Legislator Case Law & Legislation
847/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for procedural errors regarding lawyer witness and substantive law application.

Case Number 847/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision on procedural grounds. The appellant argued that the lower court erred in admitting a lawyer as a witness and misapplied substantive law rules. The court held that procedural errors do not constitute grounds for appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure and that the lower court's assessment of the lawyer's interest was unreviewable.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 KPolD; Art. 400 KPolD: Appeals are inadmissible for procedural errors and the lower court's unreviewable assessment of a lawyer's interest in acting as a witness.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure lawyer as witness professional confidentiality substantive law violation procedural error appeal unreviewable assessment legal interest

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 KPolD
Art. 216 KPolD
Art. 400 KPolD
Art. 561 no. 1 KPolD
Art. 559 no. 11 KPolD

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2006
OLAP 18/1998
AP 571/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 847 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 847/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο

Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βλάσιο Λεονάρδο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, δικηγόρου, κατοίκου ..., η οποία παρέστη αυτοπροσώπως ως εχουσα την δικηγορική ιδιότητα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 30 Ιουνίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4652/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8345/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 13 Μαρτίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 4.1.2008 αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως η αυτοπροσώπως παραστάσασα αναιρεσίβλητη την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει. (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2006).

Η νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.ΑΠ 18/1998, AΠ 571/2004).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη.

Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέταση της παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1330/2002), και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαιούται όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 571/2004) Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ.

πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1676/2001).

Εξάλλου, από τα άρθρα 216 και 224 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361, 806 και 1034 του Α.Κ. συνάγεται ότι η εκ δανείου αγωγή για επιδίκαση (επιστροφή) του δανεισθέντος ποσού, για την πληρότητά της στηρίζεται στη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου σύμβαση, κατά την οποία ο πρώτος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά κυριότητα, με την οικεία παράδοση της νομής, χρήματα ορισμένης ποιότητας και ποσότητας εξαιτίας δανείου στο τελευταίο, και αυτός ανέλαβε την υποχρέωση λαμβάνοντας το δανεισμό, να αποδώσει σ' εκείνον (ενάγοντα δανειστή) άλλα χρήματα, της ίδιας ποιότητας και ποσότητας, καθώς και στην εκ μέρους του ενάγοντος εκπλήρωση της (ΑΠ 768/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' αρθ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ επισκόπηση από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 30-6-2004 αγωγή της η αναιρεσίβλητη ιστορούσε τα ακόλουθα για τη θεμελίωση της αγωγικής ευθύνης της αναιρεσείουσας - εναγομένης:

Ότι με προφορικά καταρτισθείσα σύμβαση δανείου, με την αναιρεσείουσα δάνεισε προς την τελευταία το χρηματικό ποσό των 15.000.000 δρχ, με την παράδοση προς εκείνη μίας τραπεζικής επιταγής έκδοσής της από τον υπ. αριθ. ... λογαριασμό της που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα η οποία εισπράχθηκε από την αναιρεσείουσα στις 2-11-1999, συμφωνήθηκε δε το ποσό του δανείου να επιστραφεί στο τέλος Δεκεμβρίου του 2000 άτοκο.

Ότι μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου 2003 κατ' επανάληψη η αναιρεσείουσα διαβεβαίωνε την αναιρεσίβλητη για την επιστροφή του δανείου (γεγονός που υποδήλωσε την καταβολή του δανείσματος) το οποίο εκτός από το ποσό των 300 ευρώ δεν επέστρεψε για το λόγο αυτό ζητήθηκε η καταβολή του με την αγωγή. Με το περιεχόμενο της αυτό η ένδικη αγωγή είναι σαφής και ορισμένη αλλά και έχει την αναγκαία νομική πληρότητα σε αναφορά με τους συγκεκριμένους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 806 επ του ΑΚ.

Εξάλλου, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου της στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συμπλήρωσε και διευκρίνισε αλλά και διόρθωσε παραδεκτά κατά τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. β του Κ.Πολ.Δ τους πιο πάνω αγωγικούς ισχυρισμούς ότι η δόση του δανείσματος των 15.000.000δρχ έγινε όχι με μία αλλά με τρεις τραπεζικές επιταγές των 5.000.000 δρχ η κάθε μια από τον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό εκδόσεως της αναιρεσίβλητης που οπισθογραφήθηκαν προς την αναιρεσείουσα - εναγομένη και εισπράχθηκαν από την τελευταία από την πληρώτρια τράπεζα στην ίδια αγωγική χρονολογία της 2-11-1999.

Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε αντίστοιχο ισχυρισμό αντίθετο της αναιρεσείουσας, για αοριστία της ένδικης αγωγής νομικής και πραγματικής, ορθά σχημάτισε την κρίση του για την νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητα της σε αναφορά με τους συγκεκριμένους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 806 επ ΑΚ και δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, αλλά και δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ανύπαρκτη ακυρότητα λόγω αοριστίας του δικογράφου της αγωγής.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης υπό τις αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 (κατ' ορθή εκτίμηση και όχι από τον αριθμό 19 που αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνεται αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 παρ. Α του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 393 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του από το άρθρο 14 παρ. 5 του ν. 2915/2001 συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες εννιακόσια (5900) ευρώ.

Κατά τη διάταξη όμως του άρθρου 394 παρ. 2 περ. α του Κ.Πολ.Δ η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση εάν υπάρχει αρχή εγγραφής απόδειξης που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη. Για την ύπαρξη αρχής έγγραφης απόδειξης από έγγραφο, απαιτείται αυτό να πιθανολογεί, δηλαδή να καθιστά πιθανό το αμφισβητούμενο γεγονός.

Τούτο συμβαίνει όταν από το έγγραφο δεν αποδεικνύεται πλήρως το αμφισβητούμενο γεγονός αλλά αναφέρονται σ' αυτό περιστατικά, από τα οποία με πιθανότητα μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για την ύπαρξη του αμφισβητούμενου γεγονότος. Πότε δε το έγγραφο καθιστά πιθανό το αποδεικτέο γεγονός είναι ζήτημα πραγματικό.

Αν το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, κρίνει ότι υπάρχει πιθανολόγηση για το αποδεικτέο γεγονός δέχεται τη συνδρομή της αρχής έγγραφης απόδειξης και επιτρέπει βάσει αυτής τη μαρτυρική απόδειξη. Όταν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης από επικαλούμενο και νόμιμα προσκομιζόμενο έγγραφο, το δικαστήριο επιτρέπει τη μαρτυρική απόδειξη και να δεν προταθεί από το διάδικο ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί αρχή έγγραφης απόδειξης, καθόσον η αναγκαιότητα της πρότασης αυτής δεν προκύπτει από την ως άνω ή άλλη διάταξη (ΑΠ 219/2007).

Η εφαρμογή των προαναφερθείσων διατάξεων των άρθρων 393 και 394 έχει επιφυλαχθεί από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του νόμου 2915/2001, και στις υποθέσεις αρμοδιότητας Πολυμελούς και Μονομελούς Πρωτοδικείου που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία του άρθρου 270 του Κ.Πολ.Δ στον πρώτο βαθμό μετά την 1-1-2002, αλλά και όταν οι ίδιες υποθέσεις εκδικάζονται σε δεύτερο βαθμό στο Εφετείο κατ' άρθρο 524 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση, το εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχθηκε ανέλεγκτα την ύπαρξη αρχής έγγραφης απόδειξης για την ένδικη σύμβαση δανεισμού, που καταρτίσθηκε άτυπα, μεταξύ των διαδίκων, από τις νόμιμα προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα τρεις τραπεζικές επιταγές, ποσού 5.000.000δρχ η κάθε μια που εκδόθηκαν από την αναιρεσίβλητη σε διαταγή της και έφεραν στην πίσω όψη τους στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης την υπογραφή της αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια την υπογραφή της αναιρεσείουσας που εισέπραξε το ποσό κάθε επιταγή στις 2-11-1999 από την πληρώτρια τράπεζα, πιθανολόγησε αρχικά τη σύναψη του ένδικου δανείου και μέσω της πιθανολόγησης αυτής οδηγήθηκε στην απόδειξη της κατάρτισης του δανείου με την παραδεκτή πλέον συνεκτίμηση και της κατάθεσης της μάρτυρας της αναιρεσίβλητης.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, υπό την εκδοχή των πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, πλήττεται η πιο πάνω κρίση του Εφετείου κατά τη συναγωγή της αρχής έγγραφης απόδειξης για παραβίαση των κανόνων των διατάξεων των άρθρων 393 και 394 του Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος γιατί αφορά δικονομικούς κανόνες, η εσφαλμένη εφαρμογή των οποίων δεν ιδρύει τους λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, υπό την εκδοχή της πλημμέλειας από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ ότι δήθεν στο Εφετείο η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέσθηκε για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής της και με μάρτυρες τη συνδρομή της εξαιρετικής περίπτωσης του εδ. α' του άρθρ. 394 του Κ.Πολ.Δ δηλαδή της ύπαρξης αρχής έγγραφης απόδειξης την οποία αυτεπάγγελτα ερεύνησε το Εφετείο κρίνεται αβάσιμος, αφού τέτοια επίκληση δεν ήταν αναγκαία.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του υπό την εκδοχή της πλημμέλειας από τους αριθμούς 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, που έχει σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο για τη σύναψη του ένδικου δανείου, είναι απαράδεκτος αφού, χωρίς να συντρέχει παραβίαση ευθεία η εκ πλαγίου ουσιαστικού κανόνα πλήττεται πλέον μέσω επιχειρηματικότητας της αναιρεσείουσας η επί της ουσίας αποκλειστικά της υπόθεσης κρίση του Εφετείου, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη..

Τέλος ο ίδιος λόγος κατά το τελευταίο μέρος του υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε παραδεκτά τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 400 του Κ.πολ.Δ δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες: 1) ... οι δικηγόροι για τα πραγματικά γεγονότα που τους εμπιστεύτηκαν ή που διαπίστωσαν κατά την άσκηση του επαγγέλματος τους, για τα οποία έχουν καθήκον εχεμύθειας και 3) πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη.

Η ένσταση εξαίρεση ως μάρτυρα του πληρεξουσίου δικηγόρου διαδίκου κατά για τα πιο πάνω περιστατικά μπορεί να προβληθεί μόνο από το διάδικο πελάτη εντολέα του δικηγόρου που προτείνεται ως μάρτυρας και όχι από τον αντίδικο του, γιατί το επαγγελματικό απόρρητο του δικηγόρου έχει ταχθεί προς το συμφέρον του πελάτη εκείνου που αφορά το απόρρητο και ότι τον αντίδικό του.

Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου επί της ένστασης εξαίρεσης από την παρ. 3 του άρθρου 400 του Κ.Πολ.Δ για τη συνδρομή συμφέροντος του προτεινόμενου μάρτυρα είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, γιατί πρόκειται για οντολογική κρίση. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες:

α) από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ ως προς την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 400 και 104 του Κ.Πολ.Δ, β) από τους αριθμούς 8 και 11 περ. α' του ίδιου άρθρου ως προς την αιτίαση της μη λήψης υπόψη ως "πράγματος" του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας που αφορούσε τη μη εξέταση ως μάρτυρα της ...

που ήταν πληρεξούσια Δικηγόρος της αναιρεσίβλητης που πρότεινε και ως μάρτυρα αλλά και είχε οικονομικό συμφέρον από την έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης και υπό τις τρεις αιτιάσεις και εκδοχές είναι απαράδεκτος γιατί: α) αφορά δικονομικού δικαίου διατάξεις η εσφαλμένη εφαρμογή των οποίων δεν ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, β) αφορά ισχυρισμό για εξαίρεση ως μάρτυρα Δικηγόρου της αναιρεσίβλητης που την πρότεινε και ως μάρτυρα εκείνη και την εξαίρεση της οποίας δεν είχε δικαίωμα να προτείνει η αναιρεσείουσα, γ) ο ισχυρισμός - ένσταση της αναιρεσείουσας για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος - οικονομικού στο πρόσωπο της ίδιας μάρτυρας ρητά απορρίφθηκε ως αβάσιμος από την προσβαλλόμενη και η σχετική επί της οποίας κρίση είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.1.2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ'αριθ. 8345/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ