Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of contract claims due to lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by 'A.P.K. A.E.' against the Piraeus Court of Appeal's decision rejecting the plaintiff's contract claims. The lower court found the defendant's arguments substantively baseless and rejected all evidence presented by the plaintiff. The court upheld this decision, ruling that the appeal arguments regarding legal basis, evidence evaluation, and witness credibility were unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 559(8), 559(11)(b), 559(12), 559(14) of the Code of Civil Procedure; An appeal for lack of legal basis is inadmissible when the lower court has considered all arguments and evidence, and the appeal arguments regarding evidence evaluation or witness credibility are not supported by clear proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 640 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός Απόφασης 640/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Π. Κ. Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Παραβάντη.
Της αναιρεσιβλήτου: της εταιρείας με την επωνυμία "BODYGUARD SHIRRING LIMITED", που εδρεύει στη Μάλτα και εκπροσωπείται στον Πειραιά από την εταιρεία TRITON MARINE S.A που διατηρεί γραφεία στο Ν. Φάληρο Αττικής, πλοιοκτήτριας του υπό σημαία Μάλτας δεξαμενόπλοιου "Ρ..." νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Σιούφα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουνίου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1087/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 657/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της και το από 14 Φεβρουαρίου 2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 15 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και αυτοί του δικογράφου των προσθέτων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/2008, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα ότι: Η πρώτη εναγόμενη εταιρία διατηρεί την καταστατική της έδρα στη Βαλέτα της Μάλτας και την πραγματική της έδρα στον Πειραιά, όπου βρίσκεται το κέντρο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και λαμβάνονται οι αποφάσεις για την προώθηση του επιχειρηματικού της σκοπού.
Η εταιρία αυτή είναι πλοιοκτήτρια, μεταξύ άλλων πλοίων και του υπό σημαία Μάλτας δεξαμενόπλοιου με το όνομα "Μ/Τ Ρ...", με αριθμό νηολογίου Βαλέτας Μάλτας ..., ολικής χωρητικότητας 83.866 και καθαρής χωρητικότητας 46.627 κόρων. Η ενάγουσα εταιρία, με έδρα την Αθήνα, διατηρεί οργανωμένη επιχείρηση επισκευής πλοίων.
Κατόπιν εντολής της πρώτης εναγομένης πλοιοκτήτριας εταιρίας, η οποία έκρινε αναγκαία τη διενέργεια εκτεταμένων επισκευαστικών εργασιών στο πλοίο της, η διαχειρίστρια αυτής εταιρία με την επωνυμία ERMIS MARITIME CORPOPATION, η οποία δεν είναι διάδικος στην προκειμένη δίκη, ζήτησε στις αρχές του Μαρτίου του έτους 2001 από την ενάγουσα να τους υποβάλει προσφορά, σχετικά με τις προτεινόμενες επισκευές.
Η τελευταία, αφού έλαβε υπόψη της την έκθεση των τεχνικών της διαχειρίστριας εταιρίας, σχετικά με τις απαιτούμενες εργασίες, στις 8 Μαρτίου του ίδιου έτους, της απέστειλε έγγραφη προσφορά, στην οποία παρέθετε τις τιμές για κάθε μονάδα των περισσότερων εργασιών, που ζητούσε να εκτελεσθούν. Για κάποιες εργασίες η ενάγουσα επιφυλάχθηκε και δήλωσε ότι θα συνέτασσε προσφορά μετά από σχετική επιθεώρηση του πλοίου.
Από το περιεχόμενο του εγγράφου της προαναφερόμενης προσφοράς, καθώς και εκείνων που υποβλήθηκαν μεταγενέστερα και αναφέρονται στη συνέχεια, προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν παραθέτει συνολικό υπολογισμό του κόστους, στο οποίο επρόκειτο να ανέλθει το έργο, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής της. Αντίθετα, προσδιορίζεται σ' αυτό η τιμή κατά μονάδα εργασίας, χωρίς συνολική επιμέτρηση του αριθμού των μονάδων, ενώ, όπως αναφέρθηκε, για κάποιες κατηγορίες εργασιών η ενάγουσα δεν έδωσε προσφορά.
Εν τέλει, η πρώτη εναγομένη, αντιπροσωπευόμενη από την τρίτη εναγομένη, διαχειρίστρια εταιρία, μη διάδικο εν προκειμένω, ανέθεσε το έργο στην ενάγουσα. Συμφωνήθηκε δε ότι το 50% της αμοιβής θα καταβαλλόταν τμηματικά, με την πρόοδο των εργασιών, ενώ το υπόλοιπο ποσό θα καταβαλλόταν μετά το πέρας των επισκευών.
Επίσης προσφέρθηκε από την εργολάβο μία γενική έκπτωση των τιμών της τάξης του 5%. Δεν αποδείχθηκε επομένως ότι εξ αρχής υπήρξε συμφωνία ως προς το ύψος της εργολαβικής αμοιβής, ότι αυτό δηλαδή θα ανερχόταν σε 779.033.950 δραχμές, όπως εκτίθεται στην αγωγή. Και αυτό ήταν φυσικό, διότι στις επισκευές πλοίων, ως εκ της φύσεως των εργασιών και του μεγέθους του έργου, δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί με ακρίβεια εκ των προτέρων η τελική έκταση των εργασιών και οι απαιτούμενες ποσότητες υλικών, αφού;
κατά την πρόοδο των εργασιών, προκύπτει η ανάγκη εκτέλεσης εργασιών, τις οποίες αναδεικνύει η εκτέλεση εκείνων που είχαν προβλεφθεί. Η εκτέλεση των εργασιών άρχισε τις 19-3-2001. Η εργολάβος ενημέρωνε κάθε φορά την εργοδότρια σχετικά με τις πρόσθετες εργασίες, υποβάλλοντας ταυτόχρονα και έγγραφες συμπληρωματικές προσφορές, η δε πλοιοκτήτρια συμφώνησε, δια των εκπροσώπων της, να καταβάλει στην ενάγουσα την πρόσθετη αμοιβή κατά μονάδα εκτελούμενης εργασίας, όπως αυτή περιγραφόταν σε κάθε προσφορά.
Οι συμπληρωματικές προσφορές αποτυπώνονται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, με ημερομηνίες 8 Μαρτίου 2001, 2, 19 Απριλίου 2001 και 2 Μαΐου 2001. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια των επισκευών, οι εργασίες οι οποίες παραδίδονταν στους επιβλέποντες τεχνικούς και τον αρχιμηχανικό της πλοιοκτήτριας καταγράφονταν σε ειδικά τυποποιημένα έντυπα της επισκευάστριας ενάγουσας, τις ονομαζόμενες εντολές εργασίας.
Οι τεχνικοί της πλοιοκτήτριας, αφού ήλεγχαν τις εκτελεσθείσες εργασίες, υπέγραφαν τις εντολές εργασίας και μ' αυτό τον τρόπο εθεωρείτο ότι είχαν παραλάβει το συγκεκριμένο τμήμα του έργου. Οι εντολές εργασίας δεν περιείχαν κοστολόγηση των εργασιών. Αυτή θα γινόταν αργότερα μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, οπότε η εργολάβος θα προέβαινε σε κοστολόγηση των καταγεγραμμένων στις εντολές εργασίας και επιμετρημένων εργασιών με βάση τις προσφορές και θα προέβαινε στη σύνταξη της ονομαζόμενης "Πιστοποίησης των εργασιών".
Το έγγραφο αυτό αποτελεί τη λεπτομερή καταγραφή των εργασιών, των επιμετρήσεων και την κοστολόγηση αυτών, ελέγχεται από τους τεχνικούς της πλοιοκτήτριας εταιρίας, με βάση την προσφορά και τις εντολές εργασίας και αφού προηγουμένως συμφωνηθεί από τα δύο μέρη, συνοδεύει το τιμολόγιο που πρόκειται να εκδοθεί.
Οι εργασίες επισκευής στο συγκεκριμένο πλοίο της πρώτης εναγομένης πλοιοκτήτριας εταιρίας ολοκληρώθηκαν τον Μάιο του 2001. Τον Αύγουστο του 2001, η ενάγουσα απέστειλε στην διαχειρίστρια εταιρία ERMIS MARITIME CORPOPATION και συγκεκριμένα στον υπάλληλο της Ν. Ξ. την με ημερομηνία 6-8-2001 πιστοποίηση εκτελεσθεισών εργασιών, ύψους 778.296.324 δραχμών (ήδη 2.284.068,44 ευρώ).
Ο Ν. Ξ. ήταν ο υπεύθυνος κοστολογητής του τεχνικού τμήματος της διαχειρίστριας εταιρίας, είχε εργασθεί παλαιότερα στην ενάγουσα ως κοστολογητής εκτιμητής και γνώριζε τις πρακτικές κοστολόγησης της εν λόγω εταιρίας. Αυτός άρχισε τον έλεγχο της πιστοποίησης στις 21-8-2001 και μετ' ολίγο ενημέρωσε την διαχειρίστρια εταιρία ότι το ποσό της πιστοποίησης ήταν υψηλότερο από την εκτίμηση που είχε κάνει το οικονομικό τμήμα της με βάση τις προσφορές της ενάγουσας και τις εντολές εργασίας και τις επιμετρήσεις που είχαν υπογράψει οι τεχνικοί της, το ύψος της οποίας είχε εκτιμηθεί από αυτούς στο ποσό των 551.712.118 δραχμών, ήδη 1.619.111,13 ευρώ.
Στη συνέχεια ο Ν. Ξ. συνεργάσθηκε με τον μέτοχο και εκπρόσωπο της ενάγουσας Α. Π. προκειμένου να ελέγξουν την υποβληθείσα πιστοποίηση. Ο επανέλεγχος διήρκεσε μέχρι τα μέσα του Οκτωβρίου 2001, λόγω του μεγάλου όγκου της πιστοποίησης, αλλά και λόγω της πολυπλοκότητας των χρεώσεων και των σφοδρών αντιρρήσεων της εναγομένης σχετικά με το ύψος της πιστοποίησης.
Στις 22-10-2001 και ενώ διαρκούσε ακόμα η διαπραγμάτευση και οι συζητήσεις των δύο μερών, η ενάγουσα απέστειλε επιστολή στην διαχειρίστρια εταιρία, απευθυνόμενη στον τεχνικό διευθυντή αυτής Σ. Δ., στην οποία ανέφερε ότι το κόστος των επισκευών του πλοίου Μ/Τ Ρ... ανερχόταν σε 683.837.272 δραχμές. Ακολούθησαν και άλλες συναντήσεις με τον Α.
Π. από την πλευρά της ενάγουσας και τους τεχνικούς διευθυντές της διαχειρίστριας ERMIS MARITIME CORPORATION Δ. Σ. και K. B. και τελικά οι δυο πλευρές συμφώνησαν στο ποσό των 670.000.000 δραχμών και ο Α. Π. ανέλαβε την δέσμευση της αποστολής νέας πιστοποίησης με το συμφωνηθέν ποσό. Στις αρχές του Νοεμβρίου 2001 η ενάγουσα έστειλε νέα πιστοποίηση εργασιών, συνολικού ύψους 670.000.000 δραχμών, με αναγραφόμενη σ' αυτό ημερομηνία 13-8-2001 και το πρώτο τιμολόγιο ποσού 100.000.000 δραχμών, με ημερομηνία 23-10-2001, ενώ στις 20-12-2001 εξέδωσε το δεύτερο τιμολόγιο για 570.000.000 δραχμές.
Στην εν λόγω πιστοποίηση δεν περιλαμβάνονταν το σύνολο των εκτελεσθεισών εργασιών, ούτε υπήρξε διόρθωση της πρώτης πιστοποίησης, αλλά δεν περιελήφθησαν σ' αυτήν μέρος των εργασιών που αναφέρονται στα "σωληνουργικά του καταστρώματος" και "διάφοροι καθαρισμοί σε δεξαμενές φορτίου και ballast tanks", που αποτελούν και το αντικείμενο των αξιώσεων που ασκούνται στην υπό κρίση αγωγή.
Η δεύτερη αυτή πιστοποίηση θεωρήθηκε τυπική από την πλευρά των εναγομένων και προωθήθηκε στο λογιστήριο της διαχειρίστριας εταιρίας για καταχώρηση και πληρωμή, χωρίς περαιτέρω έλεγχο λόγω της επιτευχθείσης συμφωνίας στο άνω ποσό. Το γεγονός ότι η δεύτερη πιστοποίηση με αναγραφόμενη ημερομηνία 13-8-2001 ήταν αποτέλεσμα της συμφωνίας, που είχε επιτευχθεί μετά από τις αλλεπάλληλες συζητήσεις μεταξύ των μερών περί τις αρχές του Νοεμβρίου και ότι η αναγραφείσα ημερομηνία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα προκύπτει από το από 12-9-2001 έγγραφο της ενάγουσας.
Αυτό το έγγραφο που απευθύνεται στον τεχνικό διευθυντή της διαχειρίστριας εταιρίας Σ. Δ., πριν να ολοκληρωθεί η εξέλεγξη της πρώτης πιστοποίησης και οι εν γένει συζητήσεις, αναφέρει το αρχικό ποσό απαίτησης (778.296.324 δραχμές). Αν λοιπόν η δεύτερη πιστοποίηση είχε πράγματι συνταχθεί στις 13-8-2001, το από 12-9-2001 έγγραφο θα ανέφερε ως ποσό της πιστοποίησης το ποσό των 670.000.000 δραχμών και όχι το πρώτο ποσό των 778.296.324 δραχμών, του οποίου ακόμα δεν είχε ολοκληρωθεί η εξέλεγξη.
Για το ότι πράγματι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι το συνολικό κόστος της επισκευής ανέρχεται στο ποσό των 670.000.000 δραχμών κατέθεσαν με σαφήνεια ο μάρτυρας Δ. Κ., που είναι ο εμπορικός διευθυντής της διαχειρίστριας, ο οποίος είχε άμεση ανάμειξη στη διαπραγμάτευση, αλλά και οι ενόρκως βεβαιώσαντες Δ.
Σ., γενικός διευθυντής αυτής ο Γ. Α., ναυπηγός στο τεχνικό τμήμα αυτής και ο Γ. Π., αρχιπλοίαρχος. Επιβεβαιώνεται επίσης και από το εξής γεγονός: Όταν, περί το τέλος του έτους 2001, διαπιστώθηκε ότι υλικά που η ενάγουσα είχε προμηθευτεί για τις εργασίες στο πλοίο της εναγομένης Μ/Τ Ρ..., αξίας 29.873.490 δρχ. , (87.669,82 ευρώ) είχαν εξοφληθεί απευθείας από τη διαχειρίστρια στον προμηθευτή και παράλληλα το ποσό αυτό είχε συμπεριληφθεί στο συμφωνηθέν κόστος των 670.000.000 δραχμών, η ενάγουσα αποδέχθηκε την εσφαλμένη χρέωσή της και εξέδωσε το με αριθμό 40/20-12-2001 πιστωτικό τιμολόγιο της, ενέργεια που δεν θα γινόταν αν η ενάγουσα πέραν του ποσού των 670.000.000 δραχμών είχε και άλλες αξιώσεις κατά της εναγομένης.
Μετά την έκδοση των τιμολογίων, συνολικού ύψους 670.000.000 δραχμών, που αντιστοιχούσαν στην συμφωνημένη δεύτερη πιστοποίηση του αντιστοίχου ποσού, η ενάγουσα ουδέποτε προέβαλε κάποια αξίωση σχετικά με μη τιμολογηθείσες εργασίες επισκευών του πλοίου. Σε όλες τις επικοινωνίες με την διαχειρίστρια εταιρία, η ενάγουσα πάντα ανέφερε το συμφωνηθέν ποσό των 670.000.000 δρχ.
και ουδέποτε αναφέρθηκε σε επί πλέον μη τιμολογηθείσες εργασίες ούτε υπήρξε έγγραφη επιφύλαξή της για επί πλέον αξιώσεις. Περαιτέρω, στις 16-9-2002, απαντώντας σε σχετική αίτηση του εμπορικού διευθυντή της διαχειρίστριας του πλοίου Δ. Κ., να του γνωρίσει το ύψος του υπόλοιπου των αξιώσεών της από τις επισκευαστικές εργασίες σε όλα τα πλοία της εναγομένης, η ενάγουσα απέστειλε με fax έγγραφο πίνακα στην διαχειρίστρια εταιρία, στον οποίο αναγράφει για το πλοίο Ρ...:
εργασίες: 670.000.000 δραχμές ή 1.966.250,92 ευρώ, εισπράξεις 651.179.307 δραχμές ή 1.911.017,73 ευρώ και υπόλοιπο 18.820.693 δραχμές ή 55.233,14 ευρώ, με τη μνεία ότι τα ποσά αναφέρονται σε εισπράξεις που έχουν γίνει μέχρι 27-8-2002. Από αυτό το έγγραφο, το οποίο η ενάγουσα δεν αμφισβήτησε ότι προέρχεται από αυτήν, αποδεικνύεται ότι οι αξιώσεις της από την επισκευή του πλοίου Ρ...
της εναγομένης ανερχόταν σε 670.000.000 δραχμές και στις 27-8-2002 υπήρχε υπόλοιπο οφειλής 18.820.693 δραχμές ή 55.233,14 ευρώ. Η κρίση αυτή στηρίζεται στην άνευ επιφυλάξεως αναγραφή του ύψους των εργασιών χωρίς να υπάρχει επιφύλαξη και διάκριση για τιμολογηθείσες ή μη εργασίες ή εργασίες που αναφέρονται στην πρώτη πιστοποίηση.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η από 13-8-2001 πιστοποίηση των 670.000.000 δραχμών εκδόθηκε από αυτήν, επειδή ο κύριος μέτοχος της εναγομένης Γ. Α. της ανακοίνωσε ότι μέχρι το τέλος του έτους 2001 θα προέβαινε σε καταβολές αυτού του ύψους, υποσχόμενος ότι το υπόλοιπο ποσό θα το καταβάλει το επόμενο έτος. Έτσι σ' αυτήν την πιστοποίηση δεν περιελήφθησαν επισκευές που θα παρέμεναν απλήρωτες και θα εξοφλούνταν στο επόμενο έτος.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, από την από 27-3-2003 εξέταση του Α. Π. στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο του Καναδά, αποδεικνύεται ότι ο ανωτέρω μέτοχος της εναγομένης δεν αποδέχθηκε το ποσό της πρώτης πιστοποίησης, το οποίο αμφισβήτησε έντονα στο σύνολο του και αποδέχθηκε μόνο το ποσό των 670.000.000 δραχμών ούτε βεβαίως υποσχέθηκε ότι το υπόλοιπο ποσό θα το καταβάλει το επόμενο έτος.
Η διαπραγμάτευση του ύψους της απαίτησης της ενάγουσας από τις επισκευαστικές εργασίες ήταν ενιαία και δεν αποδείχθηκε ότι έγινε διαχωρισμός της απαίτησης ούτε συνδέθηκε η έκδοση των τιμολογίων με την καταβολή των οφειλομένων ποσών εντός του 2001 ή του επόμενου έτους. Επίσης ο μάρτυρας της ενάγουσας Α.
Κ., που είναι λογιστής της, κατέθεσε ότι εξέδωσε τα δύο προαναφερθέντα τιμολόγια των 100.000.000 και 570.000.000 δραχμών για τα χρήματα που εισέπραξε η εταιρία και ότι δεν μπορούσε να εκδώσει τιμολόγια για ποσά που δεν εισέπραξε. Όμως αυτό δεν είναι αλήθεια, γιατί, όπως προκύπτει από τον προαναφερθέντα από 16-9-2002 πίνακα που απέστειλε η ενάγουσα στην διαχειρίστρια εταιρία της εναγομένης, από τις αναγραφόμενες αξιώσεις των 670.000.000 δραχμών, για τις οποίες εξέδωσε τα προαναφερθέντα τιμολόγια, υπήρχε ακόμα υπόλοιπο στις 27-8-2002, ύψους 18.820.693 δραχμών ή 55.233,14 ευρώ.
Επομένως καταρρίπτεται το επιχείρημα του μάρτυρα ότι δεν εξέδωσε τιμολόγια για το σύνολο του αξιούμενου από την ενάγουσα ποσού, επειδή δεν είχε πληρωθεί και ότι εξέδωσε τιμολόγια μόνο για το ποσό που πληρώθηκε. Το αληθές είναι ότι η ενάγουσα εξέδωσε τα προαναφερθέντα τιμολόγια για το ποσό που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών μετά από την εξέλεγξη της πρώτης πιστοποίησης και την έκδοση της δεύτερης.
Η δεύτερη πιστοποίηση ήταν τυπική και εκδόθηκε για να καλύψει την ανάγκη της έκδοσης των τιμολογίων και δεν παρίστανε κατ' ουδένα τρόπο τις εκτελεσθείσες εργασίες, όπως είχαν συμφωνηθεί στην εξέλεγξη της πιστοποίησης και στη διαπραγμάτευση των μερών. Οι δε εργασίες που αναφέρονται στα "σωληνουργικά του καταστρώματος", ύψους 10.580.950 δραχμών και σε "διάφορους καθαρισμούς σε δεξαμενές φορτίου και ballast tanks", ύψους 98.453.000 δραχμών, που δεν περιλαμβάνονται στην δεύτερη πιστοποίηση και αποτελούν το περιεχόμενο της αξίωσης που ασκείται με την υπό κρίση αγωγής περιελήφθησαν στην διαπραγμάτευση και υπήχθησαν στη συμφωνία των μερών για συνολικό ύψος των εργασιών στο ποσό των 670.000.000 δραχμών.
Εξάλλου, το κονδύλιο της αγωγής που αναφέρεται στο ποσό των 18.820.693 δραχμών, ήδη 55.233 ευρώ, το οποίο η ενάγουσα ζητεί αυτοτελώς, ως εναπομένον υπόλοιπο από το ποσό των 670.000.000 δραχμών, για τις οποίες εξέδωσε τα τιμολόγια, τα οποία, ως εκθέτει, δεν εξοφλήθηκαν ολοσχερώς, έχει απορριφθεί με την εκκαλούμενη ως αόριστο και δεν μεταβιβάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού εκκαλούσα είναι η εναγομένη και παραπονείται για το πρωτοδίκως γενόμενο δεκτό ποσό . 'Ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 317.817,53 ευρώ, εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις.
Ακολούθως δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κατά το γενόμενο με αυτή δεκτό κεφάλαιο και απέρριψε την αγωγή. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ περιέχει τις παρατιθέμενες παραπάνω πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρώτος της αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή,ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και την από 13.8.2001 πιστοποίηση εργασιών, που προσκόμισε και επικαλέσθηκε
η εναγομένη και δεν στήριξε σε αυτή, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, την κρίση του. Επομένως, ο δεύτερος της αιτήσεως
εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από I την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε όλους τους προβληθέντες από την ενάγουσα ισχυρισμούς, ως ουσιαστικώς αβασίμους.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τρίτος της αιτήσεως, δεύτερος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, του δικογράφου των προσθέτων, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του έλαβε υπόψη μόνον τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νομίμως οι διάδικοι.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 β' ΚΠολΔ, τρίτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν έχει κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 75/2009, ΑΠ 329/2007). Παρέπεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έκρινε περισσότερο αξιόπιστο ένα μάρτυρα σε σχέση με τους άλλους ή αν θεώρησε περισσότερο κρίσιμο ένα έγγραφο σε σχέση με άλλα. Επομένως, ο τέταρτος του δικογράφου των προσθέτων, κατά το οικείο μέρος του εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 558/2008, ΑΠ 2104/2007). Η μη προσήκουσα προσαγωγή αποδεικτικού μέσου δεν θεμελιώνει το λόγο αυτόν αναιρέσεως. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, τέταρτος του δικογράφου των προσθέτων, κατά το οικείο μέρος του, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος.
Επομένως πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως, καθώς και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.1.2009 αίτηση και το από 14.2.2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων της εταιρίας με την επωνυμία "Α. Π.-Κ. Κ. Α.Ε.", περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 657/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ