Supreme Court dismisses appeal against appeal judgment regarding admissibility of witness testimony from prior civil case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Aspropyrgos's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting its land expropriation claim. The municipality argued that the lower court improperly considered sworn witness testimony from a previous civil case without following specific procedural requirements. The court ruled that such testimony is admissible as a judicial presumption when witnesses are permitted, regardless of whether it was taken before a notary or judge in a prior suit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 421-424 of the Code of Civil Procedure; Judicial presumptions derived from witness testimony in other proceedings are admissible if witnesses are permitted, without requiring strict adherence to special oath-taking formalities for every instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 646 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 646/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Δήμος Ασπροπύργου, της Περιφερειακής Ενότητας Δυτικής Αττικής, της Περιφέρειας Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα από το νόμιμα εκλεγέντα Δήμαρχο αυτού, Ν. Μ. και κατοικοεδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Πισσάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 624/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 605/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-6-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 605/2020 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, αντιμωλία των διαδίκων, η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, Δήμου Ασπροπύργου, κατά της 624/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή του, με την οποία επεδίωκε να αναγνωρισθεί κύριος αναγκαστικά απαλλοτριωθείσας εδαφικής εκτάσεως, καθώς και δικαιούχος της αποζημίωσης που έχει καθοριστεί οριστικά για αυτήν και να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, να του την καταβάλει. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Σύμφωνα με το άρθρο 1 ν. ΛΧΝ'/1888 "περί διακρίσεως της οριοθεσίας των δασών", στο οποίο διατυπώθηκε για πρώτη φορά ο ορισμός της έννοιας του δάσους στο ελληνικό δίκαιο, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και "ως δασική έκταση νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών".
Έκτοτε, ο ορισμός αυτός του δάσους και της δασικής έκτασης επαναλήφθηκε σε όλους τους μεταγενέστερους σχετικούς νόμους, όπως στο άρθρο 57 ν. 3077/1924, στο άρθρο 45 ν. 4173/1929, στο άρθρο 1 ν.δ. 69/1969 και βασικά δεν διαφέρει από τον ορισμό του δάσους με τις διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφοι 1 και 2 ν. 998/1979, όπως ίσχυε πριν από τις τροποποιήσεις του με το ν. 3208/24.12.2003 και τους μεταγενέστερους, αλλά ούτε και από τον ορισμό του άρθρου 1 παράγραφοι 1 και 2 του ανωτέρω ν. 3208/2003 που αντικατέστησε, εκτός των άλλων, τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 3 ν. 998/1979 (ΑΠ 202/2016, ΑΠ 712/2015, ΑΠ 1291/2011).
Με τις διατάξεις αυτές καθορίστηκε η έννοια του δάσους, όπως ανέκαθεν γινόταν αντιληπτή, δηλαδή, ότι το δάσος είναι κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή σποραδικά από άγρια ξυλώδη φυτά, οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία αποτελούν, με την μεταξύ τους απόσταση και την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδρασή τους ιδιαίτερη οργανική ενότητα (βιοκοινότητα-δασοβιοκοινότητα), που μπορεί να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα άνω φυτά και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον.
Ως δάσος, άλλωστε, νοείται ανέκαθεν και κάθε έκταση εδάφους, στην οποία η φυόμενη άγρια ξυλώδης βλάστηση οποιασδήποτε διάπλασης, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά ή πενιχρή (δασική έκταση). Κρίσιμη, συνεπώς, για τη συγκρότηση της έννοιας του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει στην έκταση την ιδιαίτερή της ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος.
Εφόσον υπάρχει η ενότητα αυτή, υφίσταται η αντικειμενική προϋπόθεση της έννοιας του δάσους ή της δασικής έκτασης, τεκμαίρεται δε ως αυτονόητη και αυταπόδεικτη η συνυπάρχουσα θεμελιώδης λειτουργία κάθε δασικού οικοσυστήματος που συμβάλλει στην ισορροπία του φυσικού περιβάλλοντος (ΣτΕ 1495/2015). Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι στην έννοια του δάσους ή στις δασικές εκτάσεις περιλαμβάνονται και οι, εντός αυτών, οιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη βραχώδεις εξάρσεις και γενικώς, ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι, υπεράνω δασών ή δασικών εκτάσεων, ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων και οι άβατες κλυτίες αυτών.
Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις δεν μεταβάλλουν τον, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, χαρακτήρα τους και όταν ακόμη εντός αυτών υφίστανται μεμονωμένα ή εγκατασπαρμένα καρποφόρα δένδρα ή συστάδες τέτοιων δένδρων, στο πραγματικό δε γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου, δεν ασκεί επιρροή το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς βλάστηση (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 693/2017, ΑΠ 1330/2015, ΑΠ 479/2015, ΑΠ 384/2014).
Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "εξουσιάσεως" θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία και Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου.
Από τις διατάξεις αυτές του ΒΔ της 17/29-11-1836 συνάγεται ότι, για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά την διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου β.δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά, δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Τα δάση, για τα οποία δεν υποβλήθηκαν τίτλοι με την υπόψη διαδικασία και κατέχονταν από ιδιώτες, δήμους ή κοινότητες και μοναστήρια, χαρακτηρίζονταν ως "διακατεχόμενα".
Ο διακάτοχος αντιστοιχεί, ως όρος, στον κατά τον ΑΚ νομέα. Σε τέτοια, δημόσια μεν, αλλά διακατεχόμενα δάση, ήταν δυνατόν να αποκτηθεί από τους διακατόχους-νομείς αυτών ιδιώτες ή αναγνωρισμένες νομικές οντότητες, όπως δήμοι, μοναστήρια κλπ, όπως και σε κάθε άλλο δημόσιο αγροτικό ή αστικό κτήμα, σύμφωνα με το ισχύσαν μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ β.ρ.
δίκαιο με έκτακτη χρησικτησία. Οι προϋποθέσεις αυτής ήταν η άσκηση νομής, έστω και χωρίς νόμιμο τίτλο, επί τριάντα τουλάχιστον χρόνια, με καλή πίστη. Ως καλή πίστη εννοείτο η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα κυριότητας άλλων (ν. 8 παρ 1 κωδ (7.39), ν. 9 παρ 1 πανδ (50.14), ν. 2 παρ 20 πανδ (41.4), ν. 6 παρ 1 πανδ (44.3), ν. 76 παρ 1 πανδ (18.1) και ν. 7 παρ 3 πανδ (23.3), ν. 20 παρ 12 πανδ (5.8), ν. 27 πανδ (18.1) 10,15 παρ 3, 17 και 48 πανδ (41.3), 11 πανδ (51.4), 3 και 5 παρ 1 (41.10) και 109 πανδ (50.16) και 2 παρ 7, 4 παρ 1 πανδ (51.4) ).
Την ύπαρξη της καλής πίστης, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής συμπερασματικά, από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα. Η ύπαρξη ταπίου ή άλλου τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή των τίτλων αυτών, χωρίς αποτέλεσμα, στη διαδικασία του άρθρου 3 του β. δ. της 17/29-11-1836 δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης, αλλά έχει σημασία για την κρίση ότι η νομή ήταν ανεπίληπτη κατά τη συνείδηση του νομέα.
Ο τριακονταετής χρόνος της χρησικτησίας θα πρέπει να έχει συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι και την 11-9-1915, όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. 21.6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" καθώς και από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ'/1912 "περί δικαιοστασίου", σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα και με το άρθρο 21 του ν.
δ της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης". Μετά την κατά τα ανωτέρω συμπλήρωση μέχρι και την 11-9-1915 έκτακτης χρησικτησίας, επί δασικής εκτάσεως δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της κυριότητας που αποκτήθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του α.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του αν 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι, επί των δημοσίων εν γένει δασών, θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής, ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κλπ ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής, ότι το Ελληνικό Δημόσιο τυγχάνει κύριος όλων των δασών της χώρας, τα οποία δεν έχουν αναγνωρισθεί νόμιμα ως ιδιωτικά και ότι μόνη η ύπαρξη οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ' εαυτή ως διακατοχική πράξη.
Εξ αντιδιαστολής βέβαια συνάγεται ότι, οι από της 11-9-1915 και εφεξής πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος, δεν έχουν καμία αξία ως προς την δια έκτακτης χρησικτησίας κτήση κυριότητας, εφόσον, εάν δεν έχει επέλθει αυτή μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία (11-9-1915) δεν δύναται να συμπληρωθεί ο προς χρησικτησία χρόνος και να αποκτηθεί κυριότητα κατά τον μετέπειτα χρόνο (ΑΠ 185/2017, ΑΠ 1477/2014, ΑΠ 2173/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 10/2011, Ολ ΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (Ολ ΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα.
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογεί το καθένα ξεχωριστά. (ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 333/2017, ΑΠ 217/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ανελέγκτως κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο έχει εμβαδόν 2.846,48 τ.μ., βρίσκεται δε στη θέση "ΚΑΛΙΣΤΗΡΙ" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Φυλής Αττικής...
Με την 5364/27-2-2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής... όπως τροποποιήθηκε... και μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών - Φυλής... απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή ("Α Φάσης 2ου Χώρου Υγειονομικής Ταφής Αποβλήτων (ΧΥΤΑ) Δυτικής Αττικής"), υπέρ του Ενιαίου Συνδέσμου Δήμων και Κοινοτήτων Ν.
Αττικής, εδαφική έκταση συνολικής επιφανείας 962.809,88 τ.μ.... Δυνάμει της 371/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία απαλλοτριώσεων) καθορίστηκε προσωρινά η τιμή μονάδος. Στην απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνεται τμήμα του φερομένου όλου ακινήτου του εκκαλούντος (και ενάγοντος) Δήμου Ασπροπύργου και συγκεκριμένα από το ακίνητο επιφανείας 27.456 τ.μ.
κατά τον τίτλο κτήσης (το 19.082/14-3-1988 διανεμητήριο συμβόλαιο), κατά νεώτερη δε και ακριβέστερη καταμέτρηση 27.508 τ.μ., απαλλοτριώθηκε έκταση 24.661,52 τ.μ. Κατά τη συζήτηση της από 25-5-2010...αίτησης του εκκαλούντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία απαλλοτριώσεων) περί αναγνώρισής του ως δικαιούχου της αποζημίωσης, ο τελευταίος περιόρισε το αίτημά του ως προς την έκταση, για την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί δικαιούχος, από 27.508 τ.μ.
σε 24.661,52 τ.μ., παραιτούμενος ως προς το επίδικο τμήμα των 2.846,48 τ.μ., διότι το εφεσίβλητο (και εναγόμενο) Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε ως προς αυτό δικαιώματα, με τον ισχυρισμό ότι εμπίπτει σε δημόσια δασική έκταση. Ως προς την επίδικη και αμφισβητούμενη εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου έκταση των 2.846,48 τ.μ. αποδείχθηκε ότι αυτή ήταν ανέκαθεν δασική και ως τέτοια την προστάτευε και την διαχειριζόταν το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Η διαπίστωση αυτή συνάγεται από το σύνολο των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, ενισχύεται δε από το με αριθ. πρωτ. 2292/26-7-2013 έγγραφο του Δασαρχείου Πάρνηθας (στο οποίο αναφέρεται και το μεταγενέστερο με αριθ. πρωτ. 3357/28-12-2016 έγγραφο της ίδιας Υπηρεσίας). Όπως προκύπτει από το σχετικό έγγραφο, στο δασικό χάρτη (Κωδικός Φύλλου Εθνικού Κτηματολογίου 04680-42120/3 δημοτικής ενότητας Φυλής του Δήμου Φυλής του Ν.
Αττικής, που κατ' άρθρο 27 Α παρ. 4 ν. 2664/1998, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 5 "Επιτάχυνση της διαδικασίας κύρωσης δασικών χαρτών Νομού Αττικής", από την κύρωσή του με την 773/25-2-2013 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής... κατέστη οριστικός και έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ ενώπιον κάθε διοικητικής ή δικαστικής αρχής, το επίδικο αποτελεί τμήμα ευρύτερης δασικής έκτασης με τον κωδικό ΔΔ 00735.
Πριν κυρωθεί ο δασικός χάρτης, για το επίδικο δεν ασκήθηκε αντίρρηση για το χαρακτήρα της έκτασης από τον εκκαλούντα, αλλά ούτε και από τρίτους. Πριν την κύρωση του δασικού χάρτη, σύμφωνα με την 36/2-12-1997 πράξη διόρθωσης και το συμπληρωματικό προσωρινό κτηματολογικό πίνακα του 3ου Συνεργείου Κτηματογράφησης (ν.248/1976) το επίδικο αποτελούσε τμήμα ευρύτερης έκτασης με κωδικό...
και καταγράφεται ως δημόσια δασική έκταση. Κατά της άνω εγγραφής... δεν ασκήθηκαν αντιρρήσεις ούτε από τον εκκαλούντα ούτε από τρίτους. Το επίδικο αποτελεί τμήμα ευρύτερης δημόσιας δασικής έκτασης 350 στρεμμάτων, η οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα λόγω πυρκαγιάς με την 2709/3-11-1980...απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, ενώ με την 5211/28-12-2004...
απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφερείας Αττικής έγινε άρση της αναδάσωσης με σκοπό τη δημιουργία εγκαταστάσεων ολοκληρωμένης διαχείρισης αποβλήτων. Επίσης, σύμφωνα με τα με αριθ. πρωτ. 11821/10- 11-2016 και 3705/25-9-2012 έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας Δυτικής Αττικής, καθώς και το σε αυτό συνημμένο με αριθ. πρωτ. 2283/27-10-2010 έγγραφο της ίδιας ως άνω Υπηρεσίας, η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα ευρύτερης δημόσιας δασικής έκτασης.
Το έτος 2013, δηλαδή κατά το έτος που συντάχθηκε το ανωτέρω με αριθ. πρωτ. 2283/27-10-2010 έγγραφο, όλη η έκταση είναι βραχώδης, φέρει φρυγανώδη βλάστηση (αφάνες) και θάμνους από διάσπαρτα άτομα αειφύλλων-πλατύφυλλων, ενώ δεν επιδέχεται καμία καλλιέργεια (μηχανικά ή χειρονακτικά). Για την επίδικη έκταση καθώς και την ευρύτερη έκταση η υπηρεσία του Δασαρχείου Πάρνηθος ασκούσε όλα τα μέτρα προστασίας που προβλέπονται από τις δασικές εκτάσεις και τη διαχειριζόταν ως δασική έκταση μέχρι την παραχώρηση στον Ενιαίο Σύνδεσμο Δήμων και Κοινοτήτων Ν.
Αττικής. Έχουν εκδοθεί για την ευρύτερη έκταση τα οριστικά Πρωτόκολλα Διοικητικής Αποβολής 1553/69 και 705/71 κατά των... και... Όπως προκύπτει από την από 6-12-2004 έκθεση της δασολόγου Φ. Κ., στην οποία περιέχεται εκτός των άλλων και φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών της επίδικης έκτασης κατά τα έτη 1937, 1953, 1978 και 1999, η επίδικη έκταση ήταν ασκεπής βραχώδης, χωρίς ίχνη καλλιέργειας, αποτελούμενη από φρυγανώδη βλάστηση (αφάνες, θυμάρι) και λίγα διάσπαρτα άτομα αγριελιάς και αείφυλλα πλατύφυλλα (πουρνάρια) με αριθμό συγκόμωσης 0,1 έως 0,2 (10% έως 20%), συνόρευε δε βόρεια με δημόσια δασική έκταση της αυτής μορφής, νότια με δασική έκταση και δυτικά με δασική έκταση.
Για τη μορφή της επίδικης έκτασης και την εντός αυτής βλάστηση, επιβεβαιώνοντας τα συμπεράσματα της ανωτέρω... έκθεσης της δασολόγου..., καθώς και για την εποπτεία (μέτρα προστασίας) που ασκούσε επ' αυτής και επί της ευρύτερης ομοίου χαρακτήρα έκτασης το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, καταθέτει με σαφήνεια ο δασολόγος Α.
Θ., η ένορκη κατάθεση του οποίου δόθηκε στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων και περιέχεται στα 1175/24-4-2015 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η βλάστηση που υφίσταται εντός του επιδίκου (άγρια ξυλώδη φυτά) σχηματίζει οργανική ενότητα (δασοβιοκοινότητα) και με την ευρύτερη έκταση ίδιας μορφής που αποτελεί τμήμα της, και μπορεί να προσφέρει προϊόντα (ξυλεία) από τα υπάρχοντα φυτά (πουρνάρια), να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος.
Πρόκειται δηλαδή για δάσος κατά την έννοια του άρθρου 1 v. ΑΧΝ'/1888 και του β.δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" γι' αυτό και το Δημόσιο είχε ανέκαθεν, κατά τα προαναφερθέντα, την εποπτεία αυτού κατά τα ισχύοντα για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις. Για την ως άνω δασική έκταση, που αποτελούσε δάσος ανέκαθεν, ήτοι και κατά την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα του 1821, δεν υποβλήθηκαν εντός της ετήσιας προθεσμίας του άρθρου 3 του ως άνω β.δ.
της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" στην επί των Οικονομικών Γραμματεία νόμιμοι τίτλοι για την αναγνώρισή της ως ιδιωτικής.
Συνεπώς, μετά την πάροδο της ετήσιας προθεσμίας, αναγνωρίσθηκε κατά τεκμήριο η κυριότητα του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου επ' αυτής. Το ανωτέρω συμπέρασμα περί του δασικού χαρακτήρα δεν αναιρείται από την από Ιουλίου 2008 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας των Ι. Σ., Γ. Μ. και Η. Κ., που συντάχθηκε μετά την έκδοση της εκκαλουμένης και προσκομίζεται από τον εκκαλούντα Δήμο.
Πρωτίστως, η εν λόγω τεχνική έκθεση δεν προβαίνει σε φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών της επίδικης έκτασης κατά το έτος 1937, αλλά εκκινεί από το έτος 1945, οπότε δεν ερευνάται η μορφή της έκτασης πριν το έτος 1945. Επίσης, για τα έτη μετά το 1945 γίνεται αναφορά σε διάσπαρτα δέντρα και σε ποώδη και φρυγανώδη βλάστηση, διαπίστωση που δεν συνάδει με την επισήμανση ότι "η έκταση είναι χαρακτηριστική καλλιέργεια κτηνοτρόφων με πετοσπορά (κριθάρι, βρώμη κ.λ.π.)".
Μάλιστα στην ενσωματωμένη στη σελίδα 6 της έκθεσης αεροφωτογραφία του 1960... σαφώς διακρίνεται η μορφή της επίδικης έκτασης από τη μορφή των ευρισκόμενων σε απόσταση αριστερά στη φωτογραφία εμφανώς καλλιεργούμενων εκτάσεων. Η επίδικη έκταση (που εικονίζεται εντός ερυθρού περιγράμματος) δεν φέρει κανενός είδους καλλιέργεια, αλλά εικόνα αδιαμόρφωτης έκτασης, μη διακρινόμενης από τις όμορες, σε αντίθεση με τις εμφανιζόμενες σε απόσταση αριστερά εκτάσεις, που εμφαίνονται διακεκριμένες με σαφή όρια μεταξύ τους και με διαφορετικές αποχρώσεις, δείγμα που υποδηλώνει αγρούς καλλιεργούμενους.
Από τα ίδια, όμως, αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι τα προϋφιστάμενα του εκκαλούντος διοικητικά σχήματα τοπικής αυτοδιοίκησης... και εν τέλει ο εκκαλών Δήμος, ως διάδοχος αυτών νεμήθηκαν δια των υπαλλήλων τους ή τρίτων την επίδικη έκταση με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία που συμπληρώθηκε μέχρι την 11-9-1915, ώστε να καταλυθεί η κυριότητα του εφεσίβλητου.
Ειδικότερα οι μάρτυρες του εκκαλούντος ενώπιον του συμβολαιογράφου στις με αριθμούς... ένορκες βεβαιώσεις τους, καθώς και στην... ένορκη βεβαίωση που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης, δεν κατέθεσαν για συγκεκριμένες πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων του εκκαλούντος και εν τέλει του ίδιου του εκκαλούντος επί του επιδίκου τμήματος για το παραπάνω κρίσιμο χρονικό διάστημα, αλλά αναφέρθηκαν αορίστως μόνο σε γενικές πράξεις νομής, χωρίς να μπορέσουν να διευκρινίσουν με σαφήνεια αν αυτές ασκούντο στην έκταση των 2.846,48 τ.μ..
Επίσης ο εκκαλών δεν προσκομίζει μετ' επικλήσεως συμφωνητικά μίσθωσης από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, δυνάμει των οποίων, μετά από σχετικές αποφάσεις, εκμίσθωσε προς τον Ενιαίο Σύνδεσμο Δήμων και Κοινοτήτων Ν. Αττικής έκταση 109 στρεμμάτων για την εναπόθεση απορριμμάτων (λειτουργία χωματερής). Εξάλλου, η ευρύτερη περιοχή, εντός της οποίας βρίσκεται και η επίδικη έκταση, ανέκαθεν τύγχανε διαχείρισης και προστατευόταν ως δημόσια δασική έκταση, όπως προκύπτει από την με αριθ.
πρωτ. 922/11-4-2005 απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής της Περιφέρειας Αττικής, με την οποία αποφασίστηκε η επέμβαση στη δημόσια δασική έκταση για την κατασκευή έργων. Εφόσον λοιπόν ο εκκαλών και ενάγων δεν απέδειξε την άσκηση τριακονταετούς νομής με καλή πίστη των προγενέστερων αυτού διοικητικών μορφωμάτων τοπικής αυτοδιοίκησης, των οποίων αποτελεί διάδοχο σχήμα, και εν συνεχεία του ιδίου, μέχρι την 11-9-1915, χωρίς να ενδιαφέρει η άσκηση νομής μετά το χρόνο αυτό, ο απώτερος δικαιοπάροχός του, οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης, δεν απέκτησε κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο και συνεπώς και στη συνέχεια ο ίδιος ο εκκαλών δεν απέκτησε κυριότητα με παράγωγο τρόπο δυνάμει του 19.082/1988 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου...., διότι, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 Α.Κ., για να μεταβιβαστεί με σύμβαση η κυριότητα ακινήτου για οποιαδήποτε νόμιμη αιτία, απαιτείται να υπάρχει το δικαίωμα σε εκείνον, ο οποίος το μεταβιβάζει, κατά το χρόνο μεταγραφής της σχετικής σύμβασης....
Περαιτέρω ο εκκαλών εφόσον δεν είναι κύριος της επίδικης έκτασης δεν είναι ούτε δικαιούχος της αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης, διότι η κυριότητα του εκκαλούντος επί του επιδίκου ακινήτου αποτελεί ζήτημα που ερευνάται από το Δικαστήριο, προκειμένου τούτο να αποφανθεί καταφατικά επί του αιτήματος αναγνώρισης του τελευταίου ως δικαιούχου της αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση του εν λόγω ακινήτου (βλ.
άρθρο 17 του Συντάγματος)". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο Αθηνών, επικύρωσε την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή του ενάγοντος- εκκαλούντος, δεχόμενο ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση του εναγομένου- εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας τούτου επί επίδικης έκτασης, ένεκα του δασικού χαρακτήρα της.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17/ 29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", καθώς και εκείνες των Ν. ΛΧΝ/1888, Ν. 997/1979, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. ΒΛΠΖ/12.7.1903 και τα β.δ. 11.12.1889 και 19.7.1904, που αφορούν στη δασική νομοθεσία, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον κατά τις πιο πάνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε ανέκαθεν δάσος, ήτοι και κατά την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα του 1821, ευρισκόμενο εντός ευρύτερης περιοχής, η οποία επίσης πάντοτε τύγχανε διαχείρισης και προστατευόταν ως δημόσια δασική έκταση, επί πλέον δε ότι τα προϋφιστάμενα του αναιρεσείοντος διοικητικά σχήματα τοπικής αυτοδιοίκησης και εν τέλει ο ίδιος ο αναιρεσείων Δήμος, ως διάδοχος αυτών, ουδέποτε νεμήθηκαν δια των υπαλλήλων τους ή τρίτων την επίδικη έκταση με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία που συμπληρώθηκε μέχρι την 11-9-1915, ώστε να καταλυθεί η κυριότητα του αναιρεσίβλητου, και συνεπώς, οι δικαιοπάροχοί του και ο ίδιος δεν απέκτησαν κυριότητα επί της επίδικης έκτασης, με πρωτότυπο τρόπο, αλλά ούτε και με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του επικαλούμενου από τον αναιρεσείοντα 19.082/1988 διανεμητηρίου συμβολαίου μεταξύ του ίδιου και της τότε Κοινότητας Φυλής, καθόσον ο απώτερος δικαιοπάροχός του δεν ήταν κύριος της επίδικης έκτασης, ώστε να μεταβιβάσει νομίμως την κυριότητά της στον αναιρεσείοντα.
Επιπλέον, το Εφετείο ορθά έκρινε με αυτά που δέχθηκε, αποφαινόμενο εν τέλει ότι, εφόσον ο αναιρεσείων δεν είναι κύριος της επίδικης έκτασης, δεν είναι ούτε δικαιούχος της αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης, διότι η κυριότητα τούτου επί του επιδίκου ακινήτου αποτελεί ζήτημα που ερευνάται από το Δικαστήριο.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε ανέκαθεν δάσος.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι ως άνω πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος (έκτος κατά την αρίθμηση του αναιρετηρίου) λόγοι αναιρέσεως ως προς το μέρος τους, με το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως της αοριστίας των ως άνω λόγων, εξαιτίας του ότι ο αναιρεσείων αναφέρει κατ' επιλογή του όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές αυτής και όχι όλες τις κρίσιμες παραδοχές της, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 829/2019, 1551/2018, ΑΠ 766/2017).
Επιπλέον, οι ως άνω λόγοι κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτοι, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως ως προς το μέρος τους, με το οποίο πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, καθόσον, όπως σαφώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από τις αιτιολογίες της, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα επί των ανωτέρω ζητημάτων από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει αναλυτικά στην απόφασή του.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Πράγματα με την έννοια αυτή αποτελούν και οι λόγοι της έφεσης ή αντέφεσης, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Ολ ΑΠ 22/2005, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1162/2020, ΑΠ 1058/2020). Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 1078/2013).
Εξάλλου, η από το ουσιαστικό δίκαιο συρροή αξιώσεων διαφέρει της σώρευσης αγωγών, δηλαδή, του δικαιώματος της άσκησης από ένα πρόσωπο περισσότερων για το ίδιο πράγμα αγωγών. Όταν οι συρρέουσες κατά το ουσιαστικό δίκαιο αξιώσεις ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο, τότε πρόκειται για σώρευση συρρεουσών αγωγών.
Η δικονομικού δικαίου σώρευση αγωγών προβλέπεται από το άρθρο 218 ΚΠολΔ (αντικειμενική σώρευση). Η εν λόγω σώρευση υπάρχει όταν ενώνονται στο ίδιο δικόγραφο περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου, δηλαδή αιτήσεις παροχής δικαστικής προστασίας, επιτρέπεται δε κατά νόμο μόνο, εφόσον πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν το ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγο, δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, υπάγονται στο σύνολό τους λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται, υπάγονται στην τυπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου και στο ίδιο είδος διαδικασίας, η σύγχρονη δε εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση.
Η - αντικειμενική - σώρευση αγωγών αποτελεί δικαίωμα του ενάγοντος, εναπόκειται, δηλαδή, στη βούλησή του, αφού από καμιά διάταξη νόμου δεν υποχρεώνεται γι' αυτή, ούτε δημιουργείται, στην αντίθετη περίπτωση, τεκμήριο καταστρατήγησης των διατάξεων περί της καθ' ύλην αρμοδιότητας (Ολ ΑΠ 451/1971, ΑΠ 109/2021, ΑΠ 1358/2018).
Η απαγόρευση, ειδικότερα, της ένωσης στο ίδιο δικόγραφο αντιφατικών αγωγών αφορά την περίπτωση κατά την οποία σωρεύονται παράλληλα στο ίδιο δικόγραφο περισσότερες αγωγές και όχι την περίπτωση που η μια από τις αγωγές ασκείται ως κυρία και οι άλλες ως επιβοηθητικές. Στην περίπτωση αυτή μόνη η αντίφαση μεταξύ των σωρευόμενων αγωγών δεν καθιστά αόριστο και άκυρο το δικόγραφο.
Εξάλλου, η παράβαση των καθηκόντων που επιβάλλει το άρθρο 116 του ΚΠολΔ στους διαδίκους, στους νόμιμους αντιπροσώπους τους και στους πληρεξουσίους τους, όπως είναι και αυτό του καθήκοντος αληθείας, μπορεί να έχει ως κύρωση, κατά το άρθρο 205 του ίδιου Κώδικα, την επιβολή χρηματικών ποινών, όχι όμως και το απαράδεκτο προβαλλόμενου ισχυρισμού, ο οποίος, κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας, είναι αντιφατικός σε άλλον ισχυρισμό που προβλήθηκε προηγουμένως.
Τούτο δε διότι, σε διαφορετική περίπτωση, ο διάδικος θα στερούνταν του κατοχυρωμένου και από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαιώματος για παροχή έννομης προστασίας, το οποίο, κατά την αδιάστικτη διατύπωση της συνταγματικής αυτής διάταξης, εξασφαλίζεται ακόμη και στον παραβάτη των επιταγών του άρθρου 116 του ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση, δεν παραβιάζεται το καθήκον αληθείας και, ως εκ τούτου, δεν είναι απαράδεκτοι οι αντιφατικοί ισχυρισμοί, όταν αυτοί προτείνονται επικουρικά και όχι σωρευτικά (ΑΠ 1125/2018). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια των αριθμών 8 και 14 του ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, κατά παράβαση της δικονομικής αρχής που καθιερώνει το άρθρο 116 παρ.1 (αρχή καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης) του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο, ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που πρόβαλε για την απόκρουση της ένδικης αγωγής το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με τις προτάσεις του, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και επανέφερε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, περί ιδίας κυριότητας αυτού επί των επιδίκου ακινήτου: 1) δυνάμει του τεκμηρίου από το άρθρο 62 παρ.1 του ν. 998/1979, λόγω του δασικού χαρακτήρα τους, 2) άλλως επικουρικά, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου, δυνάμει της από του έτους 1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από του έτους 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, 3) άλλως επικουρικά, διότι αυτό αποτελούσε δάσος, δυνάμει του ΒΔ 17/29.11.1836, άλλως λιβάδι ή βοσκότοπο, δυνάμει του ΒΔ 3/15.12.1833, άλλως ως αδέσποτο, δυνάμει του ΒΔ από 10/7/1837, 4) άλλως, με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, είναι αντιφατικοί μεταξύ τους και συνιστούν ευθεία εκ μέρους του τελευταίου (αναιρεσιβλήτου) προσβολή του καθήκοντος αληθείας, που πρέπει να τηρείται από κάθε διάδικο, αφού αυτό δεν εξειδίκευσε την επί της ουσίας υπαγωγή των ως άνω νομικών βάσεων στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση διαφοράς.
Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι κατά τα εκτιθέμενα δεν υπήρξε παράβαση της διάταξης του άρθρου 116 του ΚΠολΔ, αφού η επικαλούμενη δικονομική συμπεριφορά του εναγομένου- αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά τη διεξαγωγή της δίκης, προβλεπόμενη από σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ, δεν προκάλεσε απαράδεκτο των πιο πάνω ισχυρισμών του από το άρθρο 116 του ΚΠολΔ, ενόψει και του ότι η παράβαση του καθήκοντος αληθείας δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο ισχυρισμών των διαδίκων, όταν μάλιστα αυτοί προβάλλονται επικουρικά, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν ελήφθησαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη (ΑΠ 868/2020, ΑΠ 1312/2019, ΑΠ 736/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο (έβδομο κατά την αρίθμηση του αναιρετηρίου) λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι αυτή έλαβε υπόψη της αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα από τον αναιρεσείοντα η προσβαλλόμενη απόφαση ανεπίτρεπτα έλαβε υπόψη της την ένορκη εξέταση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου, Α.
Θ., που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης, επί αγωγής του αναιρεσιβλήτου, για την οποία εκδόθηκε η 1175/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον για τη λήψη της δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 421 μέχρι 424 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες τέθηκαν με το ν. 4335/2015 και προβλέπουν "τους όρους του υποστατού/παραδεκτού" της ένορκης βεβαίωσης, οπότε η κατάθεση αυτή ως αποτελούσα ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η κατάθεση του ως άνω μάρτυρα, που δόθηκε στα πλαίσια άλλης πολιτικής δίκης, ορθά λήφθηκε υπόψη προς απόδειξη, ως δικαστικό τεκμήριο, εφόσον επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, δεν αποτελεί δε η ως άνω ένορκη βεβαίωση ενώπιον αρμοδίου οργάνου (ειρηνοδίκη, συμβολαιογράφου ή προξένου), όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, το σχετικό ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, για το οποίο και μόνο, προκειμένου να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, απαιτείται η τήρηση των προϋποθέσεων που ορίζονται από τις άνω διατάξεις των άρθρων 421 μέχρι 424 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν τούτων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του Δήμου Ασπροπύργου για αναίρεση της 605/2020 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.6.2020 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Δήμος Ασπροπύργου για αναίρεση της 605/2020 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ