Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring decision as inadmissible due to lack of permanent insolvency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Debtors' Fund against a final First Instance Court decision regarding debt restructuring. The debtor argued they lacked permanent insolvency, but the court found their claims based on living costs and future income irrelevant to the legal definition of insolvency. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because it challenged the court of first instance's assessment of factual evidence and the debtor's financial situation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: An appeal against a final decision in voluntary jurisdiction proceedings is admissible even if rendered in absentia, provided the decision does not fall under the scope of annulment by the Supreme Court, as the principle of successive legal remedies does not apply to such decisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 557 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 557/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μπουζή Τσούκαλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2015 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σιντικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 204/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 175/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-9-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 5-9-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 175/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024, ΑΠ 596/2024).
Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (χάριν συντόμευσης ΤΠΔ), επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1508/2022).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 175/2025, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τη προσκομιζόμενη, από το αναιρεσείον με αριθ. 1373Β'/6-9-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Ε. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη των αναιρεσίβλητων ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕ". Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί η αναίρεση ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 9-3-2015 της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι: " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ` άρθρ. 323 και 340 του ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για το καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 81/2025, ΑΠ 173/2025, ΑΠ 691/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1036/2024, ΑΠ 144/2023, ΑΠ 550/2023). Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 81/2025, ΑΠ 173/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1852/2024, ΑΠ 624/2024, ΑΠ 690/2024, ΑΠ 624/2024).
Εξάλλου, στην έννοια του προστατευόμενου μέλους εντάσσεται κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και συνεπώς αυτός επιβαρύνεται εξ αιτίας του λόγου αυτού. Με τις διατάξεις των άρθρων 1485 επ. του ΑΚ ρυθμίζεται η υποχρέωση διατροφής μεταξύ ανιόντων και κατιόντων. Ειδικότερα, με την διάταξη του άρθρου 1486 του ΑΚ ορίζεται ότι δικαίωμα διατροφής έχει, εκτός από το ανήλικο και το ενήλικο τέκνο, εφ` όσον το τελευταίο δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του.
Η διατροφή αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 1493 του ΑΚ, περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επί πλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην ανάλογη διατροφή ενός ενήλικου τέκνου που στερείται επαρκών περιουσιακών προσόντων και δεν έχει ακόμα υποχρέωση να εργασθεί, γιατί έχει την πρόθεση να σπουδάσει, περιλαμβάνεται όχι μόνο η δαπάνη για τροφή, στέγαση και κάθε άλλο απαραίτητο για την επιβίωσή του, αλλά και η δαπάνη για την επαγγελματική του εκπαίδευση, θεωρητική ή τεχνική, οποιασδήποτε βαθμίδας.
Διατροφική αξίωση του ενήλικου τέκνου πρέπει να αναγνωριστεί και μετά το πέρας των σπουδών του, εφόσον καθίσταται αδύνατη η εξεύρεση κατάλληλης εργασίας. Προϋπόθεση δηλ. για να αξιώσει διατροφή από τους γονείς του το ενήλικο τέκνο είναι η απορία του και συγκεκριμένα η έλλειψη επαρκών περιουσιακών στοιχείων ή η αδυναμία του να μετέλθει κατάλληλης εργασίας (ΑΠ 1486/2018).
Μέσω των ως άνω διατάξεων του οικογενειακού δικαίου (άρθρα 1485 επ. του ΑΚ) διαπιστώνεται ποια πρόσωπα είναι προστατευόμενα, δηλαδή ποια πρόσωπα έχουν εκ του νόμου δικαίωμα διατροφής έναντι του οφειλέτη. Η υποχρέωση διατροφής των προσώπων αυτών προβλέπεται εκ του νόμου και υπερισχύει της συμβατικής υποχρέωσης του οφειλέτη να αποπληρώσει τους πιστωτές του.
Γι' αυτό άλλωστε και ο ν. 3869/2010 αναζητά πρώτα την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογενείας του και έπειτα τη δυνατότητα αποπληρωμής των πιστωτών του οφειλέτη.
Συνεπώς, στην έννοια του προστατευόμενου οικογενειακού μέλους κατ' ουσία πρέπει να ενταχθεί κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και εξ αυτού του γεγονότος ο οφειλέτης επιβαρύνεται. Η οικονομική αυτή επιβάρυνση μειώνει τη δυνατότητά του να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των πιστωτών του.
Έτσι, στην έννοια του "προστατευόμενου μέλους" (άρθρ. 1389 επ. και 1486 επ. του ΑΚ) εντάσσεται κάθε πρόσωπο που δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, καθώς και όποιος δεν δύναται να ανεύρει εργασία εξ αιτίας βαριάς ασθένειας ή αναπηρίας.
Ως εκ τούτου το ενήλικο τέκνο, που δεν δύναται να αυτοσυντηρηθεί, εμπίπτει στην έννοια του προστατευόμενου μέλους. Αντίθετα, δεν εμπίπτει στην έννοια αυτή το ενήλικο τέκνο, που είναι υγιές, δεν σπουδάζει και δεν βρίσκεται σε κατάσταση δικαιολογημένης ή χρόνιας ανεργίας (ΑΠ 456/2025, ΑΠ 43/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1486/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α`του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 596/2024).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή τη παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 549/2022). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 90/2020).
Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 350/2025, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019).
Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 (560) του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1/1987, ΑΠ 350/2025, ΑΠ 127/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 1058/2023, ΑΠ 610/2023).
Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ. 2, 570 παρ. 1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.
Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 350/2025, AΠ 1058/2023, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1724/2012).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το ερευνώμενο κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης, χωρίς δόλο, του αιτούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: ''.....
ο αιτών, ηλικίας 58 ετών, είναι έγγαμος με δύο ενήλικα πλέον τέκνα. Είναι κύριος α) μίας ισόγειας μονοκατοικίας, εμβαδού 119 τ.μ., κτισμένης επί οικοπέδου, έκτασης 179 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο ... Σερρών, με αντικειμενική αξία 59.725,57 ευρώ. Η ανωτέρω οικία αποτελεί την οικογενειακή τους κατοικία, 2) ποσοστό εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εμβαδού 1192,50 τ.μ., κειμένου στην οδό ...
στο ..., αξίας 2.385 ευρώ, 3) ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου με ελιές, εμβαδού 1490 τ.μ., κειμένου στη θέση "..." στο ..., αξίας 1.000 ευρώ, 4) ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου έκτασης 1625 τ.μ., κειμένου στην θέση ... στο ..., αξίας 250 ευρώ, 5) ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 1000 τ.μ., κειμένου στην θέση ... στο ..., αξίας 300 ευρώ.
Επίσης είναι κύριος του υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας ..., τύπου ..., με πρώτο έτος κυκλοφορίας 2001, 1599 κ.εκ. Ο αιτών είναι απόστρατος με ετήσιες αποδοχές συντάξεως ύψους 15.656,64 ευρώ (....), ενώ λαμβάνει και μερίσματα ύψους 100 ετησίως. Η σύζυγος του δεν εργαζόταν, με εξαίρεση το έτος 2015, που έλαβε από μισθωτή εργασία το ποσό των 1470 ευρώ και από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα το ποσό των 136,00 ευρώ, ενώ δεν διαθέτει ακίνητη περιουσία.
Εξάλλου, λόγω της διάγνωσής της με CA AP μαστού αδυνατεί να εργαστεί. Επομένως, το συνολικό μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ανέρχεται στα 1.310 ευρώ. Η θυγατέρα του αιτούντος Κ. Γ. είναι άνεργη και δεν διαθέτει άλλα εισοδήματα για να καλύψει τις δαπάνες διαβίωσης της, γι' αυτό διαμένει στην οικία του αιτούντος.
Η μικρότερη θυγατέρα του αιτούντος Μ. Γ. φοιτά από το έτος 2016 στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου στη Μυτιλήνη, όπου διαμένει σε διαμέρισμα, για την μίσθωση του οποίου ο αιτών καταβάλει μηνιαίως το ποσό των 220,00 ευρώ. Οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης της οικογένειας του αιτούντος, λαμβανομένων υπόψη και των αυξημένων δαπανών για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη της συζύγου του ανέρχονται στα 1.210 ευρώ μηνιαίως.
Ο αιτών είχε αναλάβει σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, εφόσον οι καθ' ων η αίτηση πιστωτές δεν επικαλούνται και δεν αποδεικνύουν ότι τα έλαβε εντός του τελευταίου έτους, τα εξής χρέη: 1) από το α' των καθ' ων η αίτηση και ήδη εκκαλούν με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", με τη αριθμό ...
σύμβαση, στεγαστικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής 125.805,74 ευρώ. Η ανωτέρω οφειλή είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος, 2) από την β' των καθ' ων η αίτηση πιστωτών με την επωνυμία "..." με τη με αριθμό ... σύμβαση, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής 2.695,47 ευρώ. Το συνολικό υπόλοιπο των οφειλών του αιτούντος προς τους καθ' ων η αίτηση πιστωτές του ανέρχεται στα 128.501,21 ευρώ.
Από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα προκύπτει ότι το εισόδημα του αιτούντος από την σύνταξή του κατά το έτος 2008 ανέρχονταν σε 30.242,33 ευρώ, δηλαδή 2.520,19 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2009 σε 25.823,55 ευρώ ετησίως, δηλαδή 2.151,96 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2010 σε 27.236,37 ευρώ ετησίως, δηλαδή 2.269,69 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2011 σε 22.755,80 ευρώ ετησίως, ήτοι 1.896,31 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2012 σε 19.227,937 ευρώ ετησίως, ήτοι 1.602,32 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2013 σε 16.336,21 ευρώ ετησίως, ήτοι 1.361,35 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2014 σε 16.778,90 ευρώ ετησίως, ήτοι 1.398,24 ευρώ μηνιαίως και το έτος 2015 σε 15.892,78 ευρώ ήτοι 1.324,39 ευρώ μηνιαίως.
Διαπιστώνεται λοιπόν η σταθερά φθίνουσα πορεία στα εισοδήματα του αιτούντος, τα οποία περιορίστηκαν ουσιωδώς από το έτος 2008 έως το έτος 2015, λαμβανομένης υπόψιν της παρούσης οικονομικής κατάστασης της χώρας και των συνθηκών που επικρατούν σε μισθούς και συντάξεις, που έχει σαν αποτέλεσμα να ανατραπούν οι συνθήκες διαβίωσής τους, χωρίς να διαφαίνεται αναπλήρωση των εισοδημάτων τους από άλλη πηγή.
Τα δε έσοδα του αιτούντος από την εργασία του, τα οποία μαζί με αυτά της συζύγου του ανέρχονται σε 1.310 ευρώ μηνιαίως συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις, για την εξόφληση των οποίων απαιτείται η καταβολή μηνιαίας δόσης 750,00 ευρώ, δεν του επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών του, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας του και των οφειλών του κατά τη τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί, καθόσον λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας δεν υπάρχει δυνατότητα αύξησης των εισοδημάτων του, ενώ παράλληλα οι δανειακές του υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.
Συνεπώς, συντρέχει στη περίπτωση του αιτούντος μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τις μετέχουσες πιστώτριες, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων με τον τρίτο λόγο έφεσης. Ως προαναφέρθηκε το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του αιτούντος και ήδη πρώτου εφεσιβλήτου και της οικογένειάς του, ανέρχεται στο ποσό των 1.210 €. Με τον καθορισμό του ως άνω ποσού δεν θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης του αιτούντος, ούτε επέρχεται εξαθλίωση του οφειλέτη αυτού, ο οποίος, αιτούμενος την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, πρέπει να μειώσει τις δαπάνες του στις απολύτως απαραίτητες για την ικανοποίηση των βασικών βιοτικών αναγκών του.
Συνεπώς, το προς διάθεση στους πιστωτές ποσό ανέρχεται σε 100 € (1.310 - 1.210) τον μήνα, συμμέτρως διανεμόμενο μεταξύ αυτών. Ειδικότερα, ο αιτών θα πρέπει να καταβάλει μηνιαίως τα εξής ποσά: α) Στο α' των καθ' ων η αίτηση και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" το ποσό των 97,90 ευρώ μηνιαίως, β) Στην β' των καθ' η αίτηση πιστωτών ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...
Α.Ε" το ποσό των 2,10 ευρώ μηνιαίως.....''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την, από 29-5-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 20/2018), έφεση του αναιρεσείοντος ΤΠΔ κατά της 204/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Σιντικής, που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως κατ`ουσία βάσιμη την ένδικη, από 9-3-2015 (αριθ.
έκθ. κατάθ. ...), αίτηση του αιτούντος-πρώτου αναιρεσίβλητου και ακολούθως ρύθμισε το χρέος του προς το καθού και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση τη κύρια κατοικία του, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της. Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, διότι αυτός, κατά την ανάληψη, αλλά και μεταγενέστερα, της δανειακής του υποχρέωσης προς το αναιρεσείον Τ.Π.Δ. (και ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη), δεν επιδίωξε τη περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμών, αλλά ούτε προέβλεψε και αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτού του αποτελέσματος και ότι παρά ταύτα συνέχισε την ίδια μη συνετή συμπεριφορά δανειολήπτη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ.
τελευταίο του ν. 3869/2010 (δεν επικαλείται το αναιρεσείον άλλες διατάξεις), στην οποία ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν παραβίασε ευθέως. Και αυτό, διότι όπως εκτέθηκε στη νομική σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και της οικογενείας του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.
Εξάλλου, το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία επικαλείται το αναιρεσείον, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της διάταξης που εφαρμόστηκε και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου των οφειλών του, αλλά και η ανυπαρξία του (ενδεχόμενου) δόλου του.
Πιο συγκεκριμένα, το δικαστήριο με επαρκή και σαφή αιτιολογία προσδιορίζει αναλυτικά: 1) την ηλικία του (58 ετών, απόστρατος) και την οικογενειακή του κατάσταση (έγγαμος με δύο ενήλικα τέκνα), 2) το ύψος των δανειακών συμβάσεων με το αναιρεσείον ΤΠΔ και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 128.501,21 ευρώ, προερχόμενο:
α) στο ΤΠΔ, από στεγαστικό δάνειο ποσού 125.805,74 ευρώ και β) στη δεύτερη αναιρεσίβλητη από ένα δάνειο με υπόλοιπο ποσού 2.695,47 ευρώ, 3) τις (καθαρές) ετήσιες αποδοχές της σύνταξής του, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 15.656,64 ευρώ (1.310 ευρώ κατά μήνα), ενώ υπολογίζει και μερίσματα ποσού 100 ευρώ ετησίως, καθώς και ότι η σύζυγός του δεν εργάζεται, 4) τα εισοδήματα αυτού, αναλυτικά, κατά έτος και κατά μήνα, από το έτος 2008 έως το έτος 2015, από τα οποία εμφαίνεται η σταθερά φθίνουσα πορεία αυτών, 5) ότι από το γάμο του απέκτησε δύο ενήλικες κόρες, από τις οποίες:
α) η Κ. Γ., διαμένει μαζί τους, καθόσον αδυνατεί να ανεύρει εργασία και επομένως αυτή, ενήλικας μεν, αδυνατώντας όμως να διαθρέψει τον εαυτό της από τη περιουσία της καθώς και από εργασία κατάλληλη για την ηλικία της, στερούμενη τη δυνατότητα αυτοσυντήρησης, αποτελεί προστατευόμενο μέλος του αιτούντος κατά την έννοια του όρθρου 8 του ν. 3869/2010 και β) η μικρότερη Μ.
Γ., φοιτά στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου στη Μυτιλήνη, όπου διαμένει σε διαμέρισμα, για την μίσθωση του οποίου ο αιτών καταβάλει το ποσό των 220,00 ευρώ κατά μήνα και επομένως, ενόψει των σπουδών της, στερούμενη τη δυνατότητα αυτοσυντήρησης, αποτελεί επίσης προστατευόμενο μέλος του αιτούντος κατά την έννοια του όρθρου 8 του ν. 3869/2010, 6) το ύψος των κατά μήνα βιοτικών αναγκών αυτού και της οικογενείας του, για αξιοπρεπή διαβίωση, το οποίο προσδιορίζεται ρητά στο ποσό των 1.210 ευρώ, ενώ οι κατά μήνα δόσεις από τις ως άνω δανειακές συμβάσεις, ανέρχονται στο ποσό των 750,00 ευρώ, 7) ότι, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων του (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και της οικογενείας του, δηλ.
για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών, με τις (μηνιαίες) δαπάνες τους για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών του, το δικαστήριο της ουσίας, έκρινε ότι ο αιτών-οφειλέτης, δεν μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά και τελεί σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και, επομένως, πρέπει να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, 8) ότι κατά το χρόνο ανάληψης της δανειακής του υποχρέωσης (προς το ΤΠΔ το έτος 2008), που τότε του επέτρεπαν οι οικονομικές του δυνατότητες, καθώς το κατά μήνα εισόδημά του ανέρχονταν στο ποσό των 2.520,19 ευρώ, υπολόγιζε καλόπιστα, με βάση το υψηλότερο τότε εισόδημά του, ότι θα δύναται να εξυπηρετήσει την οφειλή του προς αυτό και 9) ότι αντικειμενικά δεν μπορούσε να προβλέψει, ούτε να αποτρέψει τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, στην οποία περιήλθε μετά τη σημαντική συρρίκνωση του εισοδήματός του και λόγω της συνταξιοδότησής του, σε σχέση με το διαρκώς αυξανόμενο κόστος διαβίωσης.
Τα περιστατικά αυτά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 του ν. 3869/2020 την οποία εφάρμοσε. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, η οποία εμπεριέχεται στον πρώτο αναιρετικό λόγο, ότι στην έννοια του προστατευόμενου μέλους του αιτούντος δεν έπρεπε να συμπεριληφθεί η ενήλικη κόρη του Κ.
Γ., κρίνεται απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 562 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είχε προταθεί παραδεκτά από αυτό (ΤΠΔ) ως καθού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε ως εκκαλούν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από την παραδεκτή δε, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των, από 29-3-2017, προτάσεών του (ως καθού) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της, από 29-5-2018, έφεσής του ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου της ουσίας, προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε ο ως άνω ισχυρισμός, όπως όφειλε, τυχόν δε έρευνα τέτοιου νέου ισχυρισμού από το δικαστήριο αυτό, μετά τη τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού, πλέον βέβαια και της προαναφερόμενης ουσιαστικής αβασιμότητάς της (αιτίασης).
Οι περαιτέρω επικαλούμενες από το αναιρεσείον, αιτιάσεις περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, καθόσον δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) το χρονικό σημείο συνομολόγησης των δανείων, β) τα καθαρά εισοδήματα του αιτούντος κατά το έτος ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, γ) το ακριβές ύψος των εισοδημάτων του κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης και της συζήτησης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δ) η κατά μήνα δόση την οποία όφειλε να καταβάλει ο αιτών στους πιστωτές, ε) το κόστος διαβίωσης του αιτούντος και της οικογενείας του, στ) η εξέλιξη των εισοδημάτων του αιτούντος από το χρόνο δανεισμού έως το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο και ζ) η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας του αιτούντος, πλέον της ουσιαστικής τους, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα αυτού (ΤΠΔ) προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτό εκδοχής περί έλλειψης μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής της χρηματικής οφειλής του, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022, ΑΠ 1460/2019).
Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Εξάλλου το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, καθόσον αναφέρεται στην απόφαση, χωρίς ενδοιασμούς, ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Οι ως άνω παραδοχές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχει νόμιμη βάση και συνεπώς οι σχετικοί, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν μπορεί να υπαχθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του ν. 3869/2010, επειδή δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των οφειλών του προς τους πιστωτές, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και απαράδεκτοι κατά τις ως άνω διακρίσεις.
Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.
β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 173/2025, ΑΠ 1510/2024).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 5-9-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. 175/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ