Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding lawyer fees and cost offsetting rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece declared the appeal inadmissible for eleven appellants and partially inadmissible for two others. The appellants challenged lower court rulings on traffic accident damages, arguing for reduced legal fees and offsetting of litigation costs. The court rejected these claims, ruling that lawyer fees are capped by new regulations and that cost offsetting for doubtful cases falls within the original court's discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1) as amended by Law 4055/2012 and Law 4335/2015; Article 1 of Law 3994/2011; Article 179 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must reject appeals where the legal grounds concern the calculation of court costs based on the subject matter's value or the discretionary power of the lower court regarding the offsetting of litigation expenses in cases of doubtful legal interpretation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 85 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 85/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Κ. του Κ., χας Δ. Τ., κατοίκου ..., 2) Ε. Τ. του Δ., εκπροσωπούμενη νόμιμα από την ασκούσα τη γονική της μέριμνα μητέρα της, Ε. Κ. χας Δ. Τ. (1η ως άνω), 3) Ι. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Ε. Σ. του Ν., 5) Μ. Τ. του Ι., κατοίκων ..., 6) Λ. Μ. του Μ., συζ. Ι. Τ., 7) Β. Τ. του Ι., κατοίκων ..., 8) Κ. Κ. του Π., 9) Σ. συζ. Κ. Κ., το γένος Μ. Θ., κατοίκων ..., 10) Β. χας Θ. Κ., το γένος Ι. Φ., κατοίκου ..., 11) Δ. Κ. του Θ., συζ. Ι. Κ., κατοίκου ..., 12) Δ. χας Κ. Κ., κατοίκου ... και 13) Μ. χας Ι. Φ., το γένος Σ. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Χριστέλη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι 12η και 13η των αναιρεσειόντων, Δ. χα Κ. Κ. και Μ. χα Ι. Φ., το γένος Σ. Α., αντίστοιχα, παραιτούνται από το δικόγραφο της από 24-2-2017 αιτήσεώς τους, για αναίρεση των 2886/2016 και 2738/2014 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Β. του Π., 2) Μ. Τ. του Γ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Δαρούδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 16-3-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2738/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2886/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-2-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 7 του ν. 4055/2012, και στη συνέχεια με την παράγραφο 2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 3994/2011, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο στον οποίο η πληρεξουσιότητα, καθόσον αφορά στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση του εκπροσωπουμένου από αυτόν διαδίκου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 281/2011).
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 1 και 104 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο πληρεξούσιος κάποιου από τους διαδίκους εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται ως μη παριστάμενος.
Εξ άλλου κατά την παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο του άρθρου 576 ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013 και ισχύει από την έναρξη του νόμου αυτού (20-3-2013) και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις κατ' άρθρο 98 παρ. 1 του ως άνω νόμου, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότεροι του ενός, ως εις ολόκληρον δικαιούχοι ή υπόχρεοι για αποζημίωση εξ αδικοπραξίας όπως στην προκειμένη περίπτωση, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 770/2013, ΑΠ 1259/ 2013).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει κατάργηση της δίκης.
Για την παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης και στις δύο περιπτώσεις, είτε δηλαδή γίνεται στο ακροατήριο με προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, είτε γίνεται στην προδικασία με εξώδικη δήλωση σε δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου απαιτείται και αρκεί να έχει ο δηλών για το διάδικο την παραίτηση δικηγόρος τη γενική πληρεξουσιότητα του διαδίκου αυτού που παραιτείται, όπως προκύπτει από το άρθρο 98 εδ.
β' ΚΠολΔ (ΑΠ 1136/2014, ΑΠ 1541/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, κατά την εκφώνηση της κρινόμενης από 24-2-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ.) αίτησης για αναίρεση των υπ' αριθμ. 2886/2016 και 2738/2014 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αντίστοιχα, παρέστη για λογαριασμό όλων των αναιρεσειόντων, ο δικηγόρος Χαράλαμπος Χριστέλης, ο οποίος δήλωσε, ότι οι 12η και 13η αναιρεσείουσες Δ.
χήρα Κ. Κ. και Μ. χα Ι. Φ., αντίστοιχα, παραιτούνται από το δικόγραφο της από 24-2-2017 αίτησης αναίρεσης. Όμως στο φάκελο της δικογραφίας δεν υπάρχει το απαιτούμενο κατά το άρθρο 96 παρ. 3 ΚΠολΔ συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο των εν λόγω αναιρεσειουσών (12ης και 13ης) προς τον προαναφερόμενο δικηγόρο που παραστάθηκε για λογαριασμό τους, προκειμένου να τους εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη, και το οποίο θα έδινε σ' αυτόν το δικαίωμα παραιτήσεως από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και συνεπώς οι διάδικοι αυτοί θεωρούνται δικονομικώς απόντες, η δε γενόμενη ως άνω παραίτηση από το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από τον προαναφερόμενο δικηγόρο στον οποίον δεν είχε παρασχεθεί η κατά τα ανωτέρω πληρεξουσιότητα και ως εκ τούτου δεν παρίσταται νομίμως για τη συζήτηση της αναίρεσής τους, είναι άκυρη (άρθρ. 104 ΚΠολΔ - ΑΠ 1136/2014, ΑΠ 1541/2003).
Δεδομένου, όμως, ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι θεωρούμενες ως δικονομικώς απούσες 12η και 13η αναιρεσείουσες Δ. χήρα Κ. Κ. και Μ. χα Ι. Φ., αντίστοιχα, είτε κλητεύθηκαν νόμιμα κατά την παρούσα δικάσιμο, είτε είχαν επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τις εν λόγω αναιρεσείουσες, και αφού η σχέση μεταξύ των αναιρεσειόντων, ως περισσοτέρων του ενός δικαιούχων ανάγεται σε απλή ομοδικία, κατ' επιταγή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 139/2013, πρέπει, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τις εν λόγω αναιρεσείουσες και να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μεταξύ των λοιπών, νομίμως παριστάμενων διαδίκων.
Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών και μη δυναμένων να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, προκύπτει ότι, εάν ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αυτή (έφεση) γίνει τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, διότι, εάν μεν η έφεση γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται και παύει να ισχύει, εάν δε η έφεση απορριφθεί κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου (Ολ.
ΑΠ 40/1996, ΑΠ 321/2017, ΑΠ 888/2015). Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη από 24-2-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται: α) η υπ' αριθμ. 2886/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το Εφετείο συνεκδικάζοντας την υπ' αριθμ. καταθ. 962/2015 έφεση των αναιρεσειόντων αφ' ενός και την αντίθετη υπ' αριθμ. καταθ. 1966/2015 έφεση των αναιρεσιβλήτων, αφ' ετέρου, κατά της 2738/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και έκανε δεκτή κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσιβλήτων και ακολούθως εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 2738/2014 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διακράτησε την υπόθεση, την δίκασε στην ουσία της και εν τέλει απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων και β) η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 2738/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με γεν.
αριθμ. καταθ. 71010/2013 και με αριθμ. καταθ. δικογρ. 2840/2013 αγωγή των αναιρεσειόντων για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν αυτοί από το θανάσιμο τραυματισμό κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα των αναφερόμενων σ' αυτή στενών συγγενών των αναιρεσειόντων και αναγνώρισε ότι οι αναιρεσίβλητοι υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρον στους υπό στοιχ.
Α ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, στενούς συγγενείς του θανατωθέντος κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα Δ. Τ. αφ' ενός και στους υπό στοιχ. Β ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, στενούς συγγενείς του θανατωθέντος κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα Κ. Κ., τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Η κρινόμενη αίτηση, ως προς το μέρος της που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι εφόσον οι ασκηθείσες κατ' αυτής εφέσεις έγιναν τυπικά δεκτές και η μεν έφεση των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η δε έφεση των αναιρεσιβλήτων έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανίστηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου.
Εξάλλου είναι απαράδεκτη, ως δικόγραφο, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα και για το λόγο ότι δεν κατατέθηκε και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρ. 566 παρ. 2 σε συνδ. με 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση κατάθεσης στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999), για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού νοείται ως ισόπεδος οδικός κόμβος "κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΚΟΚ, ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα.
Κατά δε το άρθρο 26 παρ. 4 του ΚΟΚ, η προτεραιότητα στους κόμβους ορίζεται με κατάλληλη σήμανση. Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά. Κατ' εξαίρεση: α) Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα...
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε οποιονδήποτε οδικό κόμβο, είτε αυτός σχηματίζεται από διασταύρωση, είτε από απλή συμβολή οδών, στον οποίο δεν υπάρχει κατάλληλη σήμανση που να ορίζει την προτεραιότητα, αυτή (προτεραιότητα) ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά με τις εξαιρέσεις, όμως, που προαναφέρθηκαν (ΑΠ 641/2014, ΑΠ 871/2013, ΑΠ 1669/2012).
Έτσι, σύμφωνα με τη σχετική εξαίρεση της περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 26 ΚΟΚ, σε χωρίς σήμανση οδικό κόμβο Εθνικής οδού με άλλη οδό, η προτεραιότητα ανήκει στον επί της Εθνικής οδού κινούμενο. Εξάλλου, ο ν. 3155/1955 (Α' 63) ορίζει: Στο άρθρο 1 ότι: "Αι οδοί της χώρας διακρίνονται εις: α) Εθνικάς, β) Επαρχιακός και γ) Δημοτικάς ή Κοινοτικάς".
Στο άρθρο 2 ότι: "1. Εθνικαί οδοί είναι: α) αι κύριαι οδικαί αρτηρίαι αι ενούσαι τα σπουδαιότερα αστικά κέντρα μεταξύ των και μετά των μεγαλυτέρων λιμένων ή αερολιμένων ή σιδηροδρομικών σταθμών, β) αι κυριώτεραι οδοί αι συνδέουσαι την χώραν μετά των ομόρων Επικρατειών, γ) αι οδοί αι εξυπηρετούσαι τόπους εξαιρετικού τουριστικού ενδιαφέροντος, δ) αι εξυπηρετούσαι την άμυναν της χώρας. 2.
Αι εθνικαί οδοί καθορισθήσονται διά Β.Δ/τος εφ' άπαξ εκδοθησομένου, προτάσει του Υπουργού Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων μετά γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων". Στο άρθρο 3 ότι: "1. Επαρχιακαί οδοί είναι άπασαι αι οδοί της χώρας, όσαι δεν είναι Εθνικαί, ουδέ Δημοτικαί ή Κοινοτικαί. 2. Αι επαρχιακαί οδοί καθορισθήσονται διά Β.Δ/τος εφ' άπαξ δι' έκαστον Νομόν εκδοθησομένου, προτάσει του Υπουργού Δημοσίων Έργων, μετά γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων".
Στο άρθρο 4 ότι: "Δημοτικαί και Κοινοτικαί οδοί είναι αι εξυπηρετούσαι τας πάσης φύσεως ανάγκας ενός Δήμου ή μιας Κοινότητας εντός των διοικητικών ορίων αυτού". Με το Β.Δ. της 9ης/20ης Αυγούστου 1955 Περί καθορισμού των Εθνικών οδών κατά τας διατάξεις του Νόμου 3155/1955 "περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών" (ΦΕΚ Α' 222/1955), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του προαναφερθέντος νόμου 3155/1955, καθορίστηκε ως εθνική η οδός Ν. ..., η οποία με την υπ' αριθμ.
Γ.25871 της 9ης/23ης Ιουλίου 1963 (ΦΕΚ Β' 319/1963) απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων "Περί αριθμήσεως εθνικών οδών", αριθμήθηκε και έλαβε τον αριθμό "2". Το π.δ. 347/1993 (Α'/154), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 2 εδάφιο β' του ν. 3155/1955 και 27 του ν. 2081/1992, ορίζει στο άρθρο 1 ότι: "1. Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του Εθνικού Οδικού Δικτύου που συνδέει:
α) τα σπουδαιότερα αστικά κέντρα μεταξύ τους και β) τη χώρα με άλλες επικράτειες απευθείας ή με παρέμβαση πορθμείων. 2. Δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του Εθνικού Οδικού Δικτύου που συνδέει Βασικούς Εθνικούς Οδικούς άξονες μεταξύ τους ή με μεγάλα αστικά κέντρα, λιμάνια, αεροδρόμια ή με τόπους εξαιρετικού τουριστικού ενδιαφέροντος ή είναι οδικοί άξονες για τους οποίους έχει γίνει παραλλαγή με Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο. 3.
Τριτεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του Εθνικού Οδικού Δικτύου που έχει αντικατασταθεί με νέες χαράξεις Εθνικού Οδικού Δικτύου ή εξυπηρετεί μετακινήσεις σε περιοχές με αρχαιολογικό, τουριστικό, ιστορικό ή αναπτυξιακό ενδιαφέρον. 4. Πρωτεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του Επαρχιακού Οδικού Δικτύου που συνδέει αστικά κέντρα με το Εθνικό Οδικό Δίκτυο, καθώς και περιοχές με αρχαιολογικό, τουριστικό, ιστορικό ή αναπτυξιακό ενδιαφέρον. 5.
Δευτερεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του Επαρχιακού Οδικού Δικτύου που συνδέει Δήμους ή Κοινότητες εκτός της Πρωτεύουσας του Νομού μεταξύ τους. Η κατάταξη του Εθνικού Οδικού Δικτύου σε Βασικό, Δευτερεύον και Τριτεύον Δίκτυο γίνεται σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήρια και με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων μετά από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η κατάταξη του Επαρχιακού Οδικού Δικτύου σε Πρωτεύον και Δευτερεύον γίνεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και εισήγηση του Γενικού Γραμματέα περιφέρειας μετά από πρόταση των κατά τόπους αρμοδίων Νομαρχών και σύμφωνη γνώμη του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δημοσίων Έργων και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης".
Σε εκτέλεση των παραπάνω διατάξεων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ΔΜΕΟ/ε/Ο/1308/15-12-1995 (ΦΕΚ Β'/30/ 19-1-1996) απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων "Κατάταξη Εθνικών Οδών περιφερειών Αττικής, Στερεάς Ελλάδας, Θεσσαλίας, Ηπείρου, Μακεδονίας και Θράκης σε Βασικό (Πρωτεύον), Δευτερεύον και Τριτεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο" "Περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών" με την οποία αποφασίστηκε η έγκριση της κατάταξης των Εθνικών Οδών περιφερειών Αττικής, Στερεάς Ελλάδας, Θεσσαλίας, Ηπείρου, Μακεδονίας και Θράκης σε Βασικό (Πρωτεύον), Δευτερεύον και Τριτεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο όπως περιγράφεται παρακάτω:
Α) ΒΑΣΙΚΟ ΕΘΝΙΚΟ ΟΔΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο... 2 Θεσσαλονίκη (από Κ1 διά της Εξωτερικής Περιφερειακής μέχρι τη συνάντησή της με την Εσωτερική Περιφερειακή στον κόμβο Κ5) - Δερβένι - Γέφυρα Στρυμώνα - Ν. Πέραμος - Καβάλα (διά της προβλεπόμενης Οδού παράκαμψης Καβάλας) - Ξάνθη - Κομοτηνή (οδός παράκαμψης με τους συνδετήριους εισόδου και εξόδου Κομοτηνής) - Μέστη - Μάκρη (νέο τμήμα) - Αλεξανδρούπολη - Γέφυρα Κήπων)...
Β) ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝ ΟΔΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ 1.... 16. Η Ε.Ο. 2 στα τμήματα: α) "...", β... Με την αμέσως παραπάνω υπ' αριθμ. ΔΜΕΟ/ε/Ο/1308/15-12-1995 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ Β' 30/19-01-1996) το τμήμα της ως άνω εθνικής οδού (Ε.Ο.2) ..., που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, κατατάχθηκε στο δευτερεύον εθνικό δίκτυο της χώρας.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2886/2016 απόφασή του, διαδικασίας των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, δέχθηκε, ανέλεγκτα, μετά από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σ' αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 25-8-2012 και περί ώρα 22.00 ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλοφ. ...63 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας του ιδίου και της δεύτερης εναγομένης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην τρίτη των εναγόμενων ασφαλιστική εταιρεία, κινείτο επί της Παλαιάς Εθνικής Οδού ..., με κατεύθυνση προς την … και με κανονική ταχύτητα, 75- 80 χιλιόμετρα την ώρα περίπου, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες υπ' αριθμ.
πρωτ. 2015/12/02-3-2013 ιατροδικαστική γνωμάτευση και την υπ' αριθμ. SAAG - 1...a/ 2012 τεχνική έκθεση. Η Παλαιά Εθνική Οδός ..., όπως προκύπτει από τη συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, καθώς και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, που διαχωρίζονται με συνεχή μονή διαχωριστική γραμμή στο ρεύμα προς Έδεσσα και διακεκομμένη μονή γραμμή στο ρεύμα προς Θεσσαλονίκη, έχει πλάτος οδοστρώματος 7,50 μ.
και ερείσματος 0,30 μέτρα και είναι ευθεία, κατά δε τον παραπάνω χρόνο, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μέτρια, ενώ των πεζών ανύπαρκτη, η ορατότητα περιοριζόταν μόνο, λόγω νύκτας και μη επαρκούς τεχνητού φωτισμού, και όχι από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια. Το όριο ταχύτητας, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, ορίζεται στο 19ο χιλιόμετρο, όπου συνέβη το ένδικο ατύχημα, με την υπάρχουσα ρυθμιστική της ταχύτητας των οχημάτων πινακίδα σε 90 χιλιόμετρα την ώρα και, κατά τον ως άνω χρόνο, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, καθώς οι καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν ήταν καλές και το οδόστρωμα ξηρό.
Κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ο Κ. Κ., οδηγώντας την υπ' αριθ. κυκλοφ. ...69 δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του Δ. Τ., ο οποίος συνεπέβαινε σε αυτή, εκινείτο επί ανώνυμης οδού του Δ.Δ. ...υ, με κατεύθυνση προς την Παλαιά Εθνική Οδός ..., χωρίς να έχει σε λειτουργία το σύστημα φωτισμού αυτής, όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα Π.
Β.. Όταν ο προαναφερθείς οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας έφθασε στη διασταύρωση της ως άνω ανώνυμης οδού με την Π.Ε.Ο. δεν ανέκοψε, όπως όφειλε, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της Π.Ε.Ο., αλλά συνέχισε την πορεία του, προκειμένου να διασχίσει το ρεύμα πορείας της ως άνω Π.Ε.Ο. προς Έδεσσα και να κινηθεί προς αριστερά, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί της πορείας του κανονικώς κινουμένου Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου και να την ανακόψει. Ο πρώτος εναγόμενος, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση, επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, που, σύμφωνα με τον μάρτυρα απόδειξης που κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει από τις χαραγές επί του οδοστρώματος, αλλά και την πορεία που ακολούθησαν τα δύο οχήματα μετά τη σύγκρουση και το σημείο εκτός του οδοστρώματος στο έρεισμα του προς Θεσσαλονίκη ρεύματος πορείας της Π.Ε.Ο.
που κατέληξαν, ώστε να δώσει τα τοπικά και χρονικά περιθώρια στον ως άνω οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας να διακόψει την είσοδό του στο οδόστρωμα της λωρίδας κυκλοφορίας του, τούτο δε εν όψει και της πολύ μικρής απόστασης που χώριζε το όχημά του από αυτόν. Ο τελευταίος, όμως, συνέχισε παρά ταύτα την κάθετη πορεία του από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να επιπέσει το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου επί της αριστερής πλευράς της μοτοσυκλέτας και να την ανατρέψει.
Μετά την ανατροπή, η μοτοσυκλέτα σύρθηκε στο οδόστρωμα με τη δεξιά της πλευρά για 20 μέτρα και προς τα αριστερά του δρόμου και κατέληξε στο έρεισμα του προς Θεσσαλονίκη ρεύματος πορείας της εθνικής οδού, όπου, επίσης, κατέληξαν το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου και οι ως άνω οδηγός και συνεπιβάτης της μοτοσυκλέτας που εκτινάχθηκαν, με συνέπεια να υποστούν βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων επήλθε στις 28-8-2012 και 1η-9-2012, αντιστοίχως, ο θάνατός τους, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες ιατρικές γνωματεύσεις του Γενικού Νοσοκομείου "...", στο οποίο διακομίστηκαν.
Οι ως άνω συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η σύγκρουση των οχημάτων, προκύπτουν από τη συνεκτίμηση των στοιχείων της προανακριτικής δικογραφίας και ιδία από την έκθεση αυτοψίας και το συνημμένο σε αυτή σχεδιάγραμμα, σε συνδυασμό με την προανακριτική ένορκη κατάθεση του μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα Π.
Β., συνεπιβάτη του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου. Ως προς τον αγωγικό ισχυρισμό των εναγόντων, που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της υπό στοιχείο Α έφεσής τους, ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται στο ότι ο πρώτος εναγόμενος παραβίασε την εκ δεξιών προτεραιότητα της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, λεκτέα τα ακόλουθα:
Με το Β.Δ. της 9ης/20ης Αυγούστου 1955 Περί καθορισμού των Εθνικών οδών κατά τας διατάξεις του Νόμου 3155/1955 "περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών" (ΦΕΚ Α' 222/1955), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του προαναφερθέντος νόμου 3155/1955, καθορίστηκε ως εθνική η οδός Ν. ..., η οποία με την υπ' αριθμ. Γ.25871 της 9ης/23ης Ιουλίου 1963 (ΦΕΚ Β' 319/1963) απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων "Περί αριθμήσεως εθνικών οδών", αριθμήθηκε και έλαβε τον αριθμό "2", ενώ με την υπ' αριθμ.
ΔΜΕΟ/ε/Ο/1308/15-12-1995 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ Β' 30/19-01-1996) το τμήμα της ως άνω εθνικής οδού (Ε.Ο.2) ... κατατάχθηκε στο δευτερεύον εθνικό δίκτυο της χώρας. Το τμήμα μεταξύ ….και …., κατά την αρχική χάραξη της ως άνω εθνικής οδού, διερχόταν από τα χωριά ……., σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. 11……/1985/19-3-2015 απαντητικό έγγραφο του Τμήματος Συγκοινωνιακών Έργων της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Γενικής Διεύθυνσης Αναπτυξιακού Προγραμματισμού, Περιβάλλοντος και Υποδομών της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, αλλά, μετά την κατασκευή νέου τμήματος που παρέκαμψε τα προαναφερθέντα χωριά, ανήκει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του π.δ/τος 347/1993, στο τριτεύον εθνικό οδικό δίκτυο, όπως αναγράφεται και στο προαναφερθέν απαντητικό έγγραφο, ενώ, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες υπ' αριθμ.
πρωτ. …8265/02-11-2015 απαντητικό έγγραφο της ως άνω Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων, το οδικό αυτό τμήμα ανήκει στο Δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο. Εν πάση περιπτώσει, το τμήμα αυτό, όπως προκύπτει και από το υπ' αριθμ. πρωτ. ΠΚΜ 42…./2613/27-11-2015 απαντητικό έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Περιφερειακής Ενότητας Πέλλας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που προσκομίζουν οι ενάγοντες, είναι τμήμα της Π.Ε.Ο. 2 ....
Κατά συνέπεια, στη διασταύρωση που συνέβη το ένδικο τροχαίο ατύχημα, όπου η προτεραιότητα δεν ορίζεται με κατάλληλη σήμανση, δεν ίσχυε ο κανόνας της εκ δεξιών προτεραιότητας, που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 26 του Κ.Ο.Κ., αλλά η εξαίρεση της περίπτωσης α της ίδιας παραγράφου, εφόσον δεν προβλέπεται σε διάταξη νόμου διαφοροποίηση στο επίδικο θέμα της προτεραιότητας μεταξύ βασικού, δευτερεύοντος και τριτεύοντος εθνικού οδικού δικτύου.
Ως προς τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι η ως άνω Π.Ε.Ο. δεν πληροί τις προδιαγραφές του χαρακτηρισμού της ως εθνικής οδού, δεν προκύπτει από διάταξη νόμου ότι για να χαρακτηριστεί μία οδός ως εθνική απαιτείται να πληροί συγκεκριμένες προδιαγραφές, όπως ισχύει για τους αυτοκινητοδρόμους και τις οδούς ταχείας κυκλοφορίας.
Ως προς τα αναγραφέντα στις προτάσεις των εκκαλούντων - εναγόντων της δευτεροβάθμιας δίκης ότι το ατύχημα συνέβη στην επαρχιακή οδό ….., που, σύμφωνα με την αναφερόμενη υπουργική απόφαση, εντάσσεται στο πρωτεύον επαρχιακό οδικό δίκτυο του Νομού .. (σελίδες 3-8 των προτάσεων), είναι παντελώς αβάσιμα και η επίκλησή τους γίνεται προς παραπλάνηση και μόνον του Δικαστηρίου.
Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι ο πρώτος εναγόμενος εκινείτο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, αφενός προέκυψε ότι εκινείτο με ταχύτητα κατώτερη της επιτρεπόμενης, αφετέρου δεν υφίστατο κάποια ιδιαίτερη περίσταση που να επέβαλε την κίνηση με ακόμη κατώτερη. Οδηγούσε σε εθνική οδό, που έχει προτεραιότητα, εκτός κατοικημένης περιοχής και η μόνη πινακίδα αναγγελίας κινδύνου που υπήρχε επί της πορείας του ήταν η Κ-18, ήτοι ότι υφίσταται κίνδυνος διέλευσης οικόσιτων ζώων, που, όμως, λόγω της ώρας, αποκλειόταν.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό των οδηγού και συνεπιβάτη της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, είναι ο ως άνω οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, Κ. Κ., ο οποίος από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός θα κατέβαλε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, κατά τους κανόνες της οδήγησης, της κοινής πείρας και της λογικής, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του αυτοκινήτου του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, επιχείρησε δε αιφνίδια και ανέλεγκτα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση επί της εθνικής οδού και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να τη διασχίσει, χωρίς να υποχρεώσει τους οδηγούς που κινούνταν επί της εθνικής οδού, που έχει προτεραιότητα, να μεταβάλουν απότομα την κατεύθυνση ή την ταχύτητα των οχημάτων τους, οι οποίοι, λόγω και της πυκνής και ψηλής βλάστησης που υπήρχε, δεν θα μπορούσαν να αντιληφθούν την κίνησή του, και μάλιστα χωρίς φώτα, αν και ήταν νύκτα και ο τεχνητός φωτισμός ανεπαρκής και η κατά μήκος διαγράμμιση της εθνικής οδού επέβαλε την προς τα δεξιά και μόνο στροφή και απαγόρευε την κίνηση προς οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση (ευθεία ή αριστερά), με αποτέλεσμα να φράξει την πορεία του κανονικώς κινουμένου αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου και να προκαλέσει την επίδικη σύγκρουση, κατά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 8 περ.
γ', 12, 26 παρ. 5 περ. α' του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ). Στα ως άνω συνέβαλαν ότι οδηγούσε χωρίς να κατέχει άδεια ικανότητας οδήγησης και υπό την επήρεια οινοπνεύματος, καθόσον από την εξέταση, με τη μέθοδο της αιμοληψίας, διαπιστώθηκε περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα ένα γραμμάριο και εβδομήντα ένα εκατοστά του γραμμαρίου κατά λίτρο αίματος (1,71 gr/Ι), σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμ.
πρωτ. 3……/10/978-α/11-9-2012 έκθεση εξέτασης αίματος για ανίχνευση οινοπνεύματος του Τμήματος Χημικών και Φυσικών Εξετάσεων της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βόρειας Ελλάδας, ενώ, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. …..15/135-ι απόφαση των Υπουργών Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Προστασίας του Πολίτη (ΦΕΚ Β' 2077/19-9-2011), που τροποποιεί το άρθρο 42 παρ. 1 του ΚΟΚ, ο ελεγχόμενος οδηγός, μεταξύ άλλων, μοτοσυκλέτας θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,20 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,20 gr/Ι) και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας, με αποτέλεσμα να επηρεασθεί η ικανότητα οδήγησης αυτού, σε σημείο που να μην έχει τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προς αποφυγή ατυχημάτων.
Το ως άνω ποσοστό οινοπνεύματος είναι ιδιαίτερα αυξημένο και επηρέασε, λόγω εξασθένησης της προσοχής και περιορισμού των αντανακλαστικών του, και την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται τις συνθήκες που επικρατούσαν στην οδό, με αποτέλεσμα, αν και θα μπορούσε να αντιληφθεί το όχημα του πρώτου εναγομένου, καθώς η εθνική οδός στο σημείο αυτό ήταν ευθεία σε μεγάλο μήκος και ο πρώτος εναγόμενος είχε αναμμένα τα φώτα του οχήματός του, και να ανακόψει την πορεία της μοτοσυκλέτας, να μην το αντιληφθεί και να επιχειρήσει να διασχίσει την εθνική οδό.
Οι παραβάσεις δε αυτές του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, ενώ αντιθέτως στην επέλευση του ατυχήματος δεν αποδείχθηκε ότι συνετέλεσε πταίσμα του πρώτου εναγομένου. Ο τελευταίος, όπως προειπώθηκε, έβαινε σε εθνική οδό που έχει προτεραιότητα έναντι των καθέτων οδών, με κανονική, για τις συγκεκριμένες περιστάσεις (εκτός κατοικημένης περιοχής, κυκλοφορία μέτρια οχημάτων και ανύπαρκτη πεζών), ταχύτητα, μικρότερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 90 χλμ/ώρα και δεν όφειλε να είχε προβλέψει την αιφνίδια κίνηση του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που εκινείτο σε ανώνυμη δημοτική οδό που η διασταύρωσή της με την εθνική οδό δεν σημαινόταν με αντίστοιχη προειδοποιητική πινακίδα σήμανσης επί της εθνικής οδού και η οποία δεν ήταν καν ορατή από την οδό, λόγω της υπάρχουσας πυκνής και ψηλής βλάστησης, του ανεπαρκούς τεχνητού φωτισμού και της μη λειτουργίας του συστήματος φωτισμού της μοτοσυκλέτας, έπραξε δε όπως θα έπραττε κάθε μέτρια συνετός οδηγός που θα ευρίσκετο σε παρόμοιες με αυτόν συνθήκες, ήτοι ελιγμό προς τα αριστερά, ώστε να δώσει την ευκαιρία στον οδηγό της μοτοσυκλέτας να διακόψει την πορεία του, πλην όμως, ο τελευταίος δεν ανέκοψε, αλλά συνέχισε, με αποτέλεσμα να προκαλέσει το ένδικο τροχαίο ατύχημα, με τις συνέπειες που προαναφέρθηκαν.
Λόγω της αιφνίδιας εισόδου της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στη λωρίδα αυτή κυκλοφορίας, ο πρώτος εναγόμενος δεν μπορούσε να προβεί σε οποιοδήποτε άλλο αποφευκτικό ελιγμό από αυτό που ενήργησε και δεν ήταν δυνατόν να προβεί σε ελιγμό προς τα δεξιά, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, λόγω των μικρών χρονικών και τοπικών περιθωρίων που είχε και της διαπίστωσης ότι από δεξιά προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του, κινείτο η μοτοσυκλέτα, η χρήση δε του χειρόφρενου έγινε από τον πρώτο εναγόμενο μετά τη σύγκρουση των οχημάτων, ώστε να μην ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στο ζήτημα της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας πρόκλησης αυτής.
Ως προς το ποιός οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, τέλος, από την κατάθεση του μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα Π. Β., σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων R. Q. και A. B. που κατέφθασαν στο χώρο του ατυχήματος πριν τη μεταφορά των θανάσιμα τραυματισθέντων στο νοσοκομείο και την από 26-8-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Φ.
Κ., που ορίστηκε πραγματογνώμονας από την Τροχαία …, προκύπτει ότι ήταν ο Κ. Κ. και όχι ο Δ. Τ., όπως οι ενάγοντες - εκκαλούντες ισχυρίζονται. Εξάλλου, η σωρεία παραβάσεων του ΚΟΚ, που προαναφέρθηκαν, μόνο από κάποιον που οδηγούσε χωρίς δίπλωμα και υπό την επήρεια τόσο μεγάλης ποσότητας οινοπνεύματος θα μπορούσε να διαπραχθεί.
Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε τον πρώτο εναγόμενο συνυπαίτιο κατά ποσοστό 70% του τροχαίου ατυχήματος και πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της υπό στοιχείο Β έφεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το θέμα της υπαιτιότητας πρόκλησης του ενδίκου ατυχήματος, ως και κατ' ουσίαν βάσιμου, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, καθώς και η υπό στοιχείο Α έφεση των εναγόντων ως αβάσιμες κατ' ουσίαν".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και έκανε δεκτή κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσιβλήτων και ακολούθως αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 2738/2014 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο σύνολό της και κατά τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων, τα οποία καθόρισε εξ αρχής και διακράτησε την υπόθεση και τη δίκασε στην ουσία απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων.
Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2886/2016 απόφασης, το Εφετείο, με την απόφασή του αυτή δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απορρίπτοντας ταυτόχρονα την έφεση και την αγωγή των αναιρεσειόντων, καθώς έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον οδηγό του δικύκλου, με την αιτιολογία ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου - πρώτος των αναιρεσιβλήτων κινείτο επί Εθνικής οδού και ως εκ τούτου είχε προτεραιότητα διελεύσεως έναντι του εκ δεξιών του κινουμένου οδηγού του δικύκλου.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι η οδός επί της οποίας κινείτο ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων εντάσσεται στο εθνικό οδικό δίκτυο και ως εκ τούτου αυτός είχε προτεραιότητα διελεύσεως έναντι του εκ δεξιών κινουμένου οδηγού του δικύκλου, σύμφωνα με την εξαίρεση που εισάγει το άρθρ. 26 παρ. 5α του ΚΟΚ, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 26 παρ. 5 ΚΟΚ και 33 της υπουργικής απόφασης ΥΑ ΔΜΕ/1995 (ΥΑ ΔΜΕΟ/ε/Ο/266 ΦΕΚ Β' 293/1995), τις οποίες και δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν όλες οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, αφού το επίμαχο τμήμα της οδού, όπου έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα και συγκεκριμένα η οδός από την ….
μέχρι το παρακείμενο δημοτικό διαμέρισμα του ….., το οποίο απέχει 5 περίπου χλμ. από την πόλη της …., είναι χαρακτηρισμένη ως επαρχιακή οδός ήδη από το έτος 1995, δυνάμει της προμνησθείσας υπουργικής αποφάσεως.
Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, αναφορικά με το χαρακτήρα της οδού στην οποία κινείτο το υπ' αριθμ. ...63 ΙΧΕ αυτοκίνητο ως εθνικής ή μη και την προτεραιότητα διέλευσης στη διασταύρωση της οδού αυτής με την ανώνυμη οδό, στην οποία κινείτο η πιο πάνω δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ότι το Εφετείο, αιτιολογεί με σαφήνεια και επάρκεια την παραδοχή ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλοφ. ...63 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κινείτο σε οδό που εντάσσεται στο Εθνικό Οδικό Δίκτυο, και ότι κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, στη διασταύρωση της εν λόγω οδού με την παραπάνω ανώνυμη οδό, που συνέβη το ένδικο τροχαίο ατύχημα, όπου η προτεραιότητα δεν ορίζεται με κατάλληλη σήμανση, δεν ίσχυε ο κανόνας της εκ δεξιών προτεραιότητας, που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 26 του Κ.Ο.Κ., αλλά η εξαίρεση της περίπτωσης α της ίδιας παραγράφου, αφού αναφέρει ότι η Παλαιά Εθνική Οδός ….., στην οποία δέχτηκε ανελέγκτως ότι κινείτο αυτός, και όχι στην επαρχιακή οδό ….., όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, που, σύμφωνα με την αναφερόμενη υπουργική απόφαση, εντάσσεται στο πρωτεύον επαρχιακό οδικό δίκτυο του Νομού …., ανήκει στο τμήμα "..." της Εθνικής Οδού της περιφέρειας Μακεδονίας Ε.Ο. 2 που έχει καταταγεί στο βασικό (πρωτεύον) Εθνικό Οδικό Δίκτυο, η οποία στο παραπάνω τμήμα της έχει καταταγεί στο δευτερεύον οδικό δίκτυο.
Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο αναφορικά με το χαρακτήρα της οδού, στην οποία κινείτο το οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο αυτοκίνητο, ως εντασσόμενης στο εθνικό οδικό δίκτυο, ο εν λόγω οδηγός είχε πράγματι προτεραιότητα διελεύσεως έναντι του εκ δεξιών κινουμένου οδηγού του δικύκλου, σύμφωνα με την εξαίρεση που εισάγει το άρθρ. 26 παρ. 5α του ΚΟΚ, όπως δέχτηκε το Εφετείο και συνεπώς δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 26 παρ. 5 ΚΟΚ και 33 της υπουργικής απόφασης ΥΑ ΔΜΕ//1995 (ΥΑ ΔΜΕΟ/ε/Ο/266 ΦΕΚ Β' 293/1995), τους οποίους και δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν όλες οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, όπως, αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε, ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος.
Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλομένη: α) δεν περιγράφει καθόλου τις συνθήκες κυκλοφορίας επί της οδού. Δεν διευκρινίζει, εάν επί της οδού εκινούντο άλλα οχήματα ή υπήρχαν άλλα εμπόδια, που απέκλειαν τον ορθό και ενδεδειγμένο προς τα δεξιά ελιγμό του οδηγού του αυτοκινήτου, που θα είχε αποβεί σωτήριος για την ζωή των συγγενών τους, β) δεν προσδιορίζει ούτε κατ' ελάχιστο την απόσταση που χώριζε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων από το δίκυκλο κατά το χρόνο αντιλήψεως του κινδύνου, γ) δεν προσδιορίζει το σημείο του οδοστρώματος επί του οποίου έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση, ενώ ακόμη διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες 1) σχετικά με την εκ μέρους του πρώτου των αναιρεσιβλήτων δυνατότητα πρόβλεψης της κίνησης του οδηγού της μοτοσικλέτας και της διενέργειας των κατάλληλων χειρισμών προς αποφυγήν του ατυχήματος, 2) αναφορικά με την εκφορά της κρίσεως της αναιρεσιβαλλομένης ότι δεν συνέτρεχε κάποιος λόγος που να επιβάλει την εκ μέρους του πρώτου των αναιρεσιβλήτων μείωση της ταχύτητος του αυτοκινήτου του, κάτω από το ανώτατο όριο των 90 χλμ/ώρα -αφού η παραδοχή ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου κινείτο πλησίον διασταυρώσεως κατά την διάρκεια της νυκτός, όφειλε να την οδηγήσει στο αντίθετο ακριβώς συμπέρασμα, δηλαδή, ότι εκινείτο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και 3) σχετικά με τη δυνατότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό της συγκρούσεως προς τα δεξιά, καθόσον η αποδοχή του γεγονότος ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά σημαίνει αυτονοήτως ότι η απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε τον κίνδυνο ήταν αρκούντως επαρκής.
Το Εφετείο, κρίνοντας, όπως παραπάνω, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος και την έλλειψη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, οδηγού του αυτοκινήτου, και την κατάφαση αποκλειστικής υπαιτιότητας στο πρόσωπο του οδηγού της μοτοσικλέτας, αφού πέραν των όσων, δέχτηκε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης αναφορικά με την προτεραιότητα διέλευσης στη διασταύρωση που συνέβη το ένδικο τροχαίο ατύχημα, όπου η προτεραιότητα δεν ορίζεται με κατάλληλη σήμανση, βάσει των οποίων ο οδηγός του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου είχε προτεραιότητα διέλευσης από τη διασταύρωση, δέχτηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων ότι ο εν λόγω οδηγός οδηγούσε το υπ' αριθμ.
κυκλοφ. ...63 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κινούμενος επί της Παλαιάς Εθνικής Οδού ..., με κατεύθυνση προς την … με κανονική ταχύτητα, 75-80 χιλιομέτρων την ώρα περίπου, το οποίο ήταν κατώτερο του επιτρεπομένου ανωτάτου ορίου των 90 χιλιομέτρων την ώρα, που ορίζεται στο 19ο χιλιόμετρο, όπου συνέβη το ένδικο ατύχημα, με υπάρχουσα στο σημείο εκείνο σχετική ρυθμιστική πινακίδα της ταχύτητας των οχημάτων, περιγράφει τις συνθήκες κυκλοφορίας της οδού αυτής, αναφέροντας ότι η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μέτρια, ενώ των πεζών ανύπαρκτη, η ορατότητα περιοριζόταν μόνο, λόγω νύκτας και μη επαρκούς τεχνητού φωτισμού, και όχι από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, καθώς και ότι οι καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν ήταν καλές και το οδόστρωμα ξηρό, ενώ ακόμη αναφέρει όλα τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας, και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς αυτού με το ζημιογόνο αποτέλεσμα αναφέροντας ότι ο οδηγός αυτός οδηγούσε την υπ' αριθ.
κυκλοφ. ...9 δίκυκλη μοτοσυκλέτα, χωρίς να έχει σε λειτουργία το σύστημα φωτισμού αυτής, ότι όταν έφτασε στη διασταύρωση της ως άνω ανώνυμης οδού επί της οποίας κινείτο με την Π.Ε.Ο. δεν ανέκοψε, όπως όφειλε, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της Παλαιάς Εθνικής Οδού, αλλά συνέχισε την πορεία του, προκειμένου να διασχίσει το ρεύμα πορείας της ως άνω Π.Ε.Ο.
προς … και να κινηθεί προς αριστερά, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί της πορείας του κανονικώς κινουμένου στο ρεύμα αυτό (προς …) της εν Π.Ε.Ο Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και να την ανακόψει, ο οδηγός του οποίου παρά τον αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά που ενήργησε, δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση λόγω της πολύ μικρής απόστασης που χώριζε το όχημά του από την παρεμβληθείσα στην πορεία του δίκυκλη μοτοσυκλέτα.
Οι παραπάνω αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές σχετικά με την οδηγική συμπεριφορά του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας (αιφνίδια παρεμβολή, από δεξιά, της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στο ρεύμα πορείας προς Έδεσσα της εθνικής οδού, όπου κινείτο το ως άνω αυτοκίνητο κανονικά με μικρή ταχύτητα) στηρίζουν, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, την κρίση του Εφετείου για την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και συνεπώς οι ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες, σχετικά με τις συνθήκες κυκλοφορίας επί της οδού, αβασίμως προβάλλονται, ενώ καθόσον αφορά στις λοιπές ελλείψεις, οι σχετικές αιτιάσεις απαραδέκτως προβάλλονται, διότι αναφέρονται σε ελλείψεις που ανάγονται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο (πόρισμα) σαφώς εκτίθεται στην απόφαση και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται, επιπλέον, σ' αυτήν τα εν λόγω στοιχεία που οι αναιρεσείοντες παραθέτουν και θεωρούν ότι είναι απαραίτητα.
Επίσης, καθόσον αφορά στις υπ' αριθμ. 1 και 2 φερόμενες ως αντιφάσεις, αυτές αβασίμως προβάλλονται, αφού, καθόσον μεν αφορά στην υπ' αριθμ. 1 αντίφαση, το Εφετείο δέχτηκε ως αιτία της αδυναμίας του οδηγού του αυτοκινήτου να ενεργήσει αποτελεσματικό αποφευκτικό ελιγμό την αιφνίδια είσοδο της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στη λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία κινείτο ο οδηγός του αυτοκινήτου, ενώ δεν γίνεται λόγος, ούτε οι αναιρεσίβλητοι ανέφεραν κατά τη διατύπωση του σχετικού λόγου αναίρεσης, ότι παραδεκτώς επικαλέστηκαν, ότι η αδυναμία διενέργειας από τον οδηγό του αυτοκινήτου αποτελεσματικού αποφευκτικού ελιγμού οφείλεται σε καθυστερημένη αντίληψη του κινδύνου και μη έγκαιρη αντίδραση του οδηγού του αυτοκινήτου λόγω της ταχύτητας με την οποία κινείτο, αλλά αντιθέτως γίνεται δεκτό απ' αυτό ότι δεν αποδείχτηκε ότι συνετέλεσε στο ατύχημα και πταίσμα του οδηγού του αυτοκινήτου, καθ' όσον αφορά στην υπ' αριθμ. 2 αντίφαση, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο στήριξε την παραδοχή του ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου "δεν όφειλε να είχε προβλέψει την αιφνίδια κίνηση του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που εκινείτο σε ανώνυμη δημοτική οδό, μόνο στο επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες γεγονός ότι ο οδηγός αυτός κινείτο σε εθνική οδό, αλλά κυρίως στις παραδοχές ότι η διασταύρωση της ανώνυμης οδού στην οποία κινείτο η μοτοσυκλέτα με την εθνική οδό στην οποία κινείτο το αυτοκίνητο δεν σημαινόταν με αντίστοιχη προειδοποιητική πινακίδα σήμανσης επί της εθνικής οδού και δεν ήταν καν ορατή από την οδό, λόγω της υπάρχουσας πυκνής και ψηλής βλάστησης, του ανεπαρκούς τεχνητού φωτισμού και της μη λειτουργίας του συστήματος φωτισμού της μοτοσυκλέτας, και τέλος, καθόσον αφορά στην υπ' αριθμ. 3 αντίφαση, σχετικά με τη δυνατότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό της συγκρούσεως προς τα δεξιά, και αυτή προβάλλεται απαραδέκτως, καθόσον η εν λόγω επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες αντίφαση αφορά επιχείρημα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη των ισχυρισμών του και δεν συνιστά παραδοχή, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελεί "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νομίμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/2008, 42/2012).
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 42/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οδηγός του δικύκλου ήταν ο Κ. Κ., όπως ισχυρίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, και όχι ο Δ.
Τ. όπως ισχυρίστηκαν αυτοί (αναιρεσείοντες), δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν αυτοί προς έμμεση αλλά και άμεση απόδειξη του ισχυρισμού τους και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: α) Την έκθεση αυτοψίας. Από το περιεχόμενό της προκύπτει ευθέως, ότι ο οδηγός του δικύκλου ήταν ο Δ.
Τ., διότι αυτός ήταν και ιδιοκτήτης του δικύκλου, β) Την άδεια κυκλοφορίας του δικύκλου, βάσει της οποίας ιδιοκτήτης του δικύκλου ήταν ο Δ. Τ., γ) Την άδεια ικανότητος οδηγήσεως του δικύκλου, την οποία κατείχε μόνο ο Δ. Τ., ενώ ο αναβάτης - Κ. Κ. δεν διέθετε άδεια ικανότητος οδηγήσεως, δ) Την από 11-9-2012 έκθεση εξέτασης αίματος, βάσει της οποίας στο αίμα του Δ.
Τ. δεν βρέθηκε οινόπνευμα, ε) Την από 19-9-2012 προανακριτική κατάθεση του μόvo αξιόπιστου μάρτυρα Θ. Δ., αστυνομικού, ο οποίος αναγνώρισε, από προηγούμενη υπηρεσιακή του ενασχόληση, τον Κ. Κ., ως συναναβάτη του δικύκλου και όχι οδηγό, αφού επιβεβαίωσε ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που φορούσε την μαύρη μπλούζα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ειδικότερα των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα υπό των διαδίκων επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, της υπ' αριθμ. 2…./09-10- 2013 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης της Β.
Κ., που ελήφθη με επιμέλεια των εναγόντων και κατόπιν νομοτύπου και εμπροθέσμου, σύμφωνα με το άρθρο 671 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 681Α ΚΠολΔ, κλητεύσεως των αντιδίκων, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 7093 και 7094/01-10-2013 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Έδεσσας Ά. Ί. και την υπ' αριθμ.
…Γ/01-10-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Δ. και των εγγράφων, που οι διάδικοι επαναπροσκομίζουν μετά νόμιμης επίκλησης και όσων προσκομίζονται παραδεκτώς, σύμφωνα με το άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, μεταξύ των οποίων είναι οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, που σχετίζεται με το ένδικο ατύχημα, ακόμη και των διαδίκων, αλλά και των εν γένει εγγράφων της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίσθηκε από τους αρμοδίους προανακριτικούς υπάλληλους, μεταξύ των οποίων είναι και οι από 26-8-2012 δύο (2) εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του Φ.
Κ., μηχανολόγου μηχανικού αυτοκινήτων, που διενεργήθηκε στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης και η υπ' αριθμ. πρωτ. 2…..5/12/02-3- 2013 ιατροδικαστική γνωμάτευση του Π. Μ., που συντάχθηκε στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης, καθώς και των υπ' αριθμ. …7/16-11-2012 και …3/16-11-2012 τεχνικών εκθέσεων του Φ. Κ., μηχανικού οχημάτων, πραγματογνώμονα - διερευνητή τροχαίων ατυχημάτων, που συντάχθηκαν κατόπιν αίτησης των εναγόντων και της υπ' αριθμ.
SAAG.../2012 τεχνικής έκθεσης της "... Ο.Ε.", η οποία συντάχθηκε κατόπιν αίτησης της τρίτης εναγομένης, οι οποίες τεχνικές εκθέσεις αποτελούν ιδιωτική γνωμοδότηση, που εκτιμάται ελεύθερα (άρθρο 390 ΚΠολΔ) και των φωτογραφιών, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αριθμ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα για άμεση απόδειξη (άρθρο 438 ΚΠολΔ) είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 395, 524 παρ. 1, 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ακόμη και αν δεν πληρούν όλους τους όρους του νόμου (άρθρα 681Α, 671 παρ. 1 εδ.
α' του ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 15/2003), χωρίς να παραλείπεται κάποιο εξ αυτών, για την κατ' ουσία διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει αναφορά ειδικώς παρακάτω, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της πιο πάνω απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών.
Επομένως, ο από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που οι αναιρεσείοντες νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 58 επ., 63 επ. του ισχύοντος κώδικα δικηγόρων (Ν. 4194/2013), αντίστοιχων των παλαιών άρθρων 91, 92 παρ. 1 και 98 του προϊσχύσαντος κώδικος περί δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954) και των άρθρων 176, 177 και 189 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, άλλη είναι η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου και άλλη η εις το διάδικο επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, στην καταβολή της οποίας καταδικάζεται ο αντίδικός του με τη δικαστική απόφαση.
Τούτο διότι η πρώτη, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, ανάγεται στην εσωτερική εκ της εντολής σχέση, η οποία συνδέει τον πληρεξούσιο δικηγόρο με τον πελάτη του και καθορίζεται κατά την μεταξύ τους συμφωνία (άρθρο 92 του Κώδικα δικηγόρων), εφόσον αυτή είναι έγκυρη, εν ελλείψει δε τέτοιας έγκυρης συμφωνίας, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατιμήσεις αμοιβής των δικηγόρων (άρθρο 98 παρ. 1 Κωδ.
Δικ.). Αντίθετα η δεύτερη, ήτοι η αποδοτέα δικαστική δαπάνη καθορίζεται κατά τις περί αυτής διατάξεις του άρθρου 189 ΚΠολΔ, κατά την οποία αποδίδονται μόνο τα αναγκαία προς διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης δικαστικά έξοδα και περιλαμβάνει τα δαπανήματα που καθορίζονται σ' αυτή. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνεται σαφώς διάκριση μεταξύ της δικηγορικής αμοιβής, η οποία πάντοτε είναι πληρωτέα από τον εντολέα του δικηγόρου με βάση τη σχέση έμμισθης εντολής και της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται από το δικαστήριο, στην οποία περιλαμβάνεται και η δικηγορική αμοιβή και αποτελεί βέβαια το μεγαλύτερο μέρος αυτής, η οποία εντούτοις ανήκει στο διάδικο και όχι στο δικηγόρο του (ΑΠ 939/2013, 2073/2007).
Ο υπολογισμός της δικαστικής δαπάνης, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης αποτιμάται χρηματικώς, γινόταν βάσει των άρθρων 100 επ. του παλαιού Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) και ήδη από 17-9-2013 με τα άρθρα 63 επ. του Νέου Κώδικα (Ν. 4194/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 68 του ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων η αμοιβή του δικηγόρου του εναγομένου για σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα, ενώ, κατά το άρθρο 69 του ίδιου Κώδικα για τη σύνταξη προτάσεων στην πρώτη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η αμοιβή των δικηγόρων όλων των διαδίκων είναι διπλάσια από την αμοιβή που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 68 του Κώδικα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 του ίδιου Κώδικα η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής όπως παρακάτω: α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ. β) 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ, γ) 1% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 750.001 ευρώ μέχρι 1.500.000 ευρώ, δ) 0,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 1.500.001 ευρώ μέχρι 3.000.000 ευρώ, ε) 0,3% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 3.000.001 ευρώ μέχρι 6.000.000 ευρώ, στ) 0,2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 6.000.001 ευρώ μέχρι 12.000.000 ευρώ, ζ) 0,1% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 12.000.001 ευρώ μέχρι 25.000.000 ευρώ, η) 0,05% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται πέραν από το ποσό των 25.000.001 ευρώ, ενώ τέλος κατά το άρθρο 64 του ίδιου Κώδικα σε περίπτωση που ενωθούν περισσότερες αγωγές στο ίδιο δικόγραφο, οφείλεται ιδιαίτερη αμοιβή για κάθε αγωγή που σωρεύεται με βάση την αξία του αντικειμένου της.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 179 ΚΠολΔ, σε περίπτωση που η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, μπορεί το δικαστήριο, ανεξάρτητα από την έκταση της νίκης ή της ήττας των διαδίκων, να προβεί σε συμψηφισμό των εξόδων. Στην περίπτωση έτσι αυτή, ο συμψηφισμός ή μη των δικαστικών εξόδων ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, και άρα η σχετική κρίση του δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 773/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο, όπως διατείνονται αυτοί, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (άρθρ. 68, 69, 84 του Κώδικα Δικηγόρων) (ν. 4194/2013) σε συνδυασμό και με την κοινή Υ.Α.
Οικονομικών και Δικαιοσύνης 120867/2007 (ΦΕΚ Β'/1964/2005), αφ' ενός μεν δεν συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα λόγω αμφιβολίας των εναγόντων για την έκβαση της δίκης, άλλως λόγω του δυσερμήνευτου των διατάξεων που εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με το χαρακτηρισμό της επίμαχης οδού ως εθνικής ή επαρχιακής, για το οποίο, μάλιστα, υπάρχει και διχογνωμία ακόμη και ανάμεσα στις υπηρεσίες του κράτους, όπως συνάγεται από μία απλή και μόνο επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έτσι ώστε να τους απαλλάξει τουλάχιστον από την υποχρέωση καταβολής δικαστικής δαπάνης, αφ' ετέρου δε, επέβαλε σε βάρος τους τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, ύψους 33.650 ευρώ, προβαίνοντας στον προσδιορισμό αυτής, στο ως άνω υπέρογκο ποσό, το οποίο δεν αντιπροσωπεύει, τα πραγματικά έξοδα της δίκης, στα οποία υπεβλήθησαν οι αναιρεσίβλητοι, και οδηγεί άνευ ετέρου στον αθέμιτο και αναίτιο πλουτισμό των αναιρεσιβλήτων με βάση το αντικείμενο της δίκης, αν και στην προκειμένη περίπτωση ο καθορισμός αυτής δεν έπρεπε να γίνει με βάση το αντικείμενο της δίκης, διότι κατά τον Κώδικα ανάλογα ποσά επιβάλλονται μόνο, όταν δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, μεταξύ του εντολέως και του δικηγόρου του για την απόληψη της αμοιβής του και όχι όταν υπάρχει μεταξύ αυτών σχετική έγγραφη συμφωνία, οπότε η αμοιβή αυτή μπορεί να καθορίζεται ελεύθερα, όπως στην περίπτωση των δικηγόρων των ασφαλιστικών εταιριών, που είναι γνωστό τοις πάσι γεγονός, ότι εν προκειμένω, αμείβονται στην Ελλάδα, μετά την ισχύ του νέου Κώδικος περί Δικηγόρων και κατόπιν έγγραφης συμφωνίας τους, με τα ποσά που ενσωματώνονται στα εκδιδόμενα από τους οικείους δικηγορικούς συλλόγους τετραπλότυπα γραμμάτια δικηγορικής αμοιβής και σε κάθε περίπτωση με ποσά που δεν υπερβαίνουν το ποσό των 500 - 600 ευρώ, ακόμη και για υποθέσεις σοβαρών τροχαίων ατυχημάτων.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, στην προκειμένη περίπτωση, που το αντικείμενο της δίκης αποτιμάται χρηματικώς, ο υπολογισμός της δικαστικής δαπάνης γίνεται με βάση το αντικείμενο της δίκης σύμφωνα με τα άρθρα 63 επ.
του Νέου Κώδικα (Ν. 4194/2013), ενώ εξάλλου, καθόσον αφορά στις αιτιάσεις περί μη συμψηφισμού στο σύνολό τους των δικαστικών εξόδων μεταξύ των διαδίκων, αλλά επιβολής σε βάρος τους της δικαστικής δαπάνης των διαδίκων, και οι αιτιάσεις αυτές, επίσης, αβασίμως προβάλλονται, εφόσον, αφ' ενός μεν, μεταξύ των αναφερόμενων στο άρθρο 179 ΚΠολΔ περιπτώσεων επιτρεπτού του συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων, μετά την τροποποίηση του άρθρου αυτού με το ν. 2943/2001, δεν περιλαμβάνεται και η εύλογη αμφιβολία των διαδίκων για την έκβαση της δίκης, αφ' ετέρου δε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ο συμψηφισμός ή μη των δικαστικών εξόδων σε περίπτωση που η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, και άρα η σχετική κρίση του δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου.
Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ως προς τους έντεκα πρώτους αναιρεσείοντες, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 24.2.2017 αίτηση, ως δικόγραφο, κατά το μέρος που αυτή απευθύνεται κατά της υπ' αριθμ. 2738/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της παραπάνω αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2886/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τις 12η και 13η αναιρεσείουσες Δ. χήρα Κ. Κ. και Μ. χήρα Ι. Φ., αντίστοιχα.
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τις αμέσως παραπάνω αναιρεσείουσες και την πρόοδο αυτής ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Απορρίπτει την από 24-2-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2886/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που ασκήθηκε από τους λοιπούς έντεκα πρώτους αναιρεσείοντες.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους ως άνω αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους έντεκα πρώτους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ