Legislator Case Law & Legislation
556/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on lawyer fees claim rejected as indefinite, dismissing unrelated additional arguments.

Case Number 556/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a second-instance judgment that had rejected a lawyer fee claim as indefinite. The appellant argued the rejection was erroneous, while the opposing parties contended the claim lacked specificity. The court held that the specific portion of the fee claim was properly rejected as indefinite but the remaining portion was valid, leading to a remittal for further trial on those specific amounts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 226 § 4, 559, 569 § 2, 580 § 3 of the Code of Civil Procedure; A partial appeal is admissible when a specific claim is rejected as indefinite, but the court must distinguish between the indefinite portion and the valid portion, remitting only the latter for further trial while dismissing unrelated additional arguments.

Keywords

AI generated
lawyer fees claim indefinite claim rejection partial appeal admissibility remittal for further trial unrelated arguments dismissal legal costs allocation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 226 § 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 569 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 556 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 556/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αθανασά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Υπό εκκαθάριση τελούσης ετερορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "Ψ1 και Σία Ε.Ε.", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται παρά των εκκαθαριστών αυτής α) Ψ1, κατοίκου ...... και β) Ψ2, κατοίκου ...... και προσωρινώς διαμένοντος στην ......, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ψ1, ατομικώς και ως εκκαθαριστού και πρώην εταίρου της ανωτέρω εν εκκαθαρίσει εταιρείας, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανδρεάκη και 3) Ψ2, εκκαθαριστού της ανωτέρω εταιρείας, προσωρινώς διαμένοντος στην ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπαζούρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 8863/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-6-2007 αίτησή του και με τους από 16-2-2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 17-3-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και εκείνων του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 226 § 4 εδ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρ. 575 εδ. β' ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, υπ' αριθμ. ...... επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά ......, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη υπό εκκαθάριση τελούσα ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Χ1 και Σια ΕΕ", για να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της 1-4-2008, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (13-1-2009), για την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήτευση των αναιρεσιβλήτων.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε η ανωτέρω αναιρεσίβλητη, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση για συζήτηση, κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε δήλωση παραστάσεως κατά το άρθρο 242 §2 ΚΠολΔ και, συνεπώς, πρέπει, κατά το άρθρο 576 § 2 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της ανωτέρω διαδίκου.

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν κατά το νόμο αυτή και δικαιολογούν την άσκησή της από μέρους του ενάγοντος κατά του εναγομένου. Σε αντίθετη περίπτωση η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει από το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας ή νομική αρχή, με την οποία ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβλήθηκε.

Το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αυτό αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά απ' αυτά (νομική αοριστία), οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Αν τυχόν έλαβε υπόψη του πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο αλλά σ' αυτό γίνεται μόνο επίκληση των στοιχείων του νόμου (ποιοτική αοριστία) ή έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χωρίς αυτά να εξειδικεύονται με πληρότητα (ποσοτική αοριστία), τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.

Εξάλλου, ο ενάγων μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. β' σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 236 του ΚΠολΔ, να διευκρινίσει, συμπληρώσει και διορθώσει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην αγωγή του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, με την εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων, αλλά δεν μπορεί να αναπληρώσει περιστατικά, τα οποία, παρόλο ότι είναι αναγκαία για τη νομική της θεμελίωση, την παραγωγή δηλαδή του αγωγικού δικαιώματος, δεν περιλαμβάνονται στην αγωγή, δεν μπορεί δηλαδή να αναπληρώσει τη νομική αοριστία της.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 91 § 1 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη. Κατά το άρθρο 92 § 1 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει ήδη μετά την προσθήκη του εδαφίου β' αυτής με το άρθρο 5 § 3 του ν.δ. 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του ν. 1093/1980, η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος της είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως νομικές εργασίες.

Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελάχιστων ορίων που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ. του ως άνω Κώδικα. Κάθε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη, ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της. Από τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου ως εργαζόμενου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγόρου ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι η συμφωνία μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου για τη λήψη αμοιβής κατώτερης των ελάχιστων ορίων, που καθορίζονται στα άρθρα 98 επ.

του Κώδικα των Δικηγόρων, ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και τη μορφή υπό την οποία συνάπτεται (άφεση χρέους του άρθρου 454 ΑΚ ή άλλη συμφωνία), είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη (άρθρα 174, 180 ΑΚ). Ο δικηγόρος, παρά τη συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, τα από το νόμο οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας του δεν μπορεί να αντιτάξει κατά της απαίτησής του ότι είχε συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή, όπως προεκτέθηκε, είναι άκυρη.

Η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υπόθεσής του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή είναι καθαρά και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης (άρθρο 92 §§ 3,4 και 5 Δικηγ.

Κώδ.). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 160 του αυτού ως άνω Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 24 του Ν. 723/1977, για την εξέλεγξη τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και τη σύνταξη περί αυτής σχετικής εκθέσεως, αν επακολουθήσει η σύνταξη από το δικηγόρο κατά το άρθρο 161 του εν λόγω Κώδικα εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλόμενη σ' αυτόν αμοιβή ορίζεται σε ποσοστό 1,50% επί του ποσού της αξίας του ακινήτου.

Στην αμοιβή αυτή περιλαμβάνεται και εκείνη που προβλέπεται από το άνω άρθρο 161 του ιδίου Κώδικα. Αν δεν επακολουθήσει σύνταξη εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλόμενη αμοιβή στο δικηγόρο ορίζεται σε ποσοστό 1/3 εκείνης που ορίζεται κατά τα ανωτέρω. Επίσης, κατά το άρθρο 161 §§ 1 και 5 του αυτού Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 25 του Ν. 723/1977, για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε φύσεως δικαιοπραξία το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου εκάστου των μερών ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου αυτής στα αναφερόμενα ποσοστά.

Επί δικαιοπραξίας επί πλειόνων αντικειμένων το όριο αυτό κανονίζεται κατά τα ανωτέρω με βάση την αξία, που έχουν τα αντικείμενα αυτά συνολικά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο δικηγόρος δικαιούται την εν λόγω αμοιβή μόνο αν καταρτίσθηκε (έγκυρα) δικαιοπραξία με ιδιωτικό έγγραφο, που συντάχθηκε απ' αυτόν ή με δημόσιο έγγραφο, που συντάχθηκε με βάση συνταχθέν από τον ίδιο σχέδιο.

Προκειμένου δε περί εργολαβικής συμβάσεως, που καταρτίσθηκε με βάση σχέδιο του δικηγόρου και με την οποία μεταβιβάζονται ποσοστά εξ αδιαιρέτου οικοπέδου έναντι της κατασκευής οικοδομής από ανεξάρτητες και αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, από τις οποίες ορισμένες συμφωνείται να περιέλθουν στον οικοπεδούχο και οι λοιπές στον εργολάβο, η αμοιβή του συντάξαντος, κατ' εντολή του εργολάβου, το σχέδιο του εργολαβικού συμβολαίου δικηγόρου καθορίζεται με βάση την αξία των ιδιοκτησιών, που περιέρχονται στον εντολέα του εργολάβο και όχι με βάση την αξία όλων των ιδιοκτησιών που ανεγέρθηκαν σύμφωνα με την εργολαβική σύμβαση.

Κατόπιν των ανωτέρω εκτιθεμένων παρέπεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο δικηγόρος ζητεί την επιδίκαση της αμοιβής, που συμφωνήθηκε με τον εντολέα του για δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, συναφείς με το δικηγορικό επάγγελμα, μετά την εκτέλεση αυτών, αρκεί στο δικόγραφο αυτής να μνημονεύονται α) η συμφωνία περί εντολής και του ύψους της αμοιβής και β) η εκτέλεση της εντολής αυτής με την ενέργεια των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσης υποθέσεως δικαστικών και εξωδίκων πράξεων, ενώ δεν απαιτείται να αναφέρονται αναλυτικά οι επί μέρους πράξεις του δικηγόρου, η επιτυχής έκβαση της δίκης και ότι ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να δικαιούται να λάβει αμοιβή, αφού τα δύο τελευταία στοιχεία απαιτούνται μόνο επί συμφωνίας περί εργολαβίας δίκης.

Όμως, όταν δεν υπάρχει συμφωνία ή η υπάρχουσα προβλέπει αμοιβή κατώτερη των ελάχιστων ορίων ή η συμφωνηθείσα αμοιβή καθορίσθηκε στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 98 επ. του Κώδικα των Δικηγόρων αμοιβή σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης ή της δικαιοπραξίας, για το ορισμένο της αγωγής του δικηγόρου, απαιτείται, εκτός από τα προαναφερόμενα στοιχεία, και η αναγραφή της αξίας του αντικειμένου της δίκης ή της δικαιοπραξίας, που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της οφειλόμενης εκάστοτε αμοιβής.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 28-11-2003 αγωγή, η οποία παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, ο αναιρεσείων δικηγόρος ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: Στις 20-2-1996 κατάρτισε εγγράφως με το δεύτερο αναιρεσίβλητο, ο οποίος ενεργούσε με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσίβλητης ετερόρρυθμης εμπορικής εταιρείας, που ενδιαφερόταν για την ανέγερση συγκροτήματος καταστημάτων με το σύστημα της αντιπαροχής, σύμβαση σύμφωνα με την οποία έλαβε την εντολή να ελέγξει τους τίτλους κυριότητας των αναφερομένων ακινήτων και να συντάξει τη σχετική έκθεση, να ερευνήσει τις διαδοχικές κληρονομίες επί των εν λόγω ακινήτων και να επιμεληθεί της συντάξεως των κάθε φύσεως εργολαβικών συμβολαίων με τους εργολάβους, που θα αναλάμβαναν την ανέγερση της οικοδομής.

Η συμφωνηθείσα αμοιβή του καθορίσθηκε, ως ελάχιστη νόμιμη, στο ποσό των 30.000.000 δρχ., από το οποίο καταβλήθηκε ήδη σ' αυτόν ποσό 15.000.000 δρχ., που αντιστοιχούσε στην οφειλόμενη αμοιβή του για τον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας των ως άνω ακινήτων, καθώς και ποσό 9.500.000 δρχ., και απέμεινε χρεωστικό υπόλοιπο, που ανέρχεται στο ποσό των 5.500.000 δρχ.

ή 16.641 ευρώ. Η συμφωνηθείσα ως άνω αμοιβή του με το από 20-2-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό αφορούσε την προσφορά στην πρώτη αναιρεσίβλητη των νομικών υπηρεσιών αυτού του χρονικού διαστήματος των ετών 1992 έως 1995 και για το λόγο αυτό στις 30-9-1996 καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ αυτών ετέρα σύμβαση, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος ανέλαβε την υποχρέωση της παροχής στην πρώτη αναιρεσίβλητη νέων νομικών υπηρεσιών σχετικά με την ανοικοδόμηση του ανωτέρω οικοπέδου, που αφορούσαν το χρονικό διάστημα των ετών 1996 έως 1998, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής που ανερχόταν σε ποσοστό 10% επί της αξίας των ιδιοκτησιών, που είχαν περιέλθει στην πρώτη αναιρεσίβλητη ως εργολήπτρια του έργου της ανοικοδομήσεως του συγκροτήματος καταστημάτων, η οποία (αμοιβή) σε κάθε περίπτωση δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δρχ., στο οποίο και περιόρισε ο ίδιος τελικά την αντίστοιχη αξίωσή του.

Η νόμιμη αμοιβή του για την εκτέλεση εργασιών, που του ανατέθηκαν από το δεύτερο αναιρεσίβλητο με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, πέραν των διαλαμβανομένων στο από 30-9-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, και αφορούσαν την κατάρτιση με βάση σχέδιο αυτού του υπ' αριθ. ...... προσυμφώνου συμβολαίου εργολαβικού της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Μιχαλάτου - Πεφάνη και της υπ' αριθ. ......

πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας της αυτής συμβολαιογράφου, με την οποία ο ιδιοκτήτης του ως άνω οικοπέδου ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην εργολήπτρια πρώτη αναιρεσίβλητη ποσοστό 775/1000 αδιαιρέτως του οικοπέδου ως αντάλλαγμα για τις δαπάνες ανεγέρσεως επ' αυτού του συγκροτήματος καταστημάτων, παρακρατώντας για τον εαυτό του ποσοστό 225/1000 αδιαιρέτως επ' αυτού, ανερχόταν στο ποσό των 218.851 ευρώ.

Κατόπιν του προεκτιθέμενου ιστορικού, ο αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν σ' αυτόν, εις ολόκληρον ο καθένας, εκτός των άλλων, τα μνημονευόμενα ως άνω επί μέρους χρηματικά ποσά. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή, κατά τα εν λόγω κονδύλιά της, ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι δεν εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα αναφερόμενα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι ουσιώδη για τη γένεση των αντιστοίχων ως άνω αξιώσεων του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα:

α) η αξία των ακινήτων (οικοπεδικής εκτάσεως, εμβαδού 3.886,36 τ.μ. συνολικώς), που αποτέλεσαν το αντικείμενο του ελέγχου των τίτλων ιδιοκτησίας, της συντάξεως της σχετικής εκθέσεως και των κάθε φύσεως δικαιοπραξιών, που αφορούσαν το χρονικό διάστημα των ετών 1992 έως 1995, ως αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξιώσεως αυτού και β) η αξία του συνόλου των ιδιοκτησιών που περιήλθαν στην εντολέα του πρώτη αναιρεσίβλητη, ως εργολήπτρια, δυνάμει των προαναφερόμενων προσυμφώνου συμβολαίου και πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας της ανωτέρω συμβολαιογράφου, που συντάχθηκαν με βάση σχέδιο αυτού, ως κρίσιμο στοιχείο για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του περί αμοιβής του για τις αντίστοιχες νομικές υπηρεσίες του, που παρασχέθηκα σ' αυτήν κατά τη διάρκεια των ετών 1996 έως 1998 και περιλαμβάνονται στο από 30-9-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, καθώς και εκείνες που δεν διαλαμβάνονται σ' αυτό, για τις οποίες αξιώνεται ως αμοιβή το ποσό των 218.851 ευρώ και που αφορούσαν την ανοικοδόμηση με βάση την ως άνω εργολαβική σύμβαση του συγκροτήματος καταστημάτων.

Τα περιστατικά αυτά, δέχθηκε το Εφετείο, είναι κρίσιμα, ως ουσιώδη και απολύτως αναγκαία, για τον υπολογισμό της αντίστοιχης ελάχιστης νόμιμης αμοιβής του αναιρεσείοντος, που προβλέπεται από τον Κώδικα των Δικηγόρων, ώστε να καταστεί δυνατό στο Δικαστήριο να κρίνει σχετικά με το κύρος των προεκτιθέμενων συμφωνιών, με τις οποίες καθορίστηκε ως ελάχιστη αμοιβή στην πρώτη περίπτωση το ποσό των 30.000.000 δρχ.

και στη δεύτερη το ποσό των 73.367,57 ευρώ (25.000.000 δρχ.) και σε περίπτωση που ήθελε προκύψει ότι πρόκειται περί αμοιβής κατώτερης από την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή να προβεί το Δικαστήριο, μετά την ακύρωση των αντίστοιχων συμφωνιών και τη σχετική εκκαθάριση, στον προσδιορισμό της οφειλόμενης νόμιμης αμοιβής αυτού, ενώ στην τρίτη περίπτωση να καταστεί δυνατό να κρίνει το Δικαστήριο αν η αιτούμενη αμοιβή των 218.851 ευρώ είναι η προβλεπόμενη από τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων νόμιμη αμοιβή.

Η αοριστία, συνεχίζει το Εφετείο, από την παράλειψη της αναγραφής της αξίας των ιδιοκτησιών, που περιήλθαν στην πρώτη αναιρεσίβλητη κατά την εργολαβική σύμβαση, δεν μπορεί να αναπληρωθεί από την αναφερόμενη στην αγωγή αξία όλων των ιδιοκτησιών, που ανεγέρθηκαν επί του ως άνω οικοπέδου, χωρίς να διευκρινίζεται ποιες απ' αυτές περιήλθαν στην εντολέα πρώτη αναιρεσίβλητη κατά την εν λόγω σύμβαση εργολαβίας.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας. Ειδικότερα: Όσον αφορά την αξίωση του αναιρεσείοντος ποσού 16.641 ευρώ σχετική με αμοιβή αυτού για το χρονικό διάστημα των ετών 1992 έως 1995, η αξία των ακινήτων (οικοπεδικής εκτάσεως, εμβαδού 3.886,36 τ.μ. συνολικώς), που αποτέλεσαν το αντικείμενο του ελέγχου των τίτλων ιδιοκτησίας, της συντάξεως της σχετικής εκθέσεως και των κάθε φύσεως δικαιοπραξιών, αναφέρεται στη σελίδα 47 της ένδικης αγωγής, όπου γίνεται μνεία ότι η κατά τ.μ.

αξία της ως άνω οικοπεδικής έκτασης ανέρχεται στο ποσό των 1.000.000 δραχ. Όσον αφορά τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος α) ποσού 73.367,57 ευρώ για αμοιβή από την παροχή στην πρώτη αναιρεσίβλητη νέων νομικών υπηρεσιών σχετικά με την ανοικοδόμηση της ανωτέρω οικοπεδικής εκτάσεως, που αφορούσαν το χρονικό διάστημα των ετών 1996 έως 1998, η οποία ανερχόταν σε ποσοστό 10% επί της αξίας των ιδιοκτησιών, που είχαν περιέλθει στην πρώτη αναιρεσίβλητη ως εργολήπτρια του έργου της ανοικοδομήσεως του συγκροτήματος καταστημάτων και β) ποσού 218.851 ευρώ για αμοιβή του σχετική με την εκτέλεση των εργασιών, που του ανατέθηκαν από το δεύτερο αναιρεσίβλητο με την ιδιότητα του εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσίβλητης και αφορούσαν την κατάρτιση με βάση σχέδιο αυτού του υπ' αριθ. ......

προσυμφώνου συμβολαίου εργολαβικού της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Μιχαλάτου - Πεφάνη και της υπ' αριθ. ...... πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας της αυτής συμβολαιογράφου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, σ' αυτήν και στις σελίδες 30 έως και 42 αναφέρεται η αξία των διαλαμβανομένων στην αγωγή ιδιοκτησιών, ενώ ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), παραδεκτά, σύμφωνα με το άρθρο 224 εδ.

β' ΚΠολΔ, διευκρίνισε ότι οι παραπάνω ιδιοκτησίες, εκτός από τις αναφερόμενες (στις προτάσεις) πέντε ιδιοκτησίες, περιέρχονται στην εντολέα του πρώτη αναιρεσίβλητη, ως εργολήπτρια, δυνάμει των προαναφερόμενων προσυμφώνου συμβολαίου και πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας της ανωτέρω συμβολαιογράφου, θεραπεύοντας έτσι την (ποσοτική) αοριστία της αγωγής με την εξειδίκευση των κρίσιμων στοιχείων για τη θεμελίωση των αξιώσεών του περί αμοιβής του για τις νομικές υπηρεσίες του που παρασχέθηκαν στην άνω αναιρεσίβλητη κατά τη διάρκεια των ετών 1996 έως 1998 και περιλαμβάνονται στο από 30-9-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, καθώς και εκείνες που δεν διαλαμβάνονται σ' αυτό, για τις οποίες αξιώνεται ως αμοιβή το ποσό των 218.851 ευρώ.

Επομένως, εφόσον η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη κατά τα άνω κεφάλαιά της και παρά το νόμο απορρίφθηκε ως αόριστη, ο σχετικός περί αυτού μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης ,κατά το επικουρικό μέρος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και συγκεκριμένα κατά τα κεφάλαιά της που αφορούν τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος ποσών 16.641, 73.367,57 και 218.851 ευρώ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατ' αυτό το μέρος στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ανάλογο με την έκταση της νίκης του.

ΙΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 569 § 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι είναι απαράδεκτος ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, που είναι διάφορο και δεν συνέχεται αναγκαίως με κάποια από τα προσβληθέντα με την αναίρεση κεφάλαια. Επομένως, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν προσβλήθηκε με την ένδικη αναίρεση το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με το οποίο απορρίφθηκε, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, το αγωγικό αίτημα περί επιδικάσεως αμοιβής, ποσού 67.643 ευρώ, που ζήτησε ο αναιρεσείων για την παροχή στην πρώτη αναιρεσίβλητη, κατ' εντολή του δευτέρου ομοδίκου της, των παρασχεθεισών άλλων πριν την υπογραφή του από 30.9.1996 ιδιωτικού συμφωνητικού και άλλων μετά την υπογραφή αυτού και μέχρι το χρόνο λύσεως της εντολέα εταιρείας (5.12.2000) δικηγορικών υπηρεσιών του σχετικά με πολεοδομικές υποθέσεις (όπως τιτλοφορεί ο ίδιος το αντίστοιχο κεφάλαιο της αγωγής του), αλλά προσβλήθηκε μόνο το κεφάλαιο αυτής, που απορρίφθηκε ως αόριστο και αφορούσε τα προεκτιθέμενα αγωγικά κονδύλια περί επιδικάσεως αμοιβής για την παροχή των αναφερομένων νομικών υπηρεσιών αυτού του χρονικού διαστήματος των ετών 1992 έως 1996 και εκείνων πέραν των διαλαμβανομένων στο από 30-9-1996 ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 8 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της, το οποίο όμως δεν ταυτίζεται ούτε συνέχεται αναγκαίως με εκείνο που έκρινε περί της αοριστίας των ως άνω κονδυλίων της αγωγής, είναι προεχόντως απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 8863/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο και στο αιτιολογικό αναφερόμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ