Legislator Case Law & Legislation
629/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that the lower court did not accept unproven facts.

Case Number 629/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a labor court decision regarding bus transport arrangements. The appellant argued the lower court accepted unproven facts about bus schedules and the plaintiff's commute without evidence. The court rejected this, stating the lower court explicitly based its findings on sworn testimonies and documentary evidence presented at trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the acceptance of facts without proof is inadmissible if the lower court's decision explicitly relies on sworn testimonies and documentary evidence.

Keywords

AI generated
cassation appeal unproven facts labor dispute procedural inadmissibility evidence burden sworn testimony code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 629 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 629/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ά. Κ., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαδάκο, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ - ΘΡΙΑΣΙΟ" που εδρεύει στην Ελευσίνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Γουργαρέα, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 451/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 4921/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 26/1/2016 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 332/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία ανέβαλε την έκδοση απόφασης εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα που παραπέμφθηκε ενώπιον της με την 1855/2017 απόφαση του Α2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Κατόπιν της 10/2018 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και της από 24/7/2019 κλήσης, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 24-7-2019 κλήση, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 26-1-2016 και με αρ. καταθ. 7447/1030/2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 4921/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, μετά την έκδοση της υπ' αρ. 332/2018 αποφάσεως του παρόντος Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλε την έκδοση αποφάσεως επ' αυτής, εωσότου εκδοθεί απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί δικονομικού ζητήματος της αναίρεσης (εμπρόθεσμο) που αποτελούσε αντικείμενο άλλης δίκης και η επίλυσή του θα συντελούσε στην ασφαλέστερη διάγνωση της διαφοράς, η οποία και εκδόθηκε (βλ. ΟλομΑΠ 10/2018). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως, εντός της 3ετίας από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 § 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 § 3 του ίδ. κ., κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98, η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, όπως η τελευταία περίπτωση προστέθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/22-12-2017.

Στο άρθρο 104 εδ. τελ. ίδ. κ. ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (ΟλομΑΠ 13/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 10880/7-9-2017 και 11653/13-9-2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Π… προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της κλήσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο νπδδ.

Όμως, η πληρεξούσια δικηγόρος αυτού Κωνσταντίνα Γουργαρέα, που εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, δεν απέδειξε ότι έχει τη ρητή πληρεξουσιότητα αυτού να παραστεί και να εκπροσωπήσει το Νοσοκομείο ενώπιον του παρόντος Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της αναίρεσης στην παρούσα δικάσιμο που ορίστηκε με την από 24-7-2019 κλήση, αφού ούτε επικαλείται τούτο ούτε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας [προσκομίζεται μόνο η Πράξη Διοικητή της 13-11-2017 με αριθμ. 1795, με την οποία ο Διοικητής του Νοσοκομείου 'ΘΡΙΑΣΙΟ' εξουσιοδοτεί την άνω δικηγόρο να παραστεί και εκπροσωπήσει το Νοσοκομείο ενώπιον του Αρείου Πάγου επί της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τη δικάσιμο της 14-11-2017].

Κατά συνέπεια, εφόσον, η δικηγόρος που εκπροσώπησε το αναιρεσίβλητο νπδδ στην παρούσα δικάσιμο δεν απέδειξε ότι έχει την πληρεξουσιότητα να το εκπροσωπήσει, η έλλειψη της οποίας εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, αυτό έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου τούτου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Με την από … αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι απασχολείτο από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως νοσηλεύτρια.

Ότι στις 28-1-2007 και περί ώρα 07:40 μετά τη λήξη της εφημερίας της, επιστρέφοντας στην οικία της, οδηγώντας η ίδια αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, ξέφυγε της πορείας της, με αποτέλεσμα να προσκρούσει σε τσιμεντένια κολώνα της ΔΕΗ και να τραυματιστεί σοβαρά. Ότι πρόκειται για εργατικό ατύχημα, καθόσον προκλήθηκε από αφορμή την εργασία της και συντρεχούσης της ευθύνης από πλευράς των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου εκ των άρθρων 16 § 1 ν. 551/1915 και 914 ΑΚ ζήτησε για πλήρη αποζημίωση, ήτοι, ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη, ως ειδική αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα σε αυτή προσδιοριζόμενα χρηματικά ποσά.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 451/2012 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη (δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα των οργάνων του εναγομένου στο ατύχημα ή ότι οφείλεται σε μη τήρηση των μέτρων που προβλέπουν ειδικές διατάξεις νόμων για την ασφάλεια των εργαζομένων) και με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την ασκηθείσα από 8-3-2012 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 2, 566 § 1, 577 § 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. 1 & 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).

Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλομΑΠ 27/1998, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 259/2019). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 & 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλομΑΠ 714/1973, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 255/2018, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 432/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο για τις από τους αρ. 1 § 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, συντελεσθείσες με την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 914, 932 ΑΚ, του Ν. 1568/1985, του ΠΔ 17/1996 και του Ν. 3850/2010 για την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων στους χώρους εργασίας τους, του άρθρου 1 Ν. 551/1915 και των άρθρων 15, 28, 306, 310 & 314 ΠΚ, που συνίστανται, αφενός, στην εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχθηκε, με αποτέλεσμα να μην τις εφαρμόσει υποχρεώνοντας τον αναιρεσίβλητο σε αποζημίωσή της υλική και ηθική, μολονότι η εφαρμογή τους συνέτρεχε και, αφετέρου σε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του κριθέντος ζητήματος ότι αποκλειστικά υπαίτια για το ένδικο ατύχημα είναι αυτή (αναιρεσείουσα).

Οι λόγοι αυτοί, είναι απαράδεκτοι, ως αόριστοι, αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις, πλην της παράθεσης, σ' αυτό, περιορισμένων και κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, περικοπών της αγωγής και του κατά την εκδοχή της (αναιρεσείουσας) πραγματικού της μέρους. Ανεξαρτήτως, όμως, της αοριστίας τους, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και διότι τα περιστατικά, τα οποία διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή τους, δεν αποτελούν ζητήματα, αλλά αξιολόγηση των αποδείξεων, εκ μέρους της αναιρεσείουσας και επιχειρήματά της, ώστε με το πρόσχημα των επικαλουμένων πλημμελειών, να πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται, ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 816/2019, ΑΠ 912/2018, ΑΠ 1572/2017, ΑΠ 1539/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι δέχθηκε εντελώς αυθαίρετα πράγματα, χωρίς καμία απολύτως απόδειξη, ως αληθινά και συγκεκριμένα τις παραδοχές ότι "...Αντίθετα το εναγόμενο λαμβάνοντας υπόψη τα ως άνω εναλλασσόμενα ωράρια εργασίας του προσωπικού του και τις υποχρεωτικές εφημερίες κατά τη λειτουργία του έχει μισθώσει λεωφορεία για την ασφαλή μετακίνηση αυτού (προσωπικού) από και προς τον τόπο εργασίας τους, από τον τόπο κατοικίας τους, η δε ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί το μισθωμένο από το εναγόμενο λεωφορείο που πραγματοποιούσε τα δρομολόγια Μενίδι -Ομόνοια, το οποίο διέρχονταν από κεντρικά μέρη των ενδιάμεσων περιοχών" και "...Στις 27-1-2007 η ενάγουσα, λόγω εφημερίας του νοσοκομείου εργάστηκε στην ως άνω κλινική αυτού από ώρα 07:00 έως 15:00 επέστρεψε ακολούθως στην οικία της όπου κοιμήθηκε και ξεκουράστηκε και επέστρεψε στην εργασία της, όπου εργάστηκε από ώρα 23:00 έως την 07:00 της 28-1-2007".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, πλήττει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου (ΚΠολΔ 561 § 1). Ανεξαρτήτως τούτου, στην αναιρεσιβαλλομένη ρητώς διαλαμβάνεται, ότι το δικαστήριο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα υπ' αρ. 135/2009 πρακτικά, από τις υπ' αρ. 4890 & 4891/2009 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που η αναιρεσείουσα νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν δέχτηκε πράγματα, ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσίβλητου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-1-2016 και με αρ. καταθ. 7447/1030/2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4921/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ