Legislator Case Law & Legislation
648/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling due to inadmissible arguments and no court costs.

Case Number 648/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a debt management fund against a final first-instance judgment regarding a debtor's eligibility for debt restructuring. The appellant argued the debtor lacked permanent insolvency, but the court rejected these claims as inadmissible because they challenged the factual assessment and reasoning of the lower court. Consequently, the appeal was rejected without ordering court costs, as the specific debt restructuring law explicitly prohibits such expenses.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 8, paragraph 6, section b of Law 3869/2010: Arguments challenging the factual findings and reasoning of the court of first instance in debt restructuring proceedings are inadmissible, and court costs are not to be awarded in such appeals.

Keywords

AI generated
debt restructuring insolvency proceedings inadmissible appeal factual assessment court costs prohibition debt management fund legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 560, 561, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 8, paragraph 6, section b of Law 3869/2010
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 648 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 648/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Αθανασόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2015 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 273/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από ..-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από …-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ./…-2022), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 273/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της τρίτης και τέταρτης των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών.

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία τους, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 456/2025, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024).

Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), καθόσον η ως άνω απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (χάριν συντόμευσης Τ.Π.Δ.) στις 23-8-2022, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον με το αναιρετήριο (δεν προσκομίζεται επιδοτήριο, ούτε ο παριστάμενος πρώτος αναιρεσίβλητος αντιλέγει), η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του εκδώσαντος τη προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (άρθρο 495 του ΚΠολΔ), στις 17-10-2022 δηλαδή εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από 16-9-2022, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 11 εδ.

α' του Κώδικα των Νόμων περί δικών του Δημοσίου που κωδικοποιήθηκε με το κανονιστικό διάταγμα της 26-6/10-7-1944, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3514/2006: "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων, ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων.

Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών". Εξάλλου κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022), οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους.

Επισημαίνεται ότι, από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι αυτή, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνει, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα, όπως εν προκειμένω Κυριακή (ή Σάββατο), αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας, (Ολ.ΑΠ 33/1996, ΑΠ 691/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 400/2022).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 456/2025, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 175/2025, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, με επίκληση, από το αναιρεσείον με αριθ. …/…-2023, …/…-2023 και ./..-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Δ. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών.

Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν παραστάθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω η αναίρεση ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 22-5-2015, της ένδικης, από 6-5-2015, αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι: " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1536/2024). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1508/2022).

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 173/2025, ΑΠ 1851/2024, ΑΠ 810/2023).

Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και συγκεκριμένα όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματός του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει.

Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β` της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι` αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ.

με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 173/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1851/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 173/2025, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1510/2024).

Εξάλλου, με τις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου του Αστικού Κώδικα ορίζονται τα προστατευόμενα μέλη, δηλαδή ποια πρόσωπα έχουν εκ του νόμου δικαίωμα διατροφής έναντι του οφειλέτη. Στην έννοια του προστατευόμενου οικογενειακού μέλους κατ` ουσία εντάσσεται κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και εξ αυτού του γεγονότος ο οφειλέτης επιβαρύνεται.

Με τις διατάξεις των άρθρων 1389 επ. του ΑΚ ορίζεται, ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους και κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους. Κατά δε το άρθρο 1486 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα δικαίωμα διατροφής έχει, μεταξύ άλλων και το ενήλικο τέκνο, που δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες.

Προϋπόθεση δηλ. για να αξιώσει διατροφή από τους γονείς του το ενήλικο τέκνο είναι η απορία του και συγκεκριμένα η έλλειψη επαρκών περιουσιακών στοιχείων ή η αδυναμία του να μετέλθει κατάλληλης εργασίας. Ως εκ τούτου το ενήλικο τέκνο, που δεν δύναται να αυτοσυντηρηθεί, εμπίπτει στην έννοια του προστατευόμενου μέλους.

Αντίθετα, δεν εμπίπτει στην έννοια αυτή το ενήλικο τέκνο, που είναι υγιές, δεν σπουδάζει και δεν βρίσκεται σε κατάσταση δικαιολογημένης ή χρόνιας ανεργίας (ΑΠ 456/2025, ΑΠ 43/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1486/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Έτσι, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α`του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 596/2024).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή τη παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 455/2025, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1536/2024). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 173/2025, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 3/2021).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 350/2025, ΑΠ 173/2025, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 96/2020).

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 (560) του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1/1987, ΑΠ 350/2025, ΑΠ 173/2025, ΑΠ 557/2025, ΑΠ 127/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 1058/2023, ΑΠ 610/2023).

Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ. 2, 570 παρ. 1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.

Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 350/2025, ΑΠ 557/2025, AΠ 1058/2023, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 503/2018).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, αναφορικά με το ερευνώμενο κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης, χωρίς δόλο, του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''............

ο αιτών γεννήθηκε το έτος 19.., είναι έγγαμος με την Τ. Σ. και από τον γάμο τους αυτό έχουν αποκτήσει δύο τέκνα την Α. Δ. και τον Δ. Δ., γεννηθέντα τα έτη 19.. και 19.., αντίστοιχα (...), εκ των οποίων ο υιός τους διαμένει μαζί τους καθότι αν και εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος, το ετήσιο εισόδημά του, ύψους 4.678 ευρώ περίπου, δεν του επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες του χωρίς την οικονομική συνδρομή των γονέων του.

Ο αιτών είναι συνταξιούχος του Δημοσίου (…..) από το έτος 2009 και λαμβάνει σύνταξη (κύρια και επικουρική) από τον ασφαλιστικό του φορέα, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 1.042,66 ευρώ κατά μέσο όρο μηνιαίως (...), ενώ η σύζυγός του εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος σε κτηνιατρείο ιδιοκτησίας Α. Υ. στη Λ… και ο μηνιαίος μισθός της ανέρχεται στο ποσό των 467,94 ευρώ (...), ενώ δεν έχουν έσοδα από οποιαδήποτε άλλη πηγή.

Ο αιτών, ο οποίος στερείται της πτωχευτικής ικανότητας, έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τους καθ' ων-πιστωτές, τις οποίες οφειλές είχε αναλάβει σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ενδίκου αιτήσεως και συγκεκριμένα οφείλει: 1) Στην 1η των καθ' ων- πιστώτρια με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε":

α) από την υπ' αριθμ. …… σύμβαση στεγαστικού δανείου οφείλει μέχρι την 28-8-2019 με την ιδιότητα του οφειλέτη για κεφάλαιο και τόκους το συνολικό ποσό των 105.645,32 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ. …. σύμβαση στεγαστικού δανείου οφείλει μέχρι την 28-8-2019 με την ιδιότητα του οφειλέτη για κεφάλαιο και τόκους το συνολικό ποσό των 26.742,19 ευρώ, γ) από την υπ' αριθμ.

….. σύμβαση στεγαστικού δανείου οφείλει μέχρι την 28-8- 2019 με την ιδιότητα του οφειλέτη για κεφάλαιο και τόκους το συνολικό ποσό των 34.794,78 ευρώ, δ) από την υπ' αριθμ. …….σύμβαση πιστωτικής κάρτας οφείλει μέχρι την 28-8-2019 με την ιδιότητα του οφειλέτη για κεφάλαιο και τόκους το συνολικό ποσό των 954,38 ευρώ, ε) από την υπ' αριθμ.

….. σύμβαση καταναλωτικού δανείου οφείλει μέχρι την 28-8-2019 με την ιδιότητα του οφειλέτη για κεφάλαιο και τόκους το συνολικό ποσό των 37.311,60 ευρώ και στ) από την υπ' αριθμ. ……. πιστωτική κάρτα οφείλει μέχρι την 28-8-2019 με την ιδιότητα του οφειλέτη για κεφάλαιο και τόκους το συνολικό ποσό των 9.036,35 ευρώ (...) και συνολικά οφείλει στην ανωτέρω τράπεζα το ποσό των 214.484,62 ευρώ.

Εκ των ανωτέρω απαιτήσεων της καθ' ης οι υπό στοιχεία (α), (β) και (γ) απαιτήσεις είναι εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε βάρος της κύριας κατοικίας του αιτούντος για ποσό 112.363,03 ευρώ, 46.727,26 CHF και 23.677,20 ευρώ, αντίστοιχα. 2) Στην 2η των καθ' ων-πιστώτρια με την επωνυμία "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ Α.Ε":

α) από την υπ' αριθμ. ….. σύμβαση καταναλωτικού δανείου οφείλει μέχρι την 22-1-2015 με την ιδιότητα του οφειλέτη για κεφάλαιο και τόκους το συνολικό ποσό των 3.220,23 ευρώ και β) από την υπ' αριθμ. ….. σύμβαση καταναλωτικού δανείου οφείλει μέχρι την 22-1-2015 με την ιδιότητα του οφειλέτη για κεφάλαιο και τόκους το συνολικό ποσό των 6.004,29 ευρώ (...) και συνολικά οφείλει στην ανωτέρω τράπεζα το ποσό των 9.224,52 ευρώ. 3) Στη 3η των καθ' ων- πιστώτρια με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε":

α) από την υπ' αριθμ. ….. πιστωτική κάρτα οφείλει μέχρι την 23-1-2015 με την ιδιότητα του οφειλέτη το συνολικό ποσό των 0,97 ευρώ και β) από την υπ' αριθμ. ….. σύμβαση καταναλωτικού δανείου οφείλει μέχρι την 23-1-2015 με την ιδιότητα του οφειλέτη για κεφάλαιο και τόκους το συνολικό ποσό των 27.575,04 ευρώ (...) και συνολικά οφείλει στην ανωτέρω τράπεζα το ποσό των 27.576,01 ευρώ. 4) Στο 4° των καθ' ων ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ & ΔΑΝΕΙΩΝ" από την υπ' αριθμ. ….. σύμβαση δανείου μικροεπισκευών-μικροβελτιώσεων οφείλει μέχρι την 13-9-2018 με την ιδιότητα του οφειλέτη για κεφάλαιο και τόκους το συνολικό ποσό των 18.461,10 ευρώ (...). Η συνολική οφειλή του αιτούντος προς τους πιστωτές του ανέρχεται στο ποσό των 269.746,25 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος περιλαμβάνεται κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας (του υπόλοιπου ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου ανήκοντος στην σύζυγο του) μία οριζόντια ιδιοκτησία-διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, συνολικής επιφάνειας 95 τ.μ., εκ των οποίων τα 20 τ.μ.

αποτελούν βοηθητικό χώρο (έτους κατασκευής 2000), το οποίο βρίσκεται στη Λευκάδα …… Το παραπάνω ακίνητο περιήλθε στον αιτούντα κατά το ανωτέρω ποσοστό δυνάμει του υπ' αριθμ. ./-2001 συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζοντίου ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Λευκάδας Ι. Κ., νομίμως μετεγγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λευκάδας (τ.

…και α.α ..). Η αντικειμενική αξία του παραπάνω ακινήτου (κύριου και βοηθητικού χώρου) εκτιμάται στο συνολικό ποσό των 36.670,69 ευρώ για το εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιο του αιτούντος (...). Το εν λόγω ακίνητο αποτελεί την κύρια και μοναδική κατοικία του αιτούντος και της οικογένειας του για την οποία υποβλήθηκε από τον αιτούντα-ιδιοκτήτη αίτημα υπαγωγής της στη προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010 ρύθμιση.

Επίσης, ο αιτών, πέραν του ανωτέρω ποσοστού συνιδιοκτησίας 50% εξ αδιαιρέτου στο προαναφερόμενο διαμέρισμα, έχει επιπλέον ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας επί μιας ισογείου μονοκατοικίας, επιφάνειας 85τ.μ., με βοηθητικούς χώρους, επιφάνειας 30τ.μ. (έτους κατασκευής 1956), κείμενης επί της οδού …., στην Α… Ν.

Η.., εντός οικοπέδου, 500τ.μ., επί του οποίου έχει επίσης ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας, αντικειμενικής αξίας για το μερίδιο του 5.666,58 ευρώ. Ακόμη έχει κατά πλήρη κυριότητα ένα οικόπεδο, εκτάσεως 739,85 τ.μ., κείμενο στην …. Ν. Η.., αντικειμενικής αξίας 7.398,50 ευρώ (....). Τα παραπάνω ακίνητα, λόγω της θέσης στην οποία βρίσκονται και της μικρής αντικειμενικής αξίας τους, κρίνεται ότι δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε να αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κ.λ.π), γι' αυτό και δεν θα πρέπει να διαταχθεί η, κατ' άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010, εκποίησή τους.

Επομένως και αυτός ο λόγος έφεσης του εκκαλούντος θα πρέπει να απορριφθεί αφού ορθά το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξαίρεσε από την εκποίηση τα λοιπά ακίνητα του αιτούντος. Πέραν των ανωτέρω ακινήτων ο αιτών δεν διαθέτει άλλα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία (...). Επίσης, ο αιτών διαθέτει κατά πλήρη κυριότητα και ένα Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, μάρκας …., 1198 c.c., παλαιότητας 8 ετών και εμπορικής αξίας 2.000 ευρώ.

Η σύζυγος του αιτούντος, πέραν του ανωτέρω ποσοστού συνιδιοκτησίας 50% εξ αδιαιρέτου στο προαναφερόμενο διαμέρισμα, δεν διαθέτει άλλα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, ενώ διαθέτει κατά πλήρη κυριότητα ένα Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, μάρκας ….., 1086 c.c., παλαιότητας 11 ετών, η εμπορική αξία του οποίου εκτιμάται σε 1.000 ευρώ.

Ομοίως και τα αυτοκίνητα, εξαιτίας της παλαιότητας τους δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε να αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή επιμελητή κ.λ.π).Επομένως, αποδείχθηκε ότι τα ανωτέρω δάνεια, λόγω του ύψους τους και της πραγματικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο αιτών η οποία άνωθεν περιγράφεται, τον οδήγησαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη του, κατά δε την ανάληψη των ανωτέρω υποχρεώσεων, αφενός τα εισοδήματα του ίδιου και της συζύγου του ήταν υψηλότερα, όπως εμφαίνεται από εκκαθαριστικό σημείωμα του έτους 2009 με συνολικό δηλωθέν εισόδημα 36.189,55 ευρώ και εκκαθαριστικό σημείωμα έτους 2020 με συνολικό δηλωθέν εισόδημα 23.010,13 ευρώ και επομένως ήταν αδύνατο να γνωρίζει ότι το εισόδημά του θα απομειωθεί και δεν θα επαρκούσε για την κάλυψη των δανείων και αφετέρου εξαιτίας της οικονομικής κρίσης με τις δυσμενείς συνέπειες που είχε στην ελληνική οικονομία, κατέστη ανέφικτη η αποπληρωμή των ανωτέρω οφειλών, δεδομένου ότι ο αιτών δανείστηκε με δάνεια σε ελβετικό φράγκο (CHF) μετά από παρότρυνση της 1ης των καθ' ων δανείστριας που δεν λογάριασε την εταιρική και κοινωνική ευθύνη της και μάλιστα χωρίς ρήτρα αντιστάθμισης συναλλαγματικού κινδύνου.

Λόγω ελλείψεως προστασίας του αιτούντος έναντι της μεταβλητότητας του ξένου νομίσματος που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του και μείωσης του εισοδήματός του, κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η σχετική ένσταση περί δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών και επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.

Έτσι συντρέχει στη περίπτωση του αιτούντος μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τους καθ' ων-πιστωτές. Με βάση τα παραπάνω συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2.

Η ρύθμιση των χρεών του αιτούντος θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις πιο πάνω αναφερόμενες πιστώτριες από τα εισοδήματά του ο χρόνος των οποίων κρίνεται ότι πρέπει να οριστεί σε μία 5ετία. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 ν. 3869/2010, το προς διάθεση στις πιστώτριες του αιτούντος από αυτόν ποσό, λαμβανομένων υπόψη των οικογενειακών και βιοτικών του αναγκών, στις οποίες περιλαμβάνονται τα στοιχειώδη έξοδα για τροφή, ένδυση, ηλεκτροφωτισμό καθώς και για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και τα οποία προσδιορίζονται περίπου στο ποσό των 1200 ευρώ, θα πρέπει να οριστεί στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως, που κρίνεται ότι βρίσκεται μέσα στις οικονομικές του δυνατότητες, δεδομένου ότι ζει σε ιδιόκτητη κατοικία και δεν επιβαρύνεται με έξοδα ενοικίου, όπως ορθά και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε.....''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από ..-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2019) έφεση του αναιρεσείοντος (ΤΠΔ) κατά της με αριθ. 98/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λευκάδας, που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως κατ`ουσία βάσιμη την ένδικη, από 6-5-2015 (αριθ.

έκθ. κατάθ. ../…2015 ), αίτηση του αιτούντος - πρώτου αναιρεσίβλητου και ακολούθως ρύθμισε τα χρέη του, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση τη κύρια κατοικία αυτού, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της. Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, διότι αυτός, κατά την ανάληψη, αλλά και μεταγενέστερα, των δανειακών του υποχρεώσεων προς τις πιστώτριες ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες (δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων) και προς το αναιρεσείον (ΤΠΔ), δεν επεδίωξε τη περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμών, αλλά ούτε προέβλεψε και αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτού του αποτελέσματος και ότι παρά ταύτα συνέχισε την ίδια μη συνετή συμπεριφορά δανειολήπτη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ.

τελευταίο του ν. 3869/2010 (δεν επικαλείται το αναιρεσείον άλλες διατάξεις), στην οποία ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν παραβίασε ευθέως. Εξάλλου, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του ως άνω πρώτου αναιρεσίβλητου των χρηματικών του οφειλών, αλλά και η ανυπαρξία του (ενδεχόμενου) δόλου του.

Πιο συγκεκριμένα, από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, με επαρκή και σαφή αιτιολογία, μεταξύ άλλων και τα εξής ασκούντα ουσιώδη επιρροή στο ζήτημα της περιέλευσης, χωρίς δόλο, του αιτούντος-πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών, πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα προσδιορίζει αναλυτικά:

α)ότι αυτός σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την υποβολή της αίτησης, είχε αναλάβει τα επακριβώς αναγραφόμενα δάνεια, από τις πιστώτριες, συνολικού ποσού 269.746,25 ευρώ, από το οποίο ποσό 18.461,10 ευρώ έλαβε από το αναιρεσείον (ΤΠΔ) ως δάνειο για μικροεπισκευές - μικροβελτιώσεις, β) ότι από το έτος 2009 ο αιτών είναι συνταξιούχος αστυνομικός με καθαρές μηνιαίες αποδοχές (κύρια και επικουρική σύνταξη) 1.042,66 ευρώ, ενώ η σύζυγός του εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος σε κτηνιατρείο και ο μισθός της ανέρχεται στο ποσό των 467,94 ευρώ κατά μήνα, γ)ότι όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες φορολογικές δηλώσεις και εκκαθαριστικά σημειώματα του αιτούντος το ετήσιο εισόδημά του έχει υποστεί σημαντική μείωση και ότι ενδεικτικά το οικονομικό έτος 2009 το συνολικό δηλωθέν οικογενειακό ετήσιο εισόδημά του ανέρχονταν στο ποσό των 36.189,55 ευρώ, ενώ το οικονομικό έτος 2020 το συνολικό δηλωθέν ετήσιο εισόδημά του ανήλθε στο ποσό των 23.010,13 ευρώ, δ) το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του αιτούντος και της οικογενείας του το οποίο προσδιορίζεται στο ποσό των 1.200 ευρώ και ε) ότι αντικειμενικά δεν μπορούσε να προβλέψει, ούτε να αποτρέψει τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, στην οποία περιήλθε μετά τη σημαντική συρρίκνωση του εισοδήματός του σε σχέση με το διαρκώς αυξανόμενο κόστος διαβίωσης, όπως ειδικότερα εξειδικεύεται στη προσβαλλόμενη.

Με βάση δε τις προεκτεθείσες παραδοχές, το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί δόλιας περιέλευσης του ως άνω αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, υπό την οιαδήποτε μορφή δόλου (άμεσος ή ενδεχόμενος, αρχικός ή επιγενόμενος), καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, αφού ούτε γνώριζε, κατά την ανάληψη του δανείου του και προς το αναιρεσείον, ότι είναι αδύνατη η εξυπηρέτησή του, ούτε αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό καθώς είχε, όπως προαναφέρθηκε, αυξημένα εισοδήματα το έτος 2009.

Τα περιστατικά αυτά, που το δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 του ν. 3869/2020 την οποία εφάρμοσε, ώστε να μην καταγνωστεί σε βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου δανειολήπτη-αιτούντος δολιότητα κατά τη σύναψη των δανειακών του υποχρεώσεων.

Η αιτίαση του αναιρεσείοντος η οποία εμπεριέχεται στο πρώτο αναιρετικό λόγο, ότι στην έννοια του προστατευόμενου μέλους του αιτούντος δεν έπρεπε να συμπεριληφθεί ο ως άνω ενήλικας γιός του Δ.., κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 562 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είχε προταθεί παραδεκτά από αυτό (ΤΠΔ) ως καθού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε ως εκκαλούν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από την παραδεκτή δε, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της, από …-2019, έφεσής του ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου της ουσίας και των από ..-2022 προτάσεών του (οι προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν προσκομίζονται), προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε ο ως άνω ισχυρισμός, όπως όφειλε ως λόγος έφεσης, τυχόν δε έρευνα τέτοιου νέου ισχυρισμού από το δικαστήριο αυτό, μετά τη τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού.

Οι περαιτέρω επικαλούμενες από το αναιρεσείον, αιτιάσεις περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, καθόσον δεν εκτίθενται στη προσβαλλόμενη απόφαση: α) το χρονικό σημείο συνομολόγησης των δανείων, β) τα καθαρά εισοδήματα του αιτούντος και της συζύγου του κατά το έτος ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, γ) το ακριβές ύψος των εισοδημάτων του και της συζύγου του κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης και της συζήτησης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δ) η κατά μήνα δόση την οποία όφειλε να καταβάλει ο αιτών στους πιστωτές, ε) η εξέλιξη των εισοδημάτων του αιτούντος από το χρόνο δανεισμού έως το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, πλέον της ουσιαστικής τους, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αβασιμότητας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα αυτού (ΤΠΔ) προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτό εκδοχής περί έλλειψης μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής της χρηματικής οφειλής του, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό (ΑΠ 173/2025, ΑΠ 557/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022).

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Εξάλλου το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, καθόσον αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς, ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Οι ως άνω παραδοχές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχει νόμιμη βάση και συνεπώς οι σχετικοί, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν μπορεί να υπαχθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του ν. 3869/2010, επειδή εκ δόλου (ενδεχόμενου) περιήλθε σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των οφειλών του προς τους πιστωτές, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και απαράδεκτοι κατά τις ως άνω διακρίσεις.

Σε ακολουθία των παραπάνω, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.

β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 173/2025, ΑΠ 557/2025).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από …-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ../2022), αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. 273/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ