Supreme Court allows appeal against lower court failure to consider notarized affidavits as evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject notarized affidavits as evidence. The appellants argued these documents were crucial for proving their ownership rights, while the lower court dismissed them based on procedural defects. The court found that the lower court erred by excluding valid evidence that could have influenced the case outcome.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 270(2)(c) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must set aside a judgment if the lower court fails to consider specific evidence presented by parties, even if the evidence was excluded by the court of first instance, provided the evidence could have influenced the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 736 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 736/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Σ. συζ. Β. Π. το γένος Σ. Μ., 2) Μ. συζ. Σ. Β., το γένος Σ. Μ., κατοίκων ..., ατομικά και ως κληρονόμοι της αποβιωσάσης μητρός τους Α. χας Σ. Μ., οι οποίες παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπασπύρου
Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Α. Μ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημητρίου Καλουτά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-4-2003 αγωγή της αναιρεσίβλητης και από 8-11/2009 αγωγή των αναιρεσειουσών που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3280/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 6143/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 4-5-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 28-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.
Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.
γ' Κ.Πολ.Δ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης ενώπιον των πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία, είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, και ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου μέρους. Αν λείπει η προϋπόθεση αυτή οι ένορκες βεβαιώσεις δεν είναι απλώς άκυρες, αλλά ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη.
Οι, ως άνω, δε ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση (ΑΠ 184/2011). Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί νομότυπης ή μη νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ (Ολ.
ΑΠ 30/2002, Ολ. ΑΠ 2/2008) και συνεπώς κάθε ισχυρισμός διαδίκου που στρέφεται κατά της σχετικής βεβαίωσης του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία επίσης εφαρμόζεται κατ’ άρθρο 524 Κ.Πολ.Δ, και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επί έφεσης κατ’ απόφασης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε με διαδικασία στην οποία έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει, λαμβάνονται μεν υπόψη και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου, όπως έγγραφα άκυρα (μη χαρτοσημασμένα ή μη επικυρωμένα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα ή ιδιωτικά υπέρ του εκδότη τους), όχι όμως και έγγραφα ανυπόστατα, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου.
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.
Συνεπώς, ως δικαστικά τεκμήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει και είχαν προσκομισθεί σε άλλη πολιτική ή ποινική δίκη, δεδομένου ότι αυτές, εφόσον δεν λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίηση τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται, το δε δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που ελήφθησαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που ελήφθησαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 897/2014, ΑΠ 254/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αίτησής τους, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη του, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις υπ’ αριθμ. .../31-1-2011 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μεγάρων, που είχαν ληφθεί στο πλαίσιο άλλων παρεμφερών δικών μεταξύ αυτών και τρίτου προσώπου, τις οποίες επικαλέστηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και οι οποίες ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι στην απόδειξη της κυριότητάς τους επί του επιδίκου, προς υποστήριξη αφενός της σχετικής αναγνωριστικής αγωγής τους και αφετέρου της προταθείσας, καταλυτικής της αντίθετης αναγνωριστικής αγωγής της αναιρεσίβλητης, ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσειουσών, κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, μεταξύ των προσκομισθεισών με επίκληση από τις αναιρεσείουσες αποδείξεων ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ήσαν και οι υπ’ αριθμ. .../31-1-2011 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μεγάρων. Το Εφετείο δέχθηκε ότι " οι προσκομιζόμενες από τις εναγόμενες ένορκες βεβαιώσεις, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, καθόσον δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, ούτε λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων".
Και ναι μεν η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν προέκυπτε νομότυπη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων, με αποτέλεσμα να καθίστανται οι τελευταίες ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, πλην όμως με την παντελή εξαίρεση τούτων (βεβαιώσεων) ακόμη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως σαφώς συνάγεται από τις, ως άνω, αυτολεξεί παρατιθέμενες φράσεις του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., κατά τον βάσιμο περί τούτου μοναδικό λόγο αναίρεσης.
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στις καταθέσασες αναιρεσείουσες (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 6143/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στις καταθέσασες τούτο αναιρεσείουσες.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ