Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that unproposed arguments do not constitute 'things' under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against a First Instance Court decision regarding property disputes. The appellant argued that the lower court erred by failing to consider specific claims and by accepting a claim of satisfaction of debt, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that only autonomous claims forming the basis of a right constitute 'things' under Article 559, excluding mere denials or conclusions drawn from evidence evaluation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 559(8) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if the court failed to consider things that were proposed or considered things that were not proposed and have a significant impact on the outcome; 'things' refer to autonomous claims tending to establish, undermine, or prevent a substantive or procedural right, excluding simple denials or conclusions derived from evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 648 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 648/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Π., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Παρασκευής Πολιτάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μανίκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 342/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που κήρυξε αναρμόδιο το ανωτέρω Δικαστήριο. Παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε η 89/2014 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2012/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 4-12-2015 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1569/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 3580/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-12-2019 αίτηση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 22.12.2019 και αριθ. κατάθεσης 2560/261/12.3.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 3 ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 3580/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 29.1.2014 και με αριθ.
κατάθ. 596/29.1.2014 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ` αριθ. 89/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). 2.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 10.4.2012 και αριθ. κατάθ. 757/10.4.2012 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ισχυριζόμενος ότι με αμετάκλητη δικαστική απόφαση αναγνωρίστηκε ότι έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εργοδότριάς του Τράπεζας της Ελλάδος από 1.5.2002 και ότι η τελευταία δεν του κατέβαλε το σύνολο του αναλογούντος επιδόματος ευθύνης του Προϊσταμένου Τμήματος για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του έτους 2002 έως 16.8.2009, που συνταξιοδοτήθηκε, καθώς και το σύνολο των αναλογούντων εξόδων παράστασης για το χρονικό διάστημα από 2.5.2008 έως 16.8.2009, ζήτησε :
α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει αναδρομικά το επίδομα του Προϊσταμένου του Τμήματος από 1.5.2002, και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες, ήτοι για τις αξιώσεις του για το επίδομα Προϊσταμένου Τμήματος και για το επίδομα των εξόδων παράστασης, το συνολικό ποσό των 13.266,97 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 342/2013 απόφασή του έκρινε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην ως προς το πρώτο ως άνω αίτημα της αγωγής και παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής ως προς αυτό στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ενώ ανέβαλε τη συζήτηση αυτής ως προς το δεύτερο ως άνω αίτημα εωσότου περατωθεί τελεσίδικα η επί του πρώτου αιτήματος δίκη.
Ακολούθως, με την από 18.6.2013 και αριθ. κατάθ. 99092/3383/17.7.2013 κλήση του ενάγοντος, η υπόθεση εισήχθη στο σύνολό της προς εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, το οποίο, με την υπ' αριθ. 89/2014 απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη Τράπεζα να καταβάλει στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό των 13.266,97 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η εναγομένη Τράπεζα την από 29.1.2014 και αριθ. κατάθ. 596/29.1.2014 έφεσή της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2012/2015 απόφασή του, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τη διάταξή της, που δίκασε το δεύτερο αίτημα (καταψηφιστικό) της αγωγής και επιδίκασε τα αιτηθέντα ποσά και κηρύχθηκε απαράδεκτη η από 18.6.2013 κλήση κατά το μέρος που με αυτή εισήχθη προς συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 4.12.2015 και αριθ. κατάθ. 1111/4.12.2015 αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 1569/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου και αναιρέθηκε η προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου, αλλά μόνο ως προς το κεφάλαιό της, που απέρριψε την ένσταση της εναγομένης περί παραίτησης του ενάγοντος από τις ένδικες αξιώσεις του για ανεπαρκείς αιτιολογίες, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που θα συγκροτείτο από άλλο δικαστή.
Με την από 22.11.2017 και αριθ. κατάθ. 8785/7127/22.11.2017 κλήση της εναγομένης η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 581 ΚΠολΔ, και εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε την έφεση τυπικά και ουσιαστικά, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 89/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκαζε την υπόθεση και, αφού δέχτηκε κατ' ουσίαν την νομίμως προβληθείσα ένσταση της εναγομένης περί παραιτήσεως του ενάγοντος από τις ένδικες αξιώσεις του (από προφανή παραδρομή αναγράφεται στην προσβαλλόμενη "ένσταση εξόφλησης"), απέρριψε την ένδικη αγωγή, δέχτηκε το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση, που πρόβαλε η εναγομένη με τις από 22.2.2019 προτάσεις της και υποχρέωσε τον ενάγοντα να καταβάλει (επιστρέψει) στην τελευταία το ποσό των 21.810,36 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 914 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι ο ενάγων Β. Κ. προσλήφθηκε στην εναγομένη Τράπεζα της Ελλάδος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις 17.4.1977 και παρέμεινε στην υπηρεσία μέχρι την 13.8.2009, που συνταξιοδοτήθηκε, εξελιχθείς υπηρεσιακά μέχρι τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη, τον οποίο κατείχε από 1.5.2002, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 3650/2006 αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτό ότι κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης είχε παραλειφθεί κατά την ως άνω προαγωγική κρίση, αναγνωρίσθηκε ότι θα έδει να προαχθεί από τότε.
Ότι, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 337/2.6.1989 Πράξη του Διοικητή της εναγομένης Τράπεζας η θέση του Επιθεωρητή Α', την οποία κατείχε ο ενάγων από το έτος 1997, εξομοιώνεται από άποψη επιδόματος ευθύνης με τη θέση του Προϊσταμένου Τμήματος, εφόσον ο υπάλληλος έχει το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου, όπως ο ενάγων, ενώ, σύμφωνα με την αρ. 2/6.3.2007 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης Τράπεζας, το προσωπικό αυτής που φέρει τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη θα δικαιούται από 1.3.2007 και μετά να λαμβάνει επίδομα εξόδων παράστασης αυξημένο κατά το ποσό της διαφοράς του επιδόματος βαθμού μεταξύ των επιδομάτων βαθμού του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου και του Υποδιευθυντή, εφόσον πληρούν σωρευτικά τις παρακάτω προϋποθέσεις : 1) να είναι Προϊστάμενοι Τμήματος ή να λαμβάνουν το αντίστοιχο επίδομα ευθύνης ή Διευθυντές Υποκαταστημάτων, 2) να έχουν 6 τουλάχιστον χρόνια παραμονής στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου.
Ότι, περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι μετά την επίδοση της ως άνω υπ' αριθ. 3650/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών στην εναγομένη, που έλαβε χώρα την 2.6.2006, η τελευταία, με έγγραφό της προς τον ενάγοντα, του δήλωσε τη συμμόρφωσή της προς το διατακτικό της απόφασης αυτής και την καταβολή των αντίστοιχων διαφορών αποδοχών μεταξύ των δύο βαθμών (Τμηματάρχη και Εντεταλμένου Τμηματάρχη- Προϊσταμένου).
Ότι, πράγματι η ενάγουσα κατέβαλε για την αιτία αυτή στον ενάγοντα το ποσό των 13.721,15 ευρώ και συντάχθηκε προς τούτο σχετική απόδειξη ως εξής : "Απόδειξη ευρώ 13.721,15. Ο υπογεγραμμένος Β. Κ., υπάλληλος της Τράπεζας της Ελλάδος (Α.Μ. ....), κάτοικος ... Αττικής (...), έλαβα από την Τράπεζα της Ελλάδος το ανωτέρω ποσό (των ευρώ δέκα τριών χιλιάδων επτακοσίων είκοσι ενός και δέκα πέντε λεπτών) ως μισθολογικές διαφορές μεταξύ του βαθμού του Τμηματάρχη και του βαθμού του Εντεταλμένου Τμηματάρχη- Προϊσταμένου άτοκα από 1.5.2002 και εντεύθεν μέχρις εξοφλήσεως σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 3650/2006 αποφάσεως 5ου Τμήματος Εφετείου Αθηνών.
Κατόπιν τούτου εξοφλώ πλήρως την Τράπεζα της Ελλάδος και ουδεμίαν πλέον απαίτησιν διατηρώ κατ' αυτής από την παραπάνω απόφαση και προαγωγή μου, σε περίπτωση δε ευδοκίμησης της αναίρεσης που θα ασκήσει η Τράπεζα κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Αρείου Πάγου δηλώνω ότι θα επιστρέψω εντόκως εις αυτήν το ανωτέρω ποσό των εν λόγω μισθολογικών διαφορών.
Αθήνα 30.8.2006. Ο λαβών- δηλών- εξοφλών (ΥΠΟΓΡΑΦΗ)". Ότι, από το περιεχόμενο της ως άνω απόδειξης σαφώς συνάγεται ότι ο ενάγων παραιτήθηκε- και μάλιστα ειδικώς- από τις μεταγενεστέρως εκζητούμενες επίδικες διαφορές επιδομάτων μεταξύ του βαθμού του Τμηματάρχη και του βαθμού του Εντεταλμένου Τμηματάρχη- Προϊσταμένου από 1.5.2002.
Ότι, η παραίτηση αυτή, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, είναι έγκυρη και δεν αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 679 του ΑΚ, καθόσον, όπως αποδείχτηκε, τα αιτούμενα επιδόματα δεν προβλέπονται από επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και, ως εκ τούτου δεν συγκαταλέγονται στα ελάχιστα νόμιμα όρια των μισθών των υπαλλήλων της εναγομένης Τράπεζας, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, αλλά χορηγούνταν από την τελευταία σ' αυτούς οικειοθελώς με την υπ' αριθ. 337/2.6.1989 Πράξη του Διοικητή της (το επίδομα ευθύνης) και με την υπ' αριθ. 2/6.3.2007 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της (το επίδομα των εξόδων παράστασης), αντιστοίχως.
Ότι, συνεπώς, το αγωγικό αίτημα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα αναδρομικά το επίδομα του Προϊσταμένου Τμήματος από την 1.5.2002 πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, κατά παραδοχή της νομίμως προβληθείσας από την εναγομένη σχετικής ενστάσεως εξοφλήσεως. Ότι, η εκκαλουμένη, άρα, η οποία έκανε σιωπηρώς δεκτό το ανωτέρω αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, που πρέπει να γίνει δεκτός.....Ότι, η εναγομένη εις εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, κατέβαλε στον ενάγοντα στις 8.4.2014 ποσό 13.266,62 ευρώ για το προσωρινά επιδικασθέν κεφάλαιο και τόκους 8.523,74 ευρώ και συνολικά 21.810,36 ευρώ.
Ότι, ήδη, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης, ουδεμία υποχρέωση την βαρύνει. Ότι, η εναγομένη με τις προτάσεις υποβάλλει αίτημα, κατά το άρθρο 914 ΚΠολΔ, επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση, ζητώντας, αν γίνει δεκτή η έφεσή της και απορριφθεί η αγωγή, την επιστροφή των καταβληθέντων.
Ότι, η προϋπόθεση αυτή πληρώθηκε, αφού η έφεσή της έγινε δεκτή και η αγωγή απορρίφθηκε και ότι γι' αυτό το σχετικό αίτημά της, πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο και να υποχρεωθεί ο ενάγων να καταβάλει (επιστρέψει) στην εναγομένη το ποσό των 21.810,36 ευρώ. 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Η διαπίστωση, εξ άλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους.
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των ανωτέρω διατάξεων συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 672/2014, ΑΠ 1098/2011).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει : α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 881/2019, 529/2017, 527/2008).
Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και :
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος επί λέξει ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι : [.....προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα περί της "ειδικής" (όπως την χαρακτηρίζει) παραίτησής μου από τις οφειλόμενες αποδοχές μεταξύ του βαθμού Τμηματάρχη και αυτού του εντεταλμένου Τμηματάρχη αναφέρεται επί λέξει στη δήλωσή μου, που εμπεριέχεται στην από 1/8/2006 απόδειξη ως εξής : "Απόδειξη ευρώ 13.721,15.
Ο υπογεγραμμένος Β. Κ., υπάλληλος της Τράπεζας της Ελλάδος (ΑΜ........), κάτοικος ... Αττικής, οδός ..., έλαβα από την Τράπεζα της Ελλάδος το ανωτέρω ποσό (των ευρώ δέκα τριών χιλιάδων επτακοσίων είκοσι ενός και δέκα πέντε λεπτών" ως μισθολογικές διαφορές μεταξύ του βαθμού του Τμηματάρχη και του βαθμού του Εντεταλμένου Τμηματάρχη- Προϊσταμένου άτοκα από 1/5/2002 και εντεύθεν μέχρις εξοφλήσεως σε εκτέλεση της με αριθμό 3650/2006 αποφάσεως του 5ου Τμήματος του Εφετείου Αθηνών.
Κατόπιν τούτου εξοφλώ πλήρως την Τράπεζα της Ελλάδος και ουδεμίαν πλέον απαίτηση διατηρώ κατ' αυτής από την παραπάνω απόφαση και προαγωγή μου, σε περίπτωση δε ευδοκίμησης της αναίρεσης που θα ασκήσει η Τράπεζα κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Αρείου Πάγου δηλώνω ότι θα επιστρέψω εντόκως εις αυτήν το ανωτέρω ποσό των μισθολογικών διαφορών.
Αθήνα, 31/8/2006"] και ότι, στηριζόμενο στην ανωτέρω δήλωσή του, η οποία αποτέλεσε τη βάση του δικανικού συλλογισμού του περί εφαρμογής των άρθρων 173, 678 και 361 ΑΚ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι : "Από το περιεχόμενο της ως άνω απόδειξης σαφώς συνάγεται ότι ο ενάγων παραιτήθηκε- και μάλιστα ειδικώς- από τις μεταγενέστερες εκζητούμενες επίδικες διαφορές επιδομάτων μεταξύ του βαθμού του Τμηματάρχη και του βαθμού του Εντεταλμένου Τμηματάρχη- Προϊσταμένου από 1/5/2002....", ενώ διαπίστωσε εμμέσως την ύπαρξη κενού στη δήλωση βουλήσεώς του, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθώς καμία αναφορά δεν γίνεται στις διατάξεις αυτές στο κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, άλλως προσφεύγοντας στις διατάξεις αυτές δεν ερμήνευσε την δήλωσή του με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Περαιτέρω, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ειδικότερα τα εξής : α) ότι το Εφετείο, που δέχτηκε ότι η δήλωσή του, που προκύπτει από την παραπάνω εξοφλητική απόδειξη, περί παραιτήσεως από τις μισθολογικές αξιώσεις από την προαγωγή του ήταν ειδική, εσφαλμένα εφάρμοσε τους κανόνες των άρθρων 454, 361, 678 ΑΚ, ενώ αν είχε εφαρμόσει αυτούς ορθά θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η παραίτησή του ήταν γενική και αόριστη και θα είχε απορρίψει την σχετική ένσταση παραιτήσεως, όπως επίσης θα είχε κρίνει ότι η παραίτησή του, ακόμη και αληθής υποτιθέμενη, είναι άκυρη, διότι πρόκειται για παραίτηση από αποδοχές που η αναιρεσίβλητη κατέβαλε με απόφαση του διοικητή της σε όλους τους εργαζόμενους της επιχείρησής της με τα ίδια με αυτόν (αναιρεσείοντα) προσόντα, τα οποία η ίδια είχε καθορίσει και συνεπώς, η καταβολή των ενδίκων επιδομάτων επιβαλλόταν από την αρχή της ισότητας στην αμοιβή (άρθρο 288 ΑΚ, άρθρο 119 Συνθ.
ΕΟΚ και 22 παρ. 1 περ. β'του Σ), που είναι κανόνας δημόσιας τάξης, ώστε κάθε παραίτηση απ' αυτή είναι άκυρη. Και κατά το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο, που δέχτηκε ότι η παραίτησή του από τις ένδικες αξιώσεις είναι ειδική, περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, το οποίο είναι η ειδική παραίτησή του (αναιρεσείοντος) από τις μισθολογικές του αξιώσεις.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω αναιρετικός λόγος, και κατά τα τέσσερα σκέλη του, κρίνεται απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσίαν παραδοχή της ένστασης παραίτησης, υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων.
Ειδικότερα ο αναιρεσείων περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο την θεωρητική ανάλυση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων και μόνο τις ως άνω δύο (2), εντελώς αποσπασματικές και επιλεκτικές, πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επικαλούμενος ότι το Εφετείο με το να δεχθεί το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, που πρόβαλε η εναγομένη με τις προτάσεις της ενώπιον αυτού, και να τον υποχρεώσει να της καταβάλει (επιστρέψει) το ποσό των 21.810,36 ευρώ, το οποίο σε εκούσια εκτέλεση της υπ' αριθ. 89/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του κατέβαλε, εσφαλμένα ερμήνευσε το άρθρο 914 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η συζήτηση της ένδικης αγωγής κατά το καταψηφιστικό της αίτημα κρίθηκε αμετάκλητα απαράδεκτη, καθόσον η σχετική κρίση του Εφετείου δεν προσβλήθηκε με ένδικο μέσο Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο παντελώς οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί του ως άνω αιτήματος, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το εν λόγω Δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσίαν παραδοχή του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. 5.
Κατά το άρθ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ ΑΠ 1/2019). Περαιτέρω κατά το άρθρο 262 § 1 του ίδιου Κώδικα η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, διαφορετικά είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης.
Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 178/2010, ΑΠ 558/2008). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο με το να δεχτεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση εξοφλήσεως των ενδίκων αξιώσεών του, που πρότεινε η εναγομένη, παρότι ο ίδιος νόμιμα και παραδεκτά επικαλέστηκε κατ' αντέσταση την αοριστία αυτής.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε παραπάνω ότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Και τούτο διότι το Εφετείο δεν έκρινε επί της προβληθείσας από την εναγομένη ενστάσεως εξοφλήσεως, η οποία ήδη με την προαναφερθείσα υπ' αριθ. 2012/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε ως αόριστη, η σχετική δε αυτή κρίση του δεν προσβλήθηκε με την επίσης προαναφερθείσα από 4.12.2015 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1569/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά έκρινε επί της προβληθείσας από την εναγομένη ενστάσεως περί παραιτήσεως του ενάγοντος από το δικαίωμα διεκδίκησης των επιδίκων δικαιωμάτων, η οποία παραπέμφθηκε ενώπιόν του για εκδίκαση με την προρρηθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου, από προφανή δε παραδρομή αναγράφεται σ' αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) ότι το Εφετείο αποφαίνεται επί της προβληθείσας ενστάσεως "εξοφλήσεως", αντί του ορθού "παραιτήσεως".
Να σημειωθεί δε ότι ο Άρειος Πάγος προχωρεί εν προκειμένω στην αναιρετική διαδικασία σαν να ήταν διορθωμένη η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ως άνω από παραδρομή γενόμενο λάθος (πρβλ ΑΠ 888/2000).
6. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε καθόλου με το δεδικασμένο (ΑΠ 169/2019, ΑΠ 410/2016, ΑΠ 929/2014, ΑΠ 701/2008).
Εξάλλου, το δεδικασμένο που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 του Κ.Πολ.Δικ., δεν αφορά όμως την δημόσια τάξη και, συνακόλουθα, ο ισχυρισμός περί της υπάρξεως ή μη του τελευταίου για να θεμελιώσει τον σχετικό λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεώς του (Ολ ΑΠ 1339/1985, AΠ 410/2016).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο με το να εξετάσει το καταψηφιστικό αίτημα της ένδικης αγωγής του και να δεχθεί την ένσταση εξόφλησης, παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 2012/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί του ότι υπάρχει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεδικασμένο που προκύπτει από την προμνημονευόμενη απόφαση, προτάθηκε παραδεκτά απ' αυτόν ενώπιον του Εφετείου, με τις προτάσεις του, της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε παραπάνω, δεν υπάρχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι δεδικασμένου. 7.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 71/2019, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο ουδόλως έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, σύμφωνα με τον οποίο ουδέποτε δήλωσε ότι παραιτείται των αξιώσεών του να απαιτήσει τις διαφορές αποδοχών μεταξύ των βαθμών του Εντεταλμένου Τμηματάρχη και του Τμηματάρχη.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" με την έννοια, που προεκτέθηκε, αλλά άρνηση στον ισχυρισμό που πρόβαλε η εναγομένη περί παραίτησης διεκδίκησης των ενδίκων αξιώσεών του. Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί o αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας, η οποία κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22.12.2019 και αριθ. κατάθεσης 2560/261/12.3.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 3580/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ