Supreme Court dismisses appeal for inadmissible grounds regarding evidence and reasoning not in operative part.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final tax collection decision. The State argued the lower court erred by failing to consider specific documents and by containing contradictory reasoning. The court ruled these grounds inadmissible because evidence citations do not constitute legal arguments and contradictions must appear in the operative part of the judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(17) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it relies on the citation of evidence rather than substantive arguments, or if it claims contradictions existing only in the reasoning section rather than the operative part of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 609 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 609/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Καρύστου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Θ. του Ι., κατοίκων ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Λαλούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 27/7/2010 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - ανακοίνωση δίκης του ήδη αναιρεσείοντος και την από 8/4/2011 πρόσθετη παρέμβαση νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 266/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/10/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 21-10-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 111/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 266/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που είχε κάνει δεκτή την από 3-5-2010 ανακοπή κατά τον ΚΕΔΕ του αναιρεσιβλήτου, απέρριψε την ως άνω έφεση. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν:
α) η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ν.δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Δια ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και δια τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:
α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη δια καταβολής ή δια συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως.
δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ο νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη".
Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει: "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".
Επιπλέον, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε) Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ιδίου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων", σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ' ου (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.
Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο είσπραξης (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτέλεσης. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.
Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσης με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ΚΕΔΕ η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, μετά από άσκηση ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 του ΚΕΔΕ σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξης, ιδίως ενόψει της ύπαρξης περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.
Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαίωσης και της ατομικής ειδοποίησης συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτέλεσης, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαίτησής του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (Ολ ΑΠ 5/2019, ΑΠ 1031/2019, AΠ 819/2018, ΑΠ 340/2017, ΑΠ 1177/2017).
Επιπλέον, με τις διατάξεις των άρθρων 51-55 και 61 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός Λειτουργίας Δ.Ο.Υ. κλπ" ρυθμίζονται θέματα νομίμων τίτλων είσπραξης του Δημοσίου, ενώ με τις διατάξεις των άρθρων 32, 33 και 35 του β.δ. 757/1969 περί διαρθρώσεων των Δημοσίων Ταμείων κλπ ρυθμίζονται ζητήματα βεβαίωσης των εσόδων στα Δημόσια Ταμεία.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 3/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει συμβάσεων που καταρτίσθηκαν μεταξύ της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και του ανακόπτοντος, ο τελευταίος έλαβε, για τις ανάγκες της κτηνοτροφικής του επιχείρησης και με την εγγύηση του καθ' ου η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου, έντοκα δάνεια που ρυθμίστηκαν δυνάμει των ΚΥΑ 4216/Β269/7-2-2001 και των αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών 2/13854/0025/ 11-6-2001, 2/30389/0025/23-6-2003, 2/6518/0025/2-2-2004.
Λόγω μη εξόφλησης των δανείων αυτών, κατέπεσε η εγγύηση. Το Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό των δανείων και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της τράπεζας. 'Ετσι η Προϊσταμένη της ΔΟΥ Καρύστου βεβαίωσε με τις προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις τις προαναφερόμενες απαιτήσεις του Δημοσίου.
Με τη με αριθμό …/…-3-2010 ατομική ειδοποίηση χρεών της Προϊσταμένης της ΔΟΥ Καρύστου ο ανακόπτων-εφεσίβλητος κλήθηκε να καταβάλει το συνολικό ποσό των 87.755,46 ευρώ (65.018,79 ευρώ για κεφάλαιο και 22.736,67 ευρώ για προσαυξήσεις). Η ανωτέρω ατομική ειδοποίηση, η οποία δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, στηρίζεται στις με αριθμό …./….-1-2003, …/…-1-2003, …/…-10-2005 και …/…-2-2008 ταμειακές βεβαιώσεις της ΔΟΥ Καρύστου και στους αντίστοιχους χρηματικούς καταλόγους που προσβάλλονται.
Ειδικότερα: Α) Με την με αριθμό …/…-1-2003 ταμειακή βεβαίωση, βεβαιώθηκε σε βάρος του εφεσίβλητου το ποσό των 52.957,38 ευρώ. Τόσο στην τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση που τη συνοδεύει όσο και στο συνημμένο με αριθμό …/2003 χρηματικό κατάλογο, ως βεβαιούμενο ποσό αναγράφεται το ποσό των 52.957,38 ευρώ και ως είδος φόρου "Δάνεια ΚΑΧΚΕΕΔ με εγγύηση 2002", Β) Με τις αριθμούς …/…-1-2003 και …/…-10-2005 ταμειακές βεβαιώσεις βεβαιώθηκαν σε βάρος του εφεσίβλητου τα ποσά των 2.355,14 και 4.402,29 ευρώ αντίστοιχα.
Στις αντίστοιχες τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις που τις συνοδεύουν όσο και στους συνημμένους με αριθμούς …/2003 και …/2005 χρηματικούς καταλόγους ως βεβαιούμενα ποσά αναγράφονται τα ποσά των 2.355,14 και 4.402,29 ευρώ αντίστοιχα και ως είδος φόρου "Δάνεια ΚΑΧΚΕΕΔ με εγγύηση Ελλην. Δημοσίου". Και Γ) Με την με αριθμό …/…-2-2008 ταμειακή βεβαίωση, βεβαιώθηκε το συγκεντρωτικό ποσό των 52.335,36 ευρώ, το οποίο στην τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση που τη συνοδεύει, εξειδικεύεται στο ποσό των 15.414,14 ευρώ ως κεφάλαιο, στο ποσό των 29.256,73 ευρώ ως συμβατικοί τόκοι, στο ποσό των 6.764,43 ευρώ ως τόκοι υπερημερίας και στο ποσό των 900,06 ευρώ ως προμήθεια του Δημοσίου, ενώ στο συνημμένο χρηματικό κατάλογο ως είδος φόρου αναγράφεται οφειλές από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Από το περιεχόμενο των προσβαλλόμενων ατομικών εκτελεστών διοικητικών πράξεων, προκύπτει ότι: α) όσον αφορά τις τέσσερις πρώτες (ταμειακές βεβαιώσεις και τους συνημμένους σ' αυτές χρηματικούς καταλόγους) δεν γίνεται σ' αυτές διαχωρισμός του εισπρακτέου ποσού κατά κεφάλαιο, νόμιμους τόκους, τόκους υπερημερίας, τόκους τόκων και λοιπά έξοδα, β) όσον αφορά όλες (ταμειακές βεβαιώσεις και συνημμένους χρηματικούς καταλόγους) δεν γίνεται ακριβής προσδιορισμός της αιτίας για την οποία οφείλεται το εκάστοτε εισπρακτέο ποσό, αφού η αναγραφή μόνο του συνολικού ποσού της οφειλής και η γενική αναφορά "Δάνεια ΚΑΧΚΕΕΔ με εγγύηση 2002" ή "Δάνεια ΚΑΧΚΕΕΔ με εγγύηση Ελλην.
Δημοσίου" αντίστοιχα, χωρίς να εξειδικεύεται ο τρόπος υπολογισμού του εκάστοτε εισπρακτέου ποσού και η συναφθείσα σύμβαση δανείου από την οποία προέρχεται η εκάστοτε οφειλή στην οποία υποκαταστάθηκε το Ελληνικό Δημόσιο δεν μπορούν να αξιολογηθούν ως ακριβείς αναφορές του ύψους και της αιτίας της οφειλής, που μπορούν να καταστήσουν δυνατό το δικαστικό έλεγχό της, όταν αμφισβητείται αυτή, όπως στην επίδικη υπόθεση.
Επομένως, ο σχετικός τέταρτος λόγος της ανακοπής, με τον οποίο ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι είναι άκυρες οι ως άνω προσβαλλόμενες πράξεις λόγω αοριστίας τους, διότι δεν περιέχεται σ' αυτές ακριβής προσδιορισμός του ύψους και της αιτίας της οφειλής είναι ουσιαστικά βάσιμος. Η εκκαλουμένη που δέχτηκε τα ίδια και εν συνεχεία έκανε δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ανακοπή, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε.
Γι' αυτό και ο αντίστοιχος λόγος έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν υποστηρίζει τα αντίθετα, δεν είναι βάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί". Ήδη με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 4 του ΚΕΔΕ και 54, 55, 60 και 61 του π.δ. 16/1989 και προς υποστήριξη τούτου ισχυρίζεται ότι ο νόμιμος τίτλος στην προκειμένη περίπτωση συγκροτείται από τις συναφθείσες υπ' αριθ.
…(…)/…-7-2002 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών, …(…)/…-7-2002 σύμβαση ρύθμισης οφειλών και …/…(…)/…-12-2003 τροποποίηση πρόσθετης πράξης ρύθμισης οφειλών, οι οποίες σε εφαρμογή της υπ' αριθ. …/…/…/…-6-2001 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών προβλέπουν την υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα της ΑΤΕ, μετά την κατάπτωση της εγγύησης, μαζί με τις καταστάσεις αναλυτικής κίνησης των δανείων και όλα τα συνοδευτικά έγραφα, τα οποία οδήγησαν στη σύνταξη των χρηματικών καταλόγων είτε από την ΑΤΕ είτε από την αρμόδια 25η Δ/νση του ΓΛΚ, με την οποία ολοκληρώνεται η εν ευρεία εννοία βεβαίωση και ο οποίος τελικά απεστάλη προς ταμειακή βεβαίωση στη Δ.Ο.Υ.
και ως εκ τούτου ο νόμιμος τίτλος έχει νομίμως συγκροτηθεί απ' όλα τα ανωτέρω έγγραφα, αφού αυτός υλοποιείται μέσω του χρηματικού καταλόγου και ολοκληρώνεται μέσω της ταμειακής βεβαίωσης. Με τα δεδομένα αυτά το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι, ενόψει του ότι νόμιμος τίτλος δεν εξομοιώνεται σε καμία περίπτωση με την ταμειακή βεβαίωση, πλην όμως η σχέση τους είναι αλληλένδετη, καθόσον με την ταμειακή βεβαίωση ολοκληρώνεται η διαδικασία δημιουργίας του νόμιμου (εκτελέσιμου, εισπράξιμου) τίτλου και σε κάθε περίπτωση αλληλοσυμπληρώνονται ως προς τα στοιχεία που περιέχουν οι ταμειακές βεβαιώσεις, με αποτέλεσμα στην παρούσα περίπτωση από τους νόμιμους τίτλους, σε συνδυασμό με τις ταμειακές βεβαιώσεις και τους χρηματικούς καταλόγους, να προκύπτουν με ακρίβεια η αιτία της οφειλής, καθώς και το κεφάλαιο, οι τόκοι και το ύψος των ενδίκων ποσών.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 4 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) και 54, 55, 60 και 61 του π.δ. 16/1989, δεδομένου ότι ναι μεν ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην όμως λόγω της στενής τους αιτιακής σχέσης, εφόσον ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εξέδωσε κατά το άρθρο 4 παρ.1 του ΚΕΔΕ η πιο πάνω αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιήθηκε επίσης στον ως άνω οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην εν λόγω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης κλπ και γενικά να κατατοπιστεί επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή οδηγεί, ενόψει της άσκησης της ένδικης ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, στην ακύρωση αυτών, λόγω και της συνδρομής των όρων και των προϋποθέσεων του άρθρου 75 του ΚΕΔΕ σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου.
Ειδικότερα, η πιο πάνω έλλειψη επέφερε στον ως άνω οφειλέτη του αναιρεσείοντος αδυναμία ουσιαστικής και δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξης, ενόψει του ότι η επίδοση της ταμειακής βεβαίωσης και της ατομικής ειδοποίησης δεν συνοδεύονταν από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια και ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή του, ούτε σε κάθε περίπτωση τα έγγραφα αυτά γνωστοποιήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο στον οφειλέτη πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής του κατά της εκτέλεσης, έτσι ώστε να είναι σε θέση αυτός να προβάλει με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, χωρίς να αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νομίμου τίτλου προς απόδειξή της απαίτησής του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις, αφού έχει αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα, ενώ γίνεται δεκτό ότι η …/2008 ταμειακή βεβαίωση και η τριπλότυπη κατάσταση που τη συνοδεύει, εξειδικεύεται στο ύψος του ποσού ως προς το κεφάλαιο, τόκους, τόκους υπερημερίας και προμήθεια, καταλήγει στην αντιφατική παραδοχή ότι δεν γίνεται διαχωρισμός του εισπρακτέου ποσού κατά κεφάλαιο, νόμιμους τόκους, τόκους τόκων και λοιπά έξοδα και ακυρώνει ως αόριστη την προσβαλλόμενη πράξη.
Με το περιεχόμενο αυτό οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, αφού το Εφετείο με αυτά που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ούτε και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια ούτε αντιφάσεις στις αιτιολογίες αυτής.
Ειδικότερα, από το σύνολο των ως άνω παραδοχών της προσβαλλόμενη απόφασης συνάγεται ότι η αναφορά του Εφετείου περί μη διαχωρισμού του εισπρακτέου ποσού κατά κεφάλαιο, νόμιμους τόκους, τόκους υπερημερίας, τόκους τόκων και λοιπά έξοδα γίνεται στις τρεις πρώτες ταμειακές βεβαιώσεις (113/2003, 114/2003 και 3049/2005), από προφανή δε παραδρομή έχει αναγραφεί η λέξη "τέσσερις", αντί του ορθού "τρεις" και ως εκ τούτου δεν υφίσταται καμία αντίφαση στις εν λόγω παραδοχές αυτής.
Εξάλλου, στην επόμενη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι σ' όλες (και τις τέσσερις) ταμειακές βεβαιώσεις και τους συνημμένους χρηματικούς καταλόγους δεν γίνεται ακριβής προσδιορισμός της αιτίας για την οποία οφείλεται το εκάστοτε εισπρακτέο ποσό και μάλιστα δεν εξειδικεύεται ο τρόπος υπολογισμού του εκάστοτε εισπρακτέου ποσού και η συναφθείσα σύμβαση δανείου από την οποία προέρχεται η εκάστοτε οφειλή στην οποία υποκαταστάθηκε το Ελληνικό Δημόσιο.
Έτσι, καθίσταται σαφές ότι από την τελευταία αυτή παράλειψη για όλες τις ταμειακές βεβαιώσεις και την προαναφερόμενη παράλειψη για τις τρεις πρώτες απ' αυτές, σε συνδυασμό με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, είναι άκυρες λόγω αοριστίας οι παραπάνω προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις.
ΙV. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό έγγραφο από τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται, σύμφωνα με το άρθρο 566 § 2 ΚΠολΔ, α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου και γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 142/2020, ΑΠ 1165/2019).
Στην προκειμένη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του και το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πέμπτο σκέλος του αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθέντων νομίμων τίτλων, χρηματικών καταλόγων και τριπλότυπων βεβαιώσεων.
Με το περιεχόμενο αυτό οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, καθόσον δεν μνημονεύονται σ' αυτούς τα ανωτέρω απαιτούμενα στοιχεία, αλλά απλώς γίνεται επίκληση της παραμόρφωσης των εν λόγω εγγράφων.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Βέβαια καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποια απ' αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.
Ωστόσο δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 238/2020, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 1208/2019). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτό νόμιμα προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί σαφήνειας τόσο των ως άνω νόμιμων τίτλων, όσο και της αιτίας της οφειλής, καθώς του ύψους της, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη: την υπ' αριθ. …(…)/…-7-2002 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών και …(…)/…-7-2002 σύμβαση ρύθμισης οφειλών, την από 31-12-2003 τροποποίηση της πρόσθετης πράξης ρύθμισης οφειλών, την από 16-1-1990 πρόσθετη δανειστική σύμβαση ρύθμισης οφειλών, την από 18-1-1990 πρόσθετη δανειστική σύμβαση ρύθμισης οφειλών, τις από 4-4-1991 (δύο) πρόσθετες πράξεις, την από 24-4-1991 πρόσθετη πράξη, τις από 4-4-1991, 8-5-1986, 8-7-1985 και 8-7-1985 συμβάσεις παροχής πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό (σχετ. 2-13), την από 23-1-2003 περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης της υπ' αριθ.
…/…-1-2003 ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Καρύστου, την από 30-10-2002 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση που απέστειλε η ΑΤΕ με το υπ' αριθ. πρωτ. …/2002 έγγραφό της προς τη Δ.Ο.Υ. Καρύστου με την κατάσταση βεβαίωσης ληξιπρόθεσμων οφειλών από δάνεια που χορηγήθηκαν σε κτηνοτρόφους με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου-Αποφάσεις Υπουργού Οικονομικών για εγγύηση …/…/…-6-2001 και …/……./…-2-2001, την από 23-1-2003 περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης της υπ' αριθ.
…/…-1-2003 ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Καρύστου, την από 30-10-2002 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση που απέστειλε η ΑΤΕ με το υπ' αριθ. πρωτ. …/2002 έγγραφό της προς τη Δ.Ο.Υ. Καρύστου με την κατάσταση βεβαίωσης ληξιπρόθεσμων οφειλών από δάνεια που χορηγήθηκαν σε κτηνοτρόφους με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου-Αποφάσεις Υπουργού Οικονομικών για εγγύηση …/…/…-6-2001 και …/..…./…-2-2001, την από 28-2-2008 περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης της υπ' αριθ.
…/…-2-2008 ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Καρύστου, την από 19-2-2008 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση που απέστειλε η 25η Δ/νση του ΓΛΚ με το υπ' αριθ. πρωτ. …/…/…./…-2-2008 έγγραφό της προς τη Δ.Ο.Υ. Καρύστου καθώς και την αναλυτική κίνηση βεβαιωμένου δανείου και εκτύπωση βεβαιωμένων οφειλών, την από 12-10-2005 περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης της υπ' αριθ.
…/…-10-2005 ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Καρύστου, την από 19-9-2005 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση που απέστειλε η ΑΤΕ με το υπ' αριθ. πρωτ. …/2005 έγγραφό της προς τη Δ.Ο.Υ. Καρύστου με την κατάσταση βεβαίωσης ληξιπρόθεσμων οφειλών από δάνεια που χορηγήθηκαν σε κτηνοτρόφους με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου-Αποφάσεις Υπουργείου Οικονομικών για εγγύηση …/…/…-6-2001 και …/……./…-2-2001 και τον από 6-7-2010 αναλυτικό πίνακα χρεών του αναιρεσιβλήτου.
Με αυτό το περιεχόμενο ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (δεύτερος) κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, γίνεται μνεία σ' αυτήν ότι για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη, εκτός του άλλου, και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου (Εφετείου), για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, έστω και αν δεν πληρούν όλα τους όρους του νόμου, όπως μερικά απ' αυτά αναφέρονται ειδικότερα, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς.
Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα και την απόρριψης της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή του αναιρεσιβλήτου.
VI. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης. Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους (Ολ ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1148/2019, ΑΠ 927/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα ως άνω έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (δεύτερος) κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν αποτελούν "πράγματα" η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους.
VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων στο αιτιολογικό ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού.
Η ύπαρξη δε αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει το συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπουμένης διάπλασης (ΑΠ 854/2019, ΑΠ 1332/2018, ΑΠ 537/2016, ΑΠ 309/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του το αναιρεσείον υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, διότι έχει αντιφατική αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς το εάν οι ένδικες ταμειακές βεβαιώσεις και χρηματικοί κατάλογοι διαχωρίζουν το εισπρακτέο ποσό κατά κεφάλαιο, τόκους κλπ.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως αντιφάσεις της προσβαλλομένης απόφασης αναφέρονται στο αιτιολογικό αυτής και όχι στο διατακτικό, και συνεπώς δεν συγκροτούν τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, στα όρια όμως του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-10-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 111/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας .
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ