Legislator Case Law & Legislation
927/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment regarding inadmissible intervention and unclear counterclaim. The court rejects the appeal as inadmissible and unfounded. The Supreme Court dismissed the appeal, ruling that the second intervenor was not a proper defendant and the counterclaim argument was vague. The court held that the appeal was inadmissible because the second intervenor was not a principal party and the counterclaim argument lacked necessary details. The appellant company was ordered to pay legal costs to both defendants. The appeal was dismissed because the second intervenor was not a principal party and the counterclaim argument was vague. The court ruled that the appeal was inadmissible and the arguments unfounded. The appellant company was ordered to pay legal costs to both defendants.

Case Number 927/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's judgment, ruling that the second intervenor was not a proper defendant and the counterclaim argument was vague. The appellant company argued that the lower court improperly considered an oath and rejected a counterclaim, but the court found the appeal inadmissible due to the intervenor's status and the lack of specific grounds for the counterclaim rejection. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay legal costs to both defendants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 558(a), 559(14) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if directed against a supplementary intervenor who did not engage in the litigation, and a ground of appeal is unfounded if it fails to specify the reasons for the lower court's rejection of a counterclaim.

Keywords

AI generated
supplementary intervenor inadmissible appeal counterclaim rejection principal party status legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 558(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 74, 80 and 81(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 422 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 927 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 927/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πορφύρη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ν. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2)επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΩΝ" (Ε.Σ.Η.Ε.Α.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Παπουτσάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις. Η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρύσα Σαλαβράκου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/5/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και την από 1/4/2014 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1358/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 780/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/5/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ.3 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 741/2013, Α.Π. 1075/2011, ΑΠ 1236/2006).

Σε κάθε περίπτωση όμως ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 569/2013, ΑΠ 1049/2010, ΑΠ 1918/2009, ΑΠ 652/2009, ΑΠ 902/2002). Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του παραστάντος κατά την εκδίκαση αυτής δευτέρου των αναιρεσιβλήτων σωματείου με την επωνυμία "Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ)", το οποίο είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ του ενάγοντος πρώτου των αναιρεσιβλήτων, τακτικού μέλους του πιο πάνω σωματείου κατά την πρωτοβάθμια δίκη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 669 του ΚΠολΔ και είχε μετάσχει της δευτεροβάθμιας δίκης, αφού η έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας είχε στραφεί και κατ’ αυτού , είναι μεν απαράδεκτη κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα (577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενώ οι λόγοι αυτής (αναίρεσης) δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, πλην όμως εκτιμάται ως κλήση για το παραδεκτό της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 75/2016).

Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από τον νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 126/2016, ΑΠ 415/2014, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 430/2011, ΑΠ 178/2011).

Εξ άλλου ο εκ του άνω αριθμού λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991). Τοιαύτη περίπτωση απόρριψης του σχετικού ισχυρισμού συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ’ ουσία εκ του πράγματος τον προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που συνιστούν την ιστορική βάση του εν λόγω ισχυρισμού (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 178/2011, ΑΠ 232/2009), έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή (ΑΠ 1434/2010).

Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης προφανώς των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Στη περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και να καταβάλει τις αποδοχές του, λόγω της υπερημερίας του, κατά τα άρθρα 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 601/2013). Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης, λόγω προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη.

Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν. 1264/1982 ορίζεται ευθέως από το νόμο ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, στην οποία κατά την έννοια της διάταξης αυτής περιλαμβάνεται και η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, ως και οι ενέργειες που αποσκοπούν στη κήρυξή της και γενικότερα κάθε δραστηριότητα που αποσκοπεί στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Για να είναι δε άκυρη κατά το ως άνω άρθρο η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσης του μισθωτού, αλλά αρκεί ότι συνετέλεσε απλώς στη λήψη της σχετικής απόφασης του εργοδότη για τη καταγγελία, με την έννοια ότι χωρίς αυτήν ο εργοδότης δεν θα κατήγγειλε τη σύμβαση (ΑΠ 2183/2013, ΑΠ 713/2010, ΑΠ 282/2009, ΑΠ 561/2007) και μάλιστα ανεξαρτήτως του εάν από τη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου προκλήθηκε ή όχι προσωπική διένεξη μεταξύ αυτού και του εργοδότη. (ΑΠ 2183/2013).

Εάν ασκηθεί αγωγή από τον απολυθέντα μισθωτό, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως καταχρηστικής, διότι κατά τα ιστορούμενα στο οικείο δικόγραφο η καταγγελία έλαβε χώρα από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας του εργοδότη συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής σε αυτόν συμπεριφοράς του απολυθέντος ενάγοντος και ειδικότερα εξ αιτίας νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης αυτού αποβλέπουσας στη προάσπιση των εργασιακών και οικονομικών συμφερόντων των απασχολουμένων μισθωτών στην επιχείρηση του εναγομένου εργοδότη και συνακόλουθα ζητείται να επιδικασθούν αποδοχές υπερημερίας και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος εργοδότης να απασχολήσει τον απολυθέντα μισθωτό στη προηγούμενη θέση του, ο προς απόκρουση της ως άνω αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου εργοδότη ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έλαβε χώρα, όχι για τους εκτιθέμενους στην αγωγή λόγους, αλλά εξαιτίας προηγηθείσας αντεργοδοτικής συμπεριφοράς αυτού, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και επομένως δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, του οποίου η παράλειψη λήψης υπόψη να ιδρύει τον σχετικό αναιρετικό λόγο.

Μάλιστα η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραδοχή ως κατ’ ουσίαν βάσιμης της έχουσας το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ήτοι με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που συνιστούν το περιεχόμενο του ως άνω αρνητικού της ιστορικής βάσης της αγωγής ισχυρισμού του εναγομένου εργοδότη, επάγεται ουσιαστικά την εκ του πράγματος κατ’ ουσίαν απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού αυτού, έστω και δεν διαλαμβάνεται ρητώς σχετική μνεία στη προσβαλλομένη απόφαση.

Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της και δεν απήντησε στον πλήρως αποδειχθέντα από το αποδεικτικό υλικό ισχυρισμό αυτής ότι ο απολυθείς ενάγων και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων, εμφορούμενος από αντεργοδοτικά αισθήματα, υποκίνησε και προέτρεψε τους λοιπούς εργαζομένους στην επιχείρηση αυτής σε απεργία με αντικείμενο την καταβολή οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών, αν και γνώριζε ότι επέκειτο η εξόφληση των εν λόγω οφειλών, όπως και έγινε, εν συνεχεία δε μετά την άνω εξόφληση παρέλειψε να ενημερώσει σχετικά κατά τρόπο αντίθετο προς τη καλή πίστη το αρμόδιο για τη κήρυξη της απεργίας όργανο του συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών" (προσθέτως υπέρ του ενάγοντος παρεμβάντος και ήδη δεύτερου των αναιρεσίβλητων), με συνέπεια να κλονισθεί ανεπανόρθωτα η μεταξύ των διαδίκων σχέση και να καταστεί αδύνατη η συνέχιση της εργασιακής σχέσης.

Ο ισχυρισμός αυτός, εφόσον υποτεθεί αληθής, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της ένδικης από 17.5.2011 και με αριθ. κατάθ. .../2011 αγωγής, με αντικείμενο (μεταξύ άλλων) την αναγνώριση της ακυρότητας της από 22.2.2011 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων ως οικονομικού συντάκτη της εφημερίδας "..." που εξέδιδε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εργοδότρια ανώνυμη εκδοτική εταιρεία, η οποία (καταγγελία), κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, έλαβε χώρα από λόγους εκδίκησης και έχθρας προς το πρόσωπο αυτού, λόγω της δυσαρέσκειας που προκάλεσε σε αυτήν η συνεχής και έντονη νόμιμη συνδικαλιστική δράση αυτού, ως εκλεγέντος από το έτος 2003 συνδικαλιστικού εκπροσώπου των εργαζομένων στη επιχείρηση αυτή στο άνω συνδικαλιστικό σωματείο, προς διαφύλαξη των εργασιακών και οικονομικών συμφερόντων αυτών και ειδικότερα η, παρά τη δική του εισήγηση, απόφαση στις 16.2.2011 της γενικής συνέλευσης των εργαζομένων στην ως άνω εφημερίδα να ζητήσουν από το προσθέτως παρεμβάν συνδικαλιστικό σωματείο τη προκήρυξη απεργίας για τις 25.2.2011, όπως και έγινε, με αίτημα την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των μηνών Ιανουαρίου και πρώτου δεκαπενθημέρου του Φεβρουαρίου του έτους 2011, τις οποίες η εναγομένη εταιρεία αρνείτο να καταβάλει προκειμένου να εξαναγκάσει τους εργαζομένους στην πιο πάνω εφημερίδα να υπογράψουν εν λευκώ εξουσιοδοτήσεις για την άσκηση υπέρ αυτής πρόσθετης παρέμβασης σε δίκη υπαγωγής αυτής στο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα και παρά την εν συνεχεία με δική του εισήγηση απόφαση στις 21.2.2011 της γενικής συνέλευσης των εργαζομένων στη πιο πάνω εφημερίδα περί αναστολής της απεργιακής κινητοποίησης μετά την εξόφληση την ίδια ημέρα του συνόλου των οφειλών αυτής προς τους άνω εργαζομένους (μέρος των οποίων είχε εξοφληθεί στις 17.2.2011 και είχε επακολουθήσει την επομένη ημέρα δημοσίευμα στην πρώτη σελίδα της πιο πάνω εφημερίδας σε βάρος αυτού ότι δήθεν ο ίδιος είχε παρασύρει την ΕΣΗΕΑ σε απεργία παρά τη δήθεν εξόφληση των οφειλομένων αποδοχών) και την γνωστοποίηση της απόφασης αυτής στις 22.2.2011 στην ΕΣΗΕΑ (ημέρα της καταγγελίας), η οποία και αποφάσισε την αναστολή της απεργίας.

Επομένως ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας εταιρείας, ως αρνητικός της εν λόγω ιστορικής βάσης της αγωγής, δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και η παράλειψη λήψης αυτού υπόψη δεν ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε ορθώς ότι η ουσιαστική βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας εταιρείας επάγεται απλώς την αναίρεση της επικαλουμένης από τον ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο ακυρότητας της καταγγελίας (και επομένως δέχθηκε ότι συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής), στη συνέχεια με πλήρεις και αναλυτικές αιτιολογίες δέχθηκε, κατά παραδοχή της αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης, ότι η από 22.2.2011 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου ήταν άκυρη ως καταχρηστική, διότι οφειλόταν αποκλειστικά στη δυσαρέσκεια που προκάλεσαν στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία οι διαλαμβανόμενες στην απόφαση ενέργειες διαμαρτυρίας του στα πλαίσια της άσκησης από αυτόν νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης και είχε ως αποκλειστικό σκοπό την απαλλαγή αυτής από την ενοχλητική λόγω της συνδικαλιστικής δράσης παρουσία του στην εφημερίδα "...".

Κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε εκ του πράγματος ως κατ’ ουσία αβάσιμο τον περί του αντιθέτου αρνητικό της ιστορικής βάσης της αγωγής ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας εταιρείας. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ενώ κατά την παρ. 2 της ίδιας διάταξης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σ’ αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά τη κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στη πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρεία αμέλεια.

Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ.1 του ιδίου Κώδικα. Επομένως στην εργατική διαδικασία ο διάδικος μπορεί να επικαλεσθεί και προσκομίσει για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και νέα αποδεικτικά μέσα, όπως ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν νομοτύπως, ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 280/2000), κατά μείζονα δε λόγο εάν αυτές λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προς προσθήκη και αντίκρουση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μετά τη συζήτηση και πριν την έκδοση της οριστικής απόφασης, έστω και αν ήταν απαράδεκτη η λήψη υπόψη αυτών από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επειδή δόθηκαν μετά το πέρας της επ’ ακροατηρίου συζήτησης και δεν αφορούσαν αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν παραδεκτώς το πρώτον κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ΑΠ 1114/2011, ΑΠ 1553/2008, ΑΠ 678/2007, ΑΠ 1909/2007, ΑΠ 1877/2005, ΑΠ 457/2005, ΑΠ 884/1998, ΑΠ 1187/1997).

Εξ άλλου το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να διαλάβει αιτιολογία του λόγου για τον οποίο δέχεται αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη (ΑΠ 1700/1999), η δε από αυτό λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων εμπεριέχει σιωπηρά την παραδοχή ότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δεν συνέτρεχε περίπτωση στρεψοδικίας ή βαρείας αμέλειας του προσκομίσαντος αυτά διαδίκου.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την έναρξη εφαρμογής του Ν. 4335/2015, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μοναδική προϋπόθεση για το παραδεκτό της λήψης υπόψη ως αποδεικτικών μέσων τέτοιων ενόρκων βεβαιώσεων κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών, αποτελεί η προηγούμενη, πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, κλήτευση του αντιδίκου του προκαλέσαντος την εξέταση διαδίκου, η οποία μπορεί να λάβει χώρα και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του καλούντος διαδίκου κατά τη προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Για το παραδεκτό δε αυτών δεν απαιτείται επί πλέον η γνωστοποίηση των ονομάτων των προς εξέταση μαρτύρων, ούτε η αναφορά της διεύθυνσης κατοικίας αυτών ή του επαγγέλματός των, αφού με την εμπρόθεσμη κλήτευση πληρώνεται ο σκοπός του νόμου, που αποβλέπει στο ο καλούμενος διάδικος, λαμβάνοντας γνώση του τόπου και χρόνου εξέτασης των μαρτύρων, να παραστεί κατ’ αυτήν (ΑΠ 197/2000, ΑΠ 696/1988, ΑΠ 120/1992, ΑΠ 65/1976).

Η από την αναιρεσείουσα εταιρεία επίκληση της διάταξης του άρθρου 422 παρ.1 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ.3 του Ν. 4335/2015, κατά την οποία στη κλήση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης αναφέρονται, πέραν των λοιπών στοιχείων, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του μάρτυρα που θα εξετασθεί, τυγχάνει αλυσιτελής, διότι η διάταξη αυτή δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, που αφορά ένορκη βεβαίωση ληφθείσα πριν την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, εφόσον κατά το άρθρο 21 εδ.

β του ΕισΝΚΠολΔ που εκφράζει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, διαδικαστικές πράξεις απόδειξης που έγιναν κατά τις διατάξεις του δικαίου που ίσχυε πριν την εισαγωγή του ΚΠολΔ κρίνονται κατά το δίκαιο αυτό.

Συνεπώς στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να λάβει υπόψη του την μετ’ επικλήσεως προσκομισθείσα από τον εφεσίβλητο - ενάγοντα και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων, υπ’ αριθμ. ....4.2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ρεθύμνου, η οποία, δόθηκε και προσκομίσθηκε μετά την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (1.4. 2014), εντός της τριήμερης προθεσμίας προσθήκης - αντίκρουσης, ύστερα από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος περί του τόπου και χρόνου λήψης αυτής που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με αριθμό 1358/1.4.2014 πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Είναι δε αδιάφορο εάν η ένορκη αυτή βεβαίωση, ως εκ του περιεχομένου της, μπορούσε παραδεκτώς να ληφθεί υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, ο δεύτερος από τους αριθμούς 11 περ. α και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, προσάπτοντας στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη της ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, το μεν κατά παράβαση του άρθρου 422 του ΚΠολΔ, αφού δεν γνωστοποιήθηκαν σε αυτήν το ονοματεπώνυμο του προς εξέταση μάρτυρα, η διεύθυνση κατοικίας του και το επάγγελμά του κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το δε χωρίς να αιτιολογήσει τους λόγους για τους οποίους δέχθηκε αυτήν, παρόλο που αυτή δεν αφορούσε αντίκρουση ισχυρισμών του αντιδίκου της που προτάθηκαν παραδεκτώς κατά τη συζήτηση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον τρίτο και τελευταίο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την επικουρικώς προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού του ποσού της καταβληθείσας αποζημίωσης καταγγελίας που έλαβε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων με τις επιδικασθείσες σε αυτόν αποδοχές υπερημερίας, την οποία αυτή επανέφερε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται οι παραδοχές (οι λόγοι) για τους οποίους το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη τη σχετική ένσταση (ή δεν αναφέρεται ότι δεν διαλαμβάνονται λόγοι απόρριψης), ούτε γίνεται επίκληση των νομικών πλημμελειών της προσβαλλομένης απόφασης για την απόρριψη αυτή. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα εταιρεία, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων για το καθένα των αναιρεσίβλητων μερών, που παρέστησαν λόγω της διαφορετικής δικονομικής ιδιότητας αυτών με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν χωριστές προτάσεις (ΑΠ 741/2013).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-5-2016 και με αριθ. κατάθ. ...2016 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 780/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ για το καθένα των αναιρεσιβλήτων μερών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ