Supreme Court dismisses two appeals against a labor court decision regarding contract duration and holiday pay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two separate appeals filed by an employee and an employer against a First Instance Court decision. The employee argued that the court failed to consider evidence proving the actual contract duration was shorter than the accepted period and that holiday pay was not fully paid. The court ruled that the First Instance Court had properly evaluated all submitted evidence and facts within its free discretion, thereby rejecting the employee's claims. Consequently, both appeals were rejected, and the respective appellants were ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 340, 561, 573, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: The appellate court must respect the free evaluation of evidence by the lower court unless there is a clear error in the assessment of the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 773 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 773/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α) Του αναιρεσείοντος: Δ. - Η. Λ. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φωτίου Βουλγαράκη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Τ. Κ. Σ. Α..Ε.." που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Ευθυμιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, και Β)Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Τ. Κ. Σ. Ξ. Ε. Α..Ε.." που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χαρίση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Δ. - Η. Λ. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φωτίου Βουλγαράκη, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2018 αγωγή του Δ. - Η. Λ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 1362/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-11-2021 αίτησή του και η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 31-1-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του Δ. - Η. Λ. ζήτησε την παραδοχή της από 8-11-2021 αίτησής του και την απόρριψη της από 31-1-2022 αίτηση της αντιδίκου εταιρείας, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 1126/2022, ΑΠ 869/2018, ΑΠ 517/2017, ΑΠ 182/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το προεκτεθέν άρθρο 246 του ΚΠολΔ, πρέπει να διαταχθεί η συνεκδίκαση της 8.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης …2021 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Η. Λ. του Σ. κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Τ. Κ. Σ. Ξ. Ε. Α." και β) της από 31.1.2022 και με αριθμό κατάθεσης …2022 αντίθετης αίτησης αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Τ. και Σ. Ξ. Ε. Α." κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Δ. Η. Λ. του Σ., με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθμό 1362/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθότι είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
Με τις ως άνω από 8.11.2021 (με αριθμό κατάθεσης …2021) και από 31.1.2022 (με αριθμό κατάθεσης …2022) αντίθετες αιτήσεις προσβάλλεται η με αριθμό 1362/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών και με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 31.05.2020 και με αριθμό κατάθεσης …2020 έφεση του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος -αναιρεσίβλητου και την από 25.11.2020 και με αριθμό κατάθεσης …2020 (αντίθετη) έφεση της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης -αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 78/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, η οποία, επίσης, είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών και με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορρίψει την από 18.5.2018 και με αριθμό κατάθεσης …2018 αγωγή του ενάγοντος - εργαζόμενου και ήδη αναιρεσείοντος -αναιρεσίβλητου, που ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη - εργοδότριά του και ήδη αναιρεσίβλητη -αναιρεσείουσα να του καταβάλει για τις στην αγωγή εκτιθέμενες αιτίες, τα σε αυτή αναγραφόμενα χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής.
Οι αιτήσεις αναίρεσης έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι η από 8.11.2021 αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 9.11.2021 και η από 31.1.2022 αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου στις 31.1.2022 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε στις 02.08.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ για την έρευνα της βασιμότητας ή μη των λόγων των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεων, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με την από 18.5.2018 και με αριθμό κατάθεσης …2018 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων -αναιρεσίβλητος εξέθετε ότι στο εστιατόριο του ξενοδοχείου ιδιοκτησίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης -αναιρεσείουσας, που βρίσκεται στο …, εργάσθηκε με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα τη χρονική περίοδο από την 1η Μαΐου μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου κάθε χρόνου, μέσα στο χρονικό διάστημα από το έτος 2003 μέχρι και το έτος 2017, με καθήκοντα να βγάζει τα ημερήσια και εβδομαδιαία προγράμματα των σερβιτόρων, να έχει το γενικό έλεγχο και την εποπτεία των σερβιτόρων και να διευθετεί τα προβλήματα που ανέκυπταν στην εξυπηρέτηση των πελατών του ξενοδοχείου.
Ότι στην ως άνω επιχείρηση της εναγομένης εργαζόταν επί επτά ημέρες της εβδομάδας, πάντοτε τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, με το εναλλασσόμενο κάθε εβδομάδα ημερήσιο ωράριο διάρκειας εννέα (9) ωρών που περιγράφει και με καθαρές αποδοχές 800 ευρώ, που υπολείποντο του προβλεπόμενου από τις εκάστοτε ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή Διαιτητικές Αποφάσεις για τους όρους αμοιβής προσωπικού ξενοδοχειακών υπαλλήλων μισθού του αρχισερβιτόρου - μαιτρ, που είναι έγγαμος και με προϋπηρεσία, τον οποίο και προσδιορίζει κατ' έτος και για το χρονικό διάστημα από 1.5.2013 μέχρι και 30.9.2017.
Ότι κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, που αφορά στα έτη 2013 έως και 2017, η εναγομένη δεν του κατέβαλε τις αναλογούσες αποδοχές αδείας, τα αναλογούντα επιδόματα αδείας, τα αναλογούντα επιδόματα Χριστουγέννων, την αμοιβή του για την υπερεργασία που πραγματοποιούσε κάθε εβδομάδα, την αμοιβή του για τις παράνομες υπερωρίες που πραγματοποιούσε τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, την προσαύξηση της αμοιβής του για την εργασία του στις Κυριακές και αργίες που προσδιορίζει και την αμοιβή του για τις ημέρες της εβδομαδιαίας του ανάπαυσης, στις οποίες εργάσθηκε.
Με βάση δε αυτούς τους ισχυρισμούς του και επικαλούμενος τις μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, άλλως τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ο ενάγων -αναιρεσείων -αναιρεσίβλητος ζήτησε να του επιδικασθούν τα εξής χρηματικά ποσά, που συνολικά ανέρχονται σε 27.736,20 ευρώ: α) 2.135,95 ευρώ για αποδοχές αδείας, β) 2.135.95 ευρώ για επιδόματα αδείας, γ) 3.417,44 ευρώ για επιδόματα Χριστουγέννων, δ) 6.701,70 ευρώ για διαφορές μεταξύ του νόμιμου και του καταβληθέντος μισθού, ε) 965,20 ευρώ για υπερεργασία και υπερωρίες, στ) 2.982 ευρώ για προσαύξηση της αμοιβής του λόγω της απασχόλησής του σε Κυριακές και αργίες και ζ) 9.397,96 ευρώ για αμοιβή που δικαιούται κατά το άρθρο 904 ΑΚ για τις ημέρες της εβδομαδιαίας του ανάπαυσης που εργάσθηκε.
Τέλος, ζήτησε το νόμιμο τόκο επί των ανωτέρω ποσών κατά τις διακρίσεις της αγωγής. Με τη με αριθμό 78/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τα κεφάλαιά της που αφορούσαν την εκ μέρους της εναγομένης απασχόληση του ενάγοντος το έτος 2013, τις διαφορές μεταξύ των νομίμων και των καταβληθέντων μισθών, τις αμοιβές υπερεργασίας και παράνομης υπερωρίας και τις αμοιβές για εργασία σε ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης.
Περαιτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά τα έτη 2014, 2015, 2016 και 2017 η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη- αναιρεσείουσα δεν είχε καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα -αναιρεσίβλητο: α) τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας, ποσού 2.062,40 ευρώ, β) τα επιδόματα Χριστουγέννων ποσού 1.660,24 ευρώ και γ) την προσαύξηση της αμοιβής του για την εργασία του στις 96 Κυριακές και αργίες (ήτοι 24 Κυριακές και αργίες κάθε έτος Χ 4 έτη) που εργάσθηκε, ανερχόμενη στο ποσό των 1.856,16 ευρώ.
Στη συνέχεια, όμως, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι στις 22.12.2022 η ίδια κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ, με το οποίο εξόφλησε όλα τα ανωτέρω κονδύλια, που συνολικά ανέρχονται σε 5.578,80 ευρώ και, κατόπιν αυτού, απέρριψε την από 18.5.2018 αγωγή στο σύνολό της. Κατά της με αριθμό 78/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν:
α) η από 31.5.2020 και με αριθμό κατάθεσης …2020 έφεση του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) η από 25.11.2020 και με αριθμό κατάθεσης …2020 (αντίθετη) έφεση της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 1362/2021, απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις, δέχθηκε τυπικά αυτές και τις απέρριψε κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση.
Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, προέβη στις ακόλουθες, κρίσιμες για την έρευνα της βασιμότητας ή μη των λόγων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης, παραδοχές: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών της πρώτης έφεσης και εφεσίβλητος της δεύτερης έφεσης προσλήφθηκε από τον Ι.
Τ., πρόεδρο, διευθύνοντα σύμβουλο και νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης της πρώτης έφεσης και εκκαλούσας της δεύτερης έφεσης με συμβάσεις ορισμένου χρόνου κατά τη θερινή περίοδο κατά τα έτη 2003 έως και 2017, προκειμένου να εργαστεί ως αρχισερβιτόρος (μαιτρ) στο εστιατόριο που διατηρεί η εναγόμενη εταιρεία σε ξενοδοχείο ιδιοκτησίας της στον ….
Ειδικότερα, εργάστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1 Μαϊου έως και 30 Σεπτεμβρίου [...], με συμφωνημένο μηνιαίο καθαρό μισθό 800 ευρώ, για 5 ημέρες την εβδομάδα, και οκτώ ώρες την ημέρα. Αν και ο ενάγων ισχυρίζεται ότι βάσει των από 13.7.2012, 30.12.2012 (ενν. 30.12.2013) και 16-2-2-2012 (ενν. 16.2.2016) ΣΣΕ έπρεπε να λαμβάνει τον προβλεπόμενο από τις ανωτέρω ΣΣΕ μισθό, ήτοι έγγαμου υπαλλήλου με προϋπηρεσία και προσαυξημένο με τα επιδόματα γάμου και εποχιακής απασχόλησης 10%, ωστόσο, οι ανωτέρω Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας δεν κηρύχθηκαν υποχρεωτικές από τον Υπουργό Εργασίας, ώστε να ισχύουν μεταξύ των διαδίκων.
Περαιτέρω, η εναγόμενη εταιρεία είχε διαγραφεί από την ένωση ξενοδόχων … από το 2008 και έκτοτε δεν ανήκε σε καμία οργάνωση ξενοδόχων ή ξενοδοχείων τοπική, περιφερειακή ή εθνική, αντίστοιχα δε ο ενάγων ποτέ δεν γνωστοποίησε στην εναγόμενη ότι είναι μέλος οποιοσδήποτε Συνδικαλιστικής Οργάνωσης Εργαζομένων, ενώ δεν επικαλείται ότι οι συγκεκριμένες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας έχουν καταστεί περιεχόμενο της εν λόγω ατομικής σύμβασης εργασίας.
Επομένως, εφόσον η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ισχύει μόνο έναντι των μελών εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, το σχετικό κονδύλιο είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο. [...]. Σύμφωνα, λοιπόν με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.ΙΑ.11 περ.3 [ενν. τη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 1 του ν. 4172/2013, όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο πρώτο υποπαρ.
ΙΑ. 6 περ. 2 του ν.. 4254/2014] για τους υπαλλήλους άνω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται σε 586,08 ευρώ και προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας. Επομένως, ο κατώτατος μισθός για υπάλληλο με τριετή προϋπηρεσία διαμορφώνεται στο ποσό των 644,09 ευρώ.
Εν προκειμένω, ο ενάγων δεν γνωστοποίησε στην εναγόμενη εταιρεία κάποια άλλη προϋπηρεσία, ούτε άλλωστε προέκυψε ότι απασχολήθηκε νόμιμα σε κάποια άλλη εργασία για συνολικό χρονικό διάστημα ανώτερο της τριετίας, πλην της απασχόλησής του για συγκεκριμένους μήνες, ήτοι από Μάιο έως και Σεπτέμβριο κατά τα έτη 2003 έως και 2011 στην εναγόμενη.
Κατ' ακολουθίαν δικαιούταν προσαύξηση μόνο κατά ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού. Πέραν της μηνιαίας τακτικής προσαύξησης, λόγω προϋπηρεσίας καμία άλλη προσαύξηση δεν περιλαμβάνεται στο νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο. Η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων [...] ήταν ο ενάγων να λαμβάνει ως μισθό το ποσό των 800 ευρώ μηνιαίως, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδομα προϋπηρεσίας, ποσό που σε κάθε περίπτωση δεν υπολείπεται του κατώτατου νόμιμου μισθού.
Επομένως, το σχετικό κονδύλιο για την καταβολή του επιδόματος γάμου και εποχιακής απασχόλησης είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων θα λαμβάνει το ποσό των 800 ευρώ, το οποίο πέρα από τα νόμιμα καταβαλλόμενα θα κάλυπτε κατά σειρά α) το επίδομα εορτών Χριστουγέννων, β) το επίδομα αδείας και γ) την αμοιβή που θα δικαιούταν με βάση τις νόμιμες αποδοχές για την εργασία που θα παρείχε όσες Κυριακές ήταν απαραίτητο και για την τυχόν πρόσθετη εργασία πέραν του οκταώρου που θα προέκυπτε, ισχυρισμός, όμως, που είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν εξειδικεύονται τα ποσά που καταβάλλονταν κάθε μήνα, καθότι θα ήταν έγκυρη μια τέτοια συμφωνία αν προσδιοριζόταν το τμήμα των επιπλέον των νομίμων αποδοχών [...].
Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι απασχολείτο 7 ημέρες την εβδομάδα, πάντοτε τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής εναλλάξ τη μία εβδομάδα από 06.00 έως και 10.00 και από τις 17.00 μέχρι 22.00 και την επόμενη βδομάδα από τις 10.30 έως και 15.00 και από τις 16.30 έως και 21.00, συμπληρώνοντας την εβδομάδα από Δευτέρα έως Παρασκευή 45 ώρες εργασίας, ήτοι 9 ώρες την ημέρα X 5 ημέρες, από τις οποίες 5 ώρες υπερεργασίας χωρίς να του καταβάλλεται η νόμιμη προσαύξηση 20% για τις ώρες υπερεργασίας και η προσαύξηση 100% για 1 ώρα παράνομης υπερωρίας κάθε Σάββατο και 1 ώρα υπερωρίας κάθε Κυριακή.
Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε οι ώρες λειτουργίας του εστιατορίου ήταν για το πρωινό 08.00-09.00, για το μεσημεριανό 12.00-13.30 και για το βραδινό 18.00-19.30, επομένως κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεδομένου ότι το ξενοδοχείο λειτουργούσε αποκλειστικά ως χώρος φιλοξενίας κατασκήνωσης παιδιών από το εξωτερικό και συγκεκριμένα από την Τσεχία, η κάθε βάρδια (που κάλυπτε δύο από τα τρία γεύματα, ήτοι πρωινό, μεσημεριανό και βραδινό) δεν υπερέβαινε τις οκτώ ώρες εργασίας, ενώ η κουζίνα δεν λειτουργούσε κατά τα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα.
Μάλιστα, αρκετές φορές δεν λάμβαναν όλα τα γεύματα δεδομένου ότι τα παιδιά πήγαιναν διάφορες εκδρομές (γύρος Σιθωνίας, γύρος Κασσάνδρας, W.Θ., Λ. Π. Θ. κλπ). Επομένως, το σχετικό κονδύλιο για την καταβολή υπερεργασίας και παράνομης υπερωρίας Σαββάτου και Κυριακής είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων το έτος 2013 δεν απασχολήθηκε στην εταιρεία της εναγόμενης, καθότι ο ίδιος συμμετείχε σε τουρνουά μπάσκετ, γεγονός το οποίο είχε συμβεί και κατά το έτος 2012 και εκμεταλλευόμενος τη συγγενική σχέση (πρώτος εξάδελφος) που είχε με τη Β.
Α., η οποία ήταν σύντροφος του Τ. και μέλος του ΔΣ της εναγόμενης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και του είχε συμπαρασταθεί στις οικογενειακές και οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε, προσλήφθηκε εικονικά από την εναγόμενη, η οποία του κατέβαλε τις ασφαλιστικές εισφορές, προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμα να λαμβάνει επίδομα ανεργίας και υγειονομική περίθαλψη.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων λάμβανε δύο εβδομαδιαίες αναπαύσεις κάθε μήνα, διότι εργάζονταν κυκλικά οι απασχολούμενοι στο εστιατόριο και [...] συχνά τα παιδιά απουσίαζαν από το ξενοδοχείο λόγω ημερήσιων εκδρομών, για το λόγο αυτό το σχετικό κονδύλιο είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο. Ωστόσο, ο ενάγων κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα που απασχολήθηκε στην εναγόμενη δεν έλαβε αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας, επίδομα Χριστουγέννων και την προσαύξηση για τις Κυριακές και αργίες που απασχολήθηκε.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η εναγόμενη όφειλε στον ενάγοντα για τις άνω αιτίες τα ακόλουθα ποσά: Α) Για αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας: Για το έτος 2014 αναλογία αδείας, ήτοι 10 ημέρες X 25,78 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (644,69 ευρώ νόμιμος μισθός : 25 ημέρες) = 257,80 ευρώ και αναλογία επιδόματος αδείας 10 ημέρες X 25,78 ευρώ = 257,80 ευρώ.
Για το έτος 2015 αναλογία αδείας, ήτοι 10 ημέρες X 25,78 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (644,69 ευρώ νόμιμος μισθός : 25 ημέρες) = 257,80 ευρώ και αναλογία επιδόματος αδείας 10 ημέρες X 25,78 ευρώ = 257,80 ευρώ. Για το έτος 2016 αναλογία αδείας, ήτοι 10 ημέρες X 25,78 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (644,69 ευρώ νόμιμος μισθός: 25 ημέρες) = 257,80 ευρώ και αναλογία επιδόματος αδείας 10 ημέρες X 25,78 ευρώ = 257,80 ευρώ.
Για το έτος 2017 αναλογία αδείας, ήτοι 10 ημέρες X 25,78 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο (644,69 ευρώ νόμιμος μισθός : 25 ημέρες) = 257,80 ευρώ και αναλογία επιδόματος αδείας 10 ημέρες X 25,78 ευρώ = 257,80 ευρώ, έπρεπε δε να του καταβάλει για τις αιτίες αυτές 1.031,20 ευρώ και 1.031,20 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι το συνολικό ποσό των 2.062,40 ευρώ. Β) Για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων: 1) Για το έτος 2014 αναλογία δώρου Χριστουγέννων, ήτοι 153 ημέρες, 16,10 αναλογούντα ημερομίσθια X 25,78 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο = 415,06 ευρώ. 2) Για το έτος 2015 αναλογία δώρου Χριστουγέννων, ήτοι 153 ημέρες, 16,10 αναλογούντα ημερομίσθια X 25,78 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο = 415,06 ευρώ.
Για το έτος 2016 αναλογία δώρου Χριστουγέννων, ήτοι 153 ημέρες, 16,10 αναλογούντα ημερομίσθια X 25,78 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο = 415,06 ευρώ. Για το έτος 2017 αναλογία δώρου Χριστουγέννων, ήτοι 153 ημέρες,16,10 αναλογούντα ημερομίσθια X 25,78 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο = 415,06 ευρώ. Επομένως, η εναγόμενη όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα για την ως άνω αιτία το συνολικό ποσό των 1.660,24 ευρώ.
Γ) Αμοιβή Κυριακών: Από 1-5-2014 μέχρι 30-9-2014 ο ενάγων απασχολήθηκε συνολικά 24 Κυριακές και αργίες από τις οποίες 22 Κυριακές και δύο αργίες στις 1-5- 2014 και 15-8-2014 και, άρα, δικαιούται το ποσό των (25,78 ευρώ X 75% =19,33 X 24 Κυριακές και αργίες =) 464,04 ευρώ. Από 1-5-2015 μέχρι 30-9-2015 απασχολήθηκε συνολικά 24 Κυριακές και αργίες από τις οποίες 22 Κυριακές και δύο αργίες στις 1-5-2015 και 15- 8-2015 και άρα δικαιούται το ποσό των (25,78 ευρώ X 75% =19,33 X 24 Κυριακές και αργίες =) 464,04 ευρώ.
Από 1-5-2016 μέχρι 30-9-2016 απασχολήθηκε συνολικά 24 Κυριακές και αργίες από τις οποίες 22 Κυριακές και δύο αργίες στις 1-5-2016 και 15- 8-2016 και άρα δικαιούται το ποσό των (25,78 ευρώ X 75% =19,33 X 24 Κυριακές και αργίες =) 464,04 ευρώ. Από 1-5-2017 έως και 30-9-2017 απασχολήθηκε συνολικά 24 Κυριακές και αργίες από τις οποίες 22 Κυριακές και δύο αργίες στις 1-5- 2017 και 15-8-2017 και άρα δικαιούται το ποσό των (25,78 ευρώ X 75%= 19,33 X 24 Κυριακές και αργίες =) 464,04 ευρώ.
Για την ανωτέρω αιτία η εναγομένη όφειλε να του καταβάλει το συνολικό ποσό των (464,04 X 4 =) 1.856,16 ευρώ. Επομένως, η εναγομένη όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 5.578,80 (2.062,40 + 1.660,24 + 1.856,16) ευρώ. Ο ενάγων στις αρχές Δεκεμβρίου 2017 συμφώνησε με τον Ι. Τ. και τη θυγατέρα του Μ.
Τ.. να του καταβάλουν το ποσό των 10.000 ευρώ προς εξόφληση όλων των απαιτήσεών του. Την 22-12-2017 οι προαναφερθέντες κατέβαλαν το ποσό των 10.000 ευρώ στον ενάγοντα (βλ. και σχετική ανάληψη από την κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού που διατηρεί η εναγόμενη στην A. B.) το οποίο και έλαβε και προς επίρρωση των ανωτέρω υπέγραψε την από 22-12-2017 υπεύθυνη δήλωση με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφή του από το ΚΕΠ Ωραιοκάστρου, στην οποία δηλώνει υπεύθυνα ότι δεν έχει καμία οικονομική απαίτηση από την εναγόμενη και ότι έχει πληρωθεί την τελευταία πενταετία από το 2013-2017, όλα όσα με το νόμο δικαιούται, μισθοδοσία, επιδόματα, δώρα και εργαζόμενα ρεπό και συνακόλουθα, μετά την καταβολή του ανωτέρω χρηματικού ποσού ο ενάγων ουδεμία αξίωση διατηρεί πλέον κατά της εναγόμενης".
Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό τους εφέσεις των διαδίκων ως ουσιαστικά αβάσιμες, επικυρώνοντας έτσι την εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που είχε δεχθεί τα ίδια πραγματικά περιστατικά και είχε απορρίψει στο σύνολό της την από 18.5.2018 αγωγή του ενάγοντος -αναιρεσείοντος -αναιρεσίβλητου..
Α. Επί της από 8.11.2021 (με αριθμό κατάθεσης …2021 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Η. Λ.:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 1420/2013).
Συνεπώς, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, προϋποθέτει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δεν στοιχειοθετείται, όταν αφορά παραβίαση δικονομικών διατάξεων, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ (ΑΠ 116/2021, ΑΠ 667/2020, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 638/2012). Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:
α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια, β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1082/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1082/2018).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1082/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παράβαση του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ και του άρθρου 18 παρ. 1 του ν. 1082/1980, δέχθηκε την ένσταση της αναιρεσίβλητης περί εξόφλησης των δια της ένδικης αγωγής επιδιωκόμενων χρηματικών απαιτήσεών του με την καταβολή του ποσού των 10.000 ευρώ, επικαλούμενος ότι τόσον ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, όσο και ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης η αναιρεσίβλητη είχε προτείνει τον ισχυρισμό αυτό αορίστως, χωρίς δηλαδή να εξειδικεύει αναλυτικά τα ποσά που κατέβαλε για κάθε επιμέρους αγωγικό κονδύλιο.
Με αυτό το περιεχόμενο, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, καθότι, όπως ήδη αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δεν στοιχειοθετείται, όταν αφορά παραβίαση δικονομικών διατάξεων, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, είναι και αβάσιμο, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή του το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 1082/1980, όπως η παρ. αυτού έχει αντικατασταθεί με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι.Α.5 του ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85/7.4.2014), σύμφωνα με το οποίο "1. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου υποχρεούνται, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού να χορηγούν εκκαθαριστικό σημείωμα, ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας.
Οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και οι επ` αυτών κρατήσεις θα πρέπει να απεικονίζονται αναλυτικά. Δεν απαιτείται υπογραφή του εργαζόμενου σε αποδεικτικό χορήγησης του εκκαθαριστικού σημειώματος. Η παραβίαση της ανωτέρω υποχρέωσης του εργοδότη συνεπάγεται τις διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 24 του ν. 3996/2011 (Α`170), όπως ισχύει.".
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ήδη εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες τις απαιτήσεις του αναιρεσείοντος που αφορούσαν μη καταβληθείσες αναλογίες επιδομάτων αδείας και Χριστουγέννων και αποδοχών αδείας και προσαύξηση αμοιβής για εργασία του σε Κυριακές και αργίες των ετών 2014, 2015, 2016 και 2017, τις οποίες καθόρισε στο συνολικό ποσό των 5.578,80 ευρώ.
Στη συνέχεια δε δέχθηκε ότι μετά την από 30.9.2017 λήξη της τελευταίας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα στις 22.12.2017 η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον αναιρεσείοντα το (μεγαλύτερο) ποσό των 10.000 ευρώ και ότι μετά την καταβολή αυτή ο αναιρεσείων ουδεμία αξίωση διατηρεί πλέον κατά της αναιρεσίβλητης.
Με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του το Εφετείο, ορθά δεν εφάρμοσε το εκτεθέν άρθρο 18 παρ.1 του ν. 1082/1990, όπως ισχύει κατά τον ένδικο χρόνο, διότι η εκ μέρους της εναγομένης -αναιρεσίβλητης καταβολή των 10.000 ευρώ (υπερ)καλύπτει όλες τις αιτίες, από τις οποίες γεννήθηκαν οι συνολικά ανερχόμενες σε 5.578,80 ευρώ αξιώσεις του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται να αναλύονται ανά αιτία καταβολής τα επιμέρους ποσά, που συναριθμούνται σε 10.000 ευρώ.
Με το δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, μη απορρίπτοντας ως αόριστη, αλλά δεχόμενη την από 22.12.2017 υπεύθυνη δήλωσή του στα ΚΕΠ Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων δήλωνε ότι: "...
δεν έχω καμία οικονομική απαίτηση από την ξενοδοχειακή επιχείρηση Π. που βρίσκεται στο δεύτερο πόδι (της …) περιοχή …. Έχω πληρωθεί την τελευταία πενταετία από το 2013 - 2017 όλα όσα με το νόμο δικαιούμαι, μισθοδοσία, επιδόματα, δώρα και εργαζόμενα ρεπό ...", παραβίασε τις διατάξεις τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 679 ΑΚ, 8 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, 8 παρ. 4 του ν.δ. 4020/1920 και 8 παρ. 4 του ν.δ. 4020/1959 και 454 ΑΚ.
Οι αιτιάσεις αυτές δεν επιστηρίζουν τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., καθόσον στο σκέλος αυτό δεν προσδιορίζεται, γιατί το ανελέγκτως γενόμενο δεκτό περιεχόμενο της από 22.12.2017 υπεύθυνης δήλωσης του αναιρεσείοντος και η με βάση το περιεχόμενο αυτό καταγνωσθείσα έννομη συνέπεια συνιστούν παραβίαση των ως άνω επικαλουμένων νομικών διατάξεων, που δεν εφαρμόστηκαν.
Ενόψει τούτων, και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το ως άνω δεύτερο σκέλος του πρώτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης είναι αόριστο και ως εκ τούτου απαράδεκτο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 111/2009).
Με το τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι, αν και ο ίδιος από παραδρομή με την ένδικη αγωγή του αιτήθηκε την επιδίκαση των κονδυλίων που αφορούν σε αποδοχές αδείας και σε επιδόματα αδείας και Χριστουγέννων με βάση τα οριζόμενα στις εκάστοτε Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή Διαιτητικές Αποφάσεις για τους όρους εργασίας και αμοιβής του προσωπικού ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, το Μονομελές Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε αυτεπαγγέλτως:
α) τις με αριθμούς 44/1981, 54/1982, 40/1983 και 112/1985 αποφάσεις του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, από τις οποίες οι πρώτες τέσσερις κηρύχθηκαν εκτελεστές με τις με αριθμούς 14481/1981, 16016/1982, 17901/1983, 21768/1984 και 16537/1985 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και η πέμπτη κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με τη με αριθμό 112/1985 πράξη κατάθεσης, κηρύχθηκαν δε υποχρεωτικές με τις αποφάσεις 15560/1981, 18420/1982, 1256/1984, 11452/1985 και 13650/1987 του ίδιου Υπουργού αντίστοιχα, αλλά και εκείνες που επακολούθησαν, όπως τις με αριθμούς 65/1986, 64/1987 Διαιτητικές Αποφάσεις ή τη ΣΣΕ της 29.6.1988, την απόφαση 65/1989 που ερμηνεύτηκε με την 17/1990 απόφαση ΔΔΔΔ Αθηνών και τη 34/1991 διαιτητική απόφαση, σύμφωνα με τις οποίες οι σερβιτόροι των εστιατορίων και οι βοηθοί τους αμείβονται με το οριζόμενο κάθε φορά από την οικεία αγορανομική διάταξη ποσοστό φιλοδωρήματος, καθώς και το άρθρο 5 της με αριθμό 19040/1981 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1901/1980, το άρθρο 2 του ν.δ. 4547/1966 και το άρθρο 1 του ν. 1082/1990, σύμφωνα με τα οποία οι σερβιτόροι και οι βοηθοί τους, που αμείβονται με ποσοστά, λαμβάνουν επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα αυξημένα όμως κατά τα ποσοστά που με λεπτομέρεια ορίζονται στην απόφαση αυτή και β) το β.δ.
της 15.11.1949, που εκδόθηκε βάσει της παρ. 4 του άρθρου 3 του α.ν. 539/1945, κατά το οποίο οι μισθωτοί που αμείβονται με ποσοστά που εισπράττονται από πελάτες της επιχείρησης, δικαιούνται κατά τη διάρκεια της άδειάς τους από την επιχείρηση, αποδοχών που υπολογίζονται με βάση το εκάστοτε τεκμαρτό ημερομίσθιο, το οποίο καθορίζεται από το ΙΚΑ, το ύψος δε των ως άνω αποδοχών αδείας προσδιορίζει και το επίδομά της, κατά το άρθρο 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966.
Το ως άνω τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που αναλύεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, και ο οποίος, όπως και στο αναιρετήριο αναφέρεται (βλ. 18η σελίδα ) από παραδρομή δεν προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα και επομένως, αν και συνιστά βάση αγωγής, δεν εμπεριέχεται στην ένδικη αγωγή και δεν έχει προταθεί στα δικαστήρια της ουσίας.
Με το τέταρτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο δεν εξέτασε ούτε μελέτησε σε βάθος τα πραγματικά περιστατικά ως προς τη νομική και την ουσιαστική βασιμότητα του κεφαλαίου της ένδικης αγωγής που αφορούσε τις αξιώσεις του για την απασχόλησή του στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης στις ημέρες της εβδομαδιαίας του ανάπαυσης και ότι απέρριψε το σχετικό κονδύλιο ως ουσιαστικά αβάσιμο, χωρίς να παραθέσει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων:
α) των άρθρων 1 και 10 παρ. 1 και 5 του β.δ. 748/1966, που ορίζουν "Κατά τας Κυριακάς και τας εν τω άρθρ. 4 του παρόντος οριζομένας αργίας και υπό τας εν τω παρόντι διακρίσεις απαγορεύεται εις τους εν τω Κράτει οπαδούς παντός θρησκεύματος πάσα βιομηχανική, βιοτεχνική, εμπορική εργασία και πάσα επαγγελματική εν γένει δραστηριότης (άρθρο 1 παρ. 2) [...].
Μισθωτοί εκ των υπαγομένων εις τας διατάξεις του παρόντος απασχολούμενοι κατά Κυριακήν, εξαιρέσει της περιπτώσεως της παρ. 1 του Άρθρου 6 του παρόντος άνω των πέντε ωρών, δικαιούνται, ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας περί της απασχολήσεως ταύτης και των άλλων ενδεχομένων συνεπειών, αναπληρωματικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως διαρκείας 24 συνεχών ωρών κατ`άλλην εργάσιμον ημέραν της αρξαμένης την Κυριακήν εβδομάδος, αρχομένων από της ώρας λήξεως της εργασίας (άρθρο 10 παρ. 1 εδαφ.
α) [...]. Μισθωτός εκ των υπαγομένων εις τας διατάξεις του παρόντος απασχολούμενος κατά Κυριακήν μέχρι πέντε ώρας δύναται ν` αξιώση ισόχρονον αναπληρωματικήν εβδομαδιαίαν ανάπαυσιν εκ του εργασίμου χρόνου άλλης ημέρας της αρξαμένης την Κυριακήν εβδομάδος (άρθρο 10 παρ. 5)", β) της παρ. 1 του άρθρου 2 της με αριθμό 102/1984 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με τη με αριθμό 21768/1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και υποχρεωτική με τη με αριθμό 11452/1985 απόφαση του ίδιου Υπουργού και τις μεταγενέστερες διαιτητικές αποφάσεις, που παραπέμπουν σε αυτήν, με την οποία καθιερώθηκε από 1.1.1985 πενθήμερη, 40 ωρών, εργασία την εβδομάδα και δύο συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης στους εργαζόμενους σε όλα τα καταστήματα του άρθρου 1 της διαιτητικής απόφασης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το προσωπικό των εστιατορίων και γ) του άρθρου 904 του ΑΚ.
Το ως άνω τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης είναι κατ' αρχήν απαράδεκτο, διότι υπό την επίφαση των από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμελειών προσβάλλεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου. Το ίδιο, όμως, σκέλος είναι παράλληλα και αβάσιμο, διότι από τις ήδη εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επισκοπήθηκε, σύμφωνα με τις οποίες: " [...] Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων λάμβανε δύο εβδομαδιαίες αναπαύσεις κάθε μήνα, διότι εργάζονταν κυκλικά οι απασχολούμενοι στο εστιατόριο και [...] τα παιδιά απουσίαζαν από το ξενοδοχείο λόγω ημερήσιων εκδρομών, για το λόγο αυτό το σχετικό κονδύλιο είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο", προκύπτει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του συνοπτικές, αλλά πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ορθής εφαρμογής των διαλαμβανόμενων στο ως άνω τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες και ορθά εφάρμοσε, καθότι δέχθηκε ως νόμιμο το συγκεκριμένο κεφαλαίο της ένδικης αγωγής (αυτό δηλαδή που αφορούσε στις αξιώσεις του αναιρεσείοντος για την απασχόλησή του τις ημέρες της εβδομαδιαίας του ανάπαυσης που συνέπιπταν σε Κυριακές και αργίες) και στη συνέχεια, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αναιρετικά ανελέγκτως (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) δέχθηκε ως αποδειχθέντα, το απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει (Ολ.
ΑΠ 8/2013, ΑΠ 1370/2007, ΑΠ 14/2004, ΑΠ 2/1989). Ακόμη δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 29/2022, ΑΠ 226/2016). Εξάλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
ΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 29/2022).
Με το δεύτερο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς του, τους οποίους είχε προτείνει πρωτοδίκως, καθώς και με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, ότι: α) είναι αόριστη η ένσταση της αναιρεσίβλητης περί εξόφλησης των κατ' αυτής αγωγικών του απαιτήσεων και β) είναι αόριστη η από 22.12.2017 υπεύθυνη δήλωσή του, επικαλούμενος ότι, αν οι ως άνω ισχυρισμοί του λαμβάνονταν υπόψη, θα του επιδικάζονταν τα αγωγικά κονδύλια που αφορούσαν σε αποδοχές αδείας, επιδόματα αδείας, επιδόματα Χριστουγέννων, διαφορές μισθών, αμοιβή για υπερεργασία, αμοιβή για Κυριακές και αργίες και αμοιβή για "ρεπό".
Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τούτο διότι σύμφωνα με ήδη παρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αφενός μεν απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα κεφάλαια της ένδικης αγωγής, με τα οποία ζητείτο η επιδίκαση στον αναιρεσείοντα διαφορών μεταξύ του νόμιμου και του καταβληθέντος μισθού και (η επιδίκαση) αμοιβών για υπερεργασία και για απασχόλησή του κατά τις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, που αφορούσαν όλο το ένδικο χρονικό διάστημα (δηλαδή από το έτος 2013 έως και το έτος 2017), αφετέρου δε δέχθηκε ότι για αποδοχές και επιδόματα αδείας, επιδόματα Χριστουγέννων και προσαύξηση εργασίας σε Κυριακές, που αφορούσαν την απασχόλησή του κατά τα χρονικά διαστήματα από την 1η Μαΐου μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου, μέσα στα έτη 2014, 2015, 2016 και 2017, ο αναιρεσείων δικαιούταν το συνολικό ποσό των 5.578,80 ευρώ (ήτοι 2.062,40 + 1.660,24 + 1.856,16 ευρώ αντίστοιχα) προς εξόφληση του οποίου στις 22.12.2017 έλαβε από την αναιρεσίβλητη το μεγαλύτερο ποσόν των 10.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να μη διατηρεί πλέον αξιώσεις κατά της αντιδίκου του.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της προταθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης εξόφλησης των διαλαμβανόμενων στον ως άνω αναιρετικό λόγο κονδυλίων της ένδικης αγωγής. Εξάλλου, η αξιολόγηση από το Εφετείο του εγγράφου της από 22.12.2007 υπεύθυνης δήλωσης του αναιρεσείοντος, που κατ' αυτόν είναι αόριστη, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικού λόγου, που αναλύεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Ενόψει αυτών, ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 574/2018).
Από την ίδια διάταξη, όμως, προκύπτει ότι ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σχετικός αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό μέσο, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο διάδικος, πλην όμως, εκτιμώντας το περιεχόμενό του, απέρριψε αυτό ως αναληθές (ΑΠ 868/2018).
Με τον τρίτο, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα: α) την κατάθεση της συζύγου του -μάρτυρα απόδειξης, Ι. Ι., ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και β) την με επίκληση προσκομισθείσα με αριθμό …7.5.2021 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων του αναιρεσείοντος Θ.
Κ., Ι.. Τ.. και Η. Χ. και κυρίως γ) τον με επίκληση προσκομισθέντα με αριθμό …. προσωπικό αριθμό λογαριασμού του κίνησης μισθοδοσίας της Τράπεζας "A. B.", στον οποίο αναγράφεται μόνο η μισθοδοσία του αναιρεσείοντος ποσού 800 ευρώ μηνιαίως και από τον οποίο αποδεικνύεται ότι ουδέποτε ο αναιρεσείων έλαβε το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ σε εξόφληση των αγωγικών του απαιτησεων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, από τη βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης ότι "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που νομότυπα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου, της με αριθμό …7.5.2021 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης των μαρτύρων Θ.
Κ., Ι.. Τ.. και Η. Χ., που παραδεκτά κατ' άρθρο 529 του ΚΠολΔ προσκομίζει με επίκληση το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο ενάγων και λήφθηκε μετά από νόμιμη κλήτευση της εναγομένης [...], των υπ' αριθμ. …, …, …9.10.2019 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ. Σ. - Γ. των μαρτύρων Ι. Τ., Λ.
Ζ. και Ν. Π. αντίστοιχα, που προσκομίζει με επίκληση η εναγομένη και λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση του ενάγοντος [...], των υπ' αριθμ. … και …26.3.2021 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου των μαρτύρων Μ. Ν. και Ν. Σ., που παραδεκτά κατ' άρθρο 529 του ΚΠολΔ προσκομίζει με επίκληση το πρώτον ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου η εναγομένη και λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση του ενάγοντος [...], των υπ' αριθμ.
…26.3.2021 και … και …10.5.2021 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου των μαρτύρων Ε. Κ., Β. Λ. και Ε. Π. αντίστοιχα, που παραδεκτά κατ' άρθρο 529 του ΚΠολΔ προσκομίζει με επίκληση το πρώτον ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου η εναγομένη προς αντίκρουση των άνω ενόρκων βεβαιώσεων του ενάγοντος κατ' άρθρο 422 παρ. 3 ΚΠολΔ και λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση του τελευταίου [...] και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:", σε συνδυασμό με την συνοπτική, αλλά εμπεριστατωμένη κατά τα άνω αιτιολογία της απόφασης αυτής, ουδεμία γεννάται αμφιβολία ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης Ι.
Ι., ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις καταθέσεις των μαρτύρων Θ. Κ., Ι.. Τ.. και Η. Χ., που περιέχονται στη με αριθμό …7.5.2021 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και το έγγραφο του …. προσωπικού αριθμού λογαριασμού κίνησης μισθοδοσίας του αναιρεσείοντος, σε σχέση με τους ισχυρισμούς του τελευταίου ότι ουδέποτε η αναιρεσείουσα του κατέβαλε το ποσό των 10.000 ευρώ.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (340 ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία (άρθ. 352 ΚΠολΔ) και τα δημόσια έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρ. 438 επ., 441, 445 του ΚΠολΔ).
Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατά άρθρο 340 του ΚΠολΔ, εκτιμώνται "ελεύθερα", το δε δικαστήριο αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί. Επομένως ο παραπάνω από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την έχει κατά το νόμο ή δεν προσέδωσε σε αυτό την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που έχει από το νόμο και όχι όταν το δικαστήριο της ουσίας στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340 του ΚΠολΔ) κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του εκτίμησε ως περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστα ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 868/2018, ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 593/2014, ΑΠ 479/2010).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 13 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης.
Μετά την κατάργηση, όμως, του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 692/2017, ΑΠ 646/2017).
Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος, από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 1693/2017), και όχι επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου (ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1640/2014, ΑΠ 54/2014, ΑΠ 1270/2013).
Με τον τέταρτο από τους αριθμούς 12 και 13 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι προσέδωσε στα με επίκληση από την αναιρεσίβλητη προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα στους μάρτυρες, στις ένορκες βεβαιώσεις και στα έγγραφα που παραθέτει, μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που αποδίδει το άρθρο 671 παρ. 1 του ΚΠολΔ διαφοροποιώντας αυτά από τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκόμισε ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα:
α) από την κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης Ι. Ι. (συζύγου του αναιρεσείοντος) ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, β) από την 896/7.5.2021 ένορκη βεβαίωση των Θ. Κ., Ι.. Τ.. και Η. Χ., που δόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος και γ) τον με αριθμό …. προσωπικό αριθμό λογαριασμού κίνησης της μισθοδοσίας του, στον οποίο αναγράφεται μόνο η μισθοδοσία του ποσού 800 ευρώ και από τον οποίο αποδεικνύεται "περίτρανα" ότι ουδέποτε ο αναιρεσείων έλαβε το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ σε εξόφληση των αγωγικών κονδυλίων.
Ο τέταρτος από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα, στους μάρτυρες, στις ένορκες βεβαιώσεις και στα έγγραφα, που με επίκληση προσκομίζονται από τους διαδίκους, δεν προσδίδεται από τον ΚΠολΔ [το άρθρο 671 του οποίου άλλωστε έχει καταργηθεί με το ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α 87/23.7.2015)] αυξημένη αποδεικτική δύναμη, με συνέπεια τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα να είναι ισοδύναμα και να εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 340 του ΚΠολΔ).
Επομένως, το Εφετείο δεν προσέδωσε στα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκόμισε η αναιρεσίβλητη αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν είχαν κατά το νόμο, αλλά στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εκτίμησε ως περισσότερο αξιόπιστα από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκόμισε ο αναιρεσείων.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις παρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ερευνώντας τον πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι οι συνολικές απαιτήσεις αυτού από τις μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανέρχονταν σε 5.578,80 ευρώ, ότι στις 22.12.2017 η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, δια των Ι.
Τ. και Μ. Τ.. κατέβαλε σε αυτόν το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ προς εξόφληση των απαιτήσεών του και ότι με την καταβολή του ποσού αυτού ο αναιρεσείων ουδεμία αξίωση διατηρεί πλέον κατά της αναιρεσίβλητης. Στο πόρισμα αυτό κατέληξε το Εφετείο, διότι οι αποδείξεις που προσκόμισε η εναγομένη -αναιρεσίβλητη κρίθηκαν επαρκείς προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών του ενάγοντος -αναιρεσείοντος και όχι από έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων.
Σε κάθε περίπτωση, με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, αφού ο ενάγων έφερε τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των συγκροτούντων την ιστορική βάση της αγωγής του πραγματικών περιστατικών και, συνακόλουθα, τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης των ενδίκων στην προκειμένη υπόθεση εννόμων συνεπειών.
Επομένως και ο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται επί παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 682/2011). Οι παραβιάσεις κανόνων δικονομικού χαρακτήρα, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, μπορεί να θεμελιώσουν κάποιο από τους λόγους των αριθμών 2-18 και 20 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 179/2013 ΑΠ 692/2009, ΑΠ 1483/2009).
Κανόνες ουσιαστικού δικαίου θεωρούνται και οι δικονομικοί εφόσον ρυθμίζουν όχι την διαδικασία, αλλά το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή την κριθείσα έννομη συνέπεια. Είναι δηλαδή αδιάφορο, για τη φύση των κανόνων ως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αν περιέχονται στον ΑΚ ή τον ΚΠολΔ (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 862/2011, ΑΠ 856/2010).
Έτσι, είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις του ΚΠολΔ περί δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 187/2011), περί ακύρωσης διαιτητικής απόφασης (ΑΠ 1601/2009), περί εξώδικης επίλυσης της διαφοράς (ΑΠ 1768/2006), καθώς και οι διατάξεις περί αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 1525/2010). Διάταξη δε δικονομικού δικαίου είναι μεταξύ άλλων και η διάταξη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ (ΑΠ 116/2021, ΑΠ 667/2020, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 638/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 340 του ΚΠολΔ η σχετική ως προς την εκτίμηση ιδιωτικού εγγράφου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 19 του ΚΠολΔ, αλλά είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 179/2013) Με τον πέμπτο (και τελευταίο), από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, άλλως ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με:
α) την αοριστία ή μη της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης εξόφλησης των διαλαμβανόμενων στην ένδικη αγωγή χρηματικών απαιτήσεων του αναιρεσείοντος, β) την από 22.12.2017 υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσείοντος στα ΚΕΠ Ωραιοκάστρου, την οποία, κατ' αυτόν δεν αναλύει ούτε εξετάζει σε βάθος και η οποία δεν αναιρεί τις εργατικές του αξιώσεις, που πηγάζουν από αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, γ) με τον τρόπο καθορισμού των αποδοχών των αδειών και των επιδομάτων εορτών και αδείας των σερβιτόρων των επισιτιστικών καταστημάτων με βάση το τεκμαρτό ημερομίσθιο και δ) με τη χορήγηση ή μη των εβδομαδιαίων αναπαύσεων (2 ρεπό την εβδομάδα) υπό το καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας που ισχύει για τους εργαζόμενους στα επισιτιστικά καταστήματα, σε συνδυασμό με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του εργοδότη από την στέρηση της καταβολής του εν λόγω κονδυλίου στον εργαζόμενο.
Ο ως άνω πέμπτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης, κατά το υπό το γράμμα (α) σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται επί παραβίασης της δικονομικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 262 του ΚΠολΔ.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το υπό το γράμμα (β) σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι, με βάση την ως άνω νομική σκέψη, η σχετική ως προς την εκτίμηση της από 22.12.2017 υπεύθυνης δήλωσης του αναιρεσείοντος κρίση του Εφετείου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 19 του ΚΠολΔ, αλλά είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Τέλος, ο ως άνω αναιρετικός λόγος κατά τα υπό τα γράμματα (γ) και (δ) σκέλη του είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, από το περιεχόμενο του δικογράφου της ήδη επισκοπηθείσας αγωγής, με σαφήνεια προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν έχει προβάλει και τον ισχυρισμό ότι οι μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης συναφθείσες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου διέπονταν από τις παρατιθέμενες στο αναιρετήριο Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και Διαιτητικές Αποφάσεις για τους όρους εργασίας και αμοιβής των σερβιτόρων που εργάζονται στα επισιτιστικά καταστήματα και αμείβονται με ποσοστά.
Συνεπώς, ο ουσιαστικός δικαστής δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει (αυτεπαγγέλτως) και τον ως άνω, μη εκτιθέμενο στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αλλά, αντίθετα, κατά το άρθρο 106 του ΚΠολΔ όφειλε να ερευνήσει τη νομική και πραγματική κατάσταση που εισήχθη προς κρίση με την ένδικη αγωγή, σύμφωνα με την οποία οι ορισμένου χρόνου συμβάσεις εργασίας, που είχαν συνάψει οι διάδικοι μέσα στο χρονικό διάστημα των ετών 2013 μέχρι 2017 διέπονταν από τις εκάστοτε ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή Διαιτητικές Αποφάσεις για τους όρους εργασίας και αμοιβής προσωπικού ξενοδοχειακών επιχειρήσεων (βλ. 2 και 3 σελίδα της αγωγής), που καθόριζαν και το νόμιμο μισθό του ενάγοντος και τα με βάση αυτόν υπολογιζόμενα επιδόματα εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας.
Επιπλέον, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αιτιολόγησε συνοπτικά μεν, αλλά με πληρότητα την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμου του κεφαλαίου της ένδικης αγωγής, με το οποίο, ζητείτο κατά τις διατάξεις του άρθρου 904 του ΑΚ, η αμοιβή του αναιρεσείοντος, για την εργασία που επικαλείτο ότι παρείχε τις ημέρες της εβδομαδιαίας του ανάπαυσης, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε, ότι ο αναιρεσείων παρείχε τέτοια εργασία.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που δεν διέλαβε αιτιολογία επί των με στοιχεία (γ) και (δ) ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, οι οποίοι αναφέρονται στους όρους εργασίας και αμοιβής των σερβιτόρων που εργάζονται στα επισιτιστικά καταστήματα και οι οποίοι άλλωστε, από παραδρομή του αναιρεσείοντος δεν προτάθηκαν στα δικαστήρια της ουσίας (βλ.
σελ. 18 του αναιρετηρίου) και που διέλαβε συνοπτική αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του προαναφερθέντος κεφαλαίου της αγωγής, που θεμελιωνόταν στο άρθρο 904 ΑΚ, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ενόψει αυτών, ο πέμπτος (και τελευταίος) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα προεκτέθηκαν και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη από 8.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης …2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1362/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Β. Επί της από 31.1.2022 και με αριθμό κατάθεσης …2022 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Τ. και Σ. Ξ. Ε. Α.".
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416, 417 παρ.1 και 424 εδ. α' ΑΚ συνάγεται ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, δηλαδή με εκπλήρωση της παροχής που αποτελεί το αντικείμενό της. Σε περίπτωση προβολής από τον οφειλέτη της ένστασης καταβολής (εξόφλησης), πρέπει αυτός να επικαλεστεί και να αποδείξει την παροχή που καταβλήθηκε ( ΑΠ 1218/2020).
Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.2 και 2 παρ 2 της 25825/1951 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 28/1944 και με την οποία ερμηνεύθηκαν αυθεντικά οι 8900/1946 και 18310/1946 αποφάσεις των ιδίων υπουργών, του άρθρου 8 παρ.4 του ν.δ. 4020/1959 και του άρθρου 1 παρ.1 και παρ.2 του ν. 435/1976 συνάγεται ότι απαγορεύεται ο μονομερής καταλογισμός από τον εργοδότη των καταβαλλομένων υπέρτερων των νομίμων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από εργασία που παρασχέθηκε κατά τις νύκτες, Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες, είναι, όμως, κατ' αρχήν επιτρεπτός και έγκυρος, ύστερα από συμφωνία των μερών (άρθρο 361 ΑΚ) για αξιώσεις από τέτοιες προσαυξήσεις, καθώς και για επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας (ΑΠ 593/2012, 1352/2009).
Στην περίπτωση αυτή, αληθώς, πρόκειται για επιτρεπτή καταβολή πρόσθετου χρηματικού ποσού, με την οποία επέρχεται απόσβεση (ΑΚ 416) των ως άνω αξιώσεων κατά το μέρος που με αυτή την καταβολή αυτές καλύπτονται (ΑΠ 180/2015). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης αποτελεί η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος.
Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης του διαδίκου που νίκησε ή νικήθηκε πρέπει να υπάρχει τόσο κατά το χρόνο άσκησης, όσο και κατά το χρόνο της συζήτησής της και απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε επιμέρους λόγο αναίρεσης. Το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δε να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου που υφίσταται τη βλάβη.
Βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η απόφαση περιέχει σχετική διάταξη (ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 985/2015, ΑΠ 2134/2014). Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Εφόσον δε το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης ή δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1163/2019). Ειδικότερα, ο διάδικος που νίκησε έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση, εφόσον υφίσταται βλάβη, η οποία εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι` αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και, ειδικότερα, αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν, δηλαδή, η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού (ΑΠ 1278/2021, ΑΠ 139/2020, ΑΠ 744/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο, αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παράβαση του άρθρου 262 του ΚΠολΔ απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό της περί ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για καταλογισμό στις υπέρτερες μηνιαίες αποδοχές που ως εργοδότρια κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο-εργαζόμενο των ακόλουθων, αιτουμένων με την ένδικη αγωγή, κονδυλίων: α) του επιδόματος Χριστουγέννων, β) του επιδόματος αδείας, γ) της αμοιβής που θα δικαιούταν με βάση τις νόμιμες αποδοχές για την εργασία που θα παρείχε όσες Κυριακές ήταν απαραίτητο και δ) της αμοιβής που θα δικαιούταν με βάση τις νόμιμες αποδοχές για μελλοντική υπερεργασία του, επικαλούμενη ότι τόσον πρωτοδίκως όσο και με τον πρώτο λόγο της έφεσής της είχε εκθέσει τα γεγονότα που ήσαν αναγκαία για τη νομική θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού της.
Σχετικά με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Σύμφωνα με τις παρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που ήδη επισκοπήθηκε, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε ως αόριστο τον ως άνω διαλαμβανόμενο στον πρώτο λόγο αναίρεσης ισχυρισμό της αναιρεσείουσας με την ειδικότερη αιτιολογία ότι: "Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων θα λαμβάνει το ποσό των 800 ευρώ, το οποίο πέρα από τα νόμιμα καταβαλλόμενα, θα κάλυπτε κατά σειρά:
α) το επίδομα εορτών Χριστουγέννων, β) το επίδομα αδείας και γ) την αμοιβή που θα δικαιούταν με βάση τις νόμιμες αποδοχές για την εργασία που θα παρείχε όσες Κυριακές ήταν απαραίτητο και για την τυχόν πρόσθετη εργασία πέραν του οκταώρου, που θα προέκυπτε, ο ισχυρισμός, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εξειδικεύονται τα ποσά που καταβάλλονταν κάθε μήνα, καθότι θα ήταν έγκυρη μια τέτοια συμφωνία αν προσδιοριζόταν το τμήμα των επιπλέον των νομίμων αποδοχών".
Παράλληλα, όμως, όπως ήδη εκτέθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμα: α) τα αγωγικά κονδύλια για καταβολή επιδομάτων γάμου και εποχιακής απασχόλησης, β) τα αγωγικά κονδύλια για καταβολή αμοιβής υπερεργασίας και παράνομης υπερωρίας, γ) ο ισχυρισμός του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου ότι εργάσθηκε στην εναγομένη-αναιρεσείουσα το έτος 2013 και δ) το κονδύλιο της αγωγής για αμοιβή εργασίας σε ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης.
Στη συνέχεια δέχθηκε ότι από το έτος 2014 έως και το έτος 2017 και για την απασχόληση του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου από την 1η Μαίου μέχρι την 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, η εναγομένη -αναιρεσείουσα του όφειλε την αναλογία αποδοχών αδείας, την αναλογία επιδομάτων αδείας, την αναλογία επιδομάτων Χριστουγέννων και την προσαύξηση αμοιβής για τις 96 συνολικά Κυριακές και αργίες που απασχολήθηκε, τις απαιτήσεις δε αυτές του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου τις καθόρισε στο συνολικό ποσό 5.578,80 ευρώ και, τέλος, δέχθηκε ότι στις 22.12.2017 η αναιρεσείουσα -εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα -αναιρεσίβλητο το (μεγαλύτερο) ποσόν των 10.000 ευρώ και ότι μετά την καταβολή του ως άνω ποσού ο ενάγων -αναιρεσίβλητος ουδεμία αξίωση διατηρεί πλέον κατ' αυτής και έτσι επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει τα ίδια κονδύλια της αγωγής δεχόμενο την περί εξόφλησής τους ένσταση της εναγομένης- αναιρεσείουσας.
Ενόψει αυτών, η απόρριψη από το Εφετείο ως αόριστου του προταθέντος με τον πρώτο λόγο έφεσης ισχυρισμού της εναγομένης -αναιρεσείουσας περί ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για καταλογισμό στις υπέρτερες των νομίμων μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου: α) του επιδόματος Χριστουγέννων, β) του επιδόματος αδείας, γ) της αμοιβής που θα δικαιούταν με βάση τις νόμιμες αποδοχές για την εργασία που θα παρείχε όσες Κυριακές ήταν απαραίτητο και δ) της αμοιβής που θα δικαιούταν με βάση τις νόμιμες αποδοχές για την μελλοντική του υπερεργασία, δεν προκαλεί βλάβη στην αναιρεσείουσα.
Τούτο διότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη καθένας από τους ως άνω ισχυρισμούς της θεμελιώνει την κατά το άρθρο 416 του ΑΚ απόσβεση των ως άνω αξιώσεων του αναιρεσίβλητου η οποία, κατά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επήλθε με την εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταβολή του ποσού των 10.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να μη δημιουργείται σε βάρος της δυσμενές δεδικασμένο.
Επομένως, (σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη) ο ως άνω από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της από 31.1.2022 αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, που είναι η διάδικος που νίκησε, έννομο συμφέρον για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με το δεύτερο (και τελευταίο) από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι, αν και μνημονεύει ότι έλαβε υπόψη της και τα με επίκληση προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τις ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα που παρατίθενται στο λόγο αυτό αναίρεσης, από τις παραδοχές της δημιουργείται αμφιβολία εάν τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη, καθότι, κατά την αναιρεσείουσα, από αυτά αποδεικνυόταν η βασιμότητα του απορριφθέντος δεύτερου λόγου της έφεσής της, σύμφωνα με τον οποίο: 1) η μέσα στα έτη 2014 έως και 2017 χρονική διάρκεια της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου, ήταν μικρότερη από εκείνη που το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεδειγμένη, ήτοι ήταν 2,7 μήνες το έτος 2014, 4,75 μήνες το έτος 2015, 5 μήνες το έτος 2016 και 4 μήνες το έτος 2017, 2) κάθε χρόνο χορηγείτο στον αναιρεσίβλητο η άδεια με αποδοχές, που δικαιούταν και 3) ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν, το περισσότερο, έως τρεις Κυριακές ή και αργίες κάθε μήνα.
Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από τις ήδη παρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες είναι συνοπτικές, αλλά πλήρεις, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, τα οποία, όπως και η αναιρεσείουσα δέχεται, ρητά μνημονεύει στην απόφασή του και εκτιμώντας αυτά ελεύθερα (άρθρο 340 του ΚΠολΔ), απέρριψε το δεύτερο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας διότι, αναιρετικώς ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) δέχθηκε ως αποδεδειγμένα τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην ένδικη αγωγή σχετικά:
α) με τη χρονική διάρκεια της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας σε καθένα από τα έτη 2014, 2015, 2016 και 2017, β) με τη μη καταβολή στον αναιρεσίβλητο της αναλογίας των αποδοχών αδείας που δικαιούταν κατά τα ίδια έτη και γ) με τον αριθμό των Κυριακών και αργιών που ο αναιρεσίβλητος εργάσθηκε σε καθένα από τα έτη αυτά.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η από 31.1.2022 και με αριθμό κατάθεσης …2022 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 8 Νοεμβρίου 2021 και με αριθμό κατάθεσης …2021 αίτηση και την από 31 Ιανουαρίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης …2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1362/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την από 8 Νοεμβρίου 2021 και με αριθμό κατάθεσης …2021 αίτηση αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Απορρίπτει την από 31 Ιανουαρίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης …2022 αίτηση αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ