Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding inadmissible vague claims and inconsistent reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a Third Instance Court decision. The appellant argued that the lower court failed to consider vague claims regarding usurious interest and relied on inconsistent reasoning contrary to a prior final judgment. The court rejected these arguments, ruling that vague claims do not constitute grounds for appeal and that the lower court's reasoning was not contradictory to the prior decision.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the non-consideration of vague claims or inconsistent reasoning is inadmissible if the claims are legally insufficient or if the reasoning does not render the application of substantive law impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 912 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 912/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ο. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Ηλία Αμανατίδη και Δανάης Τσαπικίδη, που ανακάλεσε την, από 9/2/2018, δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/11/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34338/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1328/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/10/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την, από 23/1/2018, έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται τόσο οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως (Ολ. ΑΠ 3/08, ΑΠ 1434/10, ΑΠ 1586/08) όσο και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, [μεταξύ των οποίων και αυτός της αοριστίας (ΑΠ 669/07)] που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008), μεταξύ των οποίων και αυτός της προκλήσεως δικονομικής βλάβης από την ακυρότητα της λαβούσας χώρα κλητεύσεως (Ολ.ΑΠ 2/2001). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι (Ολ.
ΑΠ 2/89, ΑΠ 867/1988, ΑΠ 1058/98) καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007) έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ ΑΠ 11/96, ΑΠ 434/10, ΑΠ 148/2009) δια των, περί του αντιθέτου, παραδοχών (ΑΠ 1434/10, ΑΠ 1994/14).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον, προταθέντα προς θεμελίωση της επικαλουμένης με την ένδικη αγωγή αυτού αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου, ισχυρισμό "περί τη μη διαγραφής του ονόματός του από τους πίνακες αναξιόχρεων της εταιρείας ...
την οποία επέφερε η καταχρηστική έκδοση σε βάρος μου, για το ποσό των 2736,96€ της ακυρωθείσας 45396/28.12.2005 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ιδίως από την παραδοχή αυτής κατά την οποία "....δεν αποδείχθηκε παράνομη, καταχρηστική και υπαίτια συμπεριφορά των υπαλλήλων και των οργάνων της εναγομένης (αναιρεσιβλήτου) με την επίσπευση της έκδοσης της πιο πάνω διαταγής πληρωμής, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την καταχώρηση του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) στο σύστημα της εταιρείας "...
Α.Ε." και επομένως η κρινομένη αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη", προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη (και) τον προταθέντα ως άνω ισχυρισμό τον οποίο απέρριψε εκ του πράγματος, δια της αντιθέτου ως άνω παραδοχής, στην οποία διαλαμβάνεται και η απορριπτική για τον ισχυρισμό, αυτό, ως θεμελιωτικό της αποδιδομένης στην αναιρεσίβλητο αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, κρίση της τελευταίας.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδαφ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, μόνο όμως αναφορικά με την ανεύρεση δια αυτών της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι για τη συναγωγή εμμέσου αποδείξεως ή αναφορικά με την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 208/11).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 225/09, ΑΠ 574/10).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, "με τις εσφαλμένες παραδοχές της η πληττόμενη απόφαση προβαίνει σε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας..." κρίνεται απορριπτέος ως ενδεής της επικλήσεως των εκτιθεμένων στη παραπάνω μείζονα σκέψη και απαιτουμένων για την πληρότητα του σχετικού από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ λόγου στοιχείων αφενός του προσδιορισμού των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που, κατά την προσβαλλόμενη αιτίαση, παραβιάζει η "πληττόμενη απόφαση" και αφετέρου της αναφοράς του κανόνα δικαίου για την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στη μείζονα σκέψη του οποίου αυτά (διδάγματα) χρησιμοποιήθηκαν.
Από τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (Α41 242/2014, ΑΠ 273/11, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 217/2016, 2031/2007, ΑΠ 499/2007).
Με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ 10 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ως αληθείς τους προβληθέντες απ' την αναιρεσίβλητη προς απόκρουση της κατ' αυτής ασκηθείσας αγωγής του ιδίου [περί αποζημιώσεως του λόγω της φερόμενης ως τελεσθείσας σε βάρος του από την τελευταία (αναιρεσίβλητο) αδικοπραξίας] και πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, συνιστώντες (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1209/10) ισχυρισμούς (του) χωρίς να προσκομισθεί σχετική περί αυτών απόδειξη.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα, κατά τη διαλαμβανομένη σ' αυτήν ρητή παραδοχή, "από τις ένορκες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και την ανωμοτί εξέταση του ενάγοντος που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως του, καθώς και από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους με νόμιμη επίκληση έγγραφα" μη δυναμένη να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο (ούτε) η μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, αφού η τελευταία, ως αναφερομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων), είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' αρθρ. 561 παρ. 1 (ΑΠ 865/2017 ΑΠ 941/92).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφαση του τους λόγους της γενομένης εκτίμησής του (ΑΠ 265/2017 ΑΠ 907/2006, ΑΠ 419/2004).
Με τον τρίτο, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων καθόσον "προέβη σε μερική - επιλεκτική και όχι συνολική αποτίμηση των διαλαμβανομένων στο σκεπτικό της 7355/2009 τελεσίδικου αποφάσεως του Πολ. Πρωτ. Αθηνών επιλέγοντας τα ενισχυτικά της απορριπτικής (δυσμενούς) κρίσεώς της, δεδομένα....ενώ παραβλέπει εκείνα που αναφέρονται και δικαιολογούν το ακυρωτικό τους σκεπτικό". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος εφόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, υπό την επιφύλαξη της από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ (περί δεδικασμένου) προβαλλομένης αιτιάσεως, για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω, ότι η προσβαλλομένη απόφαση προσέδωσε στην ως άνω απόφαση μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που εκ του νόμου ορίζεται δεσμευτικά ότι έχει. Η περαιτέρω, δια του δεύτερου σκέλους του ιδίου ως άνω λόγου, προβαλλομένη από το άρθρο 559 αρ. 11 γ. ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την από τον αναιρεσείοντα μετ' επικλήσεως προσκομισθείσα ως άνω 7355/2009 τελεσίδικη απόφαση κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού από την επισκόπηση αυτής και ιδίως από την παραδοχή της ότι "
με την 7355/2009 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Αθηνών κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι στο ισχύον καθεστώς ελευθέρου προσδιορισμού...." προκύπτει η λήψη υπόψη και της παραπάνω δικαστικής αποφάσεως.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό, αναφορικά με ην ανάγνωση του εγγράφου, λάθος με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1126/2017). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 577/2015, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1401/2010).
Με τον τρίτο, κατά το έκτο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, το περιεχόμενο της νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθείσας από τον ίδιο, προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της κατά της αναιρεσιβλήτου αγωγής του, υπ' αριθμ. 7355/2009 τελεσίδικου αποφάσεως του Πολ. Πρωτ. Αθηνών, προβαίνοντας, παρά την ορθή ανάγνωση του περιεχομένου της, "σε διαφορετική εκτίμηση και αξιολόγηση των ιδίων πραγμάτων", προφανώς διαφορετικών από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτή (απόφαση) επί των κρισίμων για την έκβαση της δίκης ζητημάτων....". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος ενόψει της προσβολής δια της προβαλλομένης αιτιάσεως όχι της λανθασμένης αναγνώσεως του περιεχομένου της κατά τα άνω αποφάσεως, η οποία και μόνο, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, θεμελιώνει το προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο, αλλά της κρίσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με το συναχθέν από τη λανθασμένη ερμηνεία του εν λόγω εγγράφου αντίθετο, από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αποδεικτικό πόρισμα, η οποία όμως (κρίση), ως αναφερομένη σε εκτίμηση των αποδείξεων, είναι, κατά τα προλεχθέντα αναιρετικά ανέλεγκτη.
Ο από το πρώτο σκέλος της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή, ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 § 2 του ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1903/2006).
Με τους τρίτο, κατά το τέταρτο σκέλος του, και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που απορρέει από την 7355/2009 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολ.
Πρωτ. Αθηνών με την οποία έγινε δεκτός ο δεύτερος λόγος της ασκηθείσας από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) ανακοπής κατά της εκδοθείσας από την αναιρεσίβλητο σε βάρος του υπ' αριθμ. ….96/2005 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών και ακυρώθηκε η τελευταία λόγω αοριστίας της προς έκδοση αυτής αιτήσεως της αναιρεσιβλήτου, στην οποία "δεν περιέχονται με πληρότητα και σαφήνεια τα δικαιογόνα περιστατικά που εξατομικεύουν την απαίτηση και δικαιολογούν το συμπέρασμα για την ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης αφού η τελευταία, ενσωματώνουσα τόκους, η διακρίβωση και επαλήθευση των οποίων είναι ανέφικτη με απλές μαθηματικές πράξεις τυγχάνει αόριστη", με αποτέλεσμα, παρά την εκ του ως άνω δεδικασμένου απορρέουσα δέσμευση, η προσβαλλομένη απόφαση να δεχθεί ότι "η εναγομένη δεν ενσωμάτωσε παρανόμους τόκους και τόκους επί τόκων στην απαίτησή της ποσού 3317,62 που επιδικάσθηκε με την παραπάνω διαταγή όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων (αναιρεσείων) αμφισβητώντας το ύψος της οφειλής του".
Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως στηριζόμενοι στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επικαλούμενο (περί αοριστίας) δεδικασμένο καταλαμβάνει την περί "μη επιβαρύνσεως της απαιτήσεως της αναιρεσιβλήτου με παρανόμους τόκους και τόκους επί τόκων", παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό την έννοια ότι καθιστούσε ανεπίτρεπτη τη σχετική κρίση ως αντίθετη προς την ως άνω παραδοχή της απορρίψεως, η οποία όμως (προϋπόθεση) δεν συντρέχει αφού το επικαλούμενο δεδικασμένο εμποδίζει μόνο την έγερση νέας αιτήσεως (προς έκδοση διαταγής πληρωμής) με την ίδια δικονομική έλλειψη, μη εκτεινόμενο σε άλλο εκτός της αοριστίας, ζήτημα [όπως το επικαλούμενο περί μη επιβαρύνσεως με παρανόμους τόκους της απαιτήσεως της αναιρεσιβλήτου και των επανειλημμένων αιτήσεων του ανακοπτούντος (αναιρεσείοντος) από τον καθής (αναιρεσίβλητο) περί χορηγήσεως στοιχείων σχετικά με την κίνηση και του καταλοίπου της δανειακής συμβάσεως].
Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως απορρέουσα από την αντιφατικότητα αιτιολογιών ιδρύεται στην περίπτωση αντιφάσεως των διαλαμβανομένων στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιολογιών μεταξύ τους εις τρόπον ώστε εξ αιτίας αυτής να μη καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του κανόνος ουσιαστικού δικαίου όχι δε και όταν υφίσταται ασυμφωνία (αντίφαση) των αιτιολογιών αυτής προς το περιεχόμενο άλλων εγγράφων έστω και διαδικαστικών (ΑΠ 700/1986). Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο τρίτος, κατά το πέμπτο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι "το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι προδήλως αντίθετο και συγκρούεται με ό,τι επί των ιδίων θεμάτων, κάνει δεκτό η 7355/2009 απόφαση Πολ. Πρωτ. Αθηνών με αποτέλεσμα να υποπίπτει σε αντιφατική αιτιολόγηση αντίθετη προς την τελεσίδικη κρίση αυτής" κρίνεται, ανεξαρτήτως της τυχόν θεμελιώσεως ή μη της άνω το αρθρ. 559 αρ. 16 ΚΠολΔ πλημμελείας, απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν'απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την [από 20-10-2015 και με αριθμ.καταθ.303/15] αίτηση αναιρέσεως της 1328/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρω.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ