Supreme Court dismisses appeal regarding employer transfer protections when no business transfer occurred.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeals' decision to reject his claim for unpaid wages. The appellant argued that his transfer to a lower-paid position after his previous employer sold their bus exceeded 40% constituted a forced transfer requiring protection under Greek labor laws. The court found that no business transfer actually occurred because the appellant's employment relationship with the previous employer had already terminated before he joined the new entity. Consequently, the statutory protections for transferred employees did not apply, and the Court of Appeals correctly ruled the claim inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 6 para. 1 of Law 2112/1920; Art. 3 para. 1 of Decree 572/1988; Art. 2 para. 6 of Decree 229/1994: Provisions protecting employees in case of business transfer apply only if a transfer of the business actually occurred and an employment relationship existed at the time of transfer; they do not apply when the previous employment relationship has already been terminated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 578 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 578/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου.
Του αναιρεσιβλήτου: "ΚΤΕΛ Ν. Αχαϊας", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γκούβα, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 5-2-2007 δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 321/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 790/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-9-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 30-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου", κατά δε το άρθρο 3 παρ.1 του Π.Δ. 572/1988 "Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης
επιχειρήσεων κλπ", που εκδόθηκε για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς εκείνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα προς τις διατάξεις της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, ορίζεται ότι "τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας που υφίσταται κατά την ημερομηνία της για οποιοδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής το διάδοχο...".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι αναγκαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους είναι, μεταξύ άλλων, η μεταβίβαση επιχείρησης και η ύπαρξη σχέσεως εργασίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Εξάλλου, κατά την παρ.6 του άρθρου 2 του Π.Δ. 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν.Δ. 102/1973 "Η απόλυση οδηγών μπορεί να γίνει μόνο στις εξής περιπτώσεις:
α)....β) Αν μεταβιβασθεί άνω του 40% του λεωφορείου και ο νέος ιδιοκτήτης θα καταλάβει τη θέση του οδηγού. γ) Όταν πρόκειται τη θέση του οδηγού να καταλάβει τέκνο ή σύζυγος τέκνου του ιδιοκτήτη ή μετόχου του συγκεκριμένου λεωφορείου, ο οποίος όμως έχει το 40% τουλάχιστον τούτου....Στις πιο πάνω περιπτώσεις β και γ ο απολυόμενος οδηγός εντάσσεται αυτόματα στη δύναμη του ΚΤΕΛ στο οποίο ανήκει το λεωφορείο από το οποίο απελύθη, αν ο οδηγός έχει υπερβεί το 45° έτος της ηλικίας του και έχει προϋπηρεσία τουλάχιστον 5 χρόνια συνεχώς στον ίδιο ιδιοκτήτη λεωφορείου ενταγμένου στο ΚΤΕΛ, ανεξαρτήτως ηλικίας αν έχει συμπληρώσει 15 χρόνια τουλάχιστον υπηρεσία λεωφορείων ενταγμένων στο ΚΤΕΛ και εκτελεί τα καθήκοντα μιας από τις ειδικότητες του προσωπικού κίνησης με πλήρη απασχόληση, ή εφόσον έχει τα απαιτούμενα προσόντα στις θέσεις προσωπικού -διαχείρισης.
Η ένταξη των παραπάνω γίνεται στο ΚΤΕΛ προσμετρουμένου του εφάπαξ δικαιώματος αποζημιώσεως ως υπαλλήλου πλέον του ΚΤΕΛ. Τη δικαιούμενη από το Ν. 2112/20 αποζημίωση οι εργοδότες την καταβάλλουν στον αρμόδιο προς αποζημίωση υπαλλήλων, φορέα ΚΤΕΛ". Από τις ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες διασφαλίζεται το δικαίωμα εργασίας των απολυόμενων οδηγών λεωφορείων των ΚΤΕΛ στις προβλεπόμενες περιπτώσεις, προκύπτει ότι η υποχρέωση του ΚΤΕΛ εξαντλείται στην ένταξη του απολυόμενου οδηγού σε μια από τις ειδικότητες του προσωπικού κίνησης, ή εφ' όσον αυτός έχει τα απαιτούμενα προσόντα, στις θέσεις προσωπικού διαχείρισης, χωρίς να δημιουργείται παράλληλα και δικαίωμα του οδηγού για καταβολή αποδοχών του ίδιου ύψους με εκείνες που καταβάλλονταν σ' αυτόν πριν την απόλυσή του, ανεξάρτητα από τη θέση στην οποία εντάσσεται.
Εξάλλου, η ένταξη του απολυόμενου σε θέση, για την οποία προβλέπονται αποδοχές κατώτερες από εκείνες του οδηγού, δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, και 3 παρ. 1 του Π.Δ. 572/1988, οι οποίες δεν έχουν εφαρμογή, αφού δεν πρόκειται για μεταβίβαση επιχειρήσεως, δηλ. του λεωφορείου προς το ΚΤΕΛ, και για υφιστάμενη κατά το χρόνο μεταβίβασης σχέση εργασίας- αφού αυτή λύθηκε με την καταγγελία της από τον εργοδότη- ενώ δεν αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, η οποία, επίσης προϋποθέτει υφιστάμενη εργασιακή σχέση και τροποποίηση των όρων αυτής μονομερώς από τον εργοδότη.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με την ένδικη αγωγή τou o αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου που συνήψε με το αναιρεσίβλητο ΚΤΕΛ το έτος 1983, προσελήφθη από αυτό και προσέφερε τις υπηρεσίες του ως οδηγός σε λεωφορεία του και από το έτος 1991 εργαζόταν σε λεωφορείο ιδιοκτησίας των ....και ...., μέχρι τις 21-8-1997 που οι ανωτέρω εργοδότες του, τον απέλυσαν λόγω μεταβίβασης ποσοστού μεγαλύτερου του 40 % του λεωφορείου και κατάληψης της θέσης του οδηγού από τον γιο του (δεύτερου).
Ότι την 1-9-1997, σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 2 § 6 του Π.Δ. 229/1994, ο αναιρεσείων, λόγω του ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις αυτού, εντάχθηκε στο προσωπικό του αναιρεσίβλητου, το οποίο όμως του ανέθεσε καθήκοντα εισπράκτορα, καταβάλλοντος σ' αυτόν έκτοτε τις νόμιμες αποδοχές του εισπράκτορα, οι οποίες ήταν κατώτερες από τις αντίστοιχες αποδοχές του οδηγού.
Ότι σε κάθε περίπτωση, με την ένταξή του αναιρεσείοντος στη θέση εισπράκτορα και τη μείωση των αποδοχών του επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας του, με αποτέλεσμα το αναιρεσίβλητο να καταστεί υπερήμερο ως προς την καταβολή σ' αυτόν των νομίμων αποδοχών του οδηγού. Ακολούθως ο αναιρεσείων ζητεί να αναγνωριστεί, ότι το αναιρεσίβλητο οφείλει να του καταβάλλει, από την ένταξη του σ' αυτό, τις νόμιμες αποδοχές του οδηγού, συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος "άνευ εισπράκτορος" και να υποχρεωθεί να του καταβάλει για το επίδικο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 5.165.
ευρώ, που αντιστοιχεί στο παραπάνω επίδομα, κυρίως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.6 του Π.Δ. 224/1994 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 6 του Ν. 2112/1920 και 3 του Π.Δ. 572/1988, και επικουρικά κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις ή τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και το Εφετείο που την έκρινε, επίσης, μη νόμιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 3 του Ν. 2112/20, και 5 του Ν. 3198/55.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-9-2004 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 790/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ