Supreme Court dismisses appeal for procedural defects and failure to specify evidence impact under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued procedural errors, but the court found the appeal grounds vague and failed to meet statutory requirements for admissibility. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(12) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it lacks specificity regarding the violation of procedural rules or the impact of evidence on the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 633 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 633/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1/ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Δαλιάνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αθανασιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιουνίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3029/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5284/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του και το από 13 Φεβρουαρίου 2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε τις εκθέσεις του: α) από 20 Δεκεμβρίου 2011, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως και β) από 17 Φεβρουαρίου 2012, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου (Ολομ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 554/2009, ΑΠ 847/2009).
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική (Ολομ.ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 556/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α)σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 5ης Ιουνίου 2006 αγωγή του κατά του ήδη αναιρεσείοντος, ισχυρίζεται ότι με προφορική σύμβαση έργου, μεταξύ αυτού ως εργολάβου και του εναγομένου ως εργοδότη, καταρτιθείσα τον Ιανουάριο του 2003, ανέλαβε την περάτωση της ευρισκομένης στο στάδιο του μπετόν οικίας του εναγομένου, αποτελουμένης από υπόγειο και δύο ορόφους, με δικά του υλικά και μέσα.
Ότι, εις εκτέλεση της συμβάσεως, πραγματοποίησε τις αναφερόμενες αναλυτικές εργασίες και δαπάνες γι' αυτές και περάτωσε το έργο, το οποίο αυτός παρέδωσε και παρέλαβε ο εναγόμενος. Ζητεί δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, ως υπόλοιπο αμοιβής του, το ποσό των 27.493 ευρώ. Η αγωγή, με το προδιαληφθέν, ως προς τα κύρια σημεία της, περιεχόμενο, είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, κατά τα άρθρα 681 και 694 παρ. 1 ΑΚ.
Το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο έκρινε αυτή ορισμένη και νόμιμη, δεν περέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο. Επομένως, ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεώς του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολομ.ΑΠ 2/2008, Ολομ.ΑΠ 14/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τον με ημερομηνία 12-11-2002 αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου και την προγενέστερη χειρόγραφη προσφορά και πρόγραμμα εργασιών, συνταχθέντα και υπογραφέντα από τον ενάγοντα, αλλά και τις υπ' αρ. ...
και .../15-5-2007 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες μάλιστα αναφέρει ρητώς και εναρίθμως. Επομένως, ο πέμπτος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και ο οικείος αυτού των προσθέτων είναι αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη.
Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λ.π., όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1731/2008, ΑΠ 701/2008).
Η πρακτική σημασία του λόγου αυτού αναιρέσεως μειώθηκε μετά τον περιορισμό της προδικαστικής αποφάσεως με τους Ν. 2207/1994 και 2479/1997, αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση (Ολομ.ΑΠ 12/1991).
Συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στις διαδικασίες των μονομελών πρωτοδικείων (ΑΠ 1248/2006, ΑΠ 235/2004, ΑΠ 418/57, ΑΠ 555/93). Στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση δικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 παρ. 7 ΚΠολΔ, όπως αντικ. από το άρθρο 12 του Ν. 2915/2001, δηλαδή η οριστική απόφαση εκδόθηκε με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και τις αποδείξεις που διεξήχθησαν στο ακροατήριο.
Επομένως, ο δεύτερος και ο τέταρτος κατά τα οικεία μέρη τους, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και ο οικείος αυτού των προσθέτων, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτοι. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή, στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικέο γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και τους τρείς λογαριασμούς καταβληθέντων ποσών, που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο ήδη αναιρεσείων και δεν στήριξε σε αυτούς, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, την κρίση του.
Επομένως, ο δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και ο οικείος αυτού των προσθέτων, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στο εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 633/2011).
Περαιτέρω, ο εκ του νόμου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και την απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ. 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τον Ιανουάριο 2003, ο εναγόμενος ανέθεσε στο ενάγοντα την αποπεράτωση της οικίας του, που κείται στην ....
Η οικία, αποτελούμενη από δύο ορόφους, πρώτο και δεύτερο, βρισκόταν στο στάδιο του οπλισμένου σκυροδέματος. Η εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών καθορίστηκε να γίνει με συνεργεία επιλογής του ενάγοντος. Επίσης συμφωνήθηκε ότι με τα χρήματα που ο εναγόμενος θα κατέβαλε περιοδικά στον ενάγοντα, αυτός θα εξοφλούσε τους προμηθευτές υλικών, τα συνεργεία και τους τεχνίτες, αποδίδοντας περιοδικά σχετικό λογαριασμό στον εναγόμενο (απολογιστικό), ενώ η αμοιβή του ιδίου (ενάγοντος) καθορίσθηκε σε 14.000 ευρώ.
Είναι ενδεικτικό ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών, από τα τέλη Ιανουαρίου μέχρι τον Οκτώβριο 2003 συντάχθηκαν τρεις λογαριασμοί, ήτοι από 29 Ιανουαρίου έως 1 Ιουνίου, από 2 Ιουνίου έως 13 Αυγούστου και από 14 Αυγούστου έως 30 Σεπτεμβρίου, που παραδόθηκαν στον εναγόμενο, στους οποίους καταγράφονται τα ποσά που περιοδικά κατέβαλε ο εναγόμενος στον ενάγοντα και τα ποσά που ο τελευταίος κατέβαλε στα συνεργεία ανά εργασία και για αγορά υλικών κλπ κατ' αποκοπή, καθώς και το υπόλοιπο εκάστου λογαριασμού (βλ.
σχετικά 6, 7 και 8, που επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος). Σύμφωνα με τους λογαριασμούς αυτούς, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα καταβλήθηκαν από τον εναγόμενο στον ενάγοντα τα ποσά των 30.500, 57.407 και 10.366 ευρώ και ο ενάγων πλήρωσε για αγορά υλικών και αμοιβή για εκτέλεση εργασιών στα συνεργεία (κτίστες, υδραυλικά, ηλεκτρολογικά, αλουμίνια κλπ) 29.993, 57.041 και 10.275 ευρώ αντίστοιχα.
Μάλιστα στους λογαριασμούς αναγράφονται ονομαστικά οι προμηθευτές και οι τεχνίτες - εργολάβοι για κάθε εργασία καθώς και το ποσό που καταβλήθηκε για κάθε εργασία κατ' αποκοπή. Ο δε γραπτός προϋπολογισμός, συνολικού ποσού 138.992 ευρώ, που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος, συντάχθηκε από τον ενάγοντα - από τον οποίο και μόνο υπογράφεται - προκειμένου να κατατεθεί στην Εθνική Τράπεζα για να επιτευχθεί δανειοδότηση του εναγομένου, όπως πράγματι κατατέθηκε και ο τελευταίος έλαβε σχετικό δάνειο και δεν αφορούσε τις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων.
Περαιτέρω προέκυψε ότι οι εργασίες άρχισαν περί το τέλος Ιανουαρίου 2003 και το έργο περατώθηκε και παραδόθηκε τον Οκτώβριο 2003. Ο εναγόμενος κατέβαλε περιοδικά στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 112.259 ευρώ, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους. Με μέρος του ποσού, από 38.209 ευρώ εξοφλήθηκαν ολοκληρωτικά τα συνεργεία κτιστών, οι προμηθευτές σχετικών υλικών, μεταφορά μπάζων κλπ.
Ενώ με το υπόλοιπο ποσό, από 74.050 ευρώ, εξοφλήθηκαν εν μέρει οι αμοιβές των ακολούθων συνεργείων, καθώς και μέρος της αμοιβής του ενάγοντος και συγκεκριμένα: α)για τα επιχρίσματα, συνολικής δαπάνης 15.950 ευρώ, καταβλήθηκε το ποσό των 14.500 ευρώ και απομένει υπόλοιπο 1.450 ευρώ, β)για μονώσεις - πλακάκια - μάρμαρα, συνολικής δαπάνης 12.248 ευρώ, καταβλήθηκε το ποσό των 11.550 ευρώ και απομένει υπόλοιπο 698 ευρώ, γ) για τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις συνολικής δαπάνης 6.250 ευρώ, καταβλήθηκε το ποσό των 5.550 ευρώ και απομένει υπόλοιπο 750 ευρώ, δ)για υδραυλικά και θέρμανση, συνολικής δαπάνης 22.527 ευρώ, καταβλήθηκε το ποσό των 15.000 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 7.527 ευρώ, ε)για αλουμίνια και σιδηρικά, συνολικής δαπάνης 19.676 ευρώ, καταβλήθηκε το ποσό των 12.000 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 7.676 ευρώ, στ)για χρωματισμούς της οικίας συνολικής δαπάνης 10.892 ευρώ, καταβλήθηκε το ποσό των 6.000 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 4.892 ευρώ και ζ) έναντι της αμοιβής του ενάγοντος από 14.000 ευρώ, καταβλήθηκε το ποσό των 9.500 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 4.500 ευρώ.
Έτσι συνολικά οφείλεται στον ενάγοντα το ποσό των 27.493 ευρώ (1.450+698+750+7.250+7.676+4.892+4.500). Άλλη καταβολή του εναγομένου προς τον ενάγοντα δεν προέκυψε και η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση εξόφλησης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ως προς την ένσταση συμψηφισμού που προέβαλε ο εναγόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επικαλούμενος ότι ο ίδιος έχει καταβάλει για αγορά υλικών και πληρωμή ασφαλιστικών εισφορών, που βάρυναν συμβατικά τον ενάγοντα, το ποσό των 23.866,39 ευρώ, η οποία απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση λόγω αοριστίας, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν θα ερευνηθεί διότι δεν επαναφέρεται νόμιμα ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν, στις οποίες ενσωματώνονται σε φωτοτυπικό αντίγραφο οι προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και γίνεται αναφορά σ' αυτές, χωρίς σύντομη περίληψη της ένστασης και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που την περιέχουν, όπως ορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 1249/2009, 1352, 1018/2008).
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε την έφεση ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμό 3029/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διακράτησε την υπόθεση και δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν για το ως άνω ποσό των 27.493 ευρώ. Με τις ως άνω κρίσεις του το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν ενώ έλαβε υπόψη όλους τους προταθέντες από τον εναγόμενο και ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμούς, τους οποίους και απέρριψε, κατά τα προεκτεθέντα.
Επίσης το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό της αποφάσεώς του, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των άρθρων 681 και 694 εδ. α' ΑΚ που εφαρμόσθηκαν, ενώ περιέχει τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως ο δεύτερος και ο τέταρτος, κατά τα οικεία μέρη τους, εκ του άρθρου 559 αρ. 1,8 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και οι οικείοι των προσθέτων, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο, ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποιά αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε στο αποδεικτικό αυτό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας και ποιό είναι το σχετικό σφάλμα της αποφάσεως (ΑΠ 1767/2007, ΑΠ 309/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον υπό στοιχείο 1γ' λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ζητεί να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, χωρίς περαιτέρω αναφορά των ως άνω στοιχείων που απαιτούνται για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός. Επομένως είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-2-2011 αίτηση και το από 13-2-2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων του Γ. Α. Α., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 5284/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ