Supreme Court dismisses appeal on evidence assessment and document distortion grounds under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a lower court's decision regarding a civil dispute. The appellant argued that the lower court accepted unproven factual claims and distorted the content of submitted documents without proper evidence. The court rejected these claims, ruling that the lower court's findings were based on a holistic evaluation of evidence rather than isolated errors or document misinterpretation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 10, Art. 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the acceptance of unproven facts or distortion of documents is inadmissible if the lower court's finding stems from a holistic assessment of evidence rather than relying exclusively on a specific document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 816 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 816/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Κουτσοχήνα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α. του Γ., συζύγου Π. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αθανασίου Γεωργιάδη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ν. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22955/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2570/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/3/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (Α41 242/2014, ΑΠ 273/11, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 217/2016, 2031/2007, ΑΠ 499/2007).
Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα, η από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ως αληθείς τους προβληθέντες από τους αναιρεσιβλήτους προς θεμελίωση της ενδίκου αγωγής αυτών (περί καταπτώσεως συνομολογηθείσης ποινικής ρήτρας) και πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, συνιστώντες (OA ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1209/10) ισχυρισμούς (τους) χωρίς να προσκομισθεί σχετική περί αυτών απόδειξη εκ μέρους των βαρυνομένων αναιρεσιβλήτων-εναγόντων.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες αποδείξεις, κατά τη διαλαμβανομένη σ' αυτήν ρητή παραδοχή "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα ανταπόδειξης, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (μη λαμβανομένης υπόψη της καταθέσεως του μάρτυρα αποδείξεως καθόσον ο μάρτυρας αυτός κρίθηκε εξαιρετέος από την εκκαλουμένη απόφαση καθώς και από όλα τα έγγραφα οι οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν ..." μη δυναμένη να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, ούτε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, δικαστική κρίση, αφού η τελευταία, ως αναφερομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων) είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' αρθ. 561 παρ. 1 (ΑΠ 805/2017, ΑΠ 941/92).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 438, 440 και 441 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, τα αναφερόμενα στα άρθρα αυτά δημόσια έγγραφα, εφόσον έχουν συνταχθεί από αρμόδιο καθ' ύλην λειτουργία και τόπο δημόσιο υπάλληλο, λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά α) ότι έγιναν από το πρόσωπο που τα συνέταξε ή ότι έγιναν ενώπιόν του β) την αλήθεια την οποία όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που τα συνέταξε και γ) ως προς το περιεχόμενο των διαλαμβανομένων σ'αυτά δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών, με τη διαφορά ότι για μεν τα υπό στοιχείο α έγγραφα ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή αυτών ως πλαστών για δε τα λοιπά (υπό στοιχ.
Β και γ) χωρίς την ανάγκη επικλήσεως της πλαστότητάς τους (ΑΠ 278/2010, ΑΠ 430/2009, ΑΠ 88/2003, ΑΠ 1021/2004). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι'αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτίμησής του (ΑΠ 1078/2017, ΑΠ 907/2006, ΑΠ 419/2004).
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 566 παρ. 1, 118 περ. 4 και 559 12 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για το ορισμένο του από την τελευταία διάταξη προβλεπομένου αναιρετικού λόγου, της παραβίασης δηλαδή του νόμου σχετικά με τη δύναμη του αποδεικτικού μέσου (αρ. 12), πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο δικόγραφο α) η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου, β) η αποδεικτική δύναμη αυτή και εκείνη την οποία δέχθηκε το δικαστήριο, γ) η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή του στο δικαστήριο, της ουσίας με αναφορά του τρόπου που αυτή έγινε [προτάσεις ή προσθήκη προτάσεων, για την περίπτωση που προσκομίζεται προς απόκρουση ισχυρισμού που προβλήθηκαν κατά τη συζήτηση (ΑΠ 759/2018)] συνοδευομένου με τη σχετική αποσπασματική παραπομπή στο τμήμα των προτάσεων ή της προσθήκης που διαλαμβάνουν την εν λόγω επίκληση και δ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 225/2009, ΑΠ 700/2009, ΑΠ 759/2009).
Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων καθόσον δεν προσέδωσε στα νομοτύπως μετ'επικλήσεως από την ίδια προσκομισθέντα προς απόκρουση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων (και συγκεκριμένα προς απόδειξη του χρόνου περατώσεως του έργου) έγγραφα "α) της από 20-6-2006 αναφοράς περαίωσης του έργου της Μ. Σ. αρμόδιας υπαλλήλου της Τεχνικής Υπηρεσίας Δήμων και Κοινοτήτων (ΤΥΔΚ) Νομού …. β) της από 26-6-2002 βεβαίωσης περάτωσης εργασιών του προϊσταμένου της ΤΥΔΚ Α. Α. γ) των υπ'αρθ. 93/6-9-05 και 96/23-9-05 αποφάσεων της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου …. και δ) της από 18-10-15 συμβάσεως κατασκευής έργου μεταξύ του Δημάρχου …. και της εργολάβου Ε. Μ.", την κατ' άρθ. 438, 440 και 441 ΚΠολΔ αυξημένη έναντι πάντων αποδεικτική δύναμη δεχθείσα την κατ'αυτών ανταπόδειξη χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών, παρόλο που την κρίση αυτή απέκλειε ο χαρακτήρας των εν λόγω εγγράφων ως βεβαιούντων γεγονότα τα οποία έγιναν ενώπιον των συντακτών τους.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος λόγω αοριστίας απορρέουσας από την παράλειψη παραπομπής στο συγκεκριμένο τμήμα των κατατεθεισών στο δικαστήριο της ουσίας προτάσεων που φέρεται ότι διαλαμβάνεται η εν λόγω επίκληση για την οποία δεν εξαρκεί η αναφορά ότι "προσκομίσαμε και επικαλεστήκαμε τόσο πρωτοδίκως όσο και δευτεροβαθμίως δια των προτάσεών μας τα ..." αφού αυτό καθιστά αναγκαία την αποκρουομένη από τις παραπάνω, περί του ορισμένου του σχετικού λόγου, διατάξεις επισκόπηση του συνόλου των από πενήντα σελίδων κατατεθεισών προτάσεων της αναιρεσείουσας προς ανεύρεση της επικαλουμένης επικλήσεως, η οποία μπορεί και να μην διαλαμβάνεται, όπως συμβαίνει για το παρακάτω αναφερόμενο έγγραφο.
Ανεξαρτήτως πάντως της παραπάνω αοριστίας ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος κατά το μέρος που αναφέρεται στην από 20-6-2006 αναφορά της Μ. Σ. ως απαράδεκτο καθόσον από την επισκόπηση των ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της παραπομπής κατατεθεισών προτάσεων της αναιρεσείουσας δεν προκύπτει η επίκληση του εν λόγω εγγράφου με αποτέλεσμα να μη μπορεί να θεμελιωθεί ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος (ΑΠ 225/2009) κατά το μέρος δε που αναφέρεται στα λοιπά έγγραφα ως αβάσιμος αφού τόσο η από 26-6-02 βεβαίωσης περάτωσης του έργου του προϊσταμένου της ΤΥΔΚ Α.
Α. με την οποία αυτός βεβαιώνει ότι "αφού έλαβα υπόψη την αναφορά περαίωσης του έργου που συντάχθηκε από την επιβλέπουσα Σ. Μ. Πολιτικό Μηχανικό βεβαιώνω ότι οι εργασίες που προβλέπονται στην 281/05 μελέτη τελείωσαν εμπρόθεσμα στις 10-4-2006" όσο και οι υπ'αριθμ. 93/6.9.05 και 96/23.9.05 αποφάσεις της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου ...
με τις οποίες αφενός καθορίστηκαν οι όροι διακήρυξης του προχείρου μειοδοτικού διαγωνισμού για τη 281/05 μελέτη και αφετέρου εγκρίθηκε το από 15-9-05 πρακτικό της Επιτροπής Διαγωνισμού αποτελούν έγγραφα συνταχθέντα από αρμόδιους καθ' ύλην και κατά τόπο υπαλλήλους, αναφορικά με γεγονότα την αλήθεια των οποίων όφειλαν να διαπιστώσουν εκείνοι που συνέταξαν τα έγγραφα αυτά και επομένως ως τέτοια παρέχουν σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, πλήρη απόδειξη επιτρεπομένης της ανταποδείξεως χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών όπως ορθώς δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση το δε από 19.10.2005 συμφωνητικό ανάθεσης του έργου, που καταρτίσθηκε μεταξύ του Δημάρχου ...
και της εργολάβου Μ. Ε., περιέχει τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις των μερών για τη κατάρτιση συμβάσεως εργολαβίας και επομένως έχει την κατ' άρθρ. 441 ΚΠολΔ πλήν αποδεικτική έναντι πάντων δύναμη επιτρεπομένης όμως ανταποδείξεως χωρίς την προσβολή του ως πλαστού.
Ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεση της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. (ΑΠ 1153/2010, ΑΠ 812/2011).
Κατ'ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει στο αιτιολογικό μέρος της αντιφατικές διατάξεις "αναφορικά με τον χρόνο αποπεράτωσης των νέων δικτύων ύδρευσης που είχε ανατεθεί στον εργολήπτη Β. Μ. και θέσεως εκτός λειτουργίας του παλαιού αγωγού ύδρευσης" κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού η επικαλουμένη αντίφαση υφίσταται μεταξύ διατάξεων του αιτιολογικού μέρους της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη δεν μπορεί να θεμελιώσει την προβαλλομένη ως άνω αιτίαση, αλλά ούτε την δια του δευτέρου σκέλους του ίδιου ως άνω λόγου από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, [υπό την επίκληση της υπάρξεως αντιφατικών και ελλιπών αιτιολογιών στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού] απορρέουσα πλημμέλεια, αφού η επικαλουμένη αντίφαση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητάς της, αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ'αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο στην περίπτωση της μη συμμορφώσεως του δικαστηρίου της παραπομπής στα κριθέντα από την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου νομικά ζητήματα ουσιαστική και δικονομικής φύσεως (ΑΠ 758/2018, ΑΠ 201/09, ΑΠ 1663/2008) και όχι στα (κριθέντα) θέματα ουσίας, ως προς τα οποία η κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (Π 367/2005, ΑΠ 137/2004). 'Οταν επομένως η απόφαση αναιρείται για ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατ' αποδοχή του από το άρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγου, δεν επιλύεται νομικό ζήτημα και συνεπώς το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις παραδοχές της παραπεμπτικής απόφασης ως προς τα πραγματικά περιστατικά της ουσίας της διαφοράς. (ΑΠ 1663/2008, ΑΠ 867/2008).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος, κατά το τρίτο σκέλος του λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η, από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση της μη συμμορφώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (του δικαστηρίου της παραπομπής), στις ως προς τα θέματα ουσίας, παραδοχές της αναιρετικής 793/2015 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η οποία προέβη στην λόγω ανεπάρκειας των αιτιολογιών (559 αρ. 19), αναίρεσης της επί της ενδίκου διαφοράς εκδοθείσας 2369/2011 προγενεστέρας αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η για τον παραπάνω αναιρετικό λόγο (559 αρ. 19) αναίρεσης της αποφάσεως δεν αφορά επίλυση νομικού ζητήματος ώστε να απορρέει δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής από τις παραδοχές (ύπαρξη ανύπαρκτων αιτιολογιών) της αναιρετικής αποφάσεως.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια του άρθ. 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο το οποίο πρέπει να προσκομίζεται στο δικαστήριο (ΑΠ 539/09, ΑΠ 992/2014), διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο ανέγνωσε σωστά, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 1401/10, ΑΠ 25/11, ΑΠ 437/05).
Για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος, (ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 128/13, ΑΠ 1654/05, ΑΠ 1208/08, ΑΠ 932/2014 ΑΠ 1360/2017).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των μετ' επικλήσεως από την ίδια προσκομισθέντων εγγράφων και συγκεκριμένα του ….48/24-8-05 εγγράφου του Δήμου ... και της ….128/1-4-03 πράξεως του Σ/φου Ε. Γ.-Μ. καθόσον, παρά την ορθή ανάγνωση αυτών, δέχθηκε κατά προφανή παραμόρφωση του περιεχομένου τους ότι το μεν πρώτο "υπογράφεται από τον Δήμαρχο ... (αντί του αντιδημάρχου Π. Γ.) και (ότι) η αναγραφόμενη σ'αυτό ημερομηνία θέσεως εκτός λειτουργίας του αναφερομένου σ'αυτή αγωγού υδρεύσεως (10-9-2005) οφείλεται σε προφανή παραδρομή του συντάξαντος αντί της ορθής του Ιουνίου 2005" στο δε δεύτερο ότι "αναλαμβάνεται υποχρέωση αυτής (αναιρεσείουσας) να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες προς το Δήμου ... για την απομάκρυνση των αγωγών υδρεύσεως από τα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων".
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να θεμελιώσει την προβαλλομένη δια του λόγου αυτή αιτίαση η, παρά την ορθή ανάγνωση του εγγράφου, συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθά, στην οποία (συναγωγή) η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι προέβη η προσβαλλομένη απόφαση, ανεξαρτήτως του ότι από την επισκόπηση της τελευταίας προκύπτει ότι η θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματός της στηρίχθηκε στη συνεκτίμηση των εγγράφων αυτών με άλλα αποδεικτικά μέσα, μη δυναμένου συνεπώς, και εκ του λόγου αυτού, να θεμελιωθεί η προβαλλομένη από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την [από 14-3-18 και με αριθμ. καταθ. 65/18] αίτηση αναιρέσεως της 2570/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ