Legislator Case Law & Legislation
637/2025 AI generated

Supreme Court orders joinder of two appeals and partially allows State's appeal on interest rate calculation errors.

Case Number 637/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court ordered the joinder of two separate appeals regarding a public debt dispute to streamline proceedings. The State successfully argued that the lower court incorrectly applied old interest rate laws to a period governed by newer statutory provisions. Consequently, the court annulled the lower judgment on the specific issue of interest calculation and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246 of the Code of Civil Procedure; Article 45(1) of Law 4607/2019: The court must apply the specific interest rate regulation valid at the time of the debt's accrual, rejecting the application of obsolete general provisions when a newer law specifically governs the period in question.

Keywords

AI generated
joinder of appeals public debt interest statutory interpretation remand for retrial legal error correction

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 2 of the General Principles of Civil Law
Article 45(1) of Law 4607/2019
Article 21 of the Code of Laws on the Public Debt
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 22(1) and 3 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 637 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 637/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 2/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Ερατώ Κολέση και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α)Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Σκορδάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Σταυρούλας Παπαϊωάννου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Β) Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Σταυρούλας Παπαϊωάννου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Σκορδάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2017 αγωγή της ήδη Α' αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2400/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1137/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η Α αναιρεσείουσα με την από 5-7-2021 αίτησή της και το Β αναιρεσείον με την από 17-2-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Η πληρεξούσια της Α αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της Β αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 183/2024, 773/2023, 566/2022, 367/2020, 178/2018, 182/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το προεκτεθέν άρθρο 246 του ΚΠολΔ, πρέπει να διαταχθεί η συνεκδίκαση Α) της από 05.07.2021 και με αριθμό κατάθεσης ...-2021 αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Μ. Π. κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και Β) της από 17.02.2022 και με αριθμό κατάθεσης 1349/125/18-2-2022 αντίθετης αίτησης αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της ενάγουσας και ήδη αναιρεσιβλήτου Μ. Π., με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθμό 1137/18-2-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθότι είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.

Οι ανωτέρω, από 05.07.2021 (αριθμός κατάθεσης 5216/688/05.07.2021) και από 17.02.2022 (αριθμός κατάθεσης 1349/125/18.02.2022), αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθμό 1137/18.02.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 και 145 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ για την έρευνα της βασιμότητας ή μη των λόγων των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεων, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με την, από 19.12.2017 και με αριθμό κατάθεσης 609807/3172/2017, αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη Μ.

Π. εξέθετε ότι με προφορική σύμβαση εργασίας που κατήρτισε στις 04.09.1998 με τον τότε Πρέσβη της Ελλάδας στη Βιέννη, ο οποίος ενεργούσε ως εκπρόσωπος του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, προσλήφθηκε ως ιδιαιτέρα γραμματέας και μεταφράστρια στην Πρεσβεία της Ελλάδας στη Βιέννη Αυστρίας και ότι στις 27.12.2001 προσλήφθηκε και τυπικά, με έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, την οποία υπέγραψε με τον Πρέσβη της Ελλάδας στη Βιέννη που ενεργούσε ως ανωτέρω, προκειμένου να απασχοληθεί ως ιδιαιτέρα γραμματέας στην παραπάνω Πρεσβεία, έως τις 31.12.2002, αντί μηνιαίου μισθού 2.300 ευρώ.

Ότι, κατόπιν σχετικής αγωγής της, εκδόθηκε η 670/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (ως δικαστηρίου της παραπομπής μετά την έκδοση της 760/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου), με την οποία αναγνωρίστηκε ότι συνδέεται με το εναγόμενο από 04.09.1998 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρεώθηκε το τελευταίο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με τους ίδιους όρους που ίσχυαν την 31η.12.2002, αρχομένης της υποχρέωσης από την κοινοποίηση σ' αυτό της απόφασης και καταδικαζόμενο σε χρηματική ποινή εμμέσου εκτελέσεως 200 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών της.

Ότι, στις 15.09.2014 επέδωσε την απόφαση αυτή στο εναγόμενο, το οποίο, όμως, παρά το γεγονός ότι η ίδια προσερχόταν επανειλημμένως στην Πρεσβεία και με τις αναφερόμενες έγγραφες αιτήσεις της δήλωνε ότι προσφέρει προσηκόντως τις υπηρεσίες της ζητώντας να της ανατεθούν τα σχετικά καθήκοντα, αρνήθηκε να τις αποδεχθεί με συνέπεια να καταστεί υπερήμερος εργοδότης ως προς την αποδοχή της εργασίας της.

Ότι, εν τέλει, στα πλαίσια συμμόρφωσης του εναγομένου προς την (ήδη καταστάσα αμετάκλητη μετά την απόρριψη, με την 358/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, αίτησης αναίρεσης του εναγομένου), ανωτέρω (670/2014) απόφαση του Εφετείου Αθηνών, στις 25.10.2016 υπέγραψε με την τότε Πρέσβη της Ελλάδας στην Αυστρία, ενεργούσα ως εκπρόσωπο του εναγομένου, σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας προσλήφθηκε σε, συσταθείσα προ τούτο, προσωποπαγή θέση ιδιαιτέρας γραμματέως στην Πρεσβεία της Ελλάδας στη Βιέννη, αντί μηνιαίας αντιμισθίας 2.074,83 ευρώ, καταβαλλομένης κάθε δύο μήνες.

Ότι, ωστόσο, κατ' επιταγή του άρθρου 68 παρ. 4 του ν. 419/1976, έπρεπε να καθοριστεί με τη σύμβαση ότι οι αποδοχές της αποτελούνται: α) από τη μηνιαία αποζημίωση, αντίστοιχη του μισθού του εσωτερικού Διοικητικού Γραμματέα Ε' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών (ΥΠΕΞ), ποσού 1.171 ευρώ και β) από το παρεχόμενο στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ) (οριζόμενο σε ποσοστό 50% επί του ΕΥΑ του Πρέσβη στην Αυστρία) ποσού 3.750 ευρώ και ότι ανέρχονται μηνιαίως στο συνολικό ποσό των 4.921 ευρώ.

Ότι η μη καταβολή από το εναγόμενο των ανωτέρω πλήρων νόμιμων αποδοχών που λαμβάνουν και οι μόνιμοι υπάλληλοι της εξωτερικής υπηρεσίας του ΥΠΕΞ με τους οποίους παρέχει ίσης αξίας εργασίας, αντίκειται στις διατάξεις των Οργανισμών του που ίσχυσαν διαδοχικά με τους νόμους 419/1975, 2594/1998 και 3566/2007, στην αρχή της ισότητας που κατοχυρώνεται με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων που κατοχυρώνεται με τα άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της ιδρυτικής Συνθήκης της ΕΟΚ και ήδη 141 της Συνθήκης της ΕΚ, 23 παρ. 2 της Οικουμενικής Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 10.12.1948, 7 του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα της 19.12.1966 που κυρώθηκε με το ν. 1532/1985, 4 παρ. 3 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης της 18.10.1961 που κυρώθηκε με το ν. 1426/1984, 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας που κυρώθηκε με το ν. 46/1975.

Ότι: 1) για το χρονικό διάστημα από 16.09.2014 έως 24.10.2016, κατά το οποίο το εναγόμενο αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, δικαιούται αποδοχές υπερημερίας (συνιστάμενες στη μηνιαία αποζημίωση αντίστοιχη του μισθού του εσωτερικού Διοικητικού Γραμματέα Ε' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών και στο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής), συνολικού ποσού (4.921 ευρώ μηνιαίως Χ 25,33 μήνες =) 124.975 ευρώ κατ' αυτή, κατ' ορθό δε μαθηματικό υπολογισμό 124.648,93 ευρώ και 2) για το χρονικό διάστημα από 25.10.2016 έως 31.12.2017, κατά το οποίο το εναγόμενο της κατέβαλε πάγια μηνιαία αντιμισθία 2.074,83 ευρώ, δικαιούται τις διαφορές μεταξύ των ως άνω νόμιμων καταβλητέων και των καταβληθεισών αποδοχών συνολικού ποσού (4.921 ευρώ - 2.074,83 ευρώ = 2.846,17 ευρώ Χ 14,2 μήνες=) 40.415,61 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν μετατροπής μέρους του αιτήματος σε αναγνωριστικό, ζήτησε, κυρίως από τη σύμβαση εργασίας και τις αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, επικουρικά δε, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ από το ανωτέρω συνολικό οφειλόμενο για μισθούς υπερημερίας ποσό και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να της καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των άνω μισθών υπερημερίας και το άνω ποσό της διαφοράς μεταξύ των καταβλητέων και των καταβληθεισών αποδοχών, με τον νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους ποσό από τη δήλη ημέρα καταβολής του, άλλως από την επίδοση της αγωγής, καθώς και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 2400/2018 οριστική του απόφαση, αφού απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της και ως μη νόμιμη ως προς το κυρίως παρεπόμενο αίτημα καταβολής τόκων υπερημερίας από το ληξιπρόθεσμο εκάστου επιμέρους χρηματικού κονδυλίου (κρίσεις οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της έκκλητης δίκης, καθώς δεν προσβλήθηκαν με έφεση) τη δέχτηκε κατά τα λοιπά εν μέρει (λόγω της μείωσης του αιτούμενου ποσού των αποδοχών υπερημερίας βάσει του ορθού μαθηματικού υπολογισμού και του μειωμένου επιτοκίου 6% ετησίως ως προς όλα τα επιδικασθέντα ποσά) και ως ουσιαστικά βάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο και αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την, από 11.02.2019 και με αριθμό κατάθεσης 14083/1024/2019, έφεση. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη (1137/2020), απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή και, αφού κράτησε και δίκασε κατά το αντίστοιχο μέρος την αγωγή, απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη κατά το αίτημα επιδίκασης διαφορών μεταξύ των καταβλητέων και καταβληθεισών αποδοχών του αιτούμενου διαστήματος από 25.10.2016 έως 31.12.2017 και κατά το αίτημα επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας του αιτούμενου διαστήματος από 16.09.2014 έως 24.10.2016 καθ' ο μέρος υπερβαίνει το ποσό των 2.300 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή την καθορισθείσα αντιμισθία που αναφέρεται σε όρο της από 27.12.2001 σύμβασης, με τον οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής περιστατικά, υποχρεώθηκε το εναγόμενο με την 670/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών να απασχολεί την ενάγουσα (ως συνδεόμενη μ' αυτό με μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου) και τη δέχτηκε (εν μέρει) κατά τα λοιπά (δηλαδή ως προς τις αποδοχές υπερημερίας μόνο κατά το υπόλοιπο μέρος που δεν υπερβαίνει μηνιαίως το ανωτέρω ποσό) και ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτού να της καταβάλει επιπλέον και το ποσό των 38.259 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, αμφοτέρων των άνω ποσών, 6% ετησίως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Α. Επί της από 05.07.2021 και με αριθμό κατάθεσης 5216/688/2021 αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Μ. Π. : Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό. Στην περίπτωση αυτή προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά και για εκείνη την κατηγορία που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και κατά συνέπεια το δικαστήριο επιδικάζει την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 3/2013, ΑΠ 828/2024, 100/2023, 749/2016). Τούτο δε δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος που δεν επιτρέπει την παροχή μισθού, σύνταξης, χορηγίας ή αμοιβής χωρίς οργανικό ή άλλον ειδικό νόμο, διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (ΑΠ 828/2024, 100/2023, 749/2016).

Ειδικότερη εκδήλωση της καθιερωμένης με την πιο πάνω διάταξη αρχής της ισότητας αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1β του ισχύοντος Συντάγματος που εφαρμόζεται επί μισθωτών που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 100/2023, 749/2016) και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 100/2023, 749/2016).

Αντιθέτως η έχουσα έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 β του Συντάγματος, 288 του ΑΚ και 141 της Συνθήκης της Ε.Κ. (πρώην 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ και ήδη 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης) αρχή της ίσης μεταχείρισης απευθύνεται προς τον εργοδότη, ο οποίος υποχρεούται να μεταχειρίζεται ομοιόμορφα τους μισθωτούς που έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες προς εξυπηρέτηση αναγκών της ιδίας κατηγορίας και συνεπώς να μην εξαιρεί ορισμένους από αυτούς από παροχές στις οποίες προβαίνει οικειοθελώς ή δυνάμει ατομικής συμβατικής δέσμευσης με άλλους εργαζομένους της ιδίας ως άνω κατηγορίας, εκτός εάν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό κατ' αντικειμενική κρίση λόγο, που επιτρέπει τη σχετική διαφοροποίηση (ΑΠ 1126/2022, 896/2021, 749/2016, 1031/2012) και όχι όταν οι παροχές στις οποίες αυτός προβαίνει οφείλονται σε νομοθετική επιταγή, οπότε η ως άνω αρχή δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής (ΑΠ 749/2016).

Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 150 παρ. 2 και 129 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2594/1998 (ΦΕΚ Α 62), και εφαρμόζεται στη κρινόμενη υπόθεση ως εκ του χρόνου πρόσληψης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης, το μεν καταργήθηκε ο ισχύσας μέχρι τις 23 Μαρτίου 1998 προηγούμενος ν. 419/1976 "Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" (ΦΕΚ Α 221), το δε ορίσθηκαν τα της πρόσληψης για τις ανάγκες των αρχών του εξωτερικού (πρεσβείες, προξενεία) και της υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Ειδικότερα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 129 ορίσθηκε ότι "Στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.

Σε αυτές περιλαμβάνονται θέσεις ιδιαιτέρων γραμματέων, διερμηνέων και μεταφραστών, οδηγών, κλητήρων, φυλάκων-θυρωρών, τηλεφωνητών, προσωπικού ασφαλείας, κηπουρών, συντηρητών και οικιακού προσωπικού εν γένει. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως, μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή, οι οποίοι γνωρίζουν την τοπική γλώσσα.

Για την πρόσληψη απαιτείται κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών μετά από πρόταση του προϊσταμένου της εν λόγω αρχής. Με την κοινή αυτή απόφαση καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας.

Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται από τον προϊστάμενο της αρχής". Με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 129 ορίσθηκε ότι οι κατά την έναρξη ισχύος του νέου Οργανισμού (24 Μαρτίου 1998) υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών διατηρούν το συμβατικό εργασιακό καθεστώς μέχρι την καθοιονδήποτε τρόπο λήξη του, οπότε οι οργανικές τους θέσεις μετατρέπονται σε ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ειδικά δε για όσους από αυτούς λάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού των Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής στην οποία υπηρετεί.

Με τη διάταξη του άρθρου 135 παρ. 1 του ιδίου ως άνω ν. 2594/1998 ορίζεται ότι ως αποδοχές των υπαλλήλων του Υπουργείου των Εξωτερικών νοούνται ο βασικός μισθός τους και όλα τα, κατά τις κείμενες διατάξεις, χορηγούμενα επιδόματα και προσαυξήσεις. Με τις διατάξεις των παρ. 4, 5 και 6 του άνω άρθρου 135 ορίσθηκε ότι προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα, ανεξαρτήτως των αποδοχών της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, και επίδομα υπηρεσίας αναλόγως του κλάδου και του βαθμού, που προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση, ότι το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου των Εξωτερικών, με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια Κοινή Υπουργική Απόφαση σε ποσοστό επί του επιδόματος που έχει καθορισθεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό και ότι το επίδομα αυτό αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των ανωτέρω Υπουργών σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής είτε της ισοτιμίας του συναλλάγματος προς το τοπικό νόμισμα ή το ευρώ, είτε της αγοραστικής αξίας τούτων βάσει επισήμων στοιχείων και κατά τη καθοριζομένη στη τελευταία διάταξη διαδικασία.

Την καταβολή του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, προέβλεπαν οι διατάξεις των παρ. 10, 11 και 13 του άρθρου 131 του ν. 419/1976, που ήσαν αντίστοιχες των παρ. 4, 5 και 6 του άρθρου 135 του ν. 2594/1998 και, ειδικά, για τους προσλαμβανόμενους κατά το άρθρο 68 του ν. 419/1976 ιδιαίτερους γραμματείς η παρ. 4 εδ.

α' του ιδίου άρθρου, η οποία όριζε ότι "Οι κατ' εφαρμογήν των ορισμών της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου προσλαμβανόμενοι ως Ιδιαίτεροι Γραμματείς ή Μεταφρασταί λαμβάνουν διοριζόμενοι την μηνιαίαν αποζημίωσιν, αντίστοιχον του μισθού του βαθμού του Διοικητικού Γραμματέως Ε' Τάξεως του κλάδου Διοικητικών Γραμματέων του Υπουργείου Εξωτερικών ως και το εις τους υπαλλήλους του βαθμού τούτου παρεχόμενον εκάστοτε επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής".

Ανάλογη ρύθμιση προς εκείνη της παρ. 2 του άρθρου 129 του ν. 2594/1998 για τη πρόσληψη επιτοπίως προσωπικού εκ των μονίμων κατοίκων μιας χώρας, ομιλούντος την τοπική γλώσσα με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου προς πλήρωση θέσεων των αρχών του εξωτερικού στη χώρα αυτή και προς εκείνες των παρ. 1, 4, 5 και 6 του άρθρου 135 του ν. 2594/1998 για το είδος των αποδοχών των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών και την καταβολή του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής σε αυτούς περιέχονται στις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 149 παρ. 2 και 155 παρ. 1, 4, 5 και 6 του νέου Οργανισμού του Υπουργείου των Εξωτερικών που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3566/2007 (ΦΕΚ Α 117) και αντικατέστησε εκ νέου, κατ' άρθρο 171 παρ. 2 αυτού, από 5 Αυγούστου 2007 τον κυρωθέντα με τον ν. 2594/1998 προηγούμενο Οργανισμό του Υπουργείου των Εξωτερικών.

Ο αριθμός των οργανικών θέσεων και η αντίστοιχη ειδικότητα εκάστης εδρεύουσας σε άλλη χώρα Εξωτερικής Αρχής (Πρεσβείας, Προξενείου) ορίζεται στο π.δ/μα 194/1998 (ΦΕΚ Α 144). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι άνω ρυθμίσεις για την καταβολή επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, κατ' εφαρμογή των άρθρων 135 παρ. 4 και 5 του ν. 2594/1998 και εν συνεχεία (από 05.08.2007) του άρθρου 155 παρ. 4 και 5 του ν. 3566/2007, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στους επιτοπίως προσλαμβανόμενους, μονίμους κατοίκους της χώρας όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή, δυνάμει συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και του προϊσταμένου της ως άνω αρχής του εξωτερικού, οι οποίοι προσελήφθησαν το πρώτον μετά την έναρξη της εφαρμογής του νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών με το ν. 2594/1998, ήτοι μετά την 24η Μαρτίου 1998 και κατά συνέπεια δεν ανήκουν στην κατηγορία του προσωπικού που λάμβανε ήδη το ανωτέρω επίδομα και ενέπιπτε στη μεταβατικού χαρακτήρα ρητή περί τούτου ρύθμιση της παρ. 5 του άρθρου 129 του ν. 2594/1998, ενόψει του ότι, κατά τη σχετική νομοθετική πρόβλεψη του εδαφίου ε της παρ. 2 του άρθρου 129 του ν. 2594/1998 και εκείνης του εδαφίου ε της παρ. 2 του άρθρου 149 του ν. 3566/2007, το ύψος της αντιμισθίας αυτών καθορίζεται πλέον μετά από εισήγηση του άνω προϊσταμένου και αφού ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό της οι τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας, με συνέπεια να μην συντρέχει ο δικαιολογητικός λόγος για την επιπλέον καταβολή του εν λόγω επιδόματος.

Το αντίθετο ίσχυε υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς του ν. 419/1976, όπου οι προσληφθέντες μέχρι την 23η Μαρτίου 1998 κατ' εφαρμογή των άρθρων 68 παρ. 2 και 69 παρ. 1 του ν. 419/1976 με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ιδιαίτεροι γραμματείς ή μεταφραστές σε υπηρεσίες του εξωτερικού, οι οποίοι μάλιστα δεν ήταν αναγκαίο κατά νόμο να είναι και μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου έδρευε η συγκεκριμένη αρχή, λάμβαναν μηνιαία αποζημίωση αντίστοιχη των αποδοχών του βαθμού γραμματέα Ε' τάξεως του Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων του Υπουργείου Εξωτερικών, εξελισσόμενοι μισθολογικά όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι, σύμφωνα με τα άρθρα 68 παρ. 4 και 69 παρ. 1 του ν. 419/1976, εξομοιούμενοι συνεπώς μισθολογικά με τους αντίστοιχου βαθμού μόνιμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών και επιπλέον λάμβαναν το αναλογούν στον αντίστοιχο βαθμό επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής.

Η σχετική νομοθετική πρόβλεψη των άρθρων 68 παρ. 4 και 69 παρ. 1 του ν. 419/1976 περί της χορήγησης επιπλέον και στους υπαλλήλους αυτούς του αναλογούντος στον αντίστοιχο βαθμό επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής παρίστατο αναγκαία, αφού με μόνη τη χορήγηση των αντιστοίχων αποδοχών μονίμου υπαλλήλου της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών δεν θα ήταν δυνατή η από αυτούς αντιμετώπιση του διαφορετικού κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης στις χώρες στις οποίες αυτοί είχαν προσληφθεί και συνακόλουθα δεν θα ήταν ευχερής η εύρεση του αναγκαίου υπαλληλικού και βοηθητικού προσωπικού για τη λειτουργία των Υπηρεσιών του Υπουργείου Εξωτερικών (πρεσβείες, προξενεία) στις χώρες αυτές.

Το ως άνω μισθολογικό καθεστώς διατήρησαν οι ως άνω προσληφθέντες πριν τις 24 Μαρτίου 1998 με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλοι και μετά την έναρξη εφαρμογής του νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, κατ' εφαρμογή του μεταβατικής ισχύος άρθρου 129 παρ. 5 του ν. 2594/1998. Το ζήτημα δηλαδή του ύψους των αποδοχών σε σχέση με τις επικρατούσες ειδικές συνθήκες και το κόστος ζωής του προσλαμβανόμενου μετά τις 24.03.1998 επιτοπίως προσωπικού εκ των μονίμων κατοίκων μιας χώρας προς κάλυψη των αναγκών εξωτερικής αρχής του Υπουργείου Εξωτερικών εδρεύουσας στη χώρα αυτή, αντιμετωπίσθηκε από τους νόμους 2594/1998 και 3566/2007 κατά νομοθετική επιλογή με τον προσδιορισμό των αποδοχών αυτών σε συνάρτηση όχι με τις αποδοχές αντίστοιχης θέσης υπηρετούντος στη Κεντρική Υπηρεσία υπαλλήλου, πλέον του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής που θα ελάμβανε ο υπάλληλος αυτός εάν μετακινείτο από τη Κεντρική Υπηρεσία στην αντίστοιχη θέση υπηρεσίας του εξωτερικού, όπως συνέβαινε υπό το καθεστώς του ν. 419/1976, αλλά με το καθορισμό του ύψους των αποδοχών σε συνάρτηση με τις τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας.

Η ρύθμιση αυτή δεν εισάγει αδικαιολόγητη εξαίρεση για το προσωπικό αυτό και επομένως δεν αντίκειται στην, από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του ισχύοντος Συντάγματος καθιερούμενη, αρχή της ισότητας, αλλά είναι δικαιολογημένη αντικειμενικά, αφού το μεν αφορά ανόμοιες κατηγορίες απασχολουμένων και συγκεκριμένα μόνιμους κατοίκους της χώρας, όπου εδρεύει η Εξωτερική Αρχή (Πρεσβεία, Προξενείο), οι οποίοι προσλαμβάνονται επιτοπίως δυνάμει συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε σχέση με μετακινούμενους εκεί υπαλλήλους (ανεξαρτήτως του εάν πρόκειται περί μονίμων υπαλλήλων ή συνδεομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου), οι οποίοι εκ των πραγμάτων αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα έξοδα για την εκεί προσωρινή τους εγκατάσταση και διαμονή, το δε διότι το ύψος των αποδοχών αυτών καθορίζεται στις καταρτιζόμενες με αυτούς συμβάσεις με βάση αντικειμενικά κριτήρια και συγκεκριμένα με βάση τις επικρατούσες τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας και συνεπώς σε συνάρτηση με τις συνήθεις αποδοχές μισθωτού της αυτής ειδικότητας σε άλλον εργοδότη στη χώρα αυτή.

Ούτε, η ρύθμιση αυτή, αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 4 της υπ' αριθμό 1999/70/ΕΚ οδηγίας που δεν επιτρέπει τη δυσμενή διαφοροποίηση των συνθηκών απασχόλησης των απασχολούμενων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους με συμβάσεις αορίστου χρόνου, εφόσον κατά τα ήδη προεκτεθέντα η διαφοροποίηση του τρόπου καθορισμού των αποδοχών του επιτοπίως προσληφθέντος προσωπικού σε σχέση με τους απασχολούμενους με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών δικαιολογείται από τους προεκτεθέντες αντικειμενικούς λόγους.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2023).

Στην τελευταία δε περίπτωση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 5/2023, 4/2022, 2/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της, από 05.07.2021 αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας Μ. Π., η τελευταία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το αίτημα επιδίκασης μισθολογικών διαφορών μεταξύ των καταβλητέων και καταβληθεισών αποδοχών από 25.10.2016 έως 31.12.2017 και ως προς το αίτημα επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας του διαστήματος από 16.09.2014 έως 24.10.2016 καθ' ο μέρος υπερβαίνει το ποσό των 2.300 ευρώ μηνιαίως, δεχόμενο ότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, δεν δικαιούται τις αποδοχές υπαλλήλου ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του εναγομένου αποτελούμενες από τη μηνιαία αποζημίωση, αντίστοιχη του μισθού του εσωτερικού Διοικητικού Γραμματέα Ε' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 129 παρ. 2 του ν. 2594/1998 και 149 παρ. 2 του ν 3566/2007 τις οποίες εφάρμοσε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς αυτές αφορούν τους επιτοπίως από το εναγόμενο προσλαμβανόμενους στην αλλοδαπή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ενώ η ίδια συνδεόταν με το εναγόμενο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, συσταθείσα ειδικά γι' αυτήν στην Πρεσβεία της Ελλάδας στην Αυστρία (Βιέννη), προσωποπαγή θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και επομένως ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις των άρθρων 68 παρ. 4 ν. 419/1976, 129 παρ. 5, 135 παρ. 1, 4, 5 και 6 του ν. 2594/1998 και 155 παρ.1, 4, 5 και 6 του ν. 3566/2007 ως και αυτές των άρθρων 4, 22 και 25 του Συντάγματος, με τα οποία θεσπίζονται οι αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, που κατοχυρώνεται και από τις αναφερόμενες υπερνομοθετικές διατάξεις (άρθρο 1 της με αριθμό 95/1949, Διεθνούς Σύμβασης "Περί προστασίας του ημερομισθίου", η οποία κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, άρθρο 119 της Ιδρυτικής Συνθήκης της ΕΟΚ, που κυρώθηκε με το ν. 949/1979, 99/70/ΕΚ Οδηγίας, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ/μα 53/1974 και με το οποίο κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου), τις οποίες δεν εφάρμοσε.

Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά (όπως αναλυτικότερα ανωτέρω αναφέρονται), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε στις 04.09.1998, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως ιδιαιτέρα γραμματέας, στην Πρεσβεία της Ελλάδας στην Αυστρία, δηλαδή σε θέση αρχής εξωτερικού, η οποία, υπό την ισχύ του Κώδικα Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2594/1998 και ίσχυε από 24.03.1998, ήτοι και κατά τον χρόνο εκείνο (και δη του άρθρου 129 παρ. 2 αυτού), αλλά και του μεταγενέστερου νέου Οργανισμού που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3566/2007 (και δη του άρθρου 149 παρ. 2 αυτού), πληρώνεται με πρόσληψη επιτοπίως προσωπικού από τους μόνιμους κατοίκους της χώρας όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή, που γνωρίζουν και ομιλούν την τοπική γλώσσα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, δυνάμει δε δικαστικής απόφασης η σύμβασή της χαρακτηρίστηκε ως αορίστου χρόνου και επομένως, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην νομική σκέψη:

α) δεν τυγχάνει, εν προκειμένω, εφαρμογής, σε σχέση με την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, η διάταξη του άρθρου 68 παρ. 4 του ν. 419/1976, η οποία προέβλεπε ότι οι ιδιαίτεροι γραμματείς της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών που προσλαμβάνονται με σχέση ιδιωτικού δικαίου λαμβάνουν μηνιαία αποζημίωση αντίστοιχη του μισθού του βαθμού Διοικητικού Γραμματέα Ε' τάξης του Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων του Υπουργείου Εξωτερικών ως και το παρεχόμενο σ' αυτούς επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, διότι η ανωτέρω διάταξη είχε ήδη καταργηθεί κατά τον άνω χρόνο (04.09.1998) πρόσληψης της ενάγουσας (με το άρθρο 150 παρ. 2 του ανωτέρω νέου Κώδικα Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2594/1998, με ισχύ από 24.03.1998).

Ούτε βρίσκει έδαφος εφαρμογής η μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 129 παρ. 5 του ιδίου ως άνω κυρωθέντος με τον ν. 2594/1998 νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, η οποία αφορά τους κατά την έναρξη ισχύος του Οργανισμού αυτού (στις 24.03.1998) υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, ενόψει του ότι η ενάγουσα δεν υπηρετούσε κατά την έναρξη ισχύος του νέου Οργανισμού αυτού στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, καθώς, κατά τα άνω εκτιθέμενα στην αγωγή, προσλήφθηκε μεταγενέστερα.

Και β) οι ρυθμίσεις για την καταβολή του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, κατ' εφαρμογή των άρθρων 135 παρ. 4 και 5 του ν. 2594/1998 και εν συνεχεία (από 05.08.2007) του άρθρου 155 παρ. 4 και 5 του ν. 3566/2007, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στους (κατ' άρθρο 129 παρ. 2 και εν συνεχεία 149 παρ. 2 των ανωτέρω ν. 2594/1998 και 3566/2007 αντιστοίχως) προσλαμβανόμενους, το πρώτον μετά την έναρξη της εφαρμογής του παραπάνω νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών που κυρώθηκε με τον ν. 2594/1998, ήτοι μετά τις 24.03.1998, επιτοπίως μόνιμους κάτοικους της χώρας όπου εδρεύει η εξωτερική αρχή, όπως εν προκειμένω η ενάγουσα και ανεξαρτήτως του ότι η σύμβαση εργασίας της χαρακτηρίστηκε με δικαστική απόφαση ως αορίστου χρόνου, όπως αναλυτικά κατωτέρω αναφέρεται, των οποίων το ύψος της αντιμισθίας, κατά τη σχετική νομοθετική πρόβλεψη του εδαφίου ε' της παρ. 2 του άρθρου 129 του ν. 2594/1998 και κατόπιν εκείνης του εδαφίου ε' της παρ. 2 του άρθρου 149 του ν. 3566/2007, καθορίζεται μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής και αφού ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό της οι τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας, με συνέπεια να μην συντρέχει ο δικαιολογητικός λόγος [αντιμετώπιση της διαφοράς (εκ του αυξημένου) κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα] για την επιπλέον καταβολή του εν λόγω επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.

Το ύψος των αποδοχών του προσωπικού αυτού (προσλαμβανομένου μετά τις 24.03.1998 επιτοπίως εκ των μονίμων κατοίκων μιας χώρας προς κάλυψη των αναγκών εξωτερικής αρχής του Υπουργείου Εξωτερικών εδρεύουσας στη χώρα αυτή), όπως αναφέρεται στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, αντιμετωπίσθηκε από τους ν. 2594/1998 και 3566/2007 κατά νομοθετική επιλογή με τον προσδιορισμό των αποδοχών αυτών σε συνάρτηση (όχι με τις αποδοχές αντίστοιχης θέσης υπηρετούντος στη Κεντρική Υπηρεσία υπαλλήλου, πλέον του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής που θα ελάμβανε ο υπάλληλος αυτός, εάν μετακινείτο από την Κεντρική Υπηρεσία στην αντίστοιχη θέση υπηρεσίας του εξωτερικού, όπως συνέβαινε υπό το καθεστώς του ν. 419/1976, αλλά), με τις τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας.

Ρύθμιση, που, όπως αναλυτικά προεκτίθεται στη νομική σκέψη, δεν εισάγει αδικαιολόγητη εξαίρεση για το προσωπικό αυτό και επομένως δεν αντίκειται στην, από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του ισχύοντος Συντάγματος καθιερωμένη, αρχή της ισότητας, αλλά είναι δικαιολογημένη αντικειμενικά, αφού αφενός αφορά ανόμοιες κατηγορίες απασχολουμένων και συγκεκριμένα μόνιμους κάτοικους της χώρας, όπου εδρεύει η εξωτερική αρχή, οι οποίοι προσλαμβάνονται επιτοπίως σε σχέση με μετακινούμενους εκεί υπαλλήλους, οι οποίοι εκ των πραγμάτων αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα έξοδα για την εκεί προσωρινή τους εγκατάσταση και διαμονή, αφετέρου το ύψος των αποδοχών αυτών καθορίζεται με βάση αντικειμενικά κριτήρια όπως τις επικρατούσες τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας και, συνεπώς, σε συνάρτηση με τις συνήθεις αποδοχές μισθωτού της αυτής ειδικότητας.

Επίσης, η ως άνω ρύθμιση δεν αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης ως και στις επικαλούμενες, προς κατοχύρωση αυτής, υπερνομοθετικές διατάξεις, εφόσον, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, η διαφοροποίηση του τρόπου καθορισμού των αποδοχών του επιτοπίως προσληφθέντος προσωπικού σε σχέση με τους απασχολούμενους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών δικαιολογείται από τους προεκτεθέντες αντικειμενικούς λόγους.

Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, στη προκείμενη περίπτωση, δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής η αρχή της ίσης μεταχείρισης, ενόψει του ότι το επικαλούμενο ως χορηγούμενο από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως εργοδότης, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής προβλέπεται από νομοθετική διάταξη (το προϊσχύσαν άρθρο 68 παρ. 4 του ν. 419/1976, στους μετακινούμενους υπαλλήλους από τη Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών στην αντίστοιχη θέση υπηρεσίας του εξωτερικού και τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 129 παρ. 5 του ν. 2594/1998), δηλαδή οφείλεται σε νομοθετική επιταγή.

Το γεγονός ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας χαρακτηρίστηκε με δικαστική απόφασης ως αορίστου χρόνου δεν διαφοροποιεί την ανωτέρω κρίση, διότι οι ίδιοι ως άνω λόγοι που δικαιολογούν αντικειμενικά την εξαίρεση του εν λόγω προσωπικού (προσλαμβανόμενου επιτοπίως εκ των μονίμων κατοίκων της χώρας όπου εδρεύει η εξωτερική αρχή) από το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή υφίστανται και στην περίπτωση της σύμβασης αορίστου χρόνου της ενάγουσας, καθόσον η τελευταία εξακολουθεί να είναι επιτοπίως προσλαμβανόμενο προσωπικό εκ των μονίμων κατοίκων της χώρας όπου εδρεύει η αρχή στην οποία υπηρετεί, με αντιμισθία που (κατά τα άρθρα 129 παρ. 2 του ν. 2594/1998 και 149 παρ 2 του ν. 3566/2007) καθορίζεται με ΚΥΑ μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής αφού ληφθούν υπόψη οι τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας, με συνέπεια, αφενός να μην συντρέχει ο προαναφερόμενος δικαιολογητικός λόγος για την επιπλέον καταβολή του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή, αφετέρου, ως μόνιμος κάτοικος της χώρας όπου εδρεύει η εξωτερική αρχή, να αποτελεί διαφορετική κατηγορία από τους εκεί μετακινούμενους υπαλλήλους, ανεξαρτήτως αν πρόκειται περί μονίμων υπαλλήλων ή συνδεόμενων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που εκ των πραγμάτων αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα έξοδα για την εκεί εγκατάσταση και διαμονή τους, η οποία και δικαιολογεί αντικειμενικά τη διαφορετική μισθολογική ρύθμιση του προσωπικού αυτού.

Ενόψει των ανωτέρω και κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα, δεν δικαιούται αποδοχές αποτελούμενες από τη μηνιαία αποζημίωση, αντίστοιχη του μισθού του εσωτερικού Διοικητικού Γραμματέα Ε' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής οριζόμενο σε ποσοστό 50% επί του αντίστοιχου επιδόματος του Πρέσβη στην Αυστρία, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 68 παρ. 4 του ν. 419/1976, 129 παρ. 5, 135 παρ. 1, 4, 5 και 6 του ν. 2594/1998, 155 παρ. 1, 4, 5 και 6 του ν. 3566/2007 ως και των άρθρων 4, 22 και 25 του Συντάγματος, με τα οποία θεσπίζονται οι αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, που κατοχυρώνεται και από τις αναφερόμενες υπερνομοθετικές διατάξεις, οι οποίες δεν είναι εφαρμοστέες και επομένως, η αγωγή δεν είναι νόμιμη τόσο ως προς το αίτημα επιδίκασης διαφορών μεταξύ των καταβλητέων αποδοχών και αυτών που καταβλήθηκαν στο χρονικό διάστημα από 25.10.2016 έως 31.12.2017, κατά το οποίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σ' αυτή περιστατικά, η ενάγουσα λάμβανε την πάγια αντιμισθία που δικαιούταν, όσο και ως προς το αίτημα επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας του διαστήματος από 16.09.2014 έως 24.10.2016, καθ' ο μέρος υπερβαίνει το ποσό των 2.300 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή την καθορισθείσα αντιμισθία που αναφέρεται σε όρο της από 27.12.2001 σύμβασης, με τον οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υποχρεώθηκε το εναγόμενο, με την 670/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, να απασχολεί την ενάγουσα (ποσό, που, ως κατ' ανώτατο όριο ως παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης, προσβάλλεται με την αναίρεση της ενάγουσας - βλ.

κατωτέρω αναίρεση εναγομένου). Το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά τα ανωτέρω αιτήματα ως μη νόμιμη, με την ίδια ως άνω αιτιολογία, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες δεν εφάρμοσε αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθ' όσον εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση ήταν μόνο οι διατάξεις των άρθρων 129 παρ. 2 και 149 παρ. 2 του ν. 2594/1998 τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επομένως, ο παραπάνω πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο Για να ιδρυθεί ο άνω λόγος αναίρεσης είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 1740/2023, 739/2022 509/2022, 141/2021, 2016/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της από 05.07.2021 αναίρεσης της ενάγουσας αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου που απορρέει από τις αμετάκλητες με αριθμό 760/2012 και 358/2015 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, με τις οποίες κρίθηκε αμετακλήτως ότι, συνδέεται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου, παραχθέντος από τις ανωτέρω αποφάσεις. Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και διότι το Εφετείο βάσισε την κρίση του στην προϋπόθεση ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Κατόπιν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου της ανωτέρω αναίρεσης της ενάγουσας, η αναίρεση αυτή, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα αυτής, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν.1738/1987 και 2 της 134423/1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-01-1993), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Β. Επί της από 17.02.2022 και με αριθμό κατάθεσης 1349/125/2022 αίτησης αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου:

Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά τη διαπίστωση ότι στην Ελλάδα υπήρχε υπερβολικό έλλειμμα, εξέδωσε στις 16.02.2010 την 2010/182/ΕΕ (EE L 83) απόφασή του, με την οποία απηύθυνε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 126 παρ. 9 σε συνδυασμό με το άρθρο 136 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.), ειδοποίηση προς την Ελλάδα για τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ελλείμματος, μεταξύ δε των μέτρων περιλαμβανόταν και η μείωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου.

Επακολούθησε η δημοσίευση, στις 15.03.2010, του ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας-Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (Α 40), με τον οποίο ελήφθησαν διάφορα μέτρα, με σκοπό, όπως αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, την "αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, η οποία είχε κλονίσει την αξιοπιστία της χώρας, έχει προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια κάλυψης των δανειακών αναγκών της και απειλούν σοβαρά την Εθνική Οικονομία".

Μεταξύ δε των ληφθέντων μέτρων περιλαμβανόταν η μείωση των αποδοχών των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στο στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 1), αναδρομικά από 01.01.2010 (άρθρα 20 παρ. 1 και 1 παρ. 9) και η θέσπιση νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές όλων των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρο 2).

Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. ...2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%). ...

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας. 3.

Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στις παρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά: α) οικογενειακής παροχής ... β) χρόνου υπηρεσίας ... γ) εφημέριων ... δ) ραδιενέργειας ... ε) ειδικής απασχόλησης ... στ) ειδικών συνθηκών εργασίας ... ζ) επικίνδυνης εργασίας ... η) καταδυτικού ...

θ) αναπηρίας και κινδύνου ... ι) μεταπτυχιακών σπουδών ... ια) αποφοίτων Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης ... ιβ) κινήτρου απόδοσης ... ιγ) ειδικής αποζημίωσης ... καθώς και αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας μονάδων, εφόσον προσδιορίζεται σε ώρες νυκτερινής απασχόλησης. 4. Στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου της παραγράφου 2 στο οποίο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 3205/2003, εξαιρούνται από τη μείωση, που προβλέπεται στην παράγραφο 2, τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους ή με το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους.

Αν στο ανωτέρω προσωπικό δεν καταβάλλονται επιδόματα, αποζημιώσεις ή αμοιβές κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος, οι πάσης φύσεως αποδοχές μειώνονται κατά επτά τοις εκατό (7%). 5. ... Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα.

Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας.".

Στο άρθρο 20 του ως άνω ν. 3833/2010 ορίστηκε ότι: "1. Η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 1 αρχίζει από 1.1.2010". Στη συνέχεια, στις 03.05.2010, υπεγράφη "Μνημόνιο Συνεννόησης" μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Το μνημόνιο αυτό προσαρτήθηκε ως παράρτημα στον ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (Α' 65/6-5-2010).

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ως άνω νόμου 3845/2010, που άρχισαν να ισχύουν από 01.06.2010, ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 (ΦΕΚ 40 Α), καθώς και τα έξοδα παράστασης των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου και νόμου, μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%). 2.

Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. 3. Στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, στο οποίο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 3205/2003, εξαιρούνται από τη μείωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1, τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους ή με το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους.

Αν στο ανωτέρω προσωπικό δεν καταβάλλονται επιδόματα, αποζημιώσεις ή αμοιβές κατά την έννοια της παραγράφου 1, οι πάσης φύσεως αποδοχές μειώνονται κατά τρία τοις εκατό (3%). 4....". Στο δε άρθρο 7 παρ. 1 του ως άνω νόμου ορίστηκε ότι "Οι διατάξεις του άρθρου τρίτου ισχύουν από την 1η Ιουνίου 2010". Όπως συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 του ν. 3845/2010 (αναφερομένων σε "πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά" και στα "με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα"), καθώς και από τον επιδιωκόμενο με τις διατάξεις αυτές σκοπό, που συνίστατο, κατά τα προεκτεθέντα, στην άμεση αντιμετώπιση της έκτακτης και εξαιρετικά δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της Χώρας και στη δημοσιονομική εξυγίανσή της, οι προβλεπόμενες στις διατάξεις αυτές ποσοστιαίες μειώσεις αφορούν, αδιακρίτως, όλα τα επιδόματα και τις αποζημιώσεις και αμοιβές που χορηγούντο στους εν ενεργεία λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου.

Εξαιρούνται δε μόνο τα επιδόματα που ρητώς αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, στις ρυθμίσεις της οποίας παρέπεμψε και η παράγραφος 2 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 (ΑΠ 38/2024, ΑΠ 518/2022, ΣτΕ 1368/2021).

Εν προκειμένω, με τον, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον, της από 17.02.2022 αναίρεσης, Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 και 4 του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 και 3 του ν. 3845/2010, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, διότι δεν προέβη στη μείωση της μηνιαίας αντιμισθίας της ενάγουσας από 01.01.2010 δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 3833/2010 κατά ποσοστό 7% και περαιτέρω από 01.06.2010 δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου τρίτου παρ. 3 του ν. 3845/2010 κατά περαιτέρω ποσοστό 3%, αιτιάσεις που προέβαλε με την έφεσή του στο Δικαστήριο της ουσίας.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, μετά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, προέβη στις ακόλουθες, κρίσιμες για την έρευνα της βασιμότητας ή μη του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, παραδοχές: " ... Η μη αποδοχή από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο των υπηρεσιών που πραγματικά και προσηκόντως προσέφερε η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 16.9.2014, επομένη της επίδοσης στον Υπουργό Οικονομικών της 670/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την οποία αναγνωρίστηκε ότι οι διάδικοι συνδέονται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας με τους ίδιους όρους που ίσχυαν έως τις 31.12.2002, μέχρι και τις 24.10.2016, προηγούμενη ημέρα υπογραφής της ως άνω σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατέστησε το εναγόμενο υπερήμερο εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας για το διάστημα αυτό. ...

Επομένως το εναγόμενο υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 656 του ΑΚ, να καταβάλει για το ως άνω χρονικό διάστημα από 16.9.2014 έως 24.10.2016, κατά το οποίο ήταν υπερήμερο ως προς την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας, αποδοχές ποσού 2.300,00 ευρώ μηνιαίως που αποτελούσε την καθορισθείσα με όρο της από 27.12.2001 έγγραφης σύμβασης μηνιαία αντιμισθία της και καταβαλλόταν μέχρι τις 31.12.2002 (επισημαίνεται ότι με την 670/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών υποχρεώθηκε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας με τους ίδιους όρους που ίσχυαν την 31.12.2002) και συνολικού ποσού 58.259,00 ευρώ [2.300,00 ευρώ η μηνιαία αντιμισθία Χ 25,33 μήνες]".

Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (που κατ' αποδοχήν της έφεσης του εναγομένου είχε ήδη εξαφανίσει την τότε εκκαλούμενη απόφαση) δέχτηκε την αγωγή κατά το μέρος που την είχε κρίνει νόμιμη (δηλαδή κατά το αίτημα για επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας του διαστήματος από 16.09.2014 έως 24.10.2016 μόνο κατά το μέρος που δεν υπερβαίνει μηνιαίως το ποσό των 2.300 ευρώ, ήτοι την καθορισθείσα αντιμισθία που αναφέρεται σε όρο της από 27.12.2001 σύμβασης) ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ και αναγνώρισε ότι υποχρεούται αυτό να της καταβάλει και το ποσό των 38.259,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, για αμφότερα τα άνω ποσά, 6% ετησίως, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Με τις ανωτέρω όμως παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, μη προβαίνοντας στη μείωση της μηνιαίας αντιμισθίας της ενάγουσας (βάσει της οποίας υπολόγισε τις αποδοχές υπερημερίας) από 01.01.2010 δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 3833/2010 κατά ποσοστό 7% και περαιτέρω από 01.06.2010 δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου τρίτου παρ. 3 του ν. 3845/2010 κατά περαιτέρω ποσοστό 3%, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το πρώτο λόγο αναίρεσης.

Με το άρθρο 21 του κ.δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 του ΕισΝΑΚ, ορίζεται ότι: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ορίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής".

Ωστόσο, με το άρθρο 45 του ν. 4607/24.04.2019 (ΦΕΚ Α' 65) ορίζεται ότι: "1. Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως.

Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α' 170), β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου.

Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος. 2. Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων.

Ειδικές διατάξεις νόμου, οι οποίες προβλέπουν ρητά διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοφορίας, εξακολουθούν να ισχύουν. 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος".

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας των οφειλών του Δημοσίου, διαμορφώνεται, κατά το άρθρο 21 του κ.δ/τος της 26-6/10-7-1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", μέχρι 30.04.2019, σε ποσοστό 6%, ενώ από 01.05.2019 και εφεξής, κατ' άρθρο 45 του ν. 4607/2019, ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως (ΑΠ 1045/2023, 643/2023, 272/2023, 647/2022, 384/2022).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής, το Εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης κατά απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος με ρητή διάταξη καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτή στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει τον νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 272/2023, 647/2022, 384/2022).

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο, της από 17.02.2022, αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε με τη μη εφαρμογή της την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 45 παρ. 1 του ν 4607/2019 και έτσι το υποχρέωσε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό της οφειλής με τόκο για το μετά την 01η.05.2019 χρονικό διάστημα, με επιτόκιο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής και όχι με το μειωμένο επιτόκιο του άρθρου 45 του ν. 4607/2019, που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς δίκες.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος που δέχτηκε την αγωγή και αφού απέρριψε ως μη νόμιμη αυτή κατά το αναφερόμενο σ' αυτή μέρος, κράτησε την υπόθεση προς κατ' ουσίαν έρευνα της ενδίκου αγωγής κατά το αίτημα επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας του διαστήματος από 16.09.2014 έως 24.10.2016 καθ' ο μέρος δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.300 ευρώ μηνιαίως και δέχτηκε κατά τούτο την αγωγή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτού να καταβάλει στην ενάγουσα τα αναφερόμενα ποσά, με τον νόμιμο τόκο 6% ετησίως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Όμως η νέα ως άνω ρύθμιση του άρθρου 45 του ν. 4607/2019, έχοντας ημερομηνία έναρξης ισχύος στις 24.04.2019, ίσχυε τόσο κατά τον χρόνο συζήτησης της έφεσης του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου (05.11.2019), όσο και κατά τον χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (18.02.2020) και καταλάμβανε και την εκκρεμή, κατά το χρόνο που άρχισε να ισχύει, ήτοι στις 24.04.2019 ένδικη αξίωση της ενάγουσας, για επιδίκαση τόκου, κατά το μέρος που η αξίωση αυτή ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, ήτοι από 01.05.2019 και, συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε κατά τα ανωτέρω την πρωτόδικη απόφαση, υποχρέωσε το ήδη αναιρεσείον εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτού να καταβάλει στην ενάγουσα τα αναφερόμενα ποσά, με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) παρέλειψε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019, που ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση για το μετά την 01.05.2019 χρονικό διάστημα, αν και ήταν υποχρεωμένο να το πράξει, συμμορφούμενο προς τη γενική αρχή του άρθρου 2 του ΑΚ, και έτσι παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη με τη μη εφαρμογή της, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, κατά το μέρος που αφορά (ως προς την τοκοδοσία) στο χρονικό διάστημα μετά την 01.05.2019, αφού από τότε και μεταγενέστερα, ο οφειλόμενος από το Δημόσιο τόκος υπολογίζεται με βάση τη νεότερη και ειδική ρύθμιση του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019 και όχι κατά το άρθρο 21 του "Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο (εσφαλμένως εφάρμοσε ενώ) δεν είναι εφαρμοστέο για το χρονικό αυτό διάστημα.

Επομένως, ο ως άνω δεύτερος αναιρετικός λόγος της αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, κατά παραδοχή ως βάσιμων των ανωτέρω (πρώτου και δεύτερου) λόγων της από 17.02.2022, αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το αντίστοιχο μέρος [κατά τα κεφάλαιά της που αναφέρονται στο ύψος της μηνιαίας αντιμισθίας της ενάγουσας (βάσει της οποίας το Εφετείο υπολόγισε τις αποδοχές υπερημερίας) μη προβαίνοντας στη κατά τα ανωτέρω μείωση αυτής και στο επιτόκιο οφειλής του Δημοσίου] και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη της αναίρεσης αυτής, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-01-1993), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 05.07.2021 και με αριθμό κατάθεσης 5216/688/2021 αίτησης αναίρεσης της Μ. Π. και την από 17.02.2022 και με αριθμό κατάθεσης 1349/125/2022 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 1137/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 05.07.2021 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ανωτέρω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου της αναίρεσης αυτής, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ την από 17.02.2022 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος.

ΑΝΑΙΡΕΙ την ανωτέρω 1137/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ, κατά το μέρος αυτό, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη της από 17.02.2022 (και με αριθμό κατάθεσης 1349/125/2022) αίτησης αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της αναίρεσης αυτής Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ