Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to contradiction with another appeal ground and non-evidentiary status of technical report.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Larissa Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court distorted a technical report by including costs prior to the contract, but the court found this ground contradictory to another appeal reason and noted the report was not admissible evidence. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it contradicts another ground or if the alleged distortion concerns a document that is not admissible evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 631 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)K.M.
Αριθμός 631/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Γ. του Γ., κατοίκου …………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ειρήνη Σπεντζοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Δ. του Α., κατοίκου …., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/2/2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Mονομελές Πρωτοδικείο Βόλου Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 173/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 10/5/2007 αίτησή του και τους από 31/10/2007 πρόσθετους αυτής λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 1710/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 173/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την 125/2010 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την 9/6/2010 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1357/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στην Ολομέλεια ως προς τον ένατο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Εκδόθηκε η 8/2017 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου απέρριψε τον παραπεμφθέντα λόγο και ανέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο παρόν τμήμα ως προς τους λοιπούς λόγους. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 9/9/2017 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 22/3/2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου πάγου Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία νόμιμα φέρεται για συζήτηση με την από 9-9-2017 κλήση του αναιρεσίβλητου, μετά την έκδοση της 8/2017 απόφασης της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία είχε παραπεμφθεί, με την 1357/2013 απόφαση του Α1 Τμήματος ο ένατος λόγος της αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 635 επ. ΚΠολΔ, 512/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη με αυτή 25089/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 6-7-2004 ανακοπή της τελευταίας και είχε επικυρωθεί η 13921/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έκανε δεκτή την ανακοπή αυτή και ακύρωσε την άνω διαταγή πληρωμής. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο οφειλέτης κατά του οποίου έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής, μπορεί να αμυνθεί, ασκώντας, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, ανακοπή κατ' αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 632 παρ.1, ή το άρθρο 633 παρ.2 ΚΠολΔ. Με την ανακοπή, ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης.
Το έγγραφο, δε, της ανακοπής, πρέπει, κατά το άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ, να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 και 120 του ΚΠολΔ, και τους λόγους της. Από τους λόγους αυτούς, που αποτελούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς (ΑΠ 1556/2012, ΑΠ 01861/2011), οριοθετείται το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 12 παρ. 1, 14, 22 και 28 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" προκύπτει, ότι η ενοχή από επιταγή είναι αναιτιώδης, αφού η αιτία έκδοσής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, ο καλούμενος, όμως, σε πληρωμή οφειλέτης, μπορεί να επικαλεσθεί την εσωτερική (βασική) έννομη σχέση και να προβάλει κατά του κομιστή, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση μ' αυτόν, ότι η αιτία για την οποία είχε εκδοθεί η επιταγή ήταν ανύπαρκτη ή ελαττωματική ή ότι εξέλιπε, επειδή δεν πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία, βάσει σχετικής μεταξύ αυτών συμφωνίας, τελούσε η ενέργεια της ενοχής από την επιταγή και έτσι να ελευθερωθεί (ΑΠ 1710/2008).
Η ανυπαρξία, δηλαδή, ή το ελάττωμα της αιτίας υπογραφής της επιταγής δεν επιδρά στο κύρος της αντίστοιχης υποχρέωσης από την επιταγή, επιτρέπει όμως στον οφειλέτη να εναντιωθεί με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος του με βάση την επιταγή (άρθρα 632, 633 ΚΠολΔ), και να αντιτάξει, ότι ο κομιστής της επιταγής, σε διαταγή του οποίου χωρίς νόμιμη αιτία την εξέδωσε, έχει αποκτήσει από αυτόν περιουσιακό στοιχείο, που συνεπάγεται αδικαιολόγητο πλουτισμό εις βάρος του.
Για την προβολή όμως της έλλειψης υποκείμενης αιτίας, δεν αρκεί ο ισχυρισμός του υπογραφέα, ότι χωρίς αιτία υπέγραψε την επιταγή, αλλά χρειάζεται να προσδιορίζεται και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδεικνύεται, ότι ο υπογραφέας αναδέχθηκε την υποχρέωση από τον τίτλο της επιταγής για ορισμένη αιτία και ότι αυτή είναι ανύπαρκτη (ΑΠ 354/2015).
Τέτοια ένσταση συνιστά και ο ισχυρισμός του οφειλέτη ότι η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδόθηκε για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην κάνει πρόωρη χρήση αυτής (καταπιστευτική επιταγή). Η ένσταση από την καταπιστευτική επιταγή είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933.
Η σύμβαση εγγυοδοσίας, η οποία διαφέρει από τη σύμβαση εγγύησης (ΑΠ 1261/2004), παρέχεται από τον ίδιο τον οφειλέτη. Αποτελεί εξασφαλιστική σύμβαση με την οποία ένα πρόσωπο, ο εγγυοδότης, δίνει προς άλλο πρόσωπο, τον εγγυολήπτη, την υπόσχεση, ότι θα ευθύνεται απέναντί του από την επιταγή, παρέχοντάς του μια πρόσθετη, και ανεξάρτητη από την ασφαλιζόμενη απαίτηση, αξίωση, για την περίπτωση που πραγματοποιηθεί κάποιος κίνδυνος, αναλαμβάνει δε με αυτήν κύρια, και όχι παρεπόμενη, όπως στην εγγύηση, υποχρέωση, που ρυθμίζεται από τους όρους της σύμβασης, κατά το άρθρο 361 ΑΚ.
Με την έκδοση και παράδοση της επιταγής αυτής, προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται ότι ο δικαιούχος αυτής, κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής. Συμφωνείται, δηλαδή, μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση, ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή, ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή ο οποίος δεσμεύεται να μην κάνει πρόωρη χρήση αυτής, αλλά μόνο εάν αποκτήσει αξίωση από τη βασική σχέση (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 354/2015).
Η αιτία από την έκδοση αυτής της επιταγής, είναι νόμιμη και δεν συνιστά αδικαιολόγητο πλουτισμό (κατά την έννοια του άρθρου 904 ΑΚ) του κομιστή της επιταγής. Αν ο κομιστής αποκτήσει αξίωση από τη βασική σχέση, μπορεί να εισπράξει την επιταγή, χωρίς να καθίσταται πλουσιότερος από μη νόμιμη αιτία, αφού η κτήση του πλουτισμού του καλύπτεται από την περιουσιακή απώλεια που έπαθε από τη μη εκτέλεση της κύριας σύμβασης, για την εξασφάλιση της μελλοντικής απαίτησης της οποίας δόθηκε η εγγυοδοσία.
Έτσι, αν ο οφειλέτης της επιταγής, ισχυριστεί και αποδείξει, ότι αυτή έχει δοθεί προς εξασφάλιση απαίτησης και ότι ο κομιστής της επιταγής δεν έχει αποκτήσει από τη βασική σχέση ληξιπρόθεσμη αξίωση ή ότι δεν έχει αποκτήσει αξίωση από την συγκεκριμένη σχέση, απαλλάσσεται από την πληρωμή της επιταγής. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 713,718,719,721 και 722 ΑΚ προκύπτει, μεταξύ άλλων, α) ότι ο εντολοδόχος έχει μετά τη λήξη της εντολής υποχρέωση λογοδοσίας έναντι του εντολέως, μόνο εφόσον κατά τη διεξαγωγή της σχετική υποθέσεως έγιναν από τον πρώτο εισπράξεις και δαπάνες (άρθρ.303 ΑΚ), β) ότι ο εντολέας δικαιούται, ανεξαρτήτως του αν ο εντολοδόχος προέβη ή όχι σε λογοδοσία, να αξιώσει την απόδοσή των εκ μέρους του προκαταβληθέντων στην τελευταίο χρηματικών ποσών, τα οποία δεν δαπανήθηκαν για την εκτέλεση της εντολής και γ) ότι ο εντολέας υποχρεούται να αποδώσει στον εντολοδόχο κάθε χρηματικό ποσό που δαπανήθηκε από τον τελευταίο για την κανονική εκτέλεση της εντολής, που τελούσε δηλαδή σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εντολή (ΑΠ 1710/2008).
Τέλος, αν στο λόγο της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής δεν εξειδικεύονται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν κατ' αρχήν τον ισχυρισμό που προβάλλεται για την ακύρωση της σε βάρος του ανακόπτοντος εκδοθείσας διαταγής πληρωμής, ο λόγος είναι αόριστος. Πρόκειται, σ' αυτή την περίπτωση για ποσοτική αοριστία της ανακοπής.
Η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της ανακοπής. Οι δύο αυτές μορφές αοριστίας ελέγχονται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 538/2014). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην ανακοπή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής από το δικαστήριο της ουσίας (βλ. ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 480/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, προσβάλλει την ως άνω απόφαση με την εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη ανακοπή του αναιρεσίβλητου, κατά της 225/2001 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του περί αοριστίας της που νόμιμα είχε προτείνει.
Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι οι λόγοι της ανακοπής είναι αόριστοι, καθόσον δεν εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής α) ποιες εργασίες υπολείπονταν (και έπρεπε) να γίνουν για την ολοκλήρωση της κατασκευής του έργου, μετά τον Οκτώβριο του έτους 1998 που ανέλαβε αυτός τις δαπάνες εκτέλεσης και ποια ήταν η αξία αυτών των εργασιών (επιμέρους και συνολική) για προμήθεια των απαιτούμενων υλικών και εκτέλεση των ανάλογων τεχνικών εργασιών, β) αν οι αναφερόμενες στην ανακοπή, με αντιγραφή της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του Α.
Π., οικοδομικές εργασίες είναι το σύνολο αυτών (δηλαδή οι μόνες) που υπολείπονταν για την ολοκλήρωση της κατασκευής ή υπήρχαν και άλλες και ποιες ακριβώς, γ) πότε ακριβώς πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες αυτές, δ) για τις εργασίες εντός της οικίας, αναφέρονται συνολικά ποσά χωρίς να εξειδικεύονται ποιο μέρος αντιστοιχεί στην αξία των σχετικών υλικών και ποιο στην αμοιβή των τεχνικών εργασιών (πόσων τεχνικών ή εργατών, πόσα ημερομίσθια και ποιου ποσού καθένα), ε) για τις εργασίες του περιβάλλοντα χώρου αναφέρονται συνολικά ποσά χωρίς να εξειδικεύεται ποιο μέρος αντιστοιχεί στην αξία του σκυροδέματος και ποιο στην αμοιβή των τεχνικών εργασιών και σε ποιες συγκεκριμένες κατασκευές χρησιμοποιή-θηκε το σκυρόδεμα αυτό και στ) σχετικά με τις επενδύσεις με πέτρα ή πλακίδια, δεν αναφέρονται οι συγκεκριμένες κατασκευές (κτίσματα) που αφορούν, ποιο μέρος αντιστοιχεί στα χρησιμοποιηθέντα υλικά και ποιο στις ανάλογες τεχνικές εργασίες, ποιο εργατοτεχνικό προσωπικό χρησιμοποιήθηκε (αριθμός αυτού, πραγματοποιηθέν τα ημερομίσθια και ποσό ημερομισθίου), που τοποθετήθηκαν οι πλάκες "Πρόπαν" ή τα πλακίδια "Klinker", ποιοι άλλοι χώροι επενδύθηκαν με πέτρα και ποιοι τυχίσκοι επικαλύφθηκαν με πλάκες.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, στο δικόγραφο της ένδικης ανακοπής, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αναφέρονται όλα τα απαιτούμενα από τις προπαρατεθείσες διατάξεις πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την πληρότητα αυτής. Ειδικότερα, εκτίθενται με σαφήνεια και λεπτομερώς η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εντολής, κατά το είδος και το περιεχόμενο της υπόθεσης που ανατέθηκε στον εντολοδόχο αναιρεσείοντα, η έκδοση και παράδοση σ' αυτόν της επίδικης επιταγής, με συμφωνία εγγυοδοσίας, ήτοι για την εξασφάλιση αυτού από την τυχόν αξίωσή του για δαπάνες στις οποίες θα υποβληθεί για την κανονική εκτέλεση της εντολής και για την περίπτωση που ο εντολέας δεν εκπληρώσει την εκ της κύριας αυτής σύμβασης υποχρέωσή του, η μη πλήρωση του όρου υπό τον οποίο δόθηκε η ένδικη επιταγή, αφού, κατά τα ιστορούμενα στην ανακοπή ο εντολέας εξόφλησε την οφειλή του από τις δαπάνες αυτές και συνεπώς ότι ο αναιρεσείων εντολοδόχος δεν έχει αποκτήσει αξίωση από τη σύμβαση εντολής.
Τα στοιχεία που, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, επικαλείται ο αναιρεσείων ότι λείπουν, δεν είναι απαραίτητο να εκτίθενται στο δικόγραφο της ανακοπής, καθόσον δεν αφορούν την ιστορική βάση αυτής, η οποία στηρίζεται στην έλλειψη αιτίας πληρωμής της επίδικης καταπιστευτικής επιταγής, λόγω της μη πλήρωσης του όρου υπό τον οποίο εκδόθηκε, ήτοι της εκπλήρωσης της απαίτησης από τη βασική σχέση και συνεπώς στη μη δημιουργία αξίωσης από αυτή.
Επομένως, η παράλειψη αναφοράς τους δεν επηρεάζει το ορισμένο και ως εκ τούτου το παραδεκτό της ανακοπής. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. (ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ύστερα από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων τα οποία δέχθηκε ότι νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ανακόπτων είναι ιατρός, με την ειδικότητα του γυναικολόγου και ο καθ' ου η ανακοπή είναι πολιτικός μηχανικός, ασχολούμενος με την κατασκευή τεχνικών έργων.
Αμφότεροι ήταν γνωστοί μεταξύ τους, διότι υπήρξαν συγκάτοικοι στην ίδια οικοδομή. Κατά το Μάρτιο του έτους 1998, με αίτηση του ανακόπτοντος και ύστερα από μελέτη του μη διαδίκου αρχιτέκτονα-μηχανικού Σ. Χ. , εκδόθηκε οικοδομική άδεια, προκειμένου να ανεγερθεί μονοκατοικία σε αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας του ανακόπτοντος, εμβαδού τεσσάρων στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "……" στις …...
Σχεδόν αμέσως και υπό την επίβλεψη του Σ. Χ., άρχισαν οι σχετικές εργασίες και, μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 1998, είχαν συντελεστεί οι αναγκαίες εκσκαφές και η περίφραξη των τριών πλευρών του γηπέδου, πλην της προσόψεως, η κατασκευή του σκελετού της οικοδομής και των στεγών αυτής οπλισμένο σκυρόδεμα, η κατασκευή του ανεξάρτητου υπογείου χώρου σταθμεύσεως των αυτοκινήτων, εμβαδού, περίπου 180 τ.μ.
και μέρος της τοιχοποιίας της όλης οικοδομής (βλ. φωτογραφίες από τις οποίες προκύπτει ότι η τοιχοποιία δεν είχε ολοκληρωθεί). Τότε, λόγω του ότι ο ως άνω επιβλέπων μηχανικός ήταν πολυάσχολος, ο ανακόπτων ανέθεσε στην νεαρή και επομένως εύκαιρη αρχιτέκτονα - μηχανικό Ο. Γ., θυγατέρα του καθ' ου η ανακοπή, την επίβλεψη και το συντονισμό των διαφόρων συνεργείων, τα οποία επρόκειτο να εκτελέσουν τις εργασίες για την αποπεράτωση της οικοδομής και τη διευθέτηση του εξωτερικού χώρου αυτής.
Ως αμοιβή της, συμφωνήθηκε το ποσό των 120.000 δραχμών, μηνιαίως, για όσο χρονικό διάστημα θα ήταν αναγκαία η προσφορά των υπηρεσιών της. Λίγο αργότερα, ο ανακόπτων ανέθεσε στην αρχιτέκτονα Ό. Γ., σύζυγο του καθ' ου η ανακοπή, τη διακόσμηση της κατοικίας και του περιβάλλοντα χώρου, αντί αμοιβής 150.000 δραχμών, μηνιαίως, για όσο χρονικό διάστημα θα πρόσφερε τις υπηρεσίες της (βλ.
τις εκατέρωθεν ομολογίες). Όταν οι δύο γυναίκες άρχισαν να επιμελούνται την εκτέλεση του έργου που είχαν αναλάβει, ο καθ' ου η ανακοπή, θέλοντας να υποστηρίξει τη θυγατέρα του, η οποία δεν διέθετε τη σχετική πείρα, προσφέρθηκε, χωρίς αμοιβή, να εκτελεί, παραλλήλως, όσα έργα ή εργασίες είχαν ανατεθεί από τον ανακόπτοντα σε εκείνη.
Ο τελευταίος, λόγω και της γνωριμίας, που υπήρχε μεταξύ τους, αποδέχτηκε την προσφορά και με τον τρόπο αυτό καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση άμισθης εντολής (αρθρ. 713 επ. ΑΚ), δυνάμει της οποίας ο καθ' ου, χωρίς να έχει την ιδιότητα του εργολάβου, διότι το έργο κατασκευαζόταν με αυτεπιστασία του ιδιοκτήτη, άρχισε να εκτελεί τις πράξεις που απαιτούνταν για την αποπεράτωση της οικοδομής και τη διευθέτηση του περιβάλλοντος χώρου.
Ειδικότερα σε όσες περιπτώσεις ο ανακόπτων είχε προβεί ήδη σε συμφωνίες με τεχνικά συνεργεία, οι συμφωνίες τηρήθηκαν και τα συνεργεία αυτά εκτέλεσαν το έργο που είχε ανατεθεί και αναφερόταν, κυρίως, σε εργασίες στον εσωτερικό χώρο της οικοδομής. Ο καθ' ου η ανακοπή είχε την ευθύνη του συντονισμού των συνεργείων, της παραγγελίας των υλικών και της διενέργειας των αναγκαίων πληρωμών.
Σε όσες περιπτώσεις δεν είχαν προηγηθεί συμφωνίες του ανακόπτοντος, ο καθ' ου η ανακοπή προέβη αυτός στην επιλογή των συνεργείων και σε όλες τις υπόλοιπες πράξεις, όπως αυτές, που ήδη αναφέρθηκαν. Για το σκοπό αυτό βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνία με τον ανακόπτοντα. Ο τελευταίος, είτε του έδινε προκαταβολικά διάφορα χρηματικά ποσά για την διενέργεια των πληρωμών δια χειρός του καθ' ου η ανακοπή είτε και το συνηθέστερο απέδιδε εκ των υστέρων τμηματικά τις δαπάνες, που ο πρώτος είχε πραγματοποιήσει ήδη για την κανονική εκτέλεση της εντολής (αρθρ. 721, 722 Α.Κ.).
Κατά το φθινόπωρο του έτους 1999, οι εργασίες συνεχίζονταν με εντατικό ρυθμό, οι πληρωμές, που έπρεπε να γίνουν, ήταν σημαντικές και ο ανακόπτων αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα οικονομικής ρευστότητας. Τότε, προκειμένου να ενισχύσει την πίστη του απέναντι στον καθ' ου η ανακοπή, για να συνεχίσει εκείνος να διενεργεί πληρωμές εξ ιδίων για λογαριασμό αυτού, ο ανακόπτων εξέδωσε σε διαταγή του καθ' ου η ανακοπή μία τραπεζική επιταγή, ποσού 27.500.000 δραχμών, που ήταν μεταχρονολογημένη για τον Φεβρουάριο του έτους 2001, δεν πρόκειται δε για την επιταγή, για την οποίαν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, με τον όρο να μην εισπράξει το ποσό αυτής, παρά μόνο μετά την εκκαθάριση των λογαριασμών τους και εφόσον υφίσταται ισόποση απαίτηση από την υποκείμενη σχέση.
Ο καθ' ου η ανακοπή ισχυρίζεται ότι η ως άνω επιταγή δεν είχε χαρακτήρα καταπιστευτικό, αλλά ενσωμάτωνε πραγματικό υπόλοιπο οφειλής του ανακόπτοντα, χάριν καταβολής του οποίου εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν αποδείχτηκε. Το ότι η επιταγή χρησιμοποιήθηκε ως μέσο πίστεως και όχι ως μέσο πληρωμής, που είναι από την φύση της, συνάγεται από το ότι:
α) ήταν μεταχρονολογημένη για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο, κατά το συνήθως συμβαίνον, δεν επρόκειτο να εμφανιστεί προς είσπραξη, β) ο καθ' ου για την παραλαβή της δεν εξέδωσε απόδειξη, όπως έπραττε για όλες τις γενόμενες εκ μέρους του ανακόπτοντα τμηματικές καταβολές, καθώς και γ) δεν την ανέφερε στους επιμέρους λογαριασμούς που συνέτασσε και αφορούσαν την χρονική περίοδο της παραλαβής της επιταγής.
Η οικοδομή, που είχε συνολικό εμβαδόν, περίπου 400 τμ και ο περιβάλλον χώρος, που περιλάμβανε το προαναφερθέν υπόγειο γκαράζ, πισίνα και γήπεδο τένις, με όλες τις συναφείς χωματουργικές και οικοδομικές εργασίες, αποπερατώθηκαν τον Μάρτιο του έτους 2000. Στο διάστημα δε που είχε μεσολαβήσει από την έκδοση της επιταγής μέχρι το τέλος των εργασιών, ο ανακόπτων συνέχιζε να πληρώνει στον καθ' ου η ανακοπή διάφορα χρηματικά ποσά και δη κατέβαλε: 1) την 29-101997 το ποσό των 845.000 δραχμών, έναντι λογαριασμού, 2) την 13-11 -1998 το ποσό των 656.000 δραχμών, για εξόφληση 2ου λογαριασμού, 3) την 30-11-1998 το ποσό των 1.634.500 δραχμών, έναντι λογαριασμού, 4) την 30-12-1998 το ποσό των 700.000 δραχμών έναντι λογαριασμού υλικών και εργασιών Δεκεμβρίου 1998, 5) την 15-1-1999 το ποσό των 400.000 δραχμών για πληρωμή 300.000 δρχ.
στον Κ. και 100.000 δρχ. στον Σ. για ξυλεία στέγης, 6) την 29-1-1999 το ποσό των 1.545.000 δραχμών για εξόφληση λογαριασμού μέχρι 20-1-1999, εργασία, υλικά, ΙΚΑ και 120.000 δραχμές για Ν. Γ. , 7) την 25-2-1999 το ποσό των 2.120.000 δραχμών για κατασκευές, 8) την 4-3-1999 το ποσό των 662.000 δραχμών για εξόφληση 5ου λογαριασμού μέχρι 28-2-1999, 9) την 26-3-1999 το ποσό των 1.500.000 δραχμών έναντι λογαριασμού, 10) την 14-4-1999 το ποσό των 1.300.000 δραχμών για οικοδομικές εργασίες, 11) έναντι λογαριασμού το ποσό των 1.500.000 δραχμών, 12) την 4-5-1999 το ποσό των 3.000.000 δραχμών έναντι 7ου λογαριασμού, 13) την 11-5-1999 το ποσό των 3,329.000 δραχμών για εργασίες κατασκευής, 14) την 27-5-1999 το ποσό των 4.000.000 δραχμών έναντι 8ου λογαριασμού, 15) την 7-6- 1999 το ποσό των 3.000.000 δραχμών έναντι 8ου λογαριασμού, 16) την 18-6-1999 το ποσό των 4.049.000 δραχμών έναντι λογαριασμού, 17) την 28-6-1999 το ποσό των 4.000.000 δραχμών έναντι λογαριασμού, 18) την 8-7-1999 το ποσό των 4.000.000 δραχμών έναντι λογαριασμού εργασιών, 19) την 21-7-1999 το ποσό των 951.000 δραχμών εξόφληση λογαριασμού Ιουνίου 1999, 20) την 22-7-1999 το ποσό των 4.000.000 δραχμών έναντι λογαριασμού Ιουλίου, 21) την 2-9-1999 το ποσό των 15.000.000 δραχμών έναντι λογαριασμού, 22) την 15-9-1999 το ποσό των 2.000.000 δραχμών έναντι λογαριασμού οικοδομής, 23) την 26-10-1999 το ποσό των 15.000,000 δραχμών έναντι λογαριασμού οικοδομής, 24) την 17-3-2000 το ποσό των 350.000 δραχμών για πρώτη δόση πετράδων έναντι λογαριασμού 1.250.000 δραχμών (υπόλ. 950.000), 25) 19-4-2000 το ποσό των 300.000 δραχμών για λογαριασμό πετράδων έναντι 2η δόση, 26) 16-5-2000 το ποσό των 300.000 δραχμών έναντι λογαριασμού πετράδων, 27) το ποσό των 300.000 δραχμών για εξόφληση λογαριασμού πετράδων και 28) την 15-6-2001 το ποσό των 5.000.000 δραχμών έναντι λογαριασμού συνεργείων και εξόδων υλικών κλπ, ήτοι συνολικά το ποσό των 81.441.500 δραχμών (βλ.
επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον ανακόπτοντα φωτοαντίγραφα αποδείξεων είσπραξης). Με το τέλος όμως των εργασιών τον Μάρτιο του έτους 2000 οι διάδικοι δεν εκκαθάρισαν τους λογαριασμούς τους και για το λόγο αυτό, επειδή εν τω μεταξύ είχε παρέλθει ο χρόνος (Φεβρουάριος του έτους 2001) που μπορούσε να εμφανιστεί εμπροθέσμως η δοθείσα ως άνω επιταγή προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, συμφώνησαν και αντικαταστάθηκε αυτή με ισόποση νέα, ήτοι με την με αριθμ.
……., και αναγραφόμενη, μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεως 30-4-2003, για την οποίαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Όμως και στη συνέχεια δεν μπόρεσαν να εκκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους, δεδομένου ότι διαφωνούσαν ως προς το ύψος των καταβολών που είχε κάνει ο ανακόπτων και των δαπανών που είχε πραγματοποιήσει ο καθ' ου η ανακοπή.
Ειδικότερα ισχυρίστηκαν: Α) ο μεν ανακόπτων ότι οι δαπάνες δεν ξεπερνούσαν το ποσό των 45.000.000 δραχμών, ο δε καθ' ου η ανακοπή ότι πλήρωσε μέσω του τεχνικού του γραφείου συνολικά το ποσό των 118.428.521 δραχμών, ήτοι: α) 35.128.365 δραχμές για πληρωμές βάσει τιμολογίων (αγορές δομικών υλικών, όπως μπετόν, θερμομονωτικών υλικών, τούβλων, σιδήρων, μαρμάρων, ασβέστη κλπ) και καταστάσεων του Ι.Κ.Α, β) 34.001.032 δραχμές για πληρωμές που έγιναν κατά την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών από τον εργοδηγό Ά.
Α. και με αποδείξεις λιανικής-τιμολόγια, που παραδόθηκαν στον ανακόπτοντα ήτοι για εκσκαφές, επιχώσεις, μεταφορές χωμάτων εκσκαφών, τσάπα, DBC, φορτωτές, αυτοκίνητα, οδοστρωτήρα, τένις, γερανοί 2, αγορές και μεταφορά κηπευτικού χώματος δραχμές 7.965.000, για αγορά σιδήρου (επιπλέον) 17.430 κιλά δραχμές 2.015.605, για αγορά μαρμάρων Κοζάνης δραχμές 1.971.500, για νεροχύτη μαρμάρινο δραχμές 138.000, για προμήθεια πέτρα επενδύσεων τοίχων, 6 βόθρων πλάκες πρόπαν για πλακοστρώσεις δραχμές 4 300.000, για τουβλάκι εμφανές δραχμές 60.000, για διάφορες σιδηροκατα-σκευές δραχμές 620.000, για σιδηροδοκούς παταριού μεγάλης μπαλκονόπορτας, σιδερένιες πόρτες, κάγκελα οικοδομής δραχμές 830.000, για υδρορροές δραχμές 140.000, για ψευτόκασες ξύλινες δραχμές 141.000, για βιομηχανικό δάπεδο - ελαφρομπετόν ταρατσών και εσωτερικών χώρων δραχμές 1.380.000, για αγορές παντός είδους, υλικά, μικροαποδείξεις δραχμές 3.852.756, για εξοφλήσεις κτίστη Ν.
Α. (κύρια οικοδομή) δραχμές 400.000, για εξόφληση σκεπής (Κ.) δραχμές 1.050.000, για τοπογραφήσεις δραχμές 235.000, για μεταφορές παντός είδους υλικών δραχμές 583.700, για τοποθέτηση υαλότουβλων 280.000, για τοποθέτηση οριζόντιων αποχετευτικών σωλήνων, οριζόντιων υδρορροών, σωλήνων παροχής νερού στο σπίτι από το πηγάδι δραχμές 1.480.000, για συνεργείο υγρομονώσεων (τοποθέτηση μεμβράνης) δραχμές 814.971, για υγρομόνωση σκυροδεμάτων γκαράζ δραχμές 246,000, για ζυγολόγια σιδήρου, πέτρας, πλακών δραχμές 96.500, για κατασκευή τζακιού δραχμές 1.100.000, για κατασκευή μπάρμπεκιου δραχμές 450.000, για ξυλεία βόθρων δραχμές 142.000, για τσιμεντοκονία πισίνας δραχμές 530.000, για αγορά τσιμέντων, ασβέστη κλπ δραχμές 632.000, για αγορά μαρμάρων δραχμές 2.547.000 και γ) 34.001.031 δραχμές για 2.757 ημερομίσθια και 177 ένσημα του εργατοτεχνικού προσωπικού που πληρώθηκαν στο "χέρι" αυτού και Β) ο μεν ανακόπτων ότι οι καταβολές προς τον καθ' ού ανήλθαν συνολικά στο ως άνω ποσό των 81.441.500 δραχμών, ο δε καθ ου ότι ανήλθαν στο ποσό των 71.886.188 δραχμών.
Έτσι, κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντα προέκυπτε χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος του καθ' ου, ύψους 36,441.500 δραχμών (81.441.500 δραχμές 45.000.000 δραχμές), το οποίο του είχε καταβάλει επί πλέον, ενώ κατά τους ισχυρισμούς του καθ' ου προέκυπτε χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος του ανακόπτοντα ύψους 37,542.333 δραχμών (118.428.521 δραχμές - 71.886.188 δραχμές), το οποίο δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής και όφειλε να του καταβάλει ο ανακόπτων εντολέας του.
Ο καθ' ου η ανακοπή παρέδωσε στον ανακόπτοντα χειρόγραφους λογαριασμούς με το ως άνω χρεωστικό υπόλοιπο. Ο τελευταίος δεν συμφώνησε με το υπόλοιπο, δεδομένου ότι πίστευε ότι τα κονδύλια του λογαριασμού, ο οποίος δεν συνοδευόταν από τα αντίστοιχα παραστατικά, ήταν υπερβολικά και διογκωμένα και χωρίς να αποδεχτεί και να αναγνωρίσει τον λογαριασμό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο καθ' ου, αλλά αντίθετα αμφισβητώντας τον, προσέφυγε στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος για την σύνταξη πραγματογνωμοσύνης για το κόστος των εργασιών που εκτέλεσε ο καθ' ου η ανακοπή και συγχρόνως κοινοποίησε στον τελευταίο την από 31-10-2001 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία, που νόμιμα επιδόθηκε σ' αυτόν (βλ.
με αριθμ. …… έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Α. Ζ.) με την οποίαν, υπολογίζοντας ότι οι δαπάνες οι οποίες είχε πραγματοποιήσει για την εκτέλεση της εντολής δεν ξεπερνούσαν το ποσό των 30.000.000 δραχμών, ενώ αυτός του είχε καταβάλει, κατά τα προεκτεθέντα, μεγαλύτερο ποσό, του ζήτησε εκτός των άλλων, να του επιστρέψει την επίδικη επιταγή.
Ωστόσο ο καθ' ου η ανακοπή παρά την αμφισβήτηση του λογαριασμού από τον ανακόπτοντα θεώρησε ότι η συναλλαγή τους με την παράδοση των ιδιόχειρων λογαριασμών είχε εκκαθαριστεί με χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος του αντιδίκου του και ότι, εφόσον πληρώθηκε ο όρος από τον οποίον ήταν εξαρτημένη η είσπραξη της επίδικης επιταγής, ήτοι η ύπαρξη του προαναφερθέντος χρεωστικού υπολοίπου εις βάρος του αντιδίκου του, προέβη στην έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής.
Από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν δεν αποδείχτηκε ότι οι δαπάνες που πραγματοποίησε ο καθ' ου η ανακοπή για την εκτέλεση της μεταξύ αυτού και του ανακόπτοντα σύμβασης εντολής ανήλθαν στο ποσό των 118.428.521 δραχμών, δεδομένου ότι δεν αποδείχτηκαν οι δαπάνες για την αγορά δομικών υλικών (μπετόν, θερμομονωτικών υλικών, τούβλων, σιδήρων, μαρμάρων, ασβέστη κλπ), αφού από τα νόμιμα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν προκύπτει η επί μέρους προμήθεια των υλικών αυτών, οι ποσότητες, που αγοράστηκαν και η αξία καθενός από αυτά, καθώς και οι προμηθευτές αυτών (τα προσκομιζόμενα από τον καθ' ου τιμολόγια, κατά τα προεκτεθέντα, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη).
Επίσης, δεν αποδείχτηκε ότι ο καθ' ου η ανακοπή παρέδωσε στον ανακόπτοντα (ποία, πότε και για ποια εργασία ή υλικά) τιμολόγια ή αποδείξεις πληρωμής και ευρίσκονται στα χέρια του τελευταίου και αφορούν τις προαναφερθείσες εργασίες και υλικά (υπό στοιχείο (β) ως άνω) για την διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου της οικοδομής, οι συγκεκριμένοι εργάτες και τεχνίτες, που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, οι αμοιβές αυτών, και τέλος, τα πραγματοποιηθέντα από κάθε εργάτη και τεχνίτη ημερομίσθια και οι καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές τους, καθώς και τα καταβληθέντα, αντιστοίχως, στον καθένα απ' αυτούς χρηματικά ποσά αντί των ασφαλιστικών εισφορών.
Ειδικότερα δε θα πρέπει να αναφερθεί σε σχέση με το κονδύλιο των 4.148.556 δραχμών, που υπολογίζει ο καθ ου η ανακοπή ως δαπάνη για την εκτέλεση της εντολής και αφορά μέρος του τιμήματος των πωλήσεων ποσοτήτων ετοίμου σκυροδέματος από την εταιρία "Μ. Α.Ε." προς τον ανακόπτοντα αποδεικνύεται ότι δεν καταβλήθηκε απ' αυτόν στην ως άνω πωλήτρια εταιρία, αλλά υποχρεώθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει για την εξόφληση του στον πληρεξούσιο δικηγόρο της εταιρίας "Μ.
Α.Ε." το ποσό των 20.133,99 €, μετά την έκδοση εις βάρος του της με αριθμ. 83/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου (τακτική διαδικασία), η οποία κατέστη τελεσίδικη με την με αριθμ. 172/2007 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού. Επίσης σε σχέση με το κονδύλιο των 18.765.750 δραχμών για ασφαλιστικές εισφορές, που δίνονταν κατά τους ισχυρισμούς του καθ' ου η ανακοπή στο "χέρι" του εργατοτεχνικού προσωπικού, δεν αποδείχτηκαν, κατά τα προαναφερθέντα, τα πραγματοποιηθέντα από κάθε εργάτη και τεχνίτη ημερομίσθια και τα καταβληθέντα, αντιστοίχως, σε καθένα απ' αυτούς χρηματικά ποσά αντί των ασφαλιστικών εισφορών, ενώ σε σχέση με το κονδύλιο των 9.516.000 δραχμών για σκυροδέτηση εξειδικευμένων εργασιών δεν αποδείχτηκε ποια συνεργεία χρησιμοποιήθηκαν γι' αυτές, οι ημέρες που εργάστηκαν, οι εκτελεσθείσες από αυτά επί μέρους εξειδικευμένες εργασίες και οι αντίστοιχες αμοιβές.
Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να προκύψει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ιδιόχειρες καταστάσεις του καθ' ου, στις οποίες έχουν καταχωρηθεί δαπάνες υλικών, αμοιβές εργατοτεχνικού προσωπικού κλπ, ανερχόμενες στο ποσό που ισχυρίζεται ο καθ' ου η ανακοπή για την εκτέλεση της κατάσταση, καθώς και άλλες πληρωμές με απόδειξη λιανικής που παρέδινα στον κ.
Χ. Γ. Το συνολικό ύφος των πληρωμών ανέρχεται περίπου στα 50.000.000 δραχμές και ο Α. Α., επίσης, καταθέτει αόριστα για το εργατοτεχνικό προσωπικό που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της οικοδομής του ανακόπτοντα και δη ότι "...Κατά την διάρκεια του έργου έγιναν περίπου 2.500 ημερομίσθια για εργασίες του περιβάλλοντος χώρου - καλουπώματα - σιδερώματα - πετράδες- πλακατζήδες - μαρμαράδες - παρκετατζήδες - μονώσεις και ότι άλλες εργασίες υπήρχαν.
Επικολλήθηκαν συνολικά 177 ένσημα, πληρώθηκαν στο χέρι 1400 και κόπηκαν περίπου 1.000 ένσημα. Οι εργατοτεχνίτες που δούλευαν εκεί ήταν περίπου 50, οι οποίοι ήταν (κατονομάζει 21) και άλλοι πολλοί". Επίσης, αντίθετη κρίση δεν μπορεί να προκύψει από την από Μάρτιος 2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αρχιτέκτονα- μηχανικού Σ.
Χ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ο μελετητής της οικοδομικής άδειας, που εκδόθηκε για την επίδικη οικοδομή και την από 22-1-2007 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Πολιτικού μηχανικού Ι. Α., που διορίστηκε ως πραγματογνώμονας με την με αριθμ. 108/2006 προδικαστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο ανακόπτων και προσδιορίζεται το κόστος της οικοδομής στο ποσό των 440.000 € και 552.000 €, αντίστοιχα, αλλά ούτε και από την από 29-3-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πολιτικών μηχανικών Α.
Π.και Π. Ε., την οποίαν επικαλείται και προσκομίζει ο καθ' ου η ανακοπή και προσδιορίζεται το κόστος της οικοδομής σε 315.000.000 δραχμές, εκ των οποίων 186.000.000 δραχμές αφορούν το κόστος της οικίας και 129.000.000 δραχμές το κόστος της διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου, δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται το ύψος των δαπανών που πραγματοποίησε ο καθ' ου η ανακοπή για την αποπεράτωση της οικοδομής, αφού δεν καταγράφηκαν με τις εν λόγω πραγματογνωμοσύνες μόνο το κόστος των εργασιών στις οποίες αναμείχθηκε ο καθ' ου, αλλά το συνολικό κόστος της οικοδομής (υλικών - εργασιών), συμπεριλαμβανομένων δηλαδή και των εργασιών που είχαν εκτελεστεί πριν από την σύναψη της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εντολής και προαναφέρθηκαν, ήτοι των αναγκαίων εκσκαφών και της περίφραξης των τριών πλευρών του γηπέδου, πλην της προσόψεως, της κατασκευής του σκελετού της οικοδομής και των στεγών αυτής από οπλισμένο σκυρόδεμα, της κατασκευής του ανεξάρτητου υπογείου χώρου σταθμεύσεως των αυτοκινήτων, εμβαδού, περίπου 180 τ.μ.
και μέρους της τοιχοποιίας της όλης οικοδομής, επί πλέον δε ως προς την τρίτη ως άνω πραγματογνωμοσύνη η επιμέτρηση και το κατά προσέγγιση κόστος όλων των εργασιών, που περιέχονται σ' αυτή, έγινε βάσει των σχεδίων και όχι επιτόπιου αυτοψίας, κατόπιν αρνήσεως του ανακόπτοντα να επιτρέψει στους ως άνω Πραγματογνώμονες Πολιτικούς Μηχανικούς την είσοδο στην οικοδομή.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι οι δαπάνες που πραγματοποίησε ο καθ' ου η ανακοπή ήταν κατώτερες του καταβληθέντος εκ μέρους του ανακόπτοντα ποσού των 81.441.500 δραχμών και ανέρχονταν στο ποσό των 44.296.000 δραχμών, περίπου. Ειδικότερα δαπανήθηκαν: α) για εργασίες εντός της οικίας: 1) για τοποθέτηση μαρμάρων 167,00 τμ Χ 3,500 δρχ. = 584.500 δρχ., 2) για τοποθέτηση και αγορά μαρμάρων 9,5 τμ Χ 20,000 δρχ. =1.900.000 δρχ., 3) για βιομηχανικό δάπεδο 161,00 τμ.
Χ 2.500 δρχ.=402.500 δρχ., 4) για τοποθέτηση και αγορά γρανίτου 33,0 Χ 20 000 δρχ. = 660.000 δρχ., 5) για τοποθέτηση σκαλοπατιών 20 τεμ. Χ 6.000 δρχ. = 120.000 δρχ., 6) για τοποθέτηση και αγορά σκαλοπατιών 7 τεμ Χ 20.000 δρχ. = 140.000 δρχ., 7) για τοποθέτηση κεραμικών πλακιδίων 80,0 τμ Χ 3.500 δρχ. = 280 000 δρχ., 8) για τοποθέτηση ξύλινου δαπέδου 85,0 τμ. Χ 8.000 δρχ. = 680.000 δρχ., 9) για μόνωση 41,0 τμ Χ 3.500 δρχ. = 143.500 δρχ., 10) για επενδύσεις λουτρών (Κεραμ.) 89,0 τμ.
Χ 3.500 δρχ. = 311.500 δρχ., 11) για επένδυση με ψηφιδωτό 30,0 τμ Χ 6.000 δρχ. = 180.000 δρχ., 12) για τοποθέτηση υαλότουβλων 21,0 τμ Χ 3.000 δρχ. = 63.000 δρχ., 13) για τοποθέτηση και αγορά ποδιών παραθ. 32,0 τμ Χ 20.000 δρχ. = 640.000 δρχ., 14) για τοποθέτηση και αγορά τρεχομ. Στηθαίων 29,0 τμ Χ 20.000 δρχ. = 580.000 δρχ., 15) για οπλισμένο σκυρ/μα παταριού 1,50 τμ Χ 60.000 δρχ. = 90.000 δρχ.
και 16) για οπλισμένο σκυρόδεμα μηχανοστασίου 24,0 κυβ. μ. Χ 60.000 δρχ. = 1.440.000 δρχ., β) για εργασίες στον περιβάλλοντα χώρο : 1) για άοπλο σκυρόδεμα 126,ο κυβ. μ. Χ 40.000 = 5 040.000 δρχ., 2) για οπλισμένο σκυρόδεμα 463 κυβ. μ. Χ 50.000 δρχ. = 23.150.000 δρχ., 3) για τοποθέτηση πλακών πρόπαν 253,00 τμ Χ 2.500 δρχ. = 632.500 δρχ., 4) για τοποθέτηση πλακιδίων (ΚΓιηκθΓ) 440,0 τμ Χ 3.500 δρχ. = 1.540.000 δρχ.
και 5) για τοποθέτηση πλακιδίων πισίνας 211,0 τμ Χ 3.500 δρχ. = 738.500 δρχ. και γ) για επενδύσεις : 1) επενδύσεις οικίας 107,00 τμ Χ 20.000 δρχ. = 2.140.000 δρχ., 2) επενδύσεις άλλων χώρων 225,00 τμ Χ 12.000 δρχ. = 2.700.000 δρχ. και 3) επικάλυψη τοιχίσκων με πλάκες 14,0 τμ Χ 10.000 δρχ. = 140.000 δρχ., ήτοι συνολικά 44.296.000 δρχ. Τα παραπάνω προκύπτουν από την από 28-11-2001 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του Πολιτικού Μηχανικού Α.
Π., που διορίστηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος και η οποία συντάχθηκε μετά από σχετική αίτηση του ανακόπτοντα. Ο καθ' ου η ανακοπή ισχυρίζεται ότι η πραγματογνωμοσύνη αυτή είναι ελλιπής, διότι δεν καταγράφηκαν πλήθος εργασιών που εκτελέστηκαν και δεν υποδείχθηκαν από τον ανακόπτοντα. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι δεν έχουν καταγραφεί οι θερμομονώσεις σε όλα τα εξωτερικά σκυροδέματα, οι θερμομονώσεις των δαπέδων (400 τ.μ.), οι θερμομονώσεις της στέγης και των βεραντών, η υγρομόνωση του σπιτιού περιμετρικούς για την προστασία του υπογείου, η υγρομόνωση των βεραντών και του γκαράζ (200 τμ), οι δαπάνες τοποθέτησης μαρμάρων (μερική καταγραφή), η αξία του τζακιού, των καμινάδων, των υδρορροών, των κιγκλιδωμάτων, των σιδερένιων και αλουμινένιων παραθύρων, των στηθαίων, των σκαλιών, των επενδύσεων με πέτρα (αγορά και τοποθέτηση), του ειδικού τρόπου τοποθέτησης των παρκέτων (διπλό καδρονάρισμα, ειδικά λούστρα κλπ), η δαπάνη υαλότουβλων κλπ.
Επίσης ισχυρίζεται ότι δεν καταγράφεται το σύνολο σχεδόν των εργασιών διαμόρφωσης του περιβάλλοντος ,χώρου όπως οι εκσκαφές, η δημιουργία πισίνας, χώρου τέννις, τούνελ προς το μηχανοστάσιο της πισίνας, ο οπλισμός με σκυρόδεμα της πισίνας, η περίφραξη του γηπέδου τέννις, το ννο και η στέγη του χώρου τέννις, η εκσκαφή και κατασκευή έξη βόθρων, η κατασκευή εξωτερικού φωτισμού και διόδων μεταφοράς καλωδίων, οι εξωτερικές περιμετρικές περιφράξεις με επενδύσεις από πέτρα κλπ Είναι βέβαια αληθές ότι η ως άνω πραγματογνωμοσύνη συντάχθηκε μετά από σχετικές υποδείξεις του ανακόπτοντα, πλην όμως ο καθ' ου η ανακοπή δεν αποδεικνύει τον ως άνω ισχυρισμό του περί ελλιπούς καταγραφής των γενομένων απ' αυτόν εργασιών, δεδομένου ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν δεν αποδείχτηκε η εκτέλεση των ως άνω εργασιών, τα υλικά και το εργατοτεχνικό προσωπικό που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση τους, καθώς και το κόστος για κάθε μία από αυτές.
Εξάλλου, το ότι οι δαπάνες που πραγματοποίησε ο καθ' ου η ανακοπή δεν ξεπερνούσαν το ποσό των 45.000.000 δραχμών, όσο δηλαδή αναφέρεται στην ως άνω από 28-11-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Πολιτικού Μηχανικού Α. Π. ενισχύεται και από την από 23-9-2003 επικαλούμενη και προσκομιζόμενη Πορισματική Αναφορά των υπαλλήλων τους Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ Ο.Ε.) της Περιφερειακής Διεύθυνσης Θεσσαλίας Θ.
Δ. , Γ. Κ. και Ε. Κ., που διενήργησαν έλεγχο στην επιχείρηση του καθ' ου η ανακοπή, μετά την με αριθμ. Α.Β.Μ. …./Αριθ. Παραγγ. ……. παραγγελία της Εισαγγελέως Πρωτοδικών βόλου και την με αριθμ. ………… γραπτή καταγγελία του ανακόπτοντα προς το (Σ.Δ.Ο.Ε.) σχετικά με την παράβαση φορολογικών διατάξεων εκ μέρους του καθ' ου η ανακοπή ως προς την καταβολή σ' αυτόν του ποσού των 79.791.500 δραχμών για την αποπεράτωση της οικίας του, από την οποίαν προκύπτει ότι το ποσό δαπάνης των εργασιών που εκτέλεσε ο καθ' ου, με βάση τα επίσημα στοιχεία που προσκομίσθηκαν σ' αυτούς, ανέρχεται στο ποσό των 35.239.195 δραχμών.
Ειδικότερα στην ως άνω Πορισματική Αναφορά αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι: "Για το ποσό των 79.791500 δρχ. ο Χ. Γ. δεν ήταν υπόχρεος στην έκδοση θεωρημένων αποδείξεων, γιατί όπως προαναφέραμε, δεν είχε εργολαβική σχέση με τον Ν. Δ. και σωστά εξέδωσε αθεώρητες αποδείξεις είσπραξης για το δοσοληπτικό λογαριασμό που είχε με αυτόν.
Ωστόσο όμως αφού δεν πρόκειται για ανάθεση εργολαβίας θα έπρεπε για όλα τα αγορασθέντα υλικά και για όλες τις εργασίες που έγιναν να υπάρχουν αποδείξεις λιανικής πώλησης, τιμολόγια πώλησης, τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, καταστάσεις ΙΚΑ κ.λ.π. στο όνομα του ιδιοκτήτη του έργου Ν.
Δ. που να αποδεικνύουν την πραγματοποίηση της δαπάνης στην οικία του, καθώς και το ύψος αυτής. Για το λόγο αυτό ζητήσαμε από το γραφείο των μηχανικών να προσκομίσουν αυτά τα στοιχεία που να δικαιολογούν την δαπάνη των 79.791.500 δραχμών ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ: Αφού λάβαμε υπ' όψιν: Α. του αναλυτικούς λογαριασμούς και τα φορολογικά στοιχεία αγοράς υλικών ήτοι τιμολόγια - δελτία αποστολής κ.λ.π., που προσκόμισε ο Χ.
Γ., Β. τα στοιχεία τα οποία εξέδωσαν όσοι είχαν υποχρέωση να εκδίδουν και οι οποίοι κατονομάσθησαν από τους υπεύθυνους Β. Π. και Ά. Α., Γ. τις καταθέσεις εργατών - τεχνιτών, που εργάστηκαν και οι οποίοι κατονομάσθησαν από τους Β. Π. και Ά. Α. , Δ. την έρευνα στο υποκατάστημα του ΙΚΑ Βόλου όσον αφορά την καρτέλα του εργοδότη Ν.
Δ. προέκυψαν: Από τα επίσημα στοιχεία που προσκομίσθηκαν από τον Χ. Γ. και τα οποία ελέγχθηκαν, το ποσό δαπάνης των εργασιών που δικαιολογείται με αυτά ανέρχεται σε 31.330.3895 δραχμές, ως επισυναπτόμενος ΠΙΝΑΚΑΣ No 1. Από τον διενεργηθέντα έλεγχο που κάναμε σε επιχειρήσεις - επιτηδευματίες (υπόχρεοι σε έκδοση φορολογικών στοιχείων) και από καταθέσεις εργατών που απασχολήθηκαν και αποδείχτηκε με στοιχεία η αμοιβή που εισέπραξαν προέκυψε δαπάνη ύψους 3.908.810 δραχμές, ως επισυναπτόμενος ΠΙΝΑΚΑ Νο2, την οποίαν αναγνωρίζει ο έλεγχος.
Από τις καταθέσεις όσων απασχολήθηκαν στην οικοδομή επίσης προέκυψε ότι κάποιοι εργαζόμενοι εισέπραξαν για ημερομίσθια ποσό ύψους 9.312.000 δρχ., περίπου, πλην όμως η δαπάνη αυτή δεν αποδεικνύεται από κανένα επίσημο στοιχείο και γι' αυτό δεν αναγνωρίζεται από τον παρόντα φορολογικό έλεγχο. Επομένως για την αποπεράτωση της οικίας υπήρχαν νόμιμα φορολογικά στοιχεία ή άλλα επίσημα στοιχεία (καταστάσεις ΙΚΑ κ.λ.π.) στο όνομα Ν.
Δ. για ποσό ύψους 35.239.195 δραχμών. Για ποσό δαπάνης 44.552.305 δρχ. που είναι η διαφορά των 79.791.500- 35.239.195 ή ποσό δαπάνης 82.956.717 δρχ σύμφωνα με τον μηχανικό Χ. Γ. ήτοι 118.195.912-35.239.195 δρχ. δεν προσκομίστηκαν φορολογικά στοιχεία ή άλλα επίσημα στοιχεία. Αναζητήσαμε αυτά τα στοιχεία από τον Χ. Γ. , αλλά όπως αναφέρει και στην ένορκη εξέτασή του δεν είχε άλλα στοιχεία, ισχυριζόμενος ότι με κάθε μηνιαίο κλείσιμο του λογαριασμού, τα παρέδιδε στον Ν.
Δ που ήταν επ' ονόματί του. Ο Ν. Δ. στην μήνυση που υπέβαλε, αλλά και στην ένορκη μαρτυρική εξέτασή του, ισχυρίζεται ότι ο Χ. Γ. δεν του έδινε φορολογικά στοιχεία ή λογαριασμό των εργασιών. Για το υπόλοιπο ποσό λοιπόν των 44.552.305 δρχ ή ποσό 82.956.717 δρχ σύμφωνα με τον μηχανικό Χ. Γ. , επειδή δεν προσκομίστηκαν φορολογικά ή άλλα επίσημα στοιχεία από τους εμπλεκόμενους, αλλά ούτε και από την έρευνα που πραγματοποιήθηκε με κάθε δυνατό μέσο προέκυψαν προέκυψαν τέτοια στοιχεία, ο έλεγχος δεν είναι δυνατόν να αποφανθεί εάν το ποσό δαπανήθηκε πραγματικά ή όχι και σε περίπτωση που έγινε η δαπάνη εάν εκδόθηκαν νόμιμα φορολογικά ή άλλα επίσημα στοιχεία".
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν πληρούνται οι όροι από τους οποίους είχε εξαρτηθεί η είσπραξη της επιταγής, εφόσον δεν υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος του ανακόπτοντα, ύψους 37.542.333 δραχμών (118.428.521 - 71.886.188 δραχμών), όπως ισχυρίζεται ο καθ' ου η ανακοπή, αφού ο ανακόπτων είχε καταβάλει στον καθ' ου η ανακοπή το ποσό των 81.441.500 δραχμών και οι δαπάνες που πραγματοποίησε για την εκτέλεση της εντολής που του είχε ανατεθεί δεν υπερέβαιναν το ποσό αυτό και ανέρχονταν στο ποσό των 44.296.000 δραχμών.
Επομένως, ο καθ' ου η ανακοπή δεν είχε δικαίωμα να εκδώσει την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης ανακοπής και των πρόσθετων λόγων αυτής (τρίτος και τέταρτος) πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, παρελκουμένης της εξετάσεως του πέμπτου λόγου της ανακοπής περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του καθ' ου η ανακοπή...
Εξάλλου, το αίτημα του καθ' ου η ανακοπή, που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρει νόμιμα με τις προτάσεις της παρούσης συζητήσεως, να προσκομιστούν: α) αντίγραφα της κίνησης του με αριθμ. ……………. λογαριασμού του ανακόπτοντα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, επί του οποίου συρόταν η πρώτη από τις ως άνω δοθείσες σ' αυτόν επιταγές, β) βεβαίωση της ως άνω Τράπεζας περί του ακριβούς χρόνου χορηγήσεως του μπλοκ επιταγών, που περιελάμβανε την με αριθμ.
……………. επιταγή και γ) όλα τα φύλλα των επιταγών του συγκεκριμένου μπλοκ που βρίσκονται στην κατοχή του ή στην Τράπεζα πρέπει ν' απορριφθεί, δεδομένου ότι αυτά δεν κρίνονται κρίσιμα για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η πρώτη επιταγή δόθηκε σ' αυτόν το έτος 1998, ενόψει των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προέκυψε ότι πράγματι την παρέλαβε το έτος 1998, κατά τα προεκτεθέντα".
Το Εφετείο κρίνοντας, όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Αναλυτικά αναφέρεται στα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, και θεμελιώνουν την εξενεχθείσα ως άνω κρίση του, τα οποία στηρίζουν την εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Δεν απαιτούνταν να προσδιορίσει συγκεκριμένο χρόνο κατά τον οποίο οι συμβαλλόμενοι εντολέας και εντολοδόχος θα πραγματοποιούσαν εκκαθάριση του λογαριασμού τους, αρκεί δε η αναφορά ότι δεν προέβησαν σε κοινή εκκαθάριση και δεν συμφώνησε ο αναιρεσίβλητος με το λογαριασμό που του κοινοποίησε ο αναιρεσείων.
Ρητά αναφέρεται στη φύση της επίδικης επιταγής ως καταπιστευτικής, ότι δηλαδή είχε δοθεί ως εγγυοδοσία, αφενός μεν διαλαμβάνοντας ότι αυτή δόθηκε σε αντικατάσταση της προηγούμενης εγγυοδοτικής επιταγής και για το λόγο ότι είχε παρέλθει η ημερομηνία πληρωμής εκείνης, αφετέρου, εκθέτοντας ότι η είσπραξή της είχε εξαρτηθεί από την πλήρωση των αναφερόμενων όρων, που, όμως, δεν πληρώθηκαν, και, επίσης, η φύση της επιταγής ως εγγυοδοτικής, προκύπτει και από εν γένει σαφές νόημα του περιεχομένου της απόφασης.
Εξάλλου, η απόδοση στην προσβαλλόμενη ότι περιέχει αντιφατική αιτιολογία, δεχόμενη ως αιτία έκδοσης και παράδοσης της επίδικης επιταγής το ότι είχε παρέλθει, κατά την ολοκλήρωση της εκτέλεσης του έργου το Μάρτιο του έτους 2000, η ημερομηνία πληρωμής της πρώτης επιταγής, μολονότι δέχεται, ότι η επιταγή αυτή (πρώτη) ήταν μεταχρονολογημένη και με ημερομηνία του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2001, στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση.
Τούτο διότι, η προσβαλλόμενη δέχεται μεν ότι οι εργασίες για την εκτέλεση του έργου περατώθηκαν το Μάρτιο του έτους 2000 και ότι δεν έγινε το χρόνο αυτό εκκαθάριση του λογαριασμού τους, όμως, δεν υπάρχει παραδοχή της ότι η επίδικη, δεύτερη, επιταγή, δόθηκε από τον αναιρεσίβλητο στον αναιρεσείοντα κατά την ολοκλήρωση των εργασιών.
Ούτε, είναι αντιφατική η αιτιολογία περί των ποσών που δέχεται ότι κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος εντολέας έναντι των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε ο αναιρεσείων εντολοδόχος μετά την έκδοση και παράδοση της πρώτης επιταγής, που συνέβη το φθινόπωρο του έτους 1999, και παρά ταύτα δέχεται ως γενόμενες έναντι των δαπανών καταβολές και σε ημερομηνίες προγενέστερες της παράδοσης της επιταγής.
Τούτο διότι, με το λόγο της αναίρεσης εντοπίζεται το σφάλμα στο ότι συνυπολογίστηκαν οι καταβολές που δέχθηκε η απόφαση ότι έγιναν πριν από την παράδοση της πρώτης επιταγής, το κρίσιμο, όμως, για το συνυπολογισμό των χρηματικών καταβολών, δεν είναι αν έγιναν πριν ή μετά το χρόνο παράδοσης της επιταγής αυτής, αλλά εάν οι καταβολές που αναγράφονται έγιναν για τις δαπάνες στις οποίες θα υποβάλλονταν ο εντολοδόχος αναιρεσείων για την εκτέλεση της εντολής, δεδομένου ότι η λειτουργία της σύμβασης εντολής είχε ήδη αρχίσει πριν την παράδοση της επιταγής αυτής, και για την αιτιολογία της συγκεκριμένης καταβολής τους καταφάσκει η απόφαση.
Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις, οι δε αιτιολογίες που παραθέτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους ως άνω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).
Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη της ισχυρισμούς που παραδεκτά πρότεινε και με βάση τους οποίους προκύπτει ότι η ένδικη επιταγή δεν ήταν καταπιστευτική, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη, αλλά ενσωμάτωνε πραγματική απαίτηση αυτού και ειδικότερα:
α) ότι το ποσό που ενσωμάτωνε δεν ήταν στρογγυλοποιημένο, αλλά 27.500.000 δραχμές, β) ότι το ποσό αυτής δεν αντιστοιχεί ούτε με το συνολικό ποσό της δαπάνης της οικοδομής, το οποίο ήταν μεγαλύτερο, ούτε με το ποσό κάποιου μηνιαίου λογαριασμού δαπανών ώστε να έχει αυτό το χαρακτήρα, γ) ότι η πρώτη επιταγή είχε εκδοθεί το φθινόπωρο του 1999 που οι εργασίες συνεχίζονταν και ο αναιρεσίβλητος αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες ρευστότητας, οπότε ήταν λογικό, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η επιταγή να δοθεί έναντι, ήτοι χάριν καταβολής, για τα οφειλόμενα, δ) ότι η επίδικη επιταγή παραδόθηκε 21-2-2001, κατά τη λήξη της προηγούμενης, δηλαδή ένα χρόνο μετά την εκτέλεση και παράδοση της οικίας και του περιβάλλοντος χώρου και είχε ημερομηνία πληρωμής 30-4-2003, ήτοι τρία και πλέον χρόνια μετά την περάτωση των εργασιών και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν ήταν δυνατόν να έχει εγγυητικό ή καταπιστευτικό χαρακτήρα και να συνδέεται με την εκκαθάριση του λογαριασμού.
Με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που παραδεκτά πρότεινε και συγκεκριμένα: α) ότι η επίδικη επιταγή με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δόθηκε σ' αυτόν σε αντικατάσταση προηγούμενης ισόποσης, την 21-2-2001, δηλαδή ένα χρόνο μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής και παράδοση του έργου που αφορούσε η συνδέουσα αυτούς σύμβαση, β) ότι ο αντίδικος εξακολουθούσε και μετά την παράδοση του έργου αυτού και για αρκετούς μήνες μετά από αυτήν, να του καταβάλει διάφορα ποσά μέχρι τις 15-6-2001.
Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη με την αιτίαση ότι, ενώ αυτός επανέφερε ενώπιον του Εφετείου το αίτημά του για επίδειξη εγγράφων, ήτοι αντιγράφου της κίνησης του λογαριασμού του αναιρεσίβλητου από τον οποίο είχε εκδοθεί η πρώτη επιταγή, ώστε να διαπιστωθεί πότε ακριβώς του δόθηκε, καθόσον ο ίδιος είχε ισχυριστεί ότι του παραδόθηκε το φθινόπωρο του 1999, σε αντίθεση με τον αντίδικό του που ισχυρίζονταν ότι την είχε παραδώσει το 1998, απέρριψε το αίτημά του και δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι την πρώτη επιταγή είχε παραλάβει αυτός το έτος 1998, λαμβάνοντας έτσι υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή μη λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που προτάθηκαν.
Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλην όμως είναι απαράδεκτοι, καθόσον τα προτεινόμενα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης που προαναφέρθηκε, αλλά πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στην απόδειξη, παρεκτός του ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα αυτά που είχαν ισχυριστεί οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους και κατέληξε σε αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό.
Επίσης, το Εφετείο δεν παρέλειψε να ερευνήσει το αίτημα επίδειξης εγγράφων που είχε υποβάλει ο αναιρεσείων, αλλά εξέτασε τούτο και ρητά το απέρριψε, κρίνοντας ότι τα έγγραφα των οποίων αιτήθηκε την επίδειξη δεν ήταν κρίσιμα για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί του χρόνου παράδοσης της πρώτης επιταγής.
Εξάλλου, με το ένα μέρος του πέμπτου λόγου της αναίρεσης, ο αναρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη ότι δεν έλαβε υπόψη της τον αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε εγκρίνει και αναγνωρίσει ρητά, άλλως σιωπηρά, τα ποσά των μηνιαίων δαπανών στις οποίες ο αναιρεσείων υποβλήθηκε για την εκτέλεση της εντολής που του είχε αναθέσει, όσο και το συνολικό ποσό της δαπάνης αυτής, δεδομένου ότι κάθε μήνα ο αναιρεσείων συνέτασσε και παρέδινε στον αναιρεσίβλητο καταστάσεις στις οποίες αναλυτικά αναγράφονταν οι δαπάνες που πραγματοποιούσε για την εκτέλεση της εντολής, ο τελευταίος τις έλεγχε και κατέβαλε τα ποσά των δαπανών, αρχικά σε πλήρη εξόφληση αυτών και ακολούθως, λόγω των οικονομικών προβλημάτων, έναντι του οφειλόμενου ποσού και εκδίδονταν οι σχετικές αποδείξεις, ώστε να μην έχει σημασία η μεταγενέστερη αμφισβήτησή τους με το από 31-10-2001 εξώδικο που του κοινοποίησε.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, από την επιτρεπτώς επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, δεν παρείδε τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αλλά έλαβε αυτόν υπόψη, εκτίμησε και αξιολόγησε τούτον και με βάση τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα τον απέρριψε κατ' ουσίαν, αφενός μεν ρητά κατά το μέρος που στηριζόταν σε χειρόγραφους λογαριασμούς και το προκύπτον από αυτούς χρεωστικό υπόλοιπο, αφετέρου με τις περιεχόμενες και εκτιθέμενες ανωτέρω παραδοχές, με τις οποίες δέχθηκε ως αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό, ειδικότερα, δε, με τις παραδοχές ότι ο αναιρεσίβλητος, έναντι των δαπανών που πραγματοποιούσε ο αναιρεσείων για την εκτέλεση της εντολής, είτε του έδινε προκαταβολικά διάφορα χρηματικά ποσά για τη διενέργεια των πληρωμών, ώστε ο τελευταίος να πληρώσει δαπάνες, είτε, το συνηθέστερο, απέδιδε εκ των υστέρων τμηματικά τις δαπάνες που είχε πραγματοποιήσει εκείνος για την κανονική εκτέλεση της εντολής, καθώς και ότι από το χρόνο περάτωσης του έργου, ήτοι πριν από την κοινοποίηση του εξωδίκου, είχαν διαφωνήσει στις εκτελεσθείσες δαπάνες και το ύψος αυτών, όπως και στο ποσό που είχε καταβληθεί έναντι αυτών, και ότι ο αναιρεσίβλητος θεώρησε υπερβολικά και διογκωμένα τα κονδύλια των λογαριασμών και ζήτησε τη σύνταξη πραγματογνωμοσύνης από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος για το κόστος των εργασιών που αφορούσε η εντολή.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).
Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι? αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν αναιρείται η λήψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 455/2014, ΑΠ 798/2010). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 2/2008). Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που προσκομίστηκαν νοούνται εκείνες των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, που αφορά τον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία για την ταυτότητα του νομικού λόγου (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 9/2000).
Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η επίκληση στην κατ' έφεση δίκη εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, αλλά απαιτείται σε κάθε περίπτωση σαφής και ειδική επίκληση των προσκομιζόμενων εγγράφων είτε με τις προτάσεις της διεξαγόμενης στο Εφετείο συζήτησης είτε με παραπομπή δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένα μέρη των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΑΠ 165/2016, ΑΠ 106/2015).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός για την παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του και να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτό είναι χρήσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη καθώς και το παραδεκτό της προσαγωγής του, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1850/2009, ΑΠ 58/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης και με στοιχείο γ', διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της την από 29-3-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πολιτικών μηχανικών Α. Π.και Π. Ε. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, αιτιάται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα τιμολόγια και τις καταστάσεις συνολικής άθροισης που αφορούσαν ποσό 39.128.365 δραχμών, καταβολής για αγορά δομικών υλικών που έγινε δια χειρός Β.
Π., με την αιτιολογία ότι δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση αυτών. Επίσης, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης, ότι δεν έλαβε υπόψη της την από 10-2-2004 αγωγή του υδραυλικού Α.Κ. κατά του αναιρεσίβλητου που αφορούσε καταβολή αμοιβής, το από 19-3-2002 πινάκιο αμοιβών του ΤΕΕ για οφειλόμενη από τον αναιρεσίβλητο αμοιβή της αρχιτέκτονα Ό.
Η.-Γ., συζύγου του, και τις καταγγελίες απασχοληθέντων στην εκτέλεση του έργου εργατοτεχνιτών προς το ΙΚΑ, εναντίον του αναιρεσίβλητου για τη μη καταβολή οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών. Ισχυρίζεται ότι τα ως άνω έγραφα επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και του Εφετείου.
Όσον αφορά τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την εκ του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, καθόσον ρητά το Εφετείο αναφέρεται στην εκτίμηση της προσκομισθείσας από τον αναιρεσείοντα από 29-3-2002 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, ανεξάρτητα από το ότι το Δικαστήριο δεν συνήγαγε από αυτήν την κρίση που θεωρεί αυτός ορθή.
Σχετικά με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, είναι, επίσης, αβάσιμος. Τούτο διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων που υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι αυτός επικαλείται προς απόκρουση των λόγων της έφεσης του αναιρεσίβλητου και απόδειξη των δικών του ισχυρισμών, συγκεκριμένα έγγραφα, στα οποία δεν περιλαμβάνονται ειδικά προσδιοριζόμενα ως προς τα στοιχεία τους τιμολόγια και καταστάσεις πληρωμών ΙΚΑ και συνολικής άθροισης καταβολών, ώστε να μπορεί να γίνεται ταυτοποίηση τούτων, η δε αναφορά ότι επικαλείται και προσάγει όλα τα έγγραφα που προσήγαγε με επίκληση στην πρωτόδικη δίκη, είναι εντελώς αόριστη, μη αναφερόμενη σε συγκεκριμένα σημεία των πρωτόδικων προτάσεων με τις οποίες γίνεται επίκληση αυτών.
Τέλος, αβάσιμος παρίσταται και ο έβδομος λόγος της αναίρεσης, δεδομένου ότι από τη γενική αναφορά της προσβαλλόμενης ότι έλαβε υπόψη της για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος, εκτός των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, με ειδική, μάλιστα, αναφορά στη μη λήψη υπόψη των συγκεκριμένων εγγράφων των οποίων δεν έγινε, κατά τα αναφερόμενα στον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, νόμιμη επίκληση, καθώς και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης που παρατέθηκε ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά.
Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, με τις οποίες αποδίδονται πλημμέλειες από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.
Όμως, δεν συνιστούν ¨έγγραφα¨, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρα 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, που συντάχθηκαν μετά από αίτηση των διαδίκων και προσκομίζονται από αυτούς, η τυχόν δε παραμόρφωση του περιεχομένου τους δεν ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 86/2015, ΑΠ 936/2014, ΑΠ 106/2013).
Περαιτέρω, αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποιο συγκεκριμένα έγγραφο, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 578/2007, ΑΠ 296/2006, ΑΠ 837/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω από 29-3-2002 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης των πολιτικών μηχανικών Α.
Π. και Π. Ε., δεχόμενο ότι οι άνω πολιτικοί μηχανικοί στην έκθεσή τους κατέγραψαν το συνολικό κόστος της οικοδομής, ήτοι και των εργασιών που είχαν εκτελεστεί πριν από τη σύναψη της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εντολής και όχι μόνο το κόστος των εργασιών που έγιναν υπό την επίβλεψη του αναιρεσείοντος, ενώ από την έκθεση προκύπτει σαφώς, εκτός από το κόστος του συνολικά εκτελεσθέντος έργου και το κόστος των εργασιών που είχαν περατωθεί μέχρι την ανάμειξη του αναιρεσείοντος στην εκτέλεση με βάση τη σύμβαση της εντολής, ώστε να μπορεί να προκύψει το ποσό που αναλογεί στις γενόμενες από αυτόν δαπάνες κατασκευής.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Τούτο διότι: α) είναι αντιφατικός έναντι του τρίτου λόγου αναίρεσης κατά το υπό στοιχ. γ' μέρος του, με το οποίο προβάλλεται, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του ίδιου αμέσως πιο πάνω εγγράφου.
β) Και αν ακόμη το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της τεχνικής αυτής έκθεσης των εχόντων ειδικές γνώσεις πολιτικών μηχανικών, δεν ιδρύεται, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, καθόσον η έκθεση αυτή δεν αποτελεί αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 420 επ. ΚΠολΔ, έγγραφο.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και αφού ο ένατος λόγος της αίτησης αναίρεσης έχει ήδη απορριφθεί με την 8/2017 απόφαση της Β' Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία είχε παραπεμφθεί με την 1357/2013 απόφαση του παρόντος Τμήματος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-6-2010 αίτηση του Χ. Γ., για αναίρεση της 125/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2020.