Supreme Court dismisses appeal on civil liability for negligence and procedural defects in evidence handling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding civil liability for negligence. The appellant argued that the lower court misread a document and distorted the engineer's statement, claiming these were errors of law. The court ruled that the appellant failed to provide the full document text required to prove misreading and that his arguments regarding the document's content were contradictory and inadmissible. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellees.
Legislator headnote
AI generatedArticle 330 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court must reject appeals based on misreading of documents if the full text is not provided, and dismiss contradictory arguments where one claim negates the factual basis of another.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 837 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 837/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Απόστολο Γεωργιάδη και Νικόλαο Δούναβη.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ε. χήρας Κ. Τ., το γένος Ι. Κ. και 2.Ι. Τ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Αναγνωστάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/1/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 331/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6099/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/10/2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 10/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως (κατά το πρώτο σκέλος του), ο τέταρτος λόγος (κατά το πρώτο σκέλος του), ο πέμπτος λόγος και ο ένατος (κατά το πρώτο σκέλος του) και να γίνουν δεκτοί οι υπόλοιποι λόγοι. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ, "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η ως άνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή τόσο επί συμβάσεων, όσο και επί αδικοπραξιών, δηλαδή σε κάθε περίπτωση όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα.
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 ( 1 Π.Κ. που ορίζει ότι "με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ, "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη.
Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως." Περαιτέρω, το άρθρο 286 Π.Κ, όπως είχε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 20 ( 5 α' του ν. 2331/1995, όριζε ότι "όποιος κατά τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου ή μιας κατεδάφισης με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών".
Το έγκλημα αυτό είναι στιγμιαίο, συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως και ουσιαστικό. Τούτο σημαίνει ότι η αντικειμενική του υπόσταση περιλαμβάνει αφ' ενός μεν ορισμένη ενέργεια και αφ' ετέρου ορισμένο αποτέλεσμα, το οποίο, εν όψει της φύσεως του εγκλήματος ως συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, είναι η πρόκληση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου και όχι η πραγματοποίησή του.
Η τελευταία κείται εκτός της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 286 Π.Κ, γι' αυτό αν ο κίνδυνος για τη ζωή ανθρώπου η την υγεία που προκλήθηκε από αυτό πραγματωθεί, τότε τελείται το οικείο έγκλημα βλάβης με τη μορφή της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης. Τα εγκλήματα όμως βλάβης απορροφούν τα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως του ίδιου έννομου αγαθού.
Συνεπώς, αν από την κατάρρευση μιας πλημμελώς κατασκευασθείσης οικοδομής επέλθει ο θάνατος προσώπου, ο κατασκευαστής αυτής υπέχει ευθύνη μόνο για ανθρωποκτονία, η οποία τελείται όχι με θετική πράξη, τουτέστιν με την εκτέλεση του οικοδομικού έργου κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων, αλλά με την παράλειψη αποτροπής του κινδύνου που προκλήθηκε από αυτό. 'Ετσι, μεταξύ των εγκλημάτων της παραβιάσεως των κανόνων της οικοδομικής (Π.Κ. 286) και της ανθρωποκτονίας που συντελείται με τον ανωτέρω τρόπο (Π.Κ. 15, 299 ( 1, 302) υπάρχει φαινομένη συρροή, όπου η ανθρωποκτονία απορροφά το έγκλημα του άρθρου 286 και το καθιστά μη τιμωρητή προτέρα πράξη.
Τέλος, από το άρθρο 17 Π.Κ. προκύπτει ότι χρόνος τελέσεως των εγκλημάτων παραλείψεως είναι εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος όφειλε να ενεργήσει. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, ο χρόνος αυτός είναι το διάστημα που αρχίζει από την παράδοση του κτιρίου που κατασκευάσθηκε κατά παράβαση των κανόνων της οικοδομικής και τελειώνει στο χρονικό σημείο που αυτό κατέρρευσε.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής καθόσον αφορά στον αναιρεσείοντα: Η πρώτη εναγομένη εταιρία με το διακριτικό τίτλο "ΕΣΤΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ" ιδρύθηκε στις 18-9-1992. η εταιρία αυτή στεγαζόταν μαζί με την εταιρία ΡΙΚΟΜΕΞ στο κτίριο που βρίσκεται στη Λεωφόρου Τατοϊου του Δήμου Αχαρνών Αχαρνών Αττικής, το οποίο κατέρρευσε από το σεισμό της 7-9-1999, με αποτέλεσμα να τραυματισθούν θανάσιμα 39 εργαζόμενοι σ' αυτό, μεταξύ των οποίων και η θυγατέρα και αδελφή των αναιρεσιβλήτων Μ.
Τ., η οποία είχε προσληφθεί από την πρώτη εναγομένη, στις 18-9-1992, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος γραφείου. Το κτίριο αποτελείτο από πέντε ορόφους και ημιώροφο. Για το ισόγειο και τα δύο υπόγεια είχε εκδοθεί η 2914/26-5-1976 άδεια της Νομαρχίας Αττικής, για τους Α' και Β' ορόφους η 1709/1977 άδεια της ίδιας Νομαρχίας, ενώ εκδόθηκε και η 6022/13-9-1979 άδεια, με την οποία φέρεται ότι έγινε επέκταση του υπογείου, στο σημείο του κτιρίου που είχε πρόσοψη στον Κηφισό ποταμό.
Το κτίσμα όμως αυτό προϋπήρχε της αδείας, λειτούργησε δε η άδεια αυτή για νομιμοποίηση αυθαιρέτου κτίσματος. Επίσης κατασκευάσθηκαν αυθαίρετα κτίρια περιμετρικά του κυρίως κτιρίου. Το κυρίως κτίριο της οικοδομής δεν κατασκευάσθηκε σύμφωνα με τα σχέδια που είχαν κατατεθεί και εγκριθεί με τις ανωτέρω οικοδομικές άδειες.
Ο ημιώροφος του κτιρίου, ο οποίος δεν προβλέπεται στην 2914/1976 άδεια, ήταν κατασκευασμένος από σκυρόδεμα και κάλυπτε το ήμισυ της επιφάνειας των λοιπών ορόφων. Μετά το έτος 1977 και μέχρι τις 2-12-1991 επεκτάθηκε ο ανωτέρω ημιώροφος, ώστε να γίνει πλήρης κάλυψη του ορόφου με την προσθήκη κατασκευής από σιδηροδοκούς και ξύλινο πάτωμα.
Κατά το έτος 1992 η εταιρία ΡΙΚΟΜΕΞ και η πρώτη εναγομένη ανέθεσαν στον αναιρεσείοντα, ο οποίος είναι αρχιτέκτονας μηχανικός, το έργο της επέκτασης και αναδιαμόρφωσης των χώρων των γραφείων στον ημιώροφο της πιο πάνω οικοδομής, όπου μέχρι τότε υπήρχαν δύο μόνον γραφεία, ενώ ο υπόλοιπος χώρος χρησιμοποιείτο σαν αποθήκη, προκειμένου να εκμισθώσει η ΡΙΚΟΜΕΞ στην πρώτη εναγομένη χώρο για τη στέγαση των γραφείων της.
Ο αναιρεσείων ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό Δ. Β. να συντάξει σχετική μελέτη στατική αντοχής της υπάρχουσας σιδηροκατασκευής, ο τελευταίος δε στην αό 3-9-1992 σχετική τεχνική έκθεσή του αναφέρει : "Στις εγκαταστάσεις της ΡΙΚΟΜΕΞ ευρίσκεται η υπό έλεγχο κατασκευή, η οποία είχε σκοπό να στεγάσει προσωρινά τμήμα του αποθηκευτικού χώρου.
Ο τρόπος κατασκευής είναι επικάλυψη από MDF που εδράζεται σε επιτεγίδες...και αυτές μεταβιβάζουν τα φορτία σε τεγίδες διατομής...και αυτές με τη σειρά τους σε δοκούς...Οι δοκοί εδράζονται σε σιδερένια υποστυλώματα διαφόρων τομών...σε υποστυλώματα από οπλισμένο σκυρόδεμα μέσω γωνιών έδρασης...". Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και δεδομένου ότι από τις προεκτεθείσες οικοδομικές άδειες δεν προβλέπετο η κατασκευή ημιωρόφου, η εν λόγω κατασκευή ήταν αυθαίρετη.
Και ναι μεν ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν είχε σχέση με την επίβλεψη και εφαρμογή της μελέτης του μηχανικού Δ. Β., πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ο συνεργάτης μηχανικός Κ. στην ανακριτική του απολογία καταθέτει ότι η επίβλεψη και εφαρμογή της μελέτης του Δ. Β.
έγινε από το τεχνικό γραφείο του αναιρεσείοντος. Εξάλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο περί παραγραφής των απαιτήσεων των εναγόντων ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση της εφαρμογής του άρθρου 937 παρ.1 ΑΚ. Απεδείχθη εν συνεχεία ότι στις 6-10-1993 εκδηλώθηκε πυρκαϊά στον ως άνω ημιώροφο του κτιρίου, κατά την οποία καταστράφηκαν ολοσχερώς γραφεία με ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τηλέφωνα, μέρος της ψευδοροφής και του ξύλινου πατώματος, μέρος του συστήματος ψύξης-θέρμανσης, μέρος της ηλεκτρικής και μηχανογραφικής εγκαταστάσεως, χωρίς να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, δίχως όμως να επιληφθούν ακολούθως οι αρμόδιες πολεοδομικές αρχές για τον έλεγχο του κτιρίου, το μέγεθος, την έκταση και τη σοβαρότητα των προκληθεισών στο κτίριο βλαβών.
Κατά πόσο επηρεάσθηκαν τα φέροντα στοιχεία του κτιρίου από την πυρκαϊά αυτή πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν στην από 6-10-93 αναφορά του ανθυποπυραγού Μ. Π. δεν γίνεται αναφορά σε ζημιές στον φέροντα οργανισμό του κτιρίου, πλην όμως στην υπ αριθ. 3915/93 έκθεση των εμπειρογνωμόνων της εταιρίας ΠΑΣΧΑΛ και ΣΙΑ ΟΕ στην οποία ανατέθηκε η εκτίμηση των ζημιών, λόγων του ότι το κτίριο ήταν ασφαλισμένο για τον κίνδυνο πυρκαϊάς, αναφέρεται ότι από την πυρκαϊά, τη θερμότητα, τους καπνούς και τα νερά που χρησιμοποιήθηκαν για την κατάσβεση της προκλήθηκαν σημαντικές ζημιές τόσο στην οικοδομή, όσο και στο περιεχόμενο των γραφείων της επιχείρησης.
Ενόψει των στοιχείων αυτών και των προανακριτικών καταθέσεων των μαρτύρων Δ. Τ., τεχνικού διευθυντή της εταιρίας αυτής και Β. Κ., υπαλλήλου της ίδιας εταιρίας, ότι από τη φωτιά είχε επηρεασθεί το τσιμέντο, η προαναφερθείσα επιτροπή δέχθηκε ότι από την πυρκαϊά του 1993 είχε υποστεί ζημιές ο φέρων οργανισμός του ισογείου της οικοδομής, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί εισέτι η στατικότητα του κτιρίου. " Η πυρκαϊά εκείνη ήταν και έντονη και καταστρεπτική τουλάχιστον για το ισόγειο και τον ημιώροφο (ίσως και τον Α' όροφο) και είναι σίγουρο ότι είχε οδηγήσει σε προβλήματα των φερόντων στοιχείων του κτιρίου, χωρίς να υπάρξει κατάλληλη μελέτη/άδεια και αποκατάσταση (επισκευή ή και ενίσχυση).
Οι εργασίες αποκατάστασης των ζημιών της σιδηροκατασκευής ανατέθηκαν από τη ΡΙΚΟΜΕΞ και την πρώτη εναγμένη στον αναιρεσείοντα, ο οποίος όμως περιορίσθηκε στην επισκευή της σιδοροκατασκευής χωρίς να επισκευάσει τις ζημιές των φερόντων στοιχείων του ισογείου, ως όφειλε λόγω της ιδιότητός του ως μηχανικού και μπορούσε, εφόσον διαπίστωσε τις ζημιές αυτές στο φέροντα οργανισμό και τις οποίες ζημιές σε κάθε περίπτωση όφειλε να διαπιστώσει.
Αμέσως μετά το σεισμό το Υπουργείο ΠΕΧΩΔΕ συγκρότησε Επιτροπή για τη διερεύνηση των αιτίων κατάρρευσης των κτιρίων αποτελούμενη από έγκριτους επιστήμονες. Η Επιτροπή αυτή διερεύνησε επισταμένως το κτίριο της "ΡΙΚΟΜΕΞ", ήλεγξε αν αυτό κατασκευάσθηκε σύμφωνα με τις οικοδομικές άδεις και τις ισχύουσες κατά το χρόνο της κατασκευής διατάξεις του ΒΔ 10-12/31-12-1945 "Περί Κανονισμού Φορτίσεως Δομικών Έργων", του ΒΔ 18-12/26-7-1954 "Περί Κανονισμού δια την μελέτην και εκτέλεσιν οικοδομικών έργων εξ οπλισμένου σκυροδέματος" και του ΒΔ 19-2/26-2-1959 "περί αντισεισμικού κανονισμού οικοδομικών έργων" και αποφάνθηκε για τα αίτια της κατάρρευσής του.
Στην από Μαρτίου 2001 τελική και εμπεριστατωμένη πορισματική έκθεση, ομοίου περιεχομένου με την από Δεκεμβρίου 2000 προκαταρκτική της έκθεση, η Επιτροπή αναφέρει και περιγράφει κατάφωρες παραβάσεις των παραπάνω νομοθετικών διατάξεων που αφορούν κυρίως το ωφέλιμο φορτίο του κτιρίου που λήφθηκε υπόψη (Κανονισμός Φορτίσεων Οικοδομικών Έργων), μη τήρηση των διατάξεων του κανονισμού Οικοδομικών Έργων από Ω.Σ περί μυκητοειδών πλακών χωρίς δοκούς, περί επιλύσεως πλαισίων και συντάξεως αναπτυγμάτων και λεπτομερειών οπλισμών, περί ελαχίστων ποσοστών διαμήκους οπλισμού των υποστυλωμάτων, περί συνεδετηρίων κόμβων και υποστυλωμάτων (περιμετρικοί και εσωτερικοί συνδετήρες, ελάχιστε διάμετροι, μέγιστες αποστάσεις, άγκιστρα) και μη τήρηση των διατάξεων του Κανονισμού Οικοδομικών Έργων περί κανονικού αντισεισμικού υπολογισμού των γωνιακών υποστυλωμάτων και περί ελαχίστων απαιτήσεων για τα γωνιακά υποστυλώματα.
Ειδικότερα η Επιτροπή διαπίστωσε τις εξής δυσμενείς για τη στατικότητα, ασφάλεια και συμπεριφορά υπό σεισμό του κτιρίου: 1) ενώ σύμφωνα με τις άδειες (και μελέτες) το κτίριο έπρεπε να είχε 4 στοίχους υποστυλωμάτων (σε αποστάσεις περίπου 6.75-9,30-6,75=22,80μ. κατά πλάτος) σε διάταξη 8 σειρών (σε αποστάσεις περίπου 7Χ5,30=37,10 μ.
κατά μήκος), δηλ. συνολικώς 32 υποστυλώματα, κατά την αυτοψία βρέθηκε να έχει κατασκευασθεί με 4 στοίχους υποστυλωμάτων (σε αποστάσεις περίπου 5Χ7,50=37μ. κατά μήκος), δηλαδή συνολικώς με 24 υποστυλώματα. 2) Ενώ κατά τις άδεις (και μελέτες) οι πλάκες του κτιρίου έπρεπε να ήταν δοκιδωτές (ZOELLNER) μιας κατευθύνσεως κατά πλάτος, πάχους 25 ή 30 εκ.
με ικανές δοκούς κατά μήκος, διατομής 35/65 εκ. ή 30/50 εκ αυτές κατασκευάσθηκαν συμπαγείς, πάχους 25-35 εκ. χωρίς εσωτερικούς δοκούς και περιμετρικούς μόνο πέριξ των ανοιγμάτων (κλίμακας και ανελκυστήρων), δηλαδή η πλάκα εδραζόταν κατ' ευθείαν στα υποστυλώματα και μάλιστα χωρίς την επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 59 παρ.
του Β.Δ. 18-2/26-7-54 διαπλάτυνση στις κεφαλές τους. Πρόκειται για τη λεγόμενη μέθοδο της μυκητοειδούς πλάκας, η οποία δεν συνηθίζεται στις κατασκευές και ουσιαστικώς απαγορευόταν από τον ισχύοντα Κανονισμό, αφού η εφαρμογή της προϋπέθετε πλήθος ειδικών ελέγχων, περιλαμβανομένου και του δυσμενούς ελέγχου διατρήσεως πλακών, η οποία (διάτρηση πλακών) δυστυχώς επισυνέβη στο κτίριο κατά το σεισμό, έλεγχοι οι οποίοι ουδόλως έγιναν στην προκείμενη περίπτωση.
Δηλαδή το κτίριο δεν κατασκευάσθηκε σύμφωνα με τις εγκεκριμένες από την Πολεοδομία μελέτες. Η κατασκευή με λιγότερα υποστυλώματα έστω και με μεγαλύτερες διατομές, σε μεγαλύτερες αποστάσεις μεταξύ τους και με την παραπάνω μέθοδο ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντική για τη στατικότητα και ασφάλεια του κτιρίου.
Περαιτέρω η Επιτροπή διαπίστωσε ότι πολλά από τα υποστυλώματα ήταν σχεδόν άοπλα, ενώ άλλα υποοπλισμένα με ιδιαίτερη δυσμενή και ψαθυρά συμπεριφορά ακόμη και έναντι κατακόρυφων φορτίων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Επιτροπή το κτίριο δεν ήταν σε θέση να αναλάβει σεισμικό φορτίο, έστω και το προβλεπόμενο από τους κανονισμούς.
Το ανευρεθέν από την επιτροπή στο φάκελο της δεύτερης άδειας σχέδιο ξυλότυπου που αφορούσε την πρώτη άδεια και δεν συμφωνεί με το εγκριθέν από την Πολεοδομία σχέδιο ξυλότυπου της ίδιας άδειας, δεν είναι εγκεκριμένο από την Πολεοδομία και προφανώς καταρτίστηκε εκ των υστέρων προκειμένου να φαίνεται ότι ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση. 3) ενώ κατά την άδεια και τις μελέτες το κτίριο είχε δύο πλήρη υπόγεια με πλήρη περιμετρικά τοιχεία πάχους 25 εκ.
εφόλου του μήκους της περιμέτρου, τα υπόγεια αυτά βρέθηκαν ανοικτά (χωρίς τοιχεία) κατά 50% του μήκους της περιμέτρου. Επί πλέον διαπιστώθηκε, ότι όπου υπήρχαν τοιχεία, αυτά ήταν ασύνδετα με τον σκελετό και χωρίς καμία θεμελίωση, δηλαδή εδράζονταν χωρίς κανενός είδους πέδιλο κατευθείαν πάνω στο δάπεδο του δεύτερου υπογείου.
Επίσης αντί ημιωρόφου στο ισόγειο κατά 50% του εμβαδού της κατόψεως, καλύφθηκε παράνομα, όπως προαναφέρθηκε, το 100% του εμβαδού, ενώ αντί του β' ορόφου σε εσοχή κατά 3,5/4.0 μ. καλύφθηκε παράνομα το 100% της κατόψεως. 4) Τοιχώματα ακαμψίας και αντοχής έναντι κυρίως σεισμού δεν προβλέπονταν υποχρεωτικώς από τις κείμενες διατάξεις, ούτε υπήρχε σχετική πρόβλεψη στις μελέτες.
Παρά ταύτα βρέθηκαν αρκετά τέτοια τοιχώματα γύρω από τους δύο ανελκυστήρες και την κλίμακα, τα οποία όμως είχαν ελλιπή και πλημμελή όπλιση και σύνδεση με τις πλάκες. Επίσης κατασκευάσθηκε "φυτευτό" τοίχωμα πάνω στο στέγαστρο και την είσοδο του κτιρίου, στην Β γωνία του. Όλα αυτά τα τοιχώματα ήταν κακώς και έκκεντρα διατεταγμένα στην κάτοψη του κτιρίου, με προβληματική συμπεριφορά και επιβαρυντικά έναντι σεισμού. 5) Κατά την αρχιτεκτονική μελέτη, που όμως δεν λήφθηκε υπόψη στην στατική μελέτη, η περίμετρος και οι όψεις του κτιρίου διαμορφώνονταν με βαριά στοιχεία από έγχυτο ελαφρά οπλισμένο σκυρόδεμα σε δεύτερη όμως φάση, που εξασφαλίζει πλημμελή έως μηδενική μονολιθικότητα.
Στην πράξη η λύση αυτή είχε υιοθετηθεί και εφαρμοσθεί και για τα τοιχεία των δύο υπογείων, όπου αυτά κατασκευάσθηκαν. Ετσι, εκτός από τη μη μονολιθική συμπεριφορά και όσον αφορά τα τοιχεία των υπογείων και όσον αφορά τις υψίκορμες ανεστραμένες δοκούς-στηθαία στην περίμετρο των ορόφων, δημιουργήθηκαν σχεδόν σε όλη την περίμετρο ολόκληρου του κτιρίου καθ' ύψος και "κοντά" υποστυλώματα, με μικρό λόγο διατμήσεως και ιδιαίτερα ψαθυρή συμπεριφορά έναντι σεισμού. 6) Κατά τις μελέτες στους δύο πάνω ορόφους προβλέπετο ωφέλιμο φορτίο της τάξεως των 350 Kmg/m2.
Στην πράξη υπήρχαν αποθήκες και λειτουργούσαν στους παραπάνω ορόφους βαριά μηχανήματα μέχρι το έτος 1998 για τα οποία έπρεπε να είχε προβλεφθεί ωφέλιμο φορτίο της τάξεως των 500 Kg/m2 με αποτέλεσμα να καταπονείται το κτίριο. Το κτίριο είχε συνολικό φορτίο τουλάχιστον 1.20 φορές μεγαλύτερο από το προβλεπόμενο στις άδειες και μελέτες ενώ γενικώς τα συνολικά ίδια βάρη ήταν περίπου διπλάσια από τα ωφέλιμα φορτία.
Και 7) Ενώ στις μελέτες είχε γίνει κατά τον τότε ισχύοντα Αντεισεισμικό Κανονισμό ο ειδικός έλεγχος των περιμετρικών στοιχείων-υποστυλωμάτων δεν έγινε ούτε ο ειδικός έλεγχος των γωνιακών υποστυλωμάτων, ούτε και ο κανονικός έλεγχος του συνόλου του κτιρίου και των υποστυλωμάτων. Αν είχε γίνει οποιοσδήποτε στοιχειώδης έστω αντισεισμικός υπολογισμός, παρά το γεγονός ότι δεν επιτρεπόταν ουσιαστικώς η δόμηση με το σύστημα των μυκητοειδών πλακών, θα προέκυπταν σημαντικά ποσοστά οπλισμών υποστυλωμάτων, πολλαπλάσια αυτών με βάση τις άδεις ή την πραγματική κατάσταση.
Προκύπτει δηλαδή ελλιπής οπλισμός των υποστυλωμάτων του κτιρίου περιμετρικών και εσωτερικών. Ο αναιρεσείων εν γνώσει του παραβίασε, κατά τα προαναφερόμενα, τους κανόνες της οικοδομικής (άρθρο 286 Πκ), αφού με τις πράξεις του που προαναφέρθηκαν συνετέλεσε αθροιστικά στην κατάρρευση του κτιρίου, μειώνοντας ακόμη περισσότερο την αντοχή του, λόγω της άνω πλημμελούς κατασκευής του και ευθύνεται ως προστηθείς της πρώτης εναγομένης για το θανάσιμο τραυματισμό της Μ.
Τ.. Το ατύχημα εκτός από την παράλειψη τήρησης διατάξεων ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών που έπρεπε να τηρηθούν και μνηνονεύουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφαλείας των εργαζομένων οφείλεται και στον ενδεχόμενο δόλο του αναιρεσείοντος. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη απόφαση να πληρώσει στους αναιρεσίβλητους, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά.
Όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, το Εφετείο, ως προς την εκτέλεση του έργου της σιδηροκατσκευής του έτους 1992, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, ανεξάρτητα από την ιδιότητά του ως αρχιτέκτονα μηχανικού και τη μη σύνταξη από αυτόν της στατικής μελέτης του έργου, αναμίχθηκε στη διεύθυνση και εκτέλεση του έργου αυτού και ενήργησε ως επιβλέπων μηχανικός.
Επίσης, δέχθηκε ότι το έργο αυτό της σιδηροκατασκευής, που εκτέλεσε ο αναιρεσείων επιβάρυνε τη στατικότητα του κτιρίου και συνετέλεσε στην κατάρρυσή του από το σεισμό. Ως προς την αποκατάσταση των ζημιών από την πυρκαϊά του έτους 1993 το Εφετείο δέχθηκε ότι, ο αναιρεσείων δεν αποκατέστησε τις βλάβες που προκλήθηκαν από την πυρκαϊά στο φέροντα οργανισμό του κτιρίου και τις οποίες αυτός διαπίστωσε και ότι οι βλάβες αυτές επίσης συνετέλεσαν στην κατάρρευση του κτιρίου από το σεισμό.
Τέλος ως προς την παραγραφή των πράξεων δέχθηκε ότι, αυτή άρχισε να τρέχει από το χρόνο κατάρρευσης του κτιρίου και ότι συναρτάται με το χρόνο παραγραφής του ποινικού αδικήματος (κακούργημα). Μετά από όλα αυτά, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ο τρίτος, ο έκτος, ο ένατος (κατά το δεύτερο σκέλος του), ο δέκατος (κατά το δεύτερο σκέλος του), ενδέκατος, δωδέκατος (κατά το πρώτο σκέλος του) και δέκατος τρίτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς τα παραπάνω ζητήματα της ευθύνης του αναιρεσείοντος και την παραγραφή των πράξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επίσης, ο δέκατος λόγος αναιρέσεως (κατά το πρώτο σκέλος του), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ, με την επίκληση της τέλεσης των πράξεων εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατά τα έτη 1991, 1992 και 1993, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η παραγραφή άρχισε από την κατάρρευση του κτιρίου και συναρτάται με την παραγραφή του ποινικού αδικήματος.
Τέλος, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης βάση της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή έγινε από αυτή δεκτό ότι η ανάθεση του έργου της σιδηροκατασκευής στον αναιρεσείοντα έγινε κατά το έτος 1992 από την εναγομένη εταιρεία ΕΣΤΙΑ (από κοινού με τη ΡΙΚΟΜΕΞ), ενώ η σύσταση της εναγομένης ΕΣΤΙΑΣ έγινε στις 18-9-1992, με αποτέλεσμα να υπάρχει αμφιβολία αν η εναγομένη εταιρεία ΕΣΤΙΑ είχε συσταθεί κατά το χρόνο ανάθεσης της πιο πάνω εντολής στον αναιρεσείοντα, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, αφού αρκούν για την θεμελίωση της ευθύνης του αναιρεσείοντος και τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης τα άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως προς την υπαίτια συμπεριφορά του, ανεξαρτήτως του ποιος υπήρξεν ο αναθέσας σ' αυτόν την κατασκευή του έργου της σιδηροκατασκευής και δη αν και οι δύο άνω εταιρείες ή και μόνη η ΡΙΚΟΜΕΞ.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου559 αριθ.11 περ. γ' ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως (κατά το δεύτερο σκέλος του), τον τέταρτο λόγο (κατά το δεύτερο σκέλος του) και τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα την από 3-2-1992 τεχνική έκθεση του Αδ.
Β., στην οποία αυτός αναγράφει ότι εργοδότης του είναι η ΡΙΚΟΜΕΞ, τη δεύτερη μεταγενέστερη τεχνική έκθεσή του, στην οποία αναγράφονται τα ίδια, την από 2-12-1991 επιστολή του αναιρεσείοντος προς τη ΡΙΚΟΜΕΞ, στην οποία εκφράζεται η αναρμοδιότητα του αναιρεσείοντος για το θέμα της αντοχής της σιδηροκαστασκευής, το υπόμνημα του πολιτικού μηχανικού Ε.
Κ. προς τη 16η τακτική ανακρίτρια, στο οποίο ομολογείται ότι η επίβλεψη της μελέτης του Αδ. Β. έγινε από τον ίδιο, την από 14-12-2000 απολογία του σιδηρουργού Α. Χ. στην ανάκριση, την από 21-12-2000 κατάθεση στην ανάκριση της Π. Μ., την από 29-11-2000 κατάθεση στην ανάκριση του Δ. Τ., την από 21-12-2000 κατάθεση στην ανάκριση του Δ.
Κ., από τις οποίες καταθέσεις προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν είχε ανάμειξη στην αποκατάσταση των ζημιών της πυρκαϊάς του έτους 1993 και δύο επίσημες γνωμοδοτήσεις του Τ.Ε.Ε. και συγκεκριμένα τις υπ' αριθ. 43258/31-1-2003 και 5463/6-3-2003, από τις οποίες προέκυπτε, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι αυτός δεν είχε δικαίωμα ως αρχιτέκτονας μηχανικός να εκπονεί και εκτελεί μελέτες για το έργο, που φέρεται ότι εκτέλεσε στην απόφαση.
Όσον αφορά στις δύο πιο πάνω γνωμοδοτήσεις, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως (κατά το δεύτερο σκέλος του), με τον οποίο προβάλλεται η μη λήψη υπόψη των γνωμοδοτήσεων αυτών, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί οι γνωμοδοτήσεις αυτές προσκομίσθηκαν για επίλυση νομικών ζητημάτων και όχι για απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών.
Όσον αφορά στα υπόλοιπα από τα παραπάνω έγγραφα, οι υπόλοιποι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, γιατί από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του ότι αυτός, ως αρχιτέκτονας μηχανικός δεν είχε δικαίωμα να εκπονεί και εκτελεί μελέτες και έργα, όπως αυτό που αναφέρεται στην απόφαση.
Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είναι αρνητικός της βάσεως της αγωγής και δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων, ανεξάρτητα από την ιδιότητα του αρχιτέκτονα μηχανικού, αναμίχθηκε στην εκτέλεση του έργου της σιδηροκατασκευής, ενήργησε "εν τοις πράγματιν" ως επιβλέπων μηχανικός και ως εκ τούτου είχε νομική υποχρέωση από το άρθρα 286 παρ.1 ΠΚ, 1 του ΠΔ 778/1980 και 7 του Ν.1396/1983, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 3046/30/3-2-1989 απόφαση του αναπληρωτή Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, να φροντίσει για την τήρηση των προδιαγραφών ασφαλείας και να παρεμποδίσει την εκτέλεση του επικινδύνου έργου.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει παραβίαση των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, επειδή αυτός ως αρχιτέκτονας μηχανικός δεν είχε δικαίωμα να προβαίνει στις παραπάνω ενέργειες, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος.
Επίσης σε εσφαλμένη προϋπόθεση βασίζεται και είναι γι' αυτό απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα ισχυρισμό που δεν προτάθηκε και συγκεκριμένα ότι υπήρχε σχέση προστήσεως ανάμεσα σ' αυτόν και τους μηχανικούς Α.
Β. και Ε. Κ., γιατί το Εφετείο δεν έχει δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση τέτοια σχέση προστήσεως.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για το ωρισμένο του λόγου αυτού πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλω, το πλήρες περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε.
Εξάλλου, αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, όπως όταν με τον ένα λόγο πλήττεται η απόφαση διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ένα έγγραφο και με τον άλλο ότι παραμόρφωσε το ίδιο έγγραφο. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του και το δωδέκατο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε την ανακριτική απολογία του μηχανικού Ε.
Κ., αφού δέχθηκε ότι από την απολογία αυτή προκύπτει ότι η επίβλεψη και εφαρμογή της μελέτης του Δ. Β. έγινε από το τεχνικό γραφείο του αναιρεσείοντος, ενώ στην απολογία αυτή αναφέρεται κατά το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο της ότι ο πιο πάνω μηχανικός (Κ.) αναφέρει ότι συμμετείχε στην επίβλεψη της υλοποίησης της μελέτης του πολιτικούο μηχανικού Α.
Β., καθώς και την από 3-2-1992 τεχνική έκθεση του Α. Β., αφού δέχθηκε ότι με αυτή αποδεικνύεται ότι ανέθεσε ο αναιρεσείων στον Α. Β. τη σύνταξη μελέτης, ενώ από το έγγραφο αυτό αποδεικνύεται ότι τη σύνταξη της μελέτης στον Α. Β. ανέθεσε η ΡΙΚΟΜΕΞ. Ο πρώτος των λόγων αυτών (ένατος) είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο παρατίθεται μόνον το εν λόγω απόσπασμα του εγγράφου, το αναφερόμενο στην συμμετοχή του εν λόγω μηχανικού στην υλοποίηση της άνω μελέτης και όχι, όπως έπρεπε για το ωρισμένο, το πλήρες περιεχόμενο του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν η προσβαλλομένη υπέπεσε στην επικαλουμένη πλημμέλεια, με το να δεχθεί τη παραπάνω, αν ουδαμού στο έγγραφο τούτο αναφέροντο αυτά.
Ο δωδέκατος λόγος αναιρέσεως (κατά το δεύτερο σκέλος του), με τον οποίο προτείνεται η παραμόρφωση της από 3-2-1992 τεχνικής έκθεσης του μηχανικούο Β. πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί ο αναιρεσείων, όπως προαναφέρθηκε, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρόβαλλε τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του εγγράφου αυτού και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου που αναφέρεται στο ίδιο έγγραφο, είναι αντιφατικός.
Τέλος, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1362/10-11-2004 αίτηση του Α. Δ. για αναίρεση της 6099/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ