Legislator Case Law & Legislation
71/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for challenging a car accident liability judgment.

Case Number 71/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against a final judgment regarding liability for a car accident. The appellant argued the lower court failed to address specific claims, but the court found these were merely denials of the plaintiff's allegations rather than substantive legal grounds for review. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under Article 561 of the Code of Civil Procedure because it improperly challenged the court's assessment of proven facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal challenging a judgment's refusal to address a claim is inadmissible if the claim constitutes a denial of the opposing party's allegations rather than a new legal argument, and if the lower court has already thoroughly examined and rejected the related defense of contributory negligence.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal car accident liability contributory negligence assessment of facts Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 297, 298, 300, 330 ed. b' and 914 of the Civil Code
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 71 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 71/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Πατεράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2013 μη οριστική και 62/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-7-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών υπ' αριθ. 13/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την έφεση του ενάγοντος και την αντέφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας κατά της υπ' αριθμ. 62/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδος και της αναγκαστικά συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 14/2013 εν μέρει οριστικής απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, δέχθηκε τυπικά την έφεση και την αντέφεση και τις απέρριψε κατ' ουσία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος. Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς.

Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011).

Κατά τις διατάξεις δε των παρ. 1 και 3 του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την §2 του άρθρου 43 του Ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.

Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/Ι) και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου" (§1) και "σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες..." (§3) (ΑΠ 158/2015, ΑΠ 323/2011).

Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 209/2018, ΑΠ 1361/2013, 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 03.10.2010 και περί ώρα 19:00, δηλαδή σχεδόν νύχτα και υπό συνθήκες καλοκαιρίας, ο ενάγων Α.

Μ. του Π. επιχείρησε να διασχίσει πεζός κάθετα την οδό ..., στο ύψος του κτιρίου με αριθμό …., που βρίσκεται επί της ανωτέρω οδού, δηλαδή εντός των ορίων της πόλης της ….. Η οδός … είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, το πλάτος δε του ασφαλτοστρωμένου οδοστρώματος στο προαναφερθέν σημείο ανέρχεται σε 12 μέτρα, ενώ από την ανατολική πλευρά της εν λόγω οδού υπάρχει πεζοδρόμιο, πλάτους 4 μέτρων και από τη δυτική πλευρά υπάρχει πεζοδρόμιο πλάτους 2,5 μέτρων.

Το ανώτατο όριο ταχύτητας περιορίζεται στα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, δεδομένου ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, ενώ στο ύψος της οδού με τον αριθμό … αρχίζει ελαφρά καμπύλη αυτής προς τα αριστερά (για τα οχήματα που κινούνται προς ….). Περαιτέρω, στο προαναφερθέν σημείο δεν υφίσταται ευκρινής διαγράμμιση επί της οδού, αλλά ούτε και διάβαση πεζών, ενώ υφίσταται δημοτικός φωτισμός, πλην, όμως, όχι επαρκής της ορατότητας περιοριζόμενης εκ του ανωτέρω λόγου, σε συνδυασμό και με την προαναφερόμενη καμπύλη του δρόμου.

Λόγω της ανυπαρξίας διάβασης πεζών στο ανωτέρω σημείο, ο ενάγων, ο οποίος, σημειωτέον, φορούσε ανοιχτόχρωμες φόρμες με φωσφορούχες λωρίδες, αφού ήλεγξε την κίνηση των οχημάτων στα δύο αντίθετα ρεύματα επί της οδού …. και διαπίστωσε την ανυπαρξία κινούμενων επ' αυτής οχημάτων, επιχείρησε, όπως προεκτέθηκε, να διασχίσει κάθετα αυτή, έχοντας κατεύθυνση από ανατολικά προς τα δυτικά, με σκοπό να επιβιβαστεί σε όχημα, που είχε σταθμεύσει στην απέναντι πλευρά του δρόμου.

Την ίδια ώρα και στον ανωτέρω αναφερόμενο τόπο ο πρώτος εναγόμενος Ν. Γ. του Δ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...75 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο, κατά τον παραπάνω χρόνο, ήταν ασφαλισμένο με ασφαλιστική σύμβαση έγκυρη και ισχυρή, για την αστική κάλυψη των προς τρίτους ζημιών, στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." κινείτο, έχοντας στη θέση του συνοδηγού τον Γ.

Τ. του Ν., επί της οδού ..., με κατεύθυνση προς …. επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του επί του σώματος του ενάγοντος, ο οποίος στο μεταξύ είχε ήδη διανύσει απόσταση 5,5 μέτρων επί του συνολικού πλάτους των 12 μέτρων του οδοστρώματος, παρασύροντας αυτόν για 28 περίπου μέτρα (επί του ανεμοθώρακα) και εκτινάσσοντάς τον σε απόσταση 12 επιπλέον μέτρων (μετά την πορεία των 28 μέτρων, που είχε ήδη διανυθεί) και συνολικά 40 μέτρων περίπου από το σημείο σύγκρουσης.

Αμέσως μετά την παράσυρση του ενάγοντος, ο πρώτος εναγόμενος απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, εξετράπη της πορείας του και επέπεσε με το αριστερό εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του σε δέντρο, ευρισκόμενο επί του πεζοδρομίου δεξιά της πορείας του οχήματος και σε απόσταση 28 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, το οποίο και ξερίζωσε, στη συνέχεια δε το όχημα ανετράπη, και συγκεκριμένα ακινητοποιήθηκε με τον ουρανό αυτού επί του οδοστρώματος και σε απόσταση δύο μέτρων από το δέντρο.

Η πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική αμέλεια του πρώτου εναγομένου, η δε αμελής συμπεριφορά έγκειται στο γεγονός, ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος είχε αναπτύξει ταχύτητα κατά πολύ ανώτερη του επιτρεπόμενου ορίου, και ειδικότερα τουλάχιστον 70 χιλιομέτρων ανά ώρα (ενώ, όπως προεκτέθηκε, το ανώτατο όριο ταχύτητας στο ανωτέρω σημείο ήταν τα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα), αλλά και της ταχύτητας, που ανεξάρτητα από το νόμιμο όριο, επιβαλλόταν να τηρεί, λόγω των κρατούντων κατά τη στιγμή του δυστυχήματος συνθηκών (νύχτα, μη επαρκής φωτισμός, κλίση του δρόμου, που περιόριζε την ορατότητα).

Περαιτέρω, η αμελής οδηγική συμπεριφορά του εναγομένου έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ αντιλήφθηκε την ύπαρξη του ενάγοντος στη μέση του οδοστρώματος και μάλιστα από απόσταση εκατό μέτρων τουλάχιστον δεν έκανε χρήση του προειδοποιητικού ήχου - κόρνας, αλλά και κυρίως δεν ακινητοποίησε το όχημά του, όπως όφειλε και μπορούσε να κάνει, προκειμένου να επιτρέψει σε αυτόν τη διέλευση του οδοστρώματος, ούτε, έστω, ενεργοποίησε το σύστημα πέδησης του αυτοκινήτου, εγκαίρως, προς το σκοπό της ελαχιστοποίησης της ταχύτητάς του, που θα του επέτρεπε και μεγαλύτερο έλεγχο του οχήματός του να έχει και συνακόλουθα την αποφυγή της σύγκρουσης, αφού, όπως αποδείχθηκε, δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα, αλλά αντίθετα εντελώς αδικαιολόγητα, απέσυρε απλώς το πόδι του από το γκάζι και επιχείρησε να αποφύγει τη σύγκρουση με τον πεζό με αποφευκτικούς ελιγμούς, προφανώς υπολογίζοντας, ότι ο τελευταίος θα παρέμενε στην αρχική του θέση.

Αντίθετα, δεν αποδεικνύεται, ότι ο ενάγων επέδειξε κάποιας μορφής αμελή συμπεριφορά, η οποία συντέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, στο συγκεκριμένο σημείο δεν υπήρχε διάβαση πεζών, της οποίας θα μπορούσε να κάνει χρήση ο ενάγων, πριν δε την κάθοδό του επί του οδοστρώματος, με σκοπό τη διέλευση αυτού, ήλεγξε επιμελώς την κυκλοφορία των οχημάτων και στις δύο κατευθύνσεις της οδού και, μόνο όταν διαπίστωσε, ότι δεν κινούνταν οχήματα επ' αυτής, επιχείρησε να τη διασχίσει.

Τέλος, πράγματι, όπως αποδείχθηκε, ανιχνεύθηκε στο αίμα του οινόπνευμα σε ποσότητα πενήντα εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος. Η ανωτέρω ποσότητα όντως είναι απαγορευτική για την από μέρους του ενάγοντος οδήγηση κάποιου οχήματος, από κανένα, ωστόσο, στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι ο τελευταίος και λόγω της ύπαρξης της προαναφερόμενης ποσότητας αλκοόλ στο αίμα του δεν ήταν σε θέση να ελέγχει τις κινήσεις του σώματός του ή είχε μειωμένα αντανακλαστικά.

Αντίθετα, οι παλίνδρομες κινήσεις, που έκανε, όταν πλέον αντιλήφθηκε το όχημα του πρώτου εναγόμενου να κατευθύνεται με αμείωτη σχεδόν ταχύτητα καταπάνω του, δεν οφείλονται σε μέθη του, αλλά στον απόλυτα δικαιολογημένο τρόμο και πανικό, που του προκλήθηκε, συναισθήματα από τα οποία θα καταλαμβανόταν κάθε μέσος άνθρωπος στη θέση του και τα οποία βεβαίως δεν μπορούν να του καταλογιστούν.

Τα ίδια ως προς το αμέσως ανωτέρω κεφάλαιο της αποκλειστικής αμέλειας του εναγομένου οδηγού δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη υποστηρίζει τα αντίθετα.

Συνεπεία της προπεριγραφόμενης αποκλειστικά υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου, προκλήθηκε ο βαρύτατος τραυματισμός του ενάγοντος, ο οποίος υπέστη συντριπτικό κάταγμα δεξιάς κνήμης περόνης, γόνατο, εξάρθρωση - κάταγμα στερνιαίου άκρου, ρήξη ήπατος, ρήξη ημιδιαφράγματος, κάταγμα κλείδας, κάταγμα λεκάνης, εκδορές προσώπου, έγκαυμα

τριβής αριστερός άκρας χειρός και βραχιονίου. Αμέσως μετά το συμβάν διακομίσθηκε στην Ορθοπεδική Κλινική του Νοσοκομείου …., όπου αντιμετωπίσθηκε το κάταγμα δεξιάς κνήμης με εσωτερική οστεοσύνθεση, σύγκλειση του τραύματος και εξωτερική οστεοσύνθεση, ενώ την 04.10.2010 διακομίσθηκε στη Β' Πανεπιστημιακή Χειρουργική Κλινική του Νοσοκομείου …. όπου και νοσηλεύθηκε έως τις 16-10-2010...".

Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων επικαλούμενη ότι με την παραπάνω κρίση του στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, εξαιτίας των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, που καθιστούν αδύνατο, εν προκειμένω, τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα δε, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ισχυριζόμενη ότι διέλαβε ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία προκειμένου να αιτιολογήσει το αποκλειστικό πταίσμα του ασφαλισμένου σ' αυτήν οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και την ανυπαρξία πταίσματος του πεζού στην επέλευση του ως άνω οδικού ατυχήματος που είχε ως αναγκαίο επακόλουθο τον τραυματισμό του.

Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι 1) με το να δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο ασφαλισμένος σ' αυτή είναι αποκλειστικά υπαίτιος του επιδίκου ατυχήματος, γιατί δήθεν δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, και "ειδικότερα διότι ενώ κινείτο επί της οδού ...

με κατεύθυνση προς …., όταν από έλλειψη της προσοχής, που μπορούσε να καταβάλει κατά τις περιστάσεις (άρθρα 12 και 19 ΚΟΚ), επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του επί του σώματος του ενάγοντος - καλούντος...", διέλαβε ανεπαρκή (ελλιπή) αιτιολογία, όσον αφορά το δήθεν αποκλειστικό πταίσμα του ασφαλισμένου της στην επέλευση του επίδικου οδικού ατυχήματος, γιατί με δεδομένο ότι, η εκ μέρους του παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 (μη οδήγηση με τεταμένη την προσοχή του οδηγού) και 19 παρ. 1 ("ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαραίτητους χειρισμούς") του Κ.Ο.Κ δεν συνιστά από μόνη της και αμέλεια, ήτοι άμεση ή έμμεση παραβίαση του άρθρου 330 του Α.Κ., αλλά απαιτείται η παραβίαση των ως άνω διατάξεων του Κ.Ο.Κ.

να ήταν το γεγονός εκείνο, που επέφερε τη ζημία ή να συνέβαλε στην επέλευσή της, έπεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, καίτοι όφειλε να αιτιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο η εκ μέρους του ασφαλισμένου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων του Κ.Ο.Κ. επέφερε αποκλειστικά την επέλευση του επίδικου οδικού ατυχήματος ή έστω συνετέλεσε σ' αυτό, παρ' όλα αυτά δεν παρέθεσε τέτοια αιτιολογία. 2) Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί ότι: "Αντίθετα, κανένα πταίσμα δεν βαρύνει τον εναγόμενο...

Ειδικότερα στο συγκεκριμένο σημείο δεν υπήρχε διάβαση πεζών της οποίας θα μπορούσε να κάνει χρήση ο ενάγων, πριν δε την κάθοδό του επί του οδοστρώματος με σκοπό τη διέλευση αυτού ήλεγξε επιμελώς την κυκλοφορία των οχημάτων και στις δυο κατευθύνσεις της οδού..." και ότι: "όπως αποδείχθηκε ανιχνεύθηκε στο αίμα του οινόπνευμα σε ποσότητα πενήντα εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος Η ανωτέρω ποσότητα όντως είναι απαγορευτική για την από μέρους του ενάγοντος οδήγηση κάποιου οχήματος, από κανένα, ωστόσο, στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι ο τελευταίος και λόγω της προαναφερομένης ποσότητας αλκοόλ στο αίμα του δεν ήταν σε θέση να ελέγχει τις κινήσεις του σώματός του ή είχε μειωμένα αντανακλαστικά.

Αντίθετα, οι παλίνδρομες κινήσεις που έκανε όταν πλέον αντιλήφθηκε το όχημα να κατευθύνεται με αμείωτη σχεδόν ταχύτητα καταπάνω του, δεν οφείλονται σε μέθη του, αλλά στον απόλυτα δικαιολογημένο τρόμο και πανικό, που του προκλήθηκε, συναισθήματα από τα οποία θα καταλαμβανόταν κάθε μέσος άνθρωπος στη θέση του και τα οποία βεβαίως δεν μπορούν να του καταλογιστούν", διέλαβε ανεπαρκή (ελλιπή) αιτιολογία, όσον αφορά και την ανυπαρξία πταίσματος του αναιρεσίβλητου στην επέλευση του επίδικου οδικού ατυχήματος, γιατί:

Α). Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζει πόθεν προκύπτει η πνευματική διαύγεια του αναιρεσίβλητου και πως αυτή συνδυάζεται με το πολύ μεγάλο ποσοστό αλκοόλ που βρέθηκε στο αίμα του. Πως προκύπτει και πως η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν σε θέση να ελέγχει τις κινήσεις του σώματός του και ότι δεν είχε μειωμένα αντανακλαστικά;

Β). Από πού προκύπτει ο δήθεν έλεγχος του αναιρεσίβλητου στο σημείο του ενδίκου συμβάντος και αν έλεγξε, γιατί δοκίμασε να διασχίσει την οδό και μάλιστα σε σημείο που δεν υπήρχε η δυνατότητα διάβασης πεζών; Ο έλεγχος όπως κρίνει η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση εκκινεί από την μέση της οδού, όπου έχει ολοκληρωθεί το ήμισυ της κινήσεως του διασχίζοντος ή από την αρχή (άκρον) του σημείου εκκινήσεώς του;

Γ). Πως αιτιολογείται ο φόβος ενός ανθρώπου που έχει στο αίμα του οινόπνευμα σε ποσότητα πενήντα εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος. Το οινόπνευμα αυξάνει ή αμβλύνει το συναίσθημα του φόβου; Ο τελών σε πλήρη μέθη έχει την αίσθηση του χρόνου, μπορεί δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση να υπολογίσει ευκρινώς την απόσταση που τον χωρίζει από το κινούμενο αυτοκίνητο, ή περνά χωρίς στην πραγματικότητα να αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο εξ ού και οι παλίνδρομες κινήσεις του αναιρεσίβλητου στην ένδικη περίπτωση.

Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση όφειλε να διερευνήσει και να αιτιολογήσει επαρκώς τα ανωτέρω και να εκτιμήσει περαιτέρω εάν και κατά πόσον τα ανωτέρω συμβάντα και η ρηθείσα κατάσταση του αναιρεσίβλητου συνετέλεσαν ή μη στην επέλευση του επίδικου οδικού ατυχήματος, αλλά παρέλειψε να το πράξει.

Επίσης, η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση περιέλαβε και αντιφατικές αιτιολογίες, ήτοι: α) Ενώ δέχεται ότι "λόγω των κρατούντων κατά τη στιγμή του δυστυχήματος συνθηκών (νύχτα μη επαρκής φωτισμός, κλίση του

δρόμου που περιόριζε την ορατότητα)" περαιτέρω δέχεται αντιφατικά και χωρίς να αποδεικνύεται τούτο ότι "ο ασφαλισμένος παρά την καμπύλη της οδού στο ένδικο σημείο, είδε σε απόσταση τον αναιρεσίβλητο σε απόσταση 100 μέτρων". β) Αποδίδει αμελή οδηγική συμπεριφορά στον ασφαλισμένο ενώ αντιφατικά αναφέρει ότι ο ασφαλισμένος "όλως αδίκαιολόγητα απέσυρε απλώς το πόδι του από το γκάζι και επιχείρησε να αποφύγει τη σύγκρουση με τον πεζό με αποφευκτικούς ελιγμούς προφανώς υπολογίζοντας ότι ο τελευταίος θα παρέμεινε στην αρχική του θέση". γ) Περαιτέρω ενώ δέχεται ότι "στο συγκεκριμένο σημείο δεν υπήρχε διάβαση πεζών, της οποίας θα μπορούσε να κάνει χρήση ο ενάγων, πριν δε από την κάθοδό του επί του οδοστρώματος με σκοπό τη διέλευσή του δεν αναφέρει αν ήλεγξε επιμελώς". Και βεβαίως στον επιμελή έλεγχο πρέπει να προστεθεί και η ποσότητα του αλκοόλ στο αίμα του αναιρεσίβλητου. Παρά τα ανωτέρω η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση άγει σε πλήρη και αποκλειστική ευθύνη του ασφαλισμένου της χωρίς να προσμετρήσει τις ρηθείσες συνθήκες του ενδίκου συμβάντος.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, διαπιστώνεται ότι σ' αυτή διαλαμβάνεται ότι ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος επέδειξε συγκεκριμένη αμελή συμπεριφορά η οποία συνιστά παραβίαση των παραπάνω διατάξεων του ΚΟΚ, η συμπεριφορά του δε αυτή είχε ως αποτέλεσμα την πρόσπτωση του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου στον αναιρεσίβλητο πεζό και τον βαρύ τραυματισμό αυτού. Έτσι, είναι προφανές ότι αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αμέλεια του ασφαλισμένου σ' αυτήν οδηγού συνίσταται μόνο στην παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ, ενώ στην απόφαση αναλύεται με επάρκεια και πληρότητα σε τι ακριβώς συνίσταται η αμελής συμπεριφορά του αποκλειστικά υπαίτιου οδηγού και πως η συμπεριφορά αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι είχε σαν αποτέλεσμα τον σοβαρότατο τραυματισμό του πεζού και εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και χωρίς κενά και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που έγινε δεκτό ότι συνέτρεξαν και τα οποία είναι αναγκαία και επαρκή για την θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε από το Δικαστήριο.

Συνεπώς, ο εκτιμώμενος ως θεμελιούμενος επί του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος κατά σειρά λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό αυτό καθιερούμενη αναιρετική πλημμέλεια της ελλειπούς αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης η αναφορά της αναιρεσείουσας ότι, η διάσχιση του οδοστρώματος από τον πεζό δεν έγινε από διάβαση πεζών και ότι τελούσε δήθεν υπό την επήρεια οινοπνεύματος που του στερούσε τον έλεγχο των κινήσεων, διότι, βλέποντας το αυτοκίνητο να έρχεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα επάνω του και με ελιγμούς, ενστικτωδώς κινήθηκε για να το αποφύγει, χωρίς να ξέρει προς ποια κατεύθυνση να κινηθεί και αυτό έγινε σε χρόνο ελάχιστων δευτερολέπτων, συνιστά δήθεν ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμη, εν όψει του ότι όπως αναλυτικά αναφέρεται στην ως άνω απόφαση, το Δικαστήριο έκανε δεκτό κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέν ότι δεν υπήρχε διάβαση πεζών στο τμήμα του δρόμου από το οποίο διήλθε ο πεζός, ότι πριν την κάθοδό του στο οδόστρωμα ήλεγξε επιμελώς την κυκλοφορία, ότι επίσης φορούσε ανοιχτόχρωμες φόρμες με φωσφορούχες λωρίδες και ότι δεν αποδείχθηκε ότι εξ αιτίας της ποσότητας αλκοόλ που ανιχνεύθηκε στο αίμα του δεν ήταν σε θέση να ελέγχει τις κινήσεις του σώματός του ή είχε μειωμένα αντανακλαστικά και έκρινε ότι οι παλίνδρομες κινήσεις του ήταν φυσιολογική αντίδραση τρόμου προ του επελαύνοντος προς αυτόν ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου που κινείτο με υπερβολή ταχύτητα και με ελιγμούς.

Εκτίθενται επομένως κατά τρόπο σαφή και χωρίς κενά και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που έγινε δεκτό ότι συνέτρεξαν και τα οποία είναι αναγκαία και επαρκή για την θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε από το Δικαστήριο και σύμφωνα με τα οποία δικαιολογείται η απόρριψη της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης συνυπαιτιότητας του πεζού στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.

Συνεπώς, ο θεμελιούμενος επίσης επί του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος κατά σειρά λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό αυτό καθιερούμενη αναιρετική πλημμέλεια της ελλειπούς αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ η αναφορά στις κρατούσες οδικές συνθήκες (νύχτα, ανεπαρκής φωτισμός, περιορισμένη ορατότητα, μη ύπαρξη διάβασης πεζών) που γίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση και προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό το μέτρο της επιμέλειας που έπρεπε να επιδεικνύει ο ασφαλισμένος στην αναιρεσείουσα οδηγός και ιδίως η αναφορά ότι υπήρχε περιορισμένη ορατότητα δεν αντιφάσκει προς την παραδοχή της απόφασης ότι ο ως άνω οδηγός είχε αντιληφθεί τον πεζό από απόσταση 100 μέτρων τουλάχιστον, και ότι ήταν επιλογή του οδηγού να μην προσπαθήσει να ακινητοποιήσει το όχημά του, αλλά να διενεργήσει ελιγμούς για να τον αποφύγει.

Τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, ανεξάρτητα από το ότι εν προκειμένω είναι απολύτως ορθά και βάσιμα, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ούτε δημιουργείται λόγος αναίρεσης ούτε εξ αιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 112/2016).

Παρά ταύτα ορθά υπήγαγε η προσβαλλόμενη απόφαση στον κανόνα δικαίου τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που δεν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό του συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Συνεπώς ο θεμελιούμενος επίσης επί του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος κατά σειρά λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό αυτό καθιερούμενη αναιρετική πλημμέλεια των αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Λόγος αναίρεσης ιδρύεται και από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1120/07).

Για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή, τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και να φέρεται ποία επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (493/2002, ΑΠ 1591/2008).

Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων καθόσον δεν αποτελεί πράγμα η επίκληση αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου του (ΑΠ 10, 625/2008, ΑΠ 2019, 2031, 2104/2007), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΑΠ 2221/2014).

Εν προκειμένω με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παρέλειψε να απαντήσει στον ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που πρότεινε πρωτόδικα και αποτελούσε λόγο της ασκηθείσας έφεσής της ο οποίος αναφέρεται στη σύννομη και προσεκτική οδήγηση από τον οδηγό Ν.

Γ. ασφαλισμένο της και στις συνθήκες του ένδικου συμβάντος, νύχτα, ανεπαρκής φωτισμός, αιφνιδιασμός αυτού, διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού, αντικειμενική αδυναμία αποφυγής του ατυχήματος. Ο ανωτέρω ουσιώδης ισχυρισμός, περί της αποκλειστικής ευθύνης του αναιρεσίβλητου (εναγόμενου) στην επέλευση του επίδικου οδικού ατυχήματος και συνακόλουθα του τραυματισμού του, (αποτελούσε ένσταση στην ανεπτυγμένη άρνηση της αγωγής του αναιρεσίβλητου περί αποκλειστικής ευθύνης του) και αφού δεν απαντήθηκε κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφασή του αναιρετέα κατ' άρθρο 559 αριθμός 8 εδαφ.

β' ΚΠολΔ. Περαιτέρω δε, με το να μην απαντήσει στον ανωτέρω ουσιώδη ισχυρισμό του παρέλειψε να αιτιολογήσει πλήρως το αποδεικτικό πόρισμά του περί της ύπαρξης αποκλειστικού πταίσματος στον ασφαλισμένο της και ανυπαρξίας πταίσματος του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος), έτσι δε κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφασή του αναιρετέα και κατ' άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, και ως προς τις δύο αιτιάσεις και αναφορές του, καθόσον δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης, που περιέχει αιτίαση για την απόρριψη ισχυρισμού, ο οποίος, όπως προκύπτει και από όσα αναφέρθηκαν κατά την εξέταση των παραπάνω λόγων, αφού ερευνήθηκε διεξοδικά, κρίθηκε ότι είναι αβάσιμος (ΑΠ 2121/2014) Εξάλλου η σχετική αναφορά της αναιρεσείουσας, ότι ο ασφαλισμένος σ' αυτήν οδηγός οδηγούσε το αυτοκίνητό του προσεκτικά και χωρίς να έχει καταναλώσει προηγουμένως οινοπνευματώδη ποτά, ανεξαρτήτως από το ότι απαντήθηκε διεξοδικά από την προσβαλλόμενη απόφαση στην οποία αναλύεται σε τι συνίσταται η αμελής οδήγηση του ως άνω οδηγού, αποτελεί άρνηση της αγωγής και όχι ισχυρισμό σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλά και στο μέτρο που θεωρηθεί ότι με την κρινόμενη αίτηση η αναιρεσείοουσα αναφέρεται στην ένσταση συνυπαιτιότητας που προέβαλε πρωτοδίκως και με την έφεσή της, σημειώνεται και διαπιστώνεται τούτο ευχερώς από το κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι αξιολογήθηκαν τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και η προβληθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας απαντήθηκε διεξοδικά από την προσβαλλόμενη απόφαση και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Εν προκειμένω δε η αναιρεσείουσα πλήττει το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ανεξάρτητα αν παραπονείται για δήθεν μη απάντηση σε ισχυρισμό της ή ανεπάρκεια αιτιολογίας και ως εκ τούτου ο προτεινόμενος λόγος αναίρεσης αφορά την κρίση των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο της ουσίας, ήτοι συνιστά προβολή ανεπίτρεπτου λόγου αναιρέσεως, κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος, κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του.

Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και για το οποίο εκδόθηκε το υπ` αριθμ. 15…….15 e- παράβολo του Δημοσίου, και γ) να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του έχοντος καταθέσει και προτάσεις αναιρεσιβλήτου (άρθρα 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-7-2017 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ` αριθμ. 13/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκε το υπ` αριθμ. 15..…….15 e- παράβολo του Δημοσίου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ