Legislator Case Law & Legislation
75/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on equal pay and collective agreement succession grounds in labor dispute.

Case Number 75/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by fifteen employees against a labor court decision regarding their employment terms. The employees argued that a newer collective agreement unilaterally cancelled a health allowance they had received since 1993, claiming this violated their right to equal pay and the principle of protection of acquired rights. The court held that a newer collective agreement replaces an older one without the 'protection of the worker' principle unless the individual contract was specifically modified by mutual agreement, which the employees failed to prove.

Legislator headnote

AI generated

Art. 22 para. 1b Constitution; Art. 4 para. 1-2 Constitution; Art. 7 para. 2 Law 1876/1990: A newer collective agreement replaces an older one without the principle of protection of the worker, unless the individual contract was specifically modified by mutual agreement.

Keywords

AI generated
equal pay right collective agreement succession protection of acquired rights labor law dispute unilateral contract modification

Cited Legislation

AI generated
Art. 22 para. 1b Constitution
Art. 4 para. 1-2 Constitution
Art. 7 para. 2 Law 1876/1990
Art. 559 no. 1 Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
AP 520/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 75 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 75/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ......, έως και 15) Χ15, κατοίκου ...... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Χιώτη - Κοκκώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στον ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12210/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2069/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-1-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 28-2-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 22 παρ. 1β του ισχύοντος Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Με τη συνταγματική αυτή επιταγή, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή της αρχής της ισότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 4 παρ. 1-2 του αυτού Συντάγματος και αφορά όλους τους εργαζόμενους με σχέση ιδιωτικού δικαίου, δεν δεσμεύεται, ως προς την ίση σε σχέση με την αμοιβή μεταχείριση των εργαζομένων κάτω από τις ίδιες γενικώς συνθήκες, μόνο ο νομοθέτης, ο οποίος, σε περίπτωση ταυτότητας υποθέσεων, δεν μπορεί να εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν επιβάλλονται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων απόκειται στο έλεγχο των δικαστηρίων.

Με αυτή θεσπίζεται συγχρόνως και κανόνας δημοσίας τάξεως, με τον οποίο παρέχεται ευθέως στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει από τον εργοδότη, που τον προσέλαβε, την οικειοθελώς, δηλαδή είτε μονομερώς είτε σε εκπλήρωση υποχρεώσεως από ατομική σύμβαση, καταβαλλόμενη μεγαλύτερη αμοιβή σε άλλον οποτεδήποτε προσληφθέντα μισθωτό του, που ανήκει στην ίδια κατηγορία και παρέχει τις ίδιες κάτω από τις αυτές συνθήκες υπηρεσίες, εκτός αν η εξαίρεση από την εν λόγω αμοιβή είναι δίκαιη και εύλογη, συνεπεία συνδρομής ειδικού και σοβαρού, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγου, που προτείνεται και αποδεικνύεται από τον καθ' ου ασκείται το δικαίωμα αυτό.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η μη καταβολή στους αναιρεσείοντες ηλεκτρολόγους -ηλεκτροτεχνίτες, που απασχολούνταν στη συγχωνευθείσα στην αναιρεσίβλητη με απορόφηση ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΚΟ - Ελληνικά Διϋλιστήρια και Χημικά Μακεδονίας ΑΒΕΕ", του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο χορηγείτο σ' αυτούς και καταργήθηκε με την από 13-7-1999 ΕΣΣΕ, δεν αντίκειται στην ως άνω συνταγματική αρχή από το γεγονός ότι το επίδομα αυτό χορηγείται στους ηλεκτρολόγους - ηλεκτροτεχνίτες, που απασχολούνται σε άλλες επιχειρήσεις με βάση κλαδικές, ομοιοεπαγγελματικές και επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, καθόσον η αρχή αυτή εφαρμόζεται μόνο όταν οι εργαζόμενοι, στους οποίους χορηγείται συγκεκριμένη παροχή, απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη με εκείνους τους εργαζόμενους, που εξαιρούνται από την καταβολή αυτής.

Κατόπιν αυτού το Εφετείο απέρριψε την ένδικη από 4-11-2002 αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά την πρώτη βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται εκτός των άλλων, ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν επιβάλλονται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.

Επομένως, αν προβλεφθεί με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί άλλη κατηγορία, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που οδήγησε στην ως άνω ειδική μεταχείριση, η διάταξη, που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Έτσι, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας η ανωτέρω ειδική ρύθμιση πρέπει να εφαρμοσθεί και για την κατηγορία προσώπων, σε βάρος της οποίας έγινε η δυσμενής διάκριση, παρέχοντας δικαίωμα σ' αυτούς, που απαρτίζουν την εν λόγω κατηγορία, να αξιώσουν δικαστικώς την επέκταση και χάριν αυτών της ως άνω ευνοϊκής ρυθμίσεως, που καθιερώθηκε υπέρ άλλης κατηγορίας προσώπων (Ολ.

Α.Π 15/1995). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε περαιτέρω ότι δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας το γεγονός, κατά το οποίο με τη μη καταβολή του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας στους αναιρεσείοντες εξισώνονται αυτοί μισθολογικά με τους απασχολούμενους στο Μηχανολογικό Τμήμα της αναιρεσίβλητης συναδέλφους τους οι οποίοι δεν εργάζονται υπό συνθήκες ιδιαίτερης επικινδυνότητας, όπως εκείνοι, καθόσον με την ως άνω από 13-7-1999 ΕΣΣΕ, με την οποία καταργήθηκε το εν λόγω επίδομα, δεν γίνεται ειδική ρύθμιση για τους απασχολούμενους στο Μηχανολογικό Τμήμα της αναιρεσίβλητης, από την οποία αποκλείονται οι αναιρεσείοντες.

Κατόπιν αυτού το Εφετείο απέρριψε την κρινόμενη αγωγή αυτών, κατά τη δεύτερη βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ.- Από το σύνολο των διατάξεων του Ν. 1876/1990 συνάγεται ότι οι όροι εργασίας, τους οποίους ρυθμίζει ΣΣΕ ή ΔΑ, μπορούν να τροποποιηθούν με υπέρτερη συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση. Διαδοχή ΣΣΕ υπάρχει όταν νεότερη χρονικά ΣΣΕ αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος. Κατά τη διαδοχή ΣΣΕ η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων, δηλαδή κατά τη διαδοχή ΣΣΕ δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της ευνοίας υπέρ των μισθωτών, αλλά η αρχή της τάξεως.

Συνεπώς, νεότερη ΣΣΕ καταργεί την προηγούμενη του αυτόυ είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ανωτέρω Νόμου, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικόυς όρους των συλλογικών συμβάσεων, είναι επικρατέστεροι, εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους.

Εκτός αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ, οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη ΣΣΕ, που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης, που με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας (Α.Π. 520/2003 Ελλ.

Δικ 44 1610). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε περαιτέρω ότι ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι με την αδιάλειπτη καταβολή από τις αναφερόμενες εργοδότριές τους σ' αυτούς του ως άνω επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας από το έτος 1993 έως το έτος 1998 ο σχετικός όρος των ΣΣΕ, που ίσχυαν κατά τα έτη αυτά, κατέστη και όρος των ατομικών συμβάσεών τους εργασίας και για το λόγο αυτό η κατάργηση του εν λόγω επιδόματος με την από 13-7-1999 ΕΣΣΕ αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των ανωτέρω συμβάσεών τους, είναι μη νόμιμος, καθόσον για να καταστούν οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ και όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας απαιτείται συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, την οποία δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.

Κατόπιν αυτού το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή αυτών, κατά την τρίτη βάση της, ως νόμω αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-1-2007 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 2069/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ