Supreme Court allows partial appeal on interest claim dismissal but rejects contradiction argument regarding compensation amounts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision on compensation and interest. The appellants argued the lower court contained contradictory provisions regarding compensation amounts and failed to award interest on a valid claim. The court rejected the contradiction claim as it did not affect the operative part of the judgment, but accepted that the lower court wrongly dismissed the interest request without justification.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(17) C.P.D.; Art. 9(γ) Art. 559 C.P.D.: Contradictions in the operative part of a judgment must cause uncertainty preventing execution or intentional distortion to constitute a valid appeal ground, whereas failure to award interest on a properly filed claim constitutes a violation of the right to a trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 854 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 854/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ... και 2) Π. Μ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Ιωαννίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ... που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο …. Π. Ν.. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Δημοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2015 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-12-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αναστασία Περιστεράκη ανέγνωσε την από 14-11-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του τέταρτου λόγου της από 9-12-2015 αναίρεσης και για τα δύο σκέλη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Η ύπαρξη δε αντιφάσεων στο διατακτικό της αποφάσεως ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως. Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως (ΑΠ537/2016, ΑΠ309/2014, ΑΠ87/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 17 Κ.Πολ.Δ., προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, διότι <η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, από την μια μεριά δέχθηκε όλα όσα είχε δεχθεί αμετακλήτως η με αριθμό 988/2006 απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας σε σχέση με την αποζημίωση, που καθορίστηκε με τη με αριθμό 44/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, [μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται τμήμα του ακινήτου μας με στοιχεία 33-34- 35-39-37-36-38-33, επιφάνειας 22,71 μ2 το οποίο προσκυρώνεται στην ιδιοκτησία 02 φερομένων συνιδιοκτητών κληρ.
Γ. Γ. και αποζημιώνεται από αυτούς, έτερο τμήμα αυτού με στοιχεία 45'-45-40- 39-35-34-46-45, επιφάνειας 127,03 μ2 ρυμοτομείται και αποζημιώνεται επίσης από την παραπάνω ιδιοκτησία 02], επίσης δέχθηκε ότι ο αναιρεσιβαλλόμενος Δήμος …. προέβη ως επισπεύδων σε υπολογισμό των απορρεόντων από την 1/1995 πράξη αναλογισμού δικαιωμάτων για τις ιδιοκτησίες 7 και 8 και την καταβολή των αντιστοίχων χρηματικών ποσών, που σημαίνει ότι έπρεπε να υπολογίσει και την αποζημίωση για την προσκύρωση τμήματος της ιδιοκτησίας μας στην ιδιοκτησία 02 της πράξης αναλογισμού και τμήματος της ιδιοκτησίας μας που αποζημιώνεται από την ιδιοκτησία 02, από την άλλη μεριά παρέλειψε εντελώς να αναφερθεί η αναιρεσιβαλλομένη στην αποζημίωση που έπρεπε ο Δήμος ….
να είχε υπολογίσει και να καταβάλει ως επισπεύδων την πράξη αναλογισμού για τα τμήματα αυτά της ιδιοκτησίας μας, για τα οποία υπόχρεη είναι η ιδιοκτησία 02 της πράξης αναλογισμού, για να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι με την καταβολή της αποζημιώσεως συνετελέσθη η απαλλοτρίωση. Με αυτά τα δεδομένα, η αναιρεσιβαλλομένη περιέχει αντιφατικές διατάξεις και έτσι υπέπεσε σε σφάλμα για το οποίο δικαιολογείται η άσκηση της παρούσης αιτήσεως αναιρέσεως σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 παρ. 17 του ΚΠοΛΔ>.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως αντιφάσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφέρονται στο σκεπτικό αυτής και όχι στο διατακτικό, και συνεπώς δεν συγκροτούν τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων(ΑΠ537/2016).
Εξ άλλου, ως ζητήματα επί των οποίων η απουσία πλήρους αιτιολογίας ή η ύπαρξη ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο.
Έτσι για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη κατά τρόπο παραδεκτό και ορισμένο, να είναι νόμιμος και ν` ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης(AΠ2186/2007).
Με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559αρ 19ΚΠοΛΔ ισχυριζόμενοι ότι η αναιρεσιβαλλομένη, αποδεχόμενη όλα όσα είχε δεχθεί αμετακλήτως η με αριθμό 988/2006 απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας σε σχέση με την αποζημίωση, που καθορίστηκε με τη με αριθμό 44/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, δέχθηκε ποια δικαιώματά τους απαλλοτριώνονται και ποιες ιδιοκτησίες είναι υποχρεωμένες να τους αποζημιώσουν, όμως απέφυγε εντελώς να υπολογίσει επ' ακριβώς και αναλυτικά τα ποσά της αποζημιώσεως που αναλογούν σε κάθε ένα δικαίωμα που απαλλοτριώνεται και δη δεν υπολόγισε την αποζημίωση που αυτοί δικαιούνταν από την ιδιοκτησία 02 .
Έτσι με αυτή την ανεπαρκή αιτιολογία κατέληξε ότι για την ιδιοκτησία τους υπ' αριθμ. 08 της 1/1995 πράξης αναλογισμού του Νομάρχη …. αντιστοιχούσε τελικό δικαίωμα για το έδαφος και το επικείμενα ποσό 46.447,20 ευρώ από το οποίο έχει αφαιρεθεί το ποσό των 18073,00 ευρώ, που ήταν η υποχρέωση αποζημίωσης τούτων προς την δικαιούχο ιδιοκτησία 07 και με τους υπολογισμούς αυτούς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έχει εξοφληθεί η απαίτησή τους και έτσι συντελέστηκε η απαλλωτρίωση.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: <Με την υπ' αριθμ. 1/1995 πράξη αναλογισμού τακτοποιήσεως και προσκυρώσεως λόγω ρυμοτομίας της υπηρεσίας Τ.Π- ΠΕ Πολεοδομίας Νομαρχίας …., που κυρώθηκε διορθωτική με την υπ' αριθμ. 9258/2778/18-10-1996απόφαση του Νομάρχης … και τέλος με την υπ' αριθμ. 10785/3300/28-11-1996 ίδια απόφαση του Νομάρχη …., απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας και προσκυρώσεως για τη διάνοιξη οδών, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως, τα τμήματα των ιδιοκτησιών που περιγράφονται σε αυτήν και εμφαίνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την παραπάνω πράξη αναλογισμού, τακτοποιήσεως και προσκυρώσεως που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός και προϊστάμενος του γραφείου τοπογραφικής της Τ.Π-ΠΕ Πολεοδομίας … Α.
Σ. και θεώρησε ο Προϊστάμενος της ίδιας υπηρεσίας Κ. Κ. και βρίσκονται επί της οδού ... μεταξύ των οδών ... και της οδού ... μεταξύ των οδών ... και ... και των Ο.Τ 186, 187, 193, 194, 204 και 205 του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως ….. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε, με το από 17/6/1905 Β. Δ/γμα "περί εγκρίσεως, τροποποιήσεως του σχεδίου Πόλεως ….", που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 102 Α 1905), την υπ' αριθμ. 2782/658/20-4-1989 απόφαση του Νομάρχη …. (ΦΕΚ 248/Δ/27-4-1989), με την οποία εγκρίθηκε η αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου 1905 …., την υπ' αριθμ. 3318/1037/14-5-1992 απόφαση του Νομάρχη …. (ΦΕΚ 448/Δ/15-5-1992), με την οποία επαναδημοσιεύθηκε η προηγούμενη απόφαση του Νομάρχη και με τις προαναφερόμενες αποφάσεις (κυρωτική της 1/1995 πράξης αναλογισμού και διορθωτικές) του Νομάρχη …..
Μετά την υποβολή της από 10-7-2005 αιτήσεως των εναγόντων περί καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδος εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας η υπ' αριθμ 44/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος των απαλλοτριωμένων τους και η οποία κατέστη τελεσίδικη, λόγω παρόδου 6μήνου από της εκδόσεώς της.
Ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 988/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία αναγνώρισε τους ενάγοντες και τη μεταποβιώσασα μητέρα τους Ν. χήρα Ν. Μ., το γένος Η. και Π. Κ., δικαιούχους της αποζημίωσης. Πιο συγκεκριμένα αναγνώρισε τους ενάγοντες δικαιούχους και μάλιστα σε ποσοστό 3/8 (άλλως 37.5/100) εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τους δυο ενάγοντες και 2/8 (άλλως 25/100) εξ αδιαιρέτου στην μεταποβιώσασα μητέρα των εναγόντων της αποζημίωσης της με στοιχείο οκτώ (08) ιδιοκτησίας τους, όπως αυτή εμφαίνεται με τα χαρακτηριστικά στοιχεία 33-38-36-37-39-40-45-41- 43-44-56-55-54-48-33, στο από Οκτώβριο 1991 τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός της ΤΠ-ΠΕ Πολεοδομίας Νομαρχίας ….Α.
Σ. και θεώρησε ο Κ. Κ. και συνοδεύει την παραπάνω πράξη αναλογισμού, όπως το παραπάνω ακίνητο λεπτομερώς παραπάνω, από το οποίο τμήμα αυτού προσκυρώνεται στην ιδιοκτησία με στοιχεία 33-34-35-39-36-38-33, επιφάνειας 22,71 μ2 προσκυρώνεται στην ιδιοκτησία 02 φερομένων συνιδιοκτητών κληρ. Γ. Γ. και αποζημιώνεται από αυτούς, έτερο τμήμα αυτού με στοιχεία 45',45, 40,39,35,34,46,45, επιφάνειας 127,03 μ2 ρυμοτομείται και αποζημιώνεται επίσης από την παραπάνω ιδιοκτησία 02, έτερο τμήμα με στοιχεία 43, 43', 46, 47, 48, 54, 55, 56, 44, 43, επιφάνειας 157 μ2 αυτοαποζημιώνεται.
Επίσης έτερο τμήμα με τα στοιχεία 41, 45, 45', 43', 43,41, επιφάνειας 8,81 μ2 αποζημιώνεται από το Δήμο …., όπως και για το επιπλέον του μισού εμβαδού της επιβάρυνσης, δηλαδή για 99,49 μ2 καθώς και για το ρυμοτομούμενο κτίσμα (κεραμοσκεπές από τσιμεντόλιθο) με όγκο 94 μ3 για 14 ξινά (6 λεμονιές, 5 πορτοκαλιές, 3 μανταρινιές), 1 ελιά μεγάλη, 1 κλήμα, 1 γατζιά (καλλωπιστικό δένδρο) και για μανδρότοιχο μήκους 64 μέτρων, τα οποία επίσης αποζημιώνονται από το Δήμο ….
Στις 12- 10-2007 απεβίωσε η συνδικαιούχος της ως άνω αποζημιώσεως μητέρα τους Ν. χήρα Ν. Μ., κάτοικος ..., η οποία άφησε την από 19-2-1989 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε με βάση το με αριθμό 26Δ/17-1-2008 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και με την οποία κατέλειπε την αξίωσή της για την καταβολή της αποζημίωσης από τον εναγόμενο στον πρώτο ενάγοντα Γ.
Μ., την οποία κληρονομιά αυτός αποδέχθηκε και έτσι αναμείχθηκε στην κληρονομιά. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Δήμος ….στην προσπάθεια προώθησης της διαδικασίας συντέλεσης εκκρεμών ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων εντός του παλαιού σχεδίου πόλεως …. επί τω τέλει διανοίξεως τμημάτων οδών και αποδόσεώς του σε κοινή χρήση, με εργαλείο τη διαδικασία χρηματοδότησης των ΟΤΑ για "εξόφληση ληξιπροθέσμων υποχρεώσεων", προέβη ως επισπεύδων την πράξη αναλογισμού ρυμοτομική απαλλοτρίωση σε υπολογισμό των απορρεόντων από την 1/1995 πράξη αναλογισμού δικαιωμάτων για τις ιδιοκτησίες 7 και 8 που περιλαμβάνονται σε αυτήν και την καταβολή των αντίστοιχων χρηματικών ποσών.
Πλέον συγκεκριμένως: Για την ιδιοκτησία 07, με φερομένους ιδιοκτήτες τους Ν., Γ. και Η. Χ., αντιστοιχούσε τελικό δικαίωμα από έδαφος και επικείμενα ποσό 140.611,10 (ενν. ευρώ), στο οποίο περιλαμβάνεται ποσό 18.073,00 ευρώ, το οποίο ήταν δικαίωμα αποζημίωσης από την υπόχρεη ιδιοκτησίας 08 στους δικαιούχους ιδιοκτήτες της ιδιοκτησίας 07.
Έτσι ο Δήμος …. παρακατάθεσε στο ΤΠΔ, επειδή δεν είχε λάβει χώρα αναγνώριση δικαιούχων, το συνολικό ποσό των 140.611,10 (ενν.ευρώ), όπως σχετικά προκύπτει από το με αριθμ. πρωτ. 34613/16-6-2014 έγγραφο της Δ/νσης Οικονομικών-Τμήμα Ταμείου. Σύμφωνα δε με το άνω έγγραφο βεβαιώθηκε ότι στις 26-2-2014 εξοφλήθηκε ως αποζημίωση απαλλοτρίωσης το υπ' αριθμ.
Ε 11/2014 Χ.. αξίας 140.611,10 (ενν ευρώ). Η δε πληρωμή έγινε με την διαδικασία "εξόφληση ληξιπροθέσμων οφειλών", μέσω του ΤΠΔ και εκδόθηκε μάλιστα το υπ' αριθμ. Ε/11 χρηματικό ένταλμα επ' ονόματι των φερομένων ως ιδιοκτητών (Ν., Γ. και Η. Χ.). Περαιτέρω, για την ιδιοκτησία 08, με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Γ. Μ. αντιστοιχούσε τελικό δικαίωμα από έδαφος και επικείμενα ποσό ευρώ 46.447,20 €, από το οποίο έχει αφαιρεθεί το ποσό των 18.073,00 €, το οποίο ήταν υποχρέωση αποζημίωσης προς την δικαιούχο ιδιοκτησία 07.
Έτσι ο Δήμος Καλαμάτας κατέβαλε μέσω της διαδικασίας των ληξιπροθέσμων στους αναγνωρισθέντες δικαιούχους της αποζημίωσης Γ. Μ. του Ν. και Π. Μ., τα δικαιούμενα σε κάθε έναν .Σχετικά δε εκδόθηκε το υπ' αριθμ. πρωτ. 27452/16-5-2014 έγγραφο της Δ/νσης Οικονομικών Τμήμα Λογιστηρίου. Με το άνω έγγραφο γνωστοποιήθηκε στην Δ/νση πολεοδομίας ότι μετά από την Δ Υ/2013 Έκθεση Υπολογισμού Δικαιωμάτων, αναφορικά με την ιδιοκτησία 08, βάσει της υπ' αριθμ. 1/1995 Πράξης Αναλογισμού, εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ.
Ε- 76 και Ε-77/2014 χρηματικά εντάλματα αποζημίωσης απαλλοτρίωσης (έδαφος και επικείμενα), με δικαιούχους τον Μ. Γ. και την Μ. Π., αντίστοιχα. Βάσει δε των παραπάνω καταβλήθηκαν στους ενάγοντες τα ποσά των 29.029,50 € και 17.417,70 €, αντίστοιχα. Τα χρηματικά εντάλματα εξοφλήθηκαν από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με τη διαδικασία των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του ..., ενώ η καταχώρηση της εξόφλησης έγινε στις 2-4-2014.
Από δε την υπ' αριθμ. Δ.Υ βεβαίωση προκύπτει ότι (ενν. καταβλήθηκαν) τα ποσά 29.029,50 € και 17.417,70 €, για τα υπ' αριθμ. Ε/76 και Ε/77 ΧΕ, αντίστοιχα, έτους 2014, στα οποία αναγράφονται αναλυτικά τα στοιχεία των δικαιούχων Μ. Γ. του Ν. και Μ. Π.ς. Τα παραπάνω δε χρηματικά εντάλματα καταχωρήθηκαν ως εξοφλημένα στις 2-4-2014 στο Ταμείο του ..., έπειτα από την απαραίτητη ενημέρωση που έγινε από το ΤΠΔ.
Επομένως εφόσον έχουν εκδοθεί χρηματικά εντάλματα και έχουν εκτελεσθεί η απαλλοτρίωση αυτή έχει συντελεστεί και κανένα δικαίωμα πλέον δεν απορρέει από αυτήν για τους ενάγοντες>.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού στο δικόγραφο της αγωγής οι αναιρεσείοντες δεν αιτούνται την καταβολή αποζημίωσης για την έκταση για την οποία υπόχρεη προς αποζημίωση είναι η 02 ιδιοκτησία, από δε τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιλαμβάνει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς την οφειλόμενη προς αυτούς αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία τους εκ μέρους του Δήμου, και ειδικότερα διαλαμβάνει ότι ο Δήμος ως επισπεύδων την ένδικη απαλ/ση προέβη σε υπολογισμό των απορρεόντων από την 1/1995 πράξη αναλογισμού δικαιωμάτων μόνον για τις ιδιοκτησίες 7 και 8 και αφού κατέβαλε, ως είχε δικαίωμα και όχι υποχρέωση, το ποσό που όφειλε η ιδιοκτησία 08 στους φερόμενους ως ιδιοκτήτες της ιδιοκτησίας 07, αφαίρεσε το ποσό αυτό από την οφειλόμενη εκ μέρους του αποζημίωση στην ιδιοκτησία 08 των αναιρεσειόντων.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση(ΑΠ537/2016).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 11 παρ. 3 ν. 2882/2001[Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων], όπως η τελευταία (11 παρ. 3) αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 3α του άρθρου 39 ν.4024/2011, και ισχύουν για τις απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από 1-2-1971 και εφεξής (άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου): "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση, η δικαστική δαπάνη, η οποία επιδικάζεται κατά το άρθρο 18 παράγραφος 4, καθώς και η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το επόμενο άρθρο 8.
Κατά δε την παράγραφο 1 εδ. 4 του άρθρου 7 του ίδιου Κώδικα <Εάν υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης είναι οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης Α` ή Β` βαθμού, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται και με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ότι, κατ` εντολή και για λογαριασμό του υπόχρεου, παρακατέθεσε το ίδιο την αποζημίωση, "την επιδικασθείσα κατά το άρθρο 18 παράγραφος 4 δικαστική δαπάνη, καθώς και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων" κατά τους όρους και τα αποτελέσματα που ορίζονται στο επόμενο άρθρο 8>.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, και ειδικότερα για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 7 παρ. 1 εδ.4 του ν2882/2001, ισχυριζόμενοι ότι η προσβαλλομένη δεν αναφέρει με ποιο γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης η παρακατάθεση προς τους φερόμενους ως ιδιοκτήτες της ιδιοκτησίας 07 έλαβε χώρα, ούτε αν γνωστοποιήθηκε η παρακατάθεση αυτή στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αν έγινε εντός της νομίμου προθεσμίας, έτσι ώστε να έχει συντελεστεί η επίδικη απαλ/ση. Από τις άνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι το Ε11/2014ΧΕ χρηματικό ένταλμα αξίας 140.611,10 ευρώ που αφορούσε την ιδιοκτησία 07 εξοφλήθηκε στις 26-2-2014, ενώ αναφορικά με την ιδιοκτησία 08 των αναιρεσειόντων το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος κατέβαλε σ' αυτούς στις 2-4-2014 τα ποσά των 29.029,50 € στον πρώτο και 17.417,70 € στη δεύτερη, για τα οποία ποσά εκδόθηκαν τα αντίστοιχα χρηματικά εντάλματα, έχοντας αφαιρέσει προηγουμένως την αποζημίωση που όφειλε η ιδιοκτησία τους στην ιδιοκτησία 07, την οποία και κατέβαλε ο Δήμος, ως είχε δικαίωμα, προκειμένου να ολοκληρωθεί η απαλλοτρίωση, και συνακόλουθα συντελέστηκε η απαλ/ση. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 9 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου(AΠ1355/2010). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται κατά την νοηματική του έννοια ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559αρ 9 ΚΠολΔ, καθόσον καίτοι με την αγωγή τους, όσον και με τις προτάσεις τους ενώπιον του εφετείου ζητούσαν τόκους από την επίδοση της άνω καταψηφιστικής αγωγής τους και το εφετείο δέχθηκε ότι η αγωγή τους ασκήθηκε στις 11-12-2008 καθώς και ότι τα ποσά των 17.417,70 και 29.029,50 ευρώ που αφορούσαν αποζημίωση απαλ/σης για την ιδιοκτησία τους, κατατέθηκαν στο κοινό λογαριασμό τους στις 2-4-2014 δεν επιδίκασε τόκους για το χρονικό διάστημα από 11-12-2008 έως 2-4-1014.
Αφήνοντας έτσι αδίκαστη τη σχετική αίτησή τους. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατέλειπε αδίκαστη την αίτηση των αναιρεσειόντων για την καταβολή τόκων καίτοι προτάθηκε παραδεκτά και δεν επιδίκασε τόκους για το καταβληθέν ποσό αποζημίωσης λόγω της επίδικης απαλ/σης Κατόπιν τούτων ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατόπιν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος, να παραπεμφθεί κατά το μέρος αυτό η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, να αποδοθεί το παράβολο στους αναιρεσείοντες και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας του (αρ 176 και 183 ΚΠοΛΔ) μειωμένα όμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281παρ.2 ν.3463/2006.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 40/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ