Legislator Case Law & Legislation
607/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, upholding lower court's finding of driver's fault.

Case Number 607/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a first-instance judgment regarding a traffic accident compensation claim. The appellants argued that the lower court incorrectly attributed liability to the driver, claiming the accident was caused by the sudden entry of the victim's vehicle into the traffic lane. The court rejected these arguments, ruling that the lower court correctly applied traffic laws to find the driver negligent for failing to avoid the collision despite the victim's unexpected maneuver.

Legislator headnote

AI generated

Articles 591 et seq., 614 para. 6 of the Code of Civil Procedure; Article 16 para. 1 of the Code of Obligations: The Supreme Court held that the lower court's finding of liability based on the driver's failure to exercise due care constitutes a correct application of law, and the appeal is inadmissible as it attacks a non-reviewable factual assessment.

Keywords

AI generated
traffic accident liability negligence in traffic appeal admissibility Code of Civil Procedure Code of Obligations causation in tort driver's duty of care

Cited Legislation

AI generated
Articles 591 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 614 para. 6 of the Code of Civil Procedure
Article 16 para. 1 of the Code of Obligations
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 297, 298, 300, 330 para. 2 and 914 of the Civil Code
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 19 para. 1, 2 and 4 of the Code of Obligations
Articles 176, 180, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 item 2 letter d of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Article 1 of Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 607 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 607/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Κ. του Ν., κατοίκου Καλαμάτας, 2) Ε. Π. του Ε., πρώην συζ. Χαραλάμπους Κουτίβα, 3) Μ. Κ. του Χ., κατοίκων Αθηνών και 4) Μ. Κ. του Χ. και της Ε. Μ., κατοίκου Χαϊδαρίου Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Παπαλάμπρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Δ. του Δ., κατοίκου Μποντέϊκων Αχαΐας και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΙΖΩΝ ΑΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κανελλόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων (ατομικά ο 1ος και ως συνασκούντος μετά της Ε. Μ. τη γονική μέριμνα της ανήλικης τότε κόρης τους και ήδη ενηλικιωθείσας Μ. Κ.), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1340/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 413/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-3-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 29-3-2021 (αρ. κατ. 4552/607/15-6-2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 413/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ.

Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 270/2019), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ.

στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 536/2022, ΑΠ 877/2021, ΑΠ 898/2020, ΑΠ 797/2020). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1, 3α' και 8 του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999), στους οδηγούς των οδικών οχημάτων απαγορεύεται να διαβαίνουν την εκ μιας ή δύο συνεχών γραμμών, κατά μήκος, διαγράμμιση, η οποία σημαίνει διαχωρισμό των λωρίδων αντίθετων κατευθύνσεων, καθώς και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής, ενώ, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ίδιου νόμου 2696/1999: "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Περαιτέρω, στο άρθρο 16 του ίδιου νόμου, ορίζεται, στη μεν παράγραφο 1 αυτού ότι "ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο", στη δε παράγραφο 4 ότι "ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία ..., εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν".

Επίσης, στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 εδ. α' του Κ.Ο.Κ. ορίζεται ότι: "ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς" (παρ. 1), "ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν" (παρ. 2) ... "Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του ... στις στροφές, ..., σε περίπτωση ... βροχής ... και γενικά όταν το oδόστρωμα είναι ολισθηρό" (παρ. 3 εδ.

α'). Κατά το άρθρο δε 20 παρ. 1 του ίδιου νόμου: "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση". Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό- τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 551/2020).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Ο από τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.

β' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 1220/2021, Α.Π. 816/2021, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 909/2020).

Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 140/2021, Α.Π. 780/2020).

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 140/2021, 1250/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 413/2020 απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχτηκε, ανέλεγκτα, ως προς το κρίσιμο, για την έκβαση της αναιρέσεως, ζήτημα, των συνθηκών επέλευσης του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών, της θανούσας δηλαδή κατ' αυτό συγγενούς των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων και του οδηγού του φερόμενου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου εναγομένου, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 30-1-2015 και περί ώρα 08.50, στην Πάτρα, ο πρώτος εναγόμενος Α.

Δ. (πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγούσε, με ταχύτητα 80 χιλιομέτρων ανά ώρα, το υπ' αρ. κυκλ. ΗΑΚ-… Ι.Χ. φορτηγό (αγροτικό) αυτοκίνητο (βάρους 3.300 kg, ωφέλιμου φορτίου 1500 kg και πλάτους 2,20 μέτρων), έμφορτο με πλάκες μαρμάρου, συνολικού βάρους 510 kg, και εκινείτο στην Νέα Εθνική Οδό Πάτρας- Πύργου και ειδικότερα εντός του ρεύματος κυκλοφορίας αυτής, που οδηγεί προς Πύργο και σε απόσταση 0,50 μέτρων από την διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας.

Το ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του κυρίου και του οδηγού του, στην δεύτερη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΙΖΩΝ Α.Α.Ε.". Η ως άνω Νέα Εθνική Οδός Πάτρας-Πύργου είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας αυτής διαχωρίζονται με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή.

Σε αμφότερα τα ρεύματα κυκλοφορίας αυτής υφίσταται λωρίδα έκτακτης ανάγκης (Λ.Ε.Α). Το πλάτος κάθε ρεύματος κυκλοφορίας είναι 6,5 μέτρα (4μ. η λωρίδα κυκλοφορίας και 2,5 μέτρα η Λ.Ε.Α). Παραπλεύρως κάθε ρεύματος κυκλοφορίας υφίστανται κιγκλιδώματα (μπάρες) ασφαλείας. Στο ύψος της 21,850 χιλιομετρικής θέσης της ως άνω Νέας Εθνικής Οδού υφίστανται ρυθμιστικές πινακίδες Ρ-32, που καθορίζουν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας σε 60 χιλιόμετρα ανά ώρα, καθώς και πινακίδες αναγγελίας κινδύνου Κ-1α και Κ-Ιδ, που προειδοποιούν τους οδηγούς για την ύπαρξη επικίνδυνης δεξιάς και αριστερής στροφής.

Κατά τον ως άνω χρόνο και στον ως άνω τόπο, το οδόστρωμα της παραπάνω Εθνικής Οδού ήταν ολισθηρό, λόγω βροχόπτωσης. Κατά την ίδια ημέρα και ώρα, η Α. Κ., θυγατέρα των πρώτου και δεύτερης των εναγόντων και ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων (Χ. Κ. και Ε. Π.), αμφιθαλής αδελφή της τρίτης ενάγουσας και ήδη τρίτης αναιρεσείουσας (Μ.

Κ.) και ετεροθαλής αδελφή της ανήλικης ενάγουσας και ήδη τέταρτης αναιρεσείουσας, η οποία είχε ενηλικιωθεί κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως, ενώπιον Μ. Κ., οδηγούσε, με ταχύτητα 125 χιλιομέτρων ανά ώρα, το υπ' αρ. κυκλ. ΙΖΑ-… Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, κυριότητάς της, στο ρεύμα κυκλοφορίας της Νέας Εθνικής Οδού Πάτρας-Πύργου, που οδηγεί προς Πάτρα.

Όταν η Α. Κ. έφθασε στην 21,850 χιλιομετρική θέση της ως άνω Νέας Εθνικής Οδού και καθ' ον χρόνο εκινείτο με το αυτοκίνητό της σε μια επικίνδυνη κατηφορική δεξιά στροφή της οδού, με ταχύτητα 125 χιλιομέτρων ανά ώρα και εξερχόταν απ' αυτή (δεξιά στροφή), απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της και το τελευταίο εκτράπηκε από την πορεία του προς τα αριστερά, διήλθε τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, εισήλθε αιφνίδια στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (που οδηγεί προς Πύργο) και παρεμβλήθηκε αιφνίδια, στην πορεία του κινούμενου στο ρεύμα αυτό (προς Πύργο) υπ' αρ.

κυκλ. ΗΑΚ-… Ι.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος Α. Δ., με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουσθούν. Ειδικότερα το υπ' αρ. κυκλ. ΙΖΑ-… ΙΧΕ αυτοκίνητο της Α. Κ. επέπεσε, με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του, στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του υπ' αρ. κυκλ. ΗΑΚ-… Ι.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Α.

Δ. [...]... αποκλειστικά υπαίτια, για την πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και συνακόλουθα του θανάσιμου τραυματισμού της είναι η ίδια η θανούσα Α. Κ., καθόσον αυτή από αμέλειά της, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ως μέσος συνετός οδηγός, οδηγούσε το υπ' αρ.

κυκλ. ΙΖΑ-… ΙΧΕ αυτοκίνητό της, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή της και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο του οχήματός της και την εποπτεία της οδού, ώστε να μπορεί, σε κάθε στιγμή, να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και με την υπερβολική ταχύτητα των 125 χιλιομέτρων ανά ώρα και, μολονότι το οδόστρωμα της οδού ήταν ολισθηρό και προσέγγιζε με το αυτοκίνητό της σε μια επικίνδυνη δεξιά στροφή της οδού, που επισημαινόταν με πινακίδα Κ-1δ, δεν μείωσε την υπερβολική ταχύτητα του αυτοκινήτου της, αλλά συνέχισε να οδηγεί το αυτοκίνητό της και να πραγματοποιεί την δεξιά στροφή, με την ίδια υπερβολική ταχύτητα των 125 χιλιομέτρων ανά ώρα, ήτοι με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 60 χιλιομέτρων ανά ώρα, αλλά και της επιβαλλόμενης, ενόψει των επικρατουσών συνθηκών (στροφή της οδού, κατωφέρεια, ολισθηρό οδόστρωμα), με αποτέλεσμα το υπ' αρ.

κυκλ. ΙΖΑ-… ΙΧΕ αυτοκίνητό της, καθ' όν χρόνο εξερχόταν από την δεξιά στροφή, να εκτραπεί από την πορεία του προς τα αριστερά, να εισέλθει, αιφνίδια, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού (που οδηγεί προς Πύργο) και να συγκρουσθεί με το κινούμενο στο ρεύμα αυτό υπ' αρ. κυκλ. ΗΑΚ-… IX φορτηγό αυτοκίνητο, στη συνέχεια δε, συνεπεία της ως άνω σύγκρουσης, το υπ' αρ.

κυκλ. ΙΖΑ-… ΙΧΕ αυτοκίνητό της να εκτραπεί προς τα δεξιά, να εισέλθει, εκ νέου, στο αρχικό ρεύμα πορείας της (που οδηγεί προς Πάτρα) και να επιπέσει στα κιγκλιδώματα (μπάρες) ασφαλείας του ρεύματος αυτού και να τραυματισθεί αυτή θανάσιμα. Με την ως άνω αμελή οδηγική συμπεριφορά της, η Α. Κ. παρέβη τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 3α και 8, 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1 και 3 και 20 του Κ.Ο.Κ.

υποχρεώσεις της, η παραβίαση των οποίων τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού της. Στοιχεία, που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε αμέλεια του πρώτου εναγομένου Α. Δ., οδηγού του υπ' αρ. κυκλ. ΗΑΚ-… IX φορτηγού αυτοκινήτου, η οποία να τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και συνακόλουθα του θανάσιμου τραυματισμού της Α.

Κ., δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το υπ' αρ. κυκλ. ΗΑΚ-… IX φορτηγό αυτοκίνητο, εντός του ρεύματος πορείας του (προς Πύργο). Η δε κίνηση του ως άνω υπ' αρ. ΗΑΚ-… IX. φορτηγού αυτοκινήτου πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας και ειδικότερα σε απόσταση 0,50 μέτρων απ' αυτή, δεν τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, καθόσον το κινούμενο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας υπ' αρ.

κυκλ. ΙΖΑ-… αυτοκίνητο της Α. Κ. εισήλθε στο ρεύμα πορείας του πρώτου εναγομένου και επέπεσε στο υπ' αρ. κυκλ. ΗΑΚ- … IX φορτηγό αυτοκίνητο [...]. Λόγω δε της αιφνίδιας παρεμβολής του υπ' αρ. κυκλ. ΙΖΑ-… αυτοκινήτου της Α. Κ. στην πορεία του υπ' αρ. κυκλ. ΗΑΚ... φορτηγού αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ο τελευταίος δεν ήταν δυνατόν να προβεί σε τροχοπέδηση ή ελιγμό του φορτηγού αυτοκινήτου του, προς αποφυγή της σύγκρουσης, ελλείψει του αναγκαίου χρόνου αντίδρασης.

Εξάλλου η ταχύτητα των 80 χιλιομέτρων ανά ώρα, με την οποία εκινείτο το υπ' αρ. κυκλ. ΗΑΚ... φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, υπερβαίνει μεν την ανώτατη επιτρεπόμενη, στο σημείο εκείνο, ταχύτητα των 60 χιλιομέτρων ανά ώρα, δεν τελεί, όμως, σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, καθόσον η ένδικη σύγκρουση δεν θα αποφεύγετο ακόμη και αν το υπ' αρ.

ΗΑΚ... φορτηγό αυτοκίνητο εκινείτο με ταχύτητα 60 χιλιομέτρων ανά ώρα, λόγω της αιφνίδιας παρεμβολής του υπ' αρ. ΙΖΑ... αυτοκινήτου στην πορεία αυτού (φορτηγού αυτοκινήτου) ...". Κατόπιν τούτου το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτια για την πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και τον επελθόντα κατ' αυτό θανάσιμο τραυματισμό της, είναι η ίδια η οδηγός του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ΙΖΑ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Α. Κ., απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των συγγενών της, ήδη αναιρεσειόντων και, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΗΑΚ... φορτηγού αυτοκινήτου Α. Δ., ήδη πρώτου αναιρεσείοντος και της ασφαλίζουσας την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη ασφαλιστικής εταιρείας, ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 1340/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ότι το ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια του Α.

Δ. και της θανούσας Α. Κ., κατά ποσοστό 20% και 80% αντιστοίχως και, αφού δίκασε επί της ουσίας την από 22-12-2015 αγωγή των συγγενών της θανούσας, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην παραπάνω κρίση, αναφορικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα της θανούσας κατά το ένδικο ατύχημα συγγενούς των ήδη αναιρεσειόντων και την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ΗΑΚ... φορτηγού αυτοκινήτου Α. Δ., ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε, κατά την υπαγωγή των ανελέγκτως δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τις νομικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 3α και 8, 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1 και 3 και 20 του Κ.Ο.Κ.

και των άρθρων 300, 330 εδαφ. β' και 914 του ΑΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε. Με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενοι ότι το Εφετείο: α) εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., που ορίζει ότι "ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο", την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, ερμηνεύοντας ψευδώς ότι η διάταξη αυτή θεσπίστηκε για την μη παρακώλυση της κυκλοφορίας των οχημάτων, που κινούνται στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας (ομόρροπα), και όχι προς αποφυγή σύγκρουσης με οχήματα, που κινούνται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, β) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 4 του Κ.Ο.Κ., καθόσον, ενώ δέχτηκε, ανέλεγκτα, ότι κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, στο σημείο της σύγκρουσης, το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό, λόγω βροχής, ότι υπήρχε επικίνδυνη στροφή, σημαινόμενη με πινακίδα αναγγελίας κινδύνου και ότι το φορτηγό που οδηγούσε ο εναγόμενος οδηγός, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, ήταν έμφορτο με πλάκες μαρμάρου, ενώ δέχτηκε δηλαδή, ότι επικρατούσαν συνθήκες που επέβαλαν στον εναγόμενο οδηγό να έχει ιδιαίτερα τεταμένη την προσοχή του και να μειώσει την ταχύτητα του οχήματός του, έκρινε ότι η ταχύτητα των 80 χιλ./ω, που είχε αναπτύξει, αντί της ανώτατης επιτρεπόμενης, στο σημείο εκείνο, των 60 χιλ./ω, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ατυχήματος και γ) εσφαλμένα έκρινε ότι το όχημα του εναγομένου οδηγού- πρώτου αναιρεσίβλητου, εκινείτο εντός του δικού του ρεύματος πορείας, σε απόσταση 0,50 εκ.

από τη διπλή διαχωριστική γραμμή, ενώ, σύμφωνα με όσα ο ίδιος δήλωσε στην από 25-2-2015 προανακριτική του κατάθεση, πριν από τη σύγκρουση των οχημάτων, είχε πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα δεξιά, γεγονός από το οποίο συνάγεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι πριν από τη σύγκρουση το όχημά του εκινείτο αριστερότερα και συνεπώς ιππαστί της διαχωριστικής γραμμής.

Η υπό στοιχείο γ' ως άνω αιτίαση -ανεξαρτήτως του ότι το επικαλούμενο, ως ανωτέρω, δεν αποτελεί δίδαγμα κοινής πείρας- είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, προεχόντως λόγω της αοριστίας της, διότι δεν εκτίθεται ποιος είναι ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου αφορά το δίδαγμα κοινής πείρας που, κατά τους αναιρεσείοντες, παρέλειψε το δικαστήριο να χρησιμοποιήσει ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα και, αφετέρου, διότι, υπό την επίφαση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, οι αναιρεσείοντες, στην πραγματικότητα, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Οι υπό στοιχεία α' και β' δε ως άνω αιτιάσεις, είναι επίσης απορριπτέες, προεχόντως ως απαράδεκτες, ενόψει του ότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), σε κάθε όμως περίπτωση, ως αβάσιμες.

Η μεν υπό στοιχείο α', ενόψει του ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, με την ανέλεγκτη παραδοχή ότι η κίνηση του εναγομένου σε απόσταση 50 εκατοστών από τη διαχωριστική γραμμή, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, αφού το αυτοκίνητο της θανούσας εισήλθε αιφνίδια στο ρεύμα πορείας του και επέπεσε επί του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα αυτός να μην έχει το χρόνο και τη δυνατότητα να τροχοπεδήσει ή να εκτελέσει αποφευκτικό ελιγμό, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., η οποία (διάταξη), κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (Α.Π. 439/2019, Α.Π. 70/2017, Α.Π. 69/2017, Α.Π. 846/2001, αντίθετη όμως η Α.Π. 747/2017), θεσπίστηκε για τη μη παρακώλυση της κυκλοφορίας των οχημάτων που κινούνται στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας, και μάλιστα σε οδό που έχει περισσότερες λωρίδες κατά κατεύθυνση, και όχι προς αποφυγή συγκρούσεωςα με όχημα που κινείται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και το πλησιάζει από τα αριστερά, αλλά μέσα στο ρεύμα πορείας του.

Η δε υπό στοιχείο β', αιτίαση, ενόψει του ότι το Εφετείο, με τις ανέλεγκτες παραδοχές ότι ο εναγόμενος οδηγός εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του και ότι η μικρή υπέρβαση της ταχύτητας δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, αφού η σύγκρουση δεν θα είχε αποφευχθεί, και αν ακόμη εκινείτο με την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 60 χ/ω, λόγω της αιφνίδιας παρεμβολής του αυτοκινήτου της θανούσας στην πορεία του, συνεπεία της οποίας δεν είχε το χρόνο και τη δυνατότητα να προβεί σε τροχοπέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 4 του Κ.Ο.Κ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 01-01-2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-3-2021 (αρ. κατ. 4552/607/2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 413/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Απριλίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ