υπηρεσίες του εναγομένου μετά την καταγγελία της μίσθωσης, σύμφωνα με τα κατατεθέντα από τους ενόρκως βεβαιούντες Θ.

Τ., Προϊστάμενο του Τμήματος Προμηθειών και Μ. Ζ., Αντιπρύτανη του εναγομένου που περιέχονται στις υπ' αριθμ. 12760/2015 και 12759/2015 ένορκες βεβαιώσεις αντίστοιχα. Υπό τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ουδόλως στοιχειοθετείται η προβαλλόμενη νομότυπα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων, την οποία το εναγόμενο επαναφέρει με λόγο έφεσης, συνισταμένη στο ότι η συμπεριφορά τους να μην αποδέχονται την προσφορά του μισθίου αποσκοπεί στην εξακολούθηση εκ μέρους τους της είσπραξης της αποζημίωσης χρήσης του μισθίου και μετά το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011, καθ' υπέρβαση των ακραίων αξιολογικών ορίων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Ως εκ τούτου η οφειλή του εναγομένου στους ενάγοντες για αποζημίωση χρήσης λόγω της παρακράτησης του μισθίου για το χρονικό διάστημα από τις 11.12.2010 έως τις 9.1.2015 (προγενέστερο της συζήτησης της αγωγής), ήτοι για 49 μήνες, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 152.905,97 (3.120,53X49 μήνες) ευρώ, υπολογιζόμενης της αποζημίωσης για έκαστο μήνα στο ποσό των 3.120,53 ευρώ, που αντιστοιχεί στο συμφωνηθέν μίσθωμα, όπως είχε αναπροσαρμοσθεί, κατά το χρόνο στοιχειοθέτησης της εν λόγω αξίωσης, ήτοι της λήξης της μίσθωσης (Δεκέμβριος 2010).

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρεώνοντας το εναγόμενο, για τις παραπάνω αιτίες, να καταβάλει, νομιμότοκα, το συνολικό ποσό των 181.293,52 (16.397,03+11.990,52+152.905,97) ευρώ, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό που προσκομίσθηκε, και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τους λόγους της έφεσης, με τους οποίους το ενάγον βάλλει κατά της εκκαλουμένης για την απόρριψη του ισχυρισμού του περί υπερημερίας των εναγόντων ως προς την παραλαβή της χρήσης του μισθίου και της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός τους, ελέγχονται απορριπτέα ως αβάσιμα''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι ως προς το ζήτημα της αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου ακινήτου από τον μισθωτή Ν.Π.Δ.Δ. και ήδη αναιρεσείον στους εκμισθωτές και ήδη αναιρεσίβλητους τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 2 και 3 του π.δ/τος 715/1979 "περί τρόπου ενεργείας υπό των Ν.Π.Δ.Δ.

προμηθειών, μισθώσεων, εκμισθώσεων εν γένει κλπ", με τις οποίες προβλέπεται ειδική διαδικασία αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου από Ν.Π.Δ.Δ., που είναι μισθωτής, από την εφαρμογή των οποίων δεν επέρχονται αποτελέσματα αντίθετα ή διαφορετικά από την εφαρμογή του π.δ/τος 34/1995. Κρίνοντας έτσι, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ως άνω άρθρων, με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., το οποίο υποστηρίζει ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 περ.

β' και 44 π.δ/τος 34/1995 και 599 του ΑΚ είναι ειδικές και κατισχύουν της διατάξεως του άρθρου 34 παρ. 2 και 3 αυτού του π.δ. 715/1979. Επομένως, ο συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.

Δεν ιδρύεται, δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1106/2019), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019).

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, τα οποία διατυπώθηκαν με την έφεσή του ως παράπονα κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου σχετικά με το χρόνο παράδοσης από αυτό (Ν.Π.Δ.Δ.), του ένδικου μισθίου, στους εκμισθωτές του και την άρνηση αυτών να το παραλάβουν, και ειδικότερα:

α) ότι αποχώρησε από το μίσθιο ακίνητο τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2011, μεταφέροντας όλο τον κινητό εξοπλισμό ιδιοκτησίας του, προσκομίζοντας γι' αυτό και το με αριθμ. 917/16-11-2011 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της εταιρείας εργασιών καθαρισμού συντηρήσεως "... Ο.Ε.", καθώς και το με αριθμ. πρωτ. 15511/20.12.2011 έγγραφό του προς τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του, με το οποίο γνωστοποίησε την οριστική αποχώρησή του από το επίδικο μίσθιο και ζήτησε να προβεί η παραπάνω Διεύθυνση στις άμεσες ενέργειές της για τη διακοπή των παροχών ηλεκτρικού ρεύματος και ύδρευσης, β) ότι, οι υπάλληλοί του, τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2011, επικοινώνησαν, τηλεφωνικώς, κατ' επανάληψη με τους εκμισθωτές, τους οποίους ενημέρωσαν για την αποχώρησή του από το μίσθιο, καλώντας τους να προσέλθουν στα γραφεία του για παραλαβή των κλειδιών του, και γ) ότι, οι εκμισθωτές, με διάφορα προσχήματα, απέφευγαν να προσέλθουν για την ως άνω παραλαβή των κλειδιών του μισθίου, με αποτέλεσμα να περιέλθουν σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την παραλαβή της χρήσης του, η οποία τους είχε προσφερθεί κατ' επανάληψη.

Ο λόγος αυτός, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον τα επικαλούμενα από το αναιρεσείον περιστατικά, δεν συνιστούν ισχυρισμούς ("πράγμα") κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές.

Και αυτό, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον από την προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι, το Εφετείο, έλαβε υπόψη τον ως άνω λόγο έφεσης, στον οποίο εμπεριέχονται οι ως άνω ισχυρισμοί, και τον απέρριψε στην ουσία ρητώς, αλλά και εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή αντιθέτων εκείνων που συγκροτούν τον λόγο έφεσης.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, που είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο ή από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου ή από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε απ` αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, με βάση τις οποίες και την αδράνεια του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος, που επακολουθεί και που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό τις πιο πάνω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη.

Η αδράνεια αυτή του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην συντομότερο από εκείνο που προβλέπεται στο νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό. Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του.

Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 841/2017). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 8/2018, ΑΠ 6/2016).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 1399/2019). Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης με την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ με αντιφατικές και ενδοιαστικές αιτιολογίες, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την προβληθείσα από αυτό ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αντιδίκων του.

Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με την προεκτεθείσα, από το άρθρο 281 του ΑΚ, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος, που προέβαλε το αναιρεσείον κατά των αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο, δέχθηκε ότι '' ....... το εναγόμενο, διατείνεται ότι παρακράτησε το μίσθιο ακίνητο και μετά την επελθούσα, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, λύση της μισθωτικής σχέσης, αλλά μόνο μέχρι το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011, και ότι έκτοτε, παρά τις επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις από τους υπαλλήλους των οικονομικών υπηρεσιών του προς τους ενάγοντες προκειμένου να παραλάβουν τα κλειδιά του μισθίου, οι τελευταίοι απέφευγαν να πράξουν τούτο, με αποτέλεσμα να έχουν καταστεί έκτοτε υπερήμεροι ως προς την απόδοση του μισθίου.

Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, περί παρακράτησης του μισθίου μέχρι το παραπάνω χρόνο (Νοέμβριος 2011),το εναγόμενο προσκομίζει το υπ' αριθμ. 917/16.11.2011 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της εταιρίας "... Ο.Ε.", σύμφωνα με το οποίο μεταφέρθηκε από το επίδικο μίσθιο ο κινητός εξοπλισμός (239 τεμάχια καρεκλοκαθισμάτων σε μεταλλικούς δοκούς συνολικά 51 σειρών στον πρώτο όροφο του κτιρίου επί της οδού Δελμούζου), και το υπ' αριθμ.

πρωτ. 15511/20.12.2011 έγγραφό του προς τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του, με το οποίο γνωστοποίησε την οριστική αποχώρησή του από το επίδικο μίσθιο και ζήτησε να προβεί η παραπάνω Διεύθυνση στις άμεσες ενέργειές της για τη διακοπή των παροχών ηλεκτρικού ρεύματος και ύδρευσης, χωρίς όμως να προκύπτει από μεταγενέστερο σχετικό έγγραφο ότι πράγματι αυτή (διακοπή) συντελέσθηκε.

Ωστόσο, από τα έγγραφα αυτά, αποδεικνύεται μεν η εκκένωση του μισθίου ακινήτου, αλλά όχι και η προσήκουσα παράδοση της χρήσης του στους ενάγοντες και των κλειδιών του. Και τούτο, διότι, δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. τήρησε τις διατυπώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 2 και 3 π.δ/τος 715/1979 (των οποίων σημειωτέον κατισχύουν μεν οι διατάξεις του π.δ/τος 34/1995, στην περίπτωση όμως που από την εφαρμογή τους προκύπτουν έννομα αποτελέσματα αντίθετα ή διαφορετικά εκείνων, που απορρέουν από την εφαρμογή του εν λόγω νόμου), με τη συγκρότηση της αρμόδιας τριμελούς επιτροπής του, προκειμένου να αποδώσει νομότυπα και προσηκόντως το επίδικο μίσθιο στους ενάγοντες, ούτε ότι τους κάλεσε σε συγκεκριμένους χρόνους, να το παραλάβουν και ότι οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν ή αδράνησαν στις σχετικές κλήσεις του, αφού δεν προσκομίζεται το σχετικό πρωτόκολλο της αρμόδιας επιτροπής που θα έπρεπε να είχε συνταχθεί για την περίπτωση αυτή και να είχε κοινοποιηθεί στους ενάγοντες με απόδειξη, οπότε τότε οι τελευταίοι θα περιέρχονταν σε υπερημερία.

Ούτε εξάλλου, διευκρινίζεται από το εναγόμενο, αφενός μεν ο λόγος για τον οποίο οι αρμόδιοι υπάλληλοί του περιορίστηκαν σε άτυπες μόνο προσκλήσεις (προφορικές και τηλεφωνικές) προς τους ενάγοντες, δεδομένου μάλιστα ότι οι τελευταίοι αδιαφορούσαν ως προς την παραλαβή του μισθίου και των κλειδιών του για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως διατείνεται, και δεν προέβη έστω σε μία έγγραφη διαμαρτυρία ή όχληση αυτών, έτσι ώστε να καταδεικνύεται η πραγματική πρόθεσή του περί παράδοσης του μισθίου, αφετέρου δε, γιατί δεν υλοποιήθηκε αυτή (απόδοση του μισθίου) κατά τα τακτικά χρονικά διαστήματα που μετέβαινε ο πρώτος των εναγόντων στις υπηρεσίες του εναγομένου μετά την καταγγελία της μίσθωσης, σύμφωνα με τα κατατεθέντα από τους ενόρκως βεβαιούντες Θ.

Τ., Προϊστάμενο του Τμήματος Προμηθειών και Μ. Ζ., Αντιπρύτανη του εναγομένου που περιέχονται στις υπ' αριθμ. 12760/2015 και 12759/2015 ένορκες βεβαιώσεις αντίστοιχα'', και κατέληξε στο ότι ....."Υπό τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ουδόλως στοιχειοθετείται η προβαλλόμενη νομότυπα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων, την οποία το εναγόμενο επαναφέρει με λόγο έφεσης, συνισταμένη στο ότι η συμπεριφορά τους να μην αποδέχονται την προσφορά του μισθίου, αποσκοπεί στην εξακολούθηση εκ μέρους τους της είσπραξης της αποζημίωσης χρήσης του μισθίου και μετά το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011, καθ' υπέρβαση των ακραίων αξιολογικών ορίων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ''.

Στο πλαίσιο αυτής της εκτιμήσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Εφετείο, με την εκτεθείσα απορριπτική του κρίση, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, αναφορικώς με την ουσιαστική αβασιμότητα της περί καταχρήσεως ενστάσεως, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της ως άνω διάταξης.

Ειδικότερα, με βάση τα προς θεμελίωση της επίμαχης ενστάσεως προβληθέντα από το αναιρεσείον πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω παραδοχές (πραγματικές διαπιστώσεις) του Εφετείου, η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων-εκμισθωτών, για αξίωση αποζημιώσεως από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.- μισθωτή, δεν ενέχει προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 του ΑΚ και δικαιολογούν (οι παραδοχές) την κρίση ότι δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων-εκμισθωτών.

Επομένως, ο ως άνω τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, που νικήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), τα οποία έχουν εφαρμογή, εν προκειμένω, διότι το αναιρεσείον είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και απολαμβάνει των προνομίων και ατελειών του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρ. 28 παρ. 4 ν. 2579/1998) (ΑΠ 53/2019, ΑΠ 2009/2017), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμό 17/20-3-2018 αίτηση: α) κατά το μέρος της που στρέφεται αυτοτελώς κατά της 68/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ως απαράδεκτη και β) κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της 84/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, ως αβάσιμη.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ