Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds, rejecting arguments that prior decisions lack binding force.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a First Instance Court decision, ruling that the issue of res judicata was already definitively settled by a prior judgment. The State argued the lower court erred in applying the principle of res judicata regarding specific legal regimes, but the Court held that the previous decision covered the entire legal reasoning. Consequently, the Court found no grounds for retrial and rejected the appeal in its entirety.
Legislator headnote
AI generatedArticles 307 and 560 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata established in a prior final judgment binds the parties and precludes re-examination of the same legal issue in subsequent proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 617 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 617/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Αποστολίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε την από 5-1-2024 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Α., κατοίκου …. Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία - Παγώνα Οικονόμου, η οποία είχε κατέθεσε προτάσεις στις 23-11-2021.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 270/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4768/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 19-12-2019 αίτησή του., η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 14ης Δεκεμβρίου 2021, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 367/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ. Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 1443/2023, 582/2016).
Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 1443/2023, 936/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 22 Νοεμβρίου 2023 υπ' αριθμ. 367/2022 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 19.12.2019 με αριθμ.
καταθ. 113897/177/23.12.2019 αίτησης αναίρεσης, καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο στις 14.12.2021 υπήρξε αδυναμία έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αναίρεσης από την Εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, λόγω συνταξιοδότησής της από την Υπηρεσία. Με την από 19.12.2019 και με αριθμό κατάθ. 113897/177/23.12.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμ. 4768/16.4.2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 26.3.2015 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 40015/923/3.4.2015) έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 270/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσία η από 6.12.2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2679/17.12.2012) αγωγή. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης κατ' άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, (υπ' αριθμ.
…/2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο … Γ. Ι. Λ.) καθόσον η τελευταία ημέρα της ως άνω προθεσμίας (22.12.2019) ήταν ημέρα Κυριακή (άρθρα 144 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση της αγωγής κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος [αναιρεσίβλητος] εξέθεσε ότι το εναγόμενο - εκκαλούν [αναιρεσείον] του οφείλει το ποσό των 8.855,00 ευρώ που αντιστοιχεί σε δικαιούμενο και μη καταβληθέν επίδομα υπογραφής καταλόγου του άρθρου 10 της από 25.11.2003 Επιχειρησιακής ΣΣΕ στο πλαίσιο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και εναγομένου, όπως ειδικότερα εκτίθεται στην αγωγή για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως και 10.11.2011.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού έκρινε την αγωγή ως νόμιμη, την έκανε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς και τις ενστάσεις του εναγομένου ως αβάσιμους, και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ανωτέρω αιτηθέν ποσό, με το νόμιμο τόκο από την από την επομένη της τελευταίας ημέρας εκάστου ημερολογιακού μηνός εντός του οποίου οι επιμέρους παροχές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μετά από άσκηση εφέσεως εκ μέρους του εναγομένου ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε αυτή τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, επικυρώνοντας ούτω την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, αναίρεση συγχωρείται μόνο για τους αναφερόμενους περιοριστικώς στη διάταξη αυτή λόγους, (Ολ.ΑΠ 45/1987) μεταξύ των οποίων και ο με αριθμ. 1, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση και στην περίπτωση κατά την οποία παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, στην πρώτη περίπτωση όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή και στη δεύτερη περίπτωση όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται, κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανέλεγκτα δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Το άρθρο αυτό δεν περιέχει λόγο αναίρεσης αντίστοιχα με εκείνα του άρθρου 559 αριθμ. 16. Έτσι, στους αναιρετικούς λόγους των διατάξεων του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 346/2023, 558/2022, 301/2012, 399/2006), ενόψει μάλιστα του ότι η παραβίαση των άρθρων 322, 324 και 325 του ΚΠολΔ που καθορίζουν τις προϋποθέσεις και τα όρια του δεδικασμένου συνιστούν παραβίαση κανόνων δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1468/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση, επιλαμβανόμενο της έφεσης του αναιρεσείοντος, και σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές αυτής [απόφασης], δέχθηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο, το οποίο απορρέει από την τελεσίδικη με αριθμό 978/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι ο ενάγων [αναιρεσίβλητος] δικαιούται το επίδικο επίδομα για το χρονικό διάστημα από 19.2.2005 μέχρι και 30.9.2006, και το οποίο [δεδικασμένο] καταλαμβάνει και τις ένδικες αξιώσεις για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως και 10.11.2011, από το απορρέον από την ως άνω απόφαση [978/2009], λόγω του αμετάβλητου νομικού καθεστώτος, το οποίο διέπει την έννομη σχέση των διαδίκων, δεχόμενο τα εξής: "Με τη με αριθμ. 978/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη, καθόσον η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση απορρίφθηκε στην ουσία της με τη με αριθμ. 618/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι ο ενάγων, κατά παράβαση των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης δεν του χορηγήθηκε το εν λόγω αξιούμενο επίδομα για το χρονικό διάστημα από 19.2.2005 μέχρι και 30.9.2006, με αποτέλεσμα να του οφείλονται οι αιτηθείσες για εκείνη την χρονική περίοδο (αγωγή 5907/2007) διαφορές αποδοχών.
Το δεδικασμένο που απορρέει από την ανωτέρω απόφαση καταλαμβάνει και τις ένδικες αξιώσεις, διότι: α) αυτές προέρχονται από την ίδια ήδη τελεσίδικα κριθείσα ιστορική και νομική αιτία, από την οποία γεννήθηκαν οι αξιώσεις που ασκήθηκαν με την προηγούμενη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω ήδη τελεσίδικη απόφαση, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, β) αυτές οι ένδικες αξιώσεις προϋποθέτουν δικαίωμα του ενάγοντος που κρίθηκε σε προγενέστερη δίκη και γ) δεν μεταβλήθηκε εν τω μεταξύ το νομικό καθεστώς που διέπει την έννομη σχέση των διαδίκων ή τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία παρήχθη.
Το δεδικασμένο παράγεται ακόμη και όταν η τελεσίδικη απόφαση είναι εσφαλμένη για οποιοδήποτε λόγο, κατά το νομικό ή πραγματικό της μέρος, και δεν δύναται να ανατραπεί παρά μόνο με την εξαφάνιση της απόφασης κατόπιν ασκήσεως αναίρεσης ή αναψηλάφησης, στην προκείμενη δε περίπτωση δεν προέκυψε ότι ασκήθηκαν τέτοια ένδικα μέσα κατά της με αριθμ. 978/2009 απόφασης.
Επομένως οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης έφεσης πρέπει να απορριφθούν, δεδομένου ότι οι εκτιθέμενες με αυτούς αιτιάσεις αφορούν σε ζήτημα ήδη κριθέν με την ανωτέρω απόφαση, το δεδικασμένο της οποίας δεσμεύει ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση αυτεπαγγέλτως ερευνώμενη και το παρόν Δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και συνεπώς πρέπει οι σχετικοί λόγοι της έφεσης να απορριφθούν και ως αβάσιμοι, όπως και η έφεση στο σύνολο της".
Με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναίρεσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον εκθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε δεχόμενη ότι υφίσταται δεδικασμένο, καθ' όσον το νομικό καθεστώς, το καθοριζόμενο με τα άρθρα 3 παρ. 10 και 11 της από 29.12.2005 ΣΣΕ με ισχύ από 1.1.2005 έως 31.12.2007, είναι διαφορετικό από το νομικό καθεστώς που ορίζεται στην με αριθμό …/2010 Διαιτητική Απόφαση, με έναρξη ισχύος από 1.1.2009.
Ο μοναδικός αυτός αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και συνεπώς είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει ευθέως από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η κρίση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, απόφαση ότι υφίσταται δεδικασμένο, απορρέον από την προγενέστερη υπ' αριθμ. 978/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο [δεδικασμένο] καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως αποτυπώνεται στην απόφαση ως ενιαίο όλο, δηλαδή τη νομική αιτία (μείζονα πρόταση), την ιστορική αιτία (ελάσσονα πρόταση) και το δικαίωμα (συμπέρασμα) για το ζήτημα που κρίθηκε και κωλύει τη νέα έρευνα για το δικαίωμα που κρίθηκε, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, για δε την παραδοχή ή μη του δεδικασμένου δεν προβλέπεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 ΚΠολΔ αντίστοιχος εκείνου του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση δεδικασμένου.
Συνεπώς η συγκεκριμένη πλημμέλεια αποκλείεται κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός του σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν.3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμ. 134423 οικ. 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.12.2019 και με αριθμό κατάθεσης 113897/177/23.12.2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4768/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ