Supreme Court dismisses appeal regarding improper transfer of incidental claims to appellate court under Article 240 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by the plaintiffs against the Third Instance Court of Athens regarding the 107/2015 decision. The plaintiffs argued that the appellate court improperly considered incidental claims not formally refiled under Article 240 of the Civil Procedure Code, while the defendants contended these claims were legally transferred with the appeal. The court ruled that the appellate court correctly accepted these claims as part of the transferred case object, rendering the fourth ground of the appeal inadmissible and the fifth ground vague.
Legislator headnote
AI generatedArticles 240, 559, 914, 932 of the Civil Code; Article 246, 573 of the Civil Procedure Code: When an appellate court accepts incidental claims transferred with the appeal, it is not a procedural error to consider them if they were not formally refiled under Article 240, as they constitute part of the transferred case object.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 747 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 747/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Γ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΕΖ" (πρώην "... ΑΑΕΖ"), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ζωή Κουγιουμτζοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1) Π. Σ. του Θ., 2) Π. συζ. Π. Σ., το γένος Ν. Σ. και 3) Ι. Σ. του Π., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζημιχάλη και οι 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χατζημιχάλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2004 αγωγή των Π. Σ. του Θ., Π. συζ. Π. Σ., το γένος Ν. Σ., Ι. Σ. του Π. και της ήδη αποβιωσάσης Ι. χας Θ. Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 18-10-2004 αγωγή του Π. Π. του Γ., καθώς και με την από 20-1-2005 παρεμπίπτουσα αγωγή του "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1829/2006 μη οριστική και 4450/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 570/ 2009 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες με την από 25-11-2009 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 676/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της μέρος και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 107/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι με την από 12-5-2015 αίτησή τους και οι αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες με την από 8-3-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 22-3-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12-5-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 107/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους, την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 Κ.Πολ.Δ.) το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάζει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν: 1) Η από 12-5-2015 αίτηση αναίρεσης του Π. Π. και της ... Α.Ε.Ε.Ζ. και 2) η από 8-3-2016 αίτηση αναίρεσης των Π., Π. και Ι. Σ., οι οποίες στρέφονται κατά της 107/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν επειδή είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246, 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδικάσθηκαν, κατά το ενδιαφέρον μέρος, αντίθετες αγωγές των διαδίκων αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η 1829/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν η αγωγή των παραπάνω αναιρεσειόντων με τη δεύτερη αίτηση αναίρεσης (Π.
Σ. κ.λπ.), διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης ως προς την άλλη αγωγή και ακολούθως εκδόθηκε η 4450/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε αυτή κατά ένα μέρος κατ’ ουσίαν δεκτή. Κατά των αποφάσεων αυτών άσκησαν έφεση οι προαναφερόμενοι ενάγοντες - εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες (Π.
Σ. κ.λπ.) επί της οποίας εκδόθηκε η 570/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που έκρινε τον θανόντα κατά το ένδικο ατύχημα, γιο και αδελφό των τελευταίων, υπαίτιο στην πρόκληση αυτού. Oι ίδιοι παραπάνω ενάγοντες άσκησαν αναίρεση κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, η οποία έγινε δεκτή με την 676/2011 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, κατά παραδοχή αναιρετικού λόγου, που στήριζε πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης ή όχι υπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος, του ενάγοντος με τη δεύτερη αγωγή, εναγομένου και ήδη πρώτου των αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων Π.
Π.. Ακολούθως παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση, το οποίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δικάζοντας την έφεση δέχθηκε αυτήν κατ’ ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση, έκρινε συνυπαίτιους τους οδηγούς που ενεπλάκησαν στο ένδικο ατύχημα δηλαδή τον παραπάνω αναιρεσείοντα με την πρώτη αναίρεση Π.
Π. και το θανόντα γιο των αναιρεσειόντων με τη δεύτερη αναίρεση, και δέχθηκε ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή των τελευταίων. Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου της παραπομπής προσβάλλεται με τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα, η κρίση, ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, προκύπτει, ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια του άρθρου 300 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν της.
Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., η κρίση όμως για τη βαρύτητα του πταίσματος και για τον καθορισμό του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του αρθρ. 16 παρ. 1 και 4 ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο, δεν επιτρέπεται δε να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία..., εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν.
Επίσης κατά τις διατάξεις του άρθρ. 19 παρ. 1 και 2, "Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, επίσης δε επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν". Οι πρώτες ως άνω διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 και 4 του ΚΟΚ, που επιβάλλουν την κίνηση των οχημάτων στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, έχουν θεσπιστεί όχι μόνο για την διευκόλυνση της κινήσεως των οχημάτων, που κινούνται στο ίδιο ρεύμα πορείας, αλλά και για την αποφυγή συγκρούσεων με οχήματα που κινούνται στο αντίθετο ρεύμα πορείας, στο οποίο και εισέρχονται εν όλω ή εν μέρει.
Έτσι ο εισελθών στο αντίθετο ρεύμα πορείας θα μπορεί να αντιτάξει κατά του άλλου οδηγού, ότι και αυτός συντέλεσε στη ζημία του γιατί δεν εκινείτο στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, αλλά πλησίον της διαχωριστικής γραμμής των αντιθέτων ρευμάτων κυκλοφορίας. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματιστών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα.
Τέλος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλείψεις ως προς την αιτιολογία ή αντιφάσεις αναφερόμενες στην ελάσσονα πρόταση και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας στον προσήκοντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 1-5-2004 και περί ώρα 18.10 ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας την υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα 599 κ.ε., ιδιοκτησίας του, η οποία κατά το χρόνο του ατυχήματος, ετύγχανε ασφαλισμένη για τις προς τρίτους ζημίες του κυρίου, οδηγού και κατόχου του, στη δευτέρα εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, στην επαρχιακή οδό ...
της νήσου Αίγινας με κατεύθυνση από την ... προς τη πόλη της Αίγινας, με συνεπιβάτη τη φίλη του Α. Ψ., κινούνταν με ταχύτητα οπωσδήποτε περισσότερη από την επιτρεπομένη των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα μη δυνάμενη να εξακριβωθεί επακριβώς, σε δεξιά στροφή της εν λόγω οδού σε σχέση με την πορεία του. Την ίδια χρονική στιγμή ο Θ.
Σ. οδηγώντας, χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος, την ανασφάλιστη υπ’ αριθμ. κυκλοφ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα 111 κ.ε. ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής του, με κατεύθυνση αντίθετη στην ίδια πιο πάνω οδό και φθάνοντας σ’ αριστερή γι’ αυτόν στροφή αυτής (απείχε από τη στροφή 7-10 μέτρα) έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και εισήλθε τουλάχιστον κατά μισό μέτρο στο αντίθετο ρεύμα πορείας (μήκος του ρεύματος πορείας 3,60 μ.) στο οποίο κινούνταν η μοτοσικλέτα του πρώτου εναγομένου, με συνέπεια να συγκρουσθεί το εμπρόσθιο μέρος του οχήματός του με το εμπρόσθιο και πλάγιο αριστερό τμήμα του οχήματος, του ως άνω εναγομένου.
Από αυτή τη σύγκρουση το μεν όχημα του Θ. Σ. εκτινάχθηκε προς τα πίσω στο δικό του ρεύμα πορείας και στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, το δε όχημα του πρώτου εναγομένου σύρθηκε διαγώνια προς τα δεξιά του ρεύματος πορείας και αφήνοντας χαραγή μήκους 11,20 μέτρων μέσα στο ρεύμα πορείας του, ακινητοποιήθηκε εκτός του οδοστρώματος και στο έρεισμα της οδού σε απόσταση 23 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, πλησίον δε αυτής στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος έπεσαν οι επιβαίνοντες σ’ αυτή και τραυματίσθηκαν.
Ο έτερος οδηγός Θ. Σ. εκ της συγκρούσεως υπέστη βαριές κακώσεις κεφαλής, από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε αυθημερόν, ο θάνατός του. Το ως άνω ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα και των δύο οδηγών των οχημάτων και τούτο διότι: ο μεν οδηγός του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλου μοτοποδηλάτου Θ.
Σ., ο οποίος ως προελέχθη εκ του τροχαίου ατυχήματος απεβίωσε, παρέβει τις διατάξεις των άρθρων 12 § 1, 16 § 4, 19 § 2, 3 και 20 § 1 του Κ.Ο.Κ., καθότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει, δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί να εκτελεί σε κάθε στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματός του η οποία δεν εξακριβώθηκε επακριβώς λόγω έλλειψης ιχνών τροχοπέδησης, αλλά ήτο οπωσδήποτε υπερτέρα της επιτρεπομένης των 50χλ/ώρα και μη λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και ιδιαίτερα της ύπαρξης αριστερής για την πορεία του στροφής, εξήλθε της πορείας του, χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος, καθότι τη στιγμή εκείνη δεν κινούνταν άλλα οχήματα και στα δύο ρεύματα πορείας της οδού, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας και συγκρούσθηκε με σφοδρότητα πλαγιομετωπικά με τη μοτοσικλέτα του πρώτου εναγομένου, στο ρεύμα πορείας του τελευταίου, ο δε οδηγός της υπ’ αριθμ.
κυκλοφ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 16 § 1, 2 και 19 § 1, 2 του Κ.Ο.Κ. καθότι δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε και μπορούσε να είχε καταβάλει, όπως ο μέσος συνετός οδηγός, κάτω από ανάλογες περιστάσεις. Ειδικότερα, δεν οδηγούσε το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και με την αρμόζουσα ταχύτητα δια τις περιστάσεις (οπωσδήποτε έβαινε με ταχύτητα υπερτέρα της επιτρεπομένης των 50 χιλ.
ανά ώρα) αλλά πολύ κοντά στη διαχωριστική γραμμή χωρίς να υπάρχει λόγος προς τούτο, με αποτέλεσμα να αιφνιδιασθεί από την αμελή οδηγική συμπεριφορά του Θ. Σ. και να μην μπορέσει να προβεί σε οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, προκύπτουν από την κατάθεση της συνεπιβάτιδας της μοτοσικλέτας του πρώτου εναγομένου καθώς και από τα ευρήματα στο τόπο του ατυχήματος, δηλαδή κηλίδες αίματος, λάδια, θραύσματα από φλας, που είχαν παραμείνει στο οδόστρωμα και έχουν αποτυπωθεί στο σχεδιάγραμμα της πάραυτα επιληφθείσης αρμοδίας Τροχαίας Αίγινας που απεικονίζει τις συνθήκες του ατυχήματος.
Τα ως άνω ενισχύονται και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες και κυρίως από την προσκομιζόμενη, του διορισθέντος από το Αστυνομικό Τμήμα Αίγινας, πραγματογνώμονα υλικών και τροχαίων ατυχημάτων, Φ. Α., σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκάστου οδηγού δια την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος κατανέμεται ως εξής: 60% ο οδηγός του υπ’ αριθμ.
κυκλοφ. ... δίκυκλου μοτοποδηλάτου, ο οποίος και τελικά απεβίωσε εξ’ αιτίας του ενδίκου ατυχήματος και 40% ο έτερος οδηγός της υπ’ αριθμ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτας, γενομένης δεκτής εν μέρει της σχετικής ένστασης των εναγομένων περί συντρέχουσας υπαιτιότητας δια την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σε σχέση με το ζήτημα της συνυπαιτιότητας στο επελθόν ατύχημα του οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλης μοτοσικλέτας Π. Π.. Ειδικότερα την συνυπαιτιότητα του εν λόγω οδηγού αποδίδει στο γεγονός ότι οδηγούσε τη μοτοσικλέτα πολύ κοντά στη διαχωριστική γραμμή χωρίς να υπάρχει λόγος προς τούτο και με ταχύτητα μεγαλύτερη από το ανώτερο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ, και όχι πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, όπως όφειλε, με αποτέλεσμα να αιφνιδιασθεί από την αμελή οδηγική συμπεριφορά του θανόντος οδηγού Θ.
Σ. και να μη μπορέσει να προβεί σε οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό έλαβε υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία ορθώς υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 1β’ και 19 Κ.Πολ.Δ.
αντίθετοι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναιρέσεως των Π. Π. και ... A.E.E.Z. καθώς και ο δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο μέρος αυτού, των αναιρεσειόντων Π. Σ. κ.λπ. από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση η ευθεία παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, η παραβίαση κατά την υπαγωγή σ’ αυτές των διδαγμάτων της κοινής πείρας καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω επί της αναιρέσεως των Π. Σ. κ.λπ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Ενόψει τούτων δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές, που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Από τα παραπάνω συνάγεται ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια, που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσον ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, ή την ψυχική οδύνη που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Ειδικότερα στην περίπτωση επιδίκασης στην οικογένεια του θύματος χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατό του, ερευνάται από το δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα και η ύπαρξη μεταξύ των δικαιουμένων προσώπων και του τελευταίου αισθημάτων αγάπης και στοργής όταν ζούσε, η ηλικία του θύματος και των μελών της οικογένειάς του, καθώς και η συμβίωση ή όχι των επιζώντων μελών της οικογένειας με το ίδιο το θύμα.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ή της ψυχικής οδύνης ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Έτσι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, σε σχέση με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών, υιός των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφός της τρίτης εξ αυτών, ήταν 22 ετών κατά το χρόνο του θανάτου του, άγαμος και υγιής, διέμενε δε μαζί με τους γονείς του στην οικία τους, στην Αίγινα.
Οι ενάγοντες λόγω της παραπάνω συγγένειας, της οικογενειακής σχέσης και του στενότατου ψυχικού δεσμού που είχαν με τον θανόντα, υπέστησαν μεγάλη ψυχική δοκιμασία και συντριβή από τον απρόσμενο και αιφνίδιο θάνατό του και ως εκ τούτου δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το οδυνηρό γι’ αυτούς παραπάνω συμβάν.
Ενόψει λοιπόν των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, τον βαθμό του πταίσματος του οδηγού της υπ’ αριθμ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, πρώτου εναγομένου, στην πρόκληση αυτού, του συντρέχοντος πταίσματος του ιδίου του θανόντος στην επέλευση του θανατηφόρου τραυματισμού του, της έντασης και της ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστησαν και θα υφίστανται στο μέλλον οι ενάγοντες και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που δικαιούνται, πρέπει να οριστεί στο ποσόν των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα, στο ποσόν των επίσης είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για την δεύτερη ενάγουσα και το ποσόν των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ για την τρίτη ενάγουσα, τα οποία είναι εύλογα και δίκαια κατά νόμο (άρθρο 932 του Α.Κ.)".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, καθορίζοντας το Εφετείο τη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη των αναιρεσειόντων στα παραπάνω ποσά δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας ούτε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε, αφού τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις, ούτε αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας δηλαδή παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 1β του άρθρου 559 παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.
Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ’ αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κ.λπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, από τη συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.
Και τούτο επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη. Με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ακολούθων εγγράφων, τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι αναιρεσείοντες στο δικαστήριο της ουσίας με τις προτάσεις τους προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, 1) των φωτογραφιών, στις οποίες απεικονίζεται ο τόπος του ένδικου συμβάντος και η δίκυκλη μοτοσυκλέτα του θανόντος οδηγού, μετά τη σύγκρουση και 2) της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε ο διορισθείς κατ’ εντολή του αρμόδιου αστυνομικού υπαλλήλου του ΑΤ Αίγινας, Φ.
Α., με το να δεχθεί ότι τα οχήματα των διαδίκων συγκρούσθηκαν πλαγιομετωπικά με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος του θανόντος στο ρεύμα πορείας του οχήματος του αναιρεσιβλήτου Π. Π., ενώ από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι τα οχήματα συγκρούσθηκαν στο ρεύμα πορείας του θανόντος Θ. Σ. πλαγιομετωπικά με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος του αναιρεσιβλήτου οδηγού.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου τους, οι οποίες δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο. Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος καθ’ όσον το Εφετείο στην κρίση του για τη συνυπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων δεν κατέληξε στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα επίμαχα έγγραφα, αλλά μετά από συνεκτίμησή τους με άλλα της ίδιας αποδεικτικής ισχύος και αξιολόγησης αποδεικτικά μέσα.
Πλέον του ότι ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος καθ’ όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση για την απόδειξη της υπαιτιότητας του εναγομένου, στην οποία στηρίζονται οι αγωγικές αξιώσεις, 1) τις από 6-10-2014 εκθέσεις ένορκης προανακριτικής εξέτασης των μαρτύρων Ν.
Β. και Ν. Ε., 2) την από 4-8-2004 έκθεση ένορκης προανακριτικής εξέτασης του μάρτυρα Α. Ρ. και 3) την 407, 530/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται σ’ αυτήν. Από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτοί επικαλέσθηκαν και δήλωσαν ότι προσκομίζουν τα παραπάνω έγγραφα, και άλλα προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής τους.
Από την υπάρχουσα όμως στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ως αποδειχθέντα σε σχέση με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων "και από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά την προανάκριση στα πλαίσια της ποινικής δίκης και την 407, 530/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς", δεν καταλείπεται αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και χωρίς να τα αξιολογεί χωριστά.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ. με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, την απόφαση δε αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιό της μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή όσον και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο ενάγων με τις προτάσεις του στο Εφετείο κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ.
Στην αντίστροφη περίπτωση αν δηλαδή η αγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε ένσταση του εναγομένου κατ’ αυτής, ο τελευταίος με την άσκηση έφεσης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένσταση αυτή, μόνο με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις του.
Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εκκληθείσας απόφασης αυτού, κατά παραδοχή κατ’ ουσίαν ένστασης των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος γιού και αδελφού τους στην πρόκληση του ενδίκου συμβάντος (άρθρο 5 παρ. 1 ΝΓΠΝ/1911), ενώ δεν ερευνήθηκε περαιτέρω η ένσταση περί συνυπαιτιότητας του ίδιου στην έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη, ως αλυσιτελής.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων κατ’ ουσίαν και ακολούθως κατά παραδοχή των παραπάνω ενστάσεων, ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βασίμων, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή τους. Με την άσκηση της έφεσης και μέσα στα καθοριζόμενα από τους λόγους της όρια, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, μεταβιβάσθηκαν στο Εφετείο, ως ενιαίο και αδιαίρετο κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης, τόσον η αγωγή όσον και οι κατ’ αυτής παραπάνω ενστάσεις των εναγομένων -αναιρεσιβλήτων και δεν ήταν αναγκαία η επαναφορά τους με τις προτάσεις τους κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ.
τρόπο (σύντομη περίληψη αυτών και αναφορά στις σελίδες των πρωτοδίκων προτάσεων που τις περιέχουν με προσκομιδή και των τελευταίων). Έτσι το Εφετείο με το να λάβει υπόψη του τις ενστάσεις αυτές, που νομότυπα μεταβιβάσθηκαν σ’ αυτό με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και αποτέλεσαν μέρος του αντικειμένου της ενώπιόν του δίκης, για το οποίο, όπως είχε υποχρέωση αποφάνθηκε, δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγμα, που δεν προτάθηκε και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή τις σχετικές ενστάσεις δεν επανέφεραν νομοτύπως στο δικαστήριο της ουσίας κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ.
οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους, που κατέθεσαν κατά τη συζήτηση της έφεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, και παρά το νόμο, τούτο τις έλαβε υπόψη, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που γίνεται με το αναιρετήριο επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση των στοιχείων που στηρίζουν αυτήν, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν από το Εφετείο, είναι απαράδεκτος ως αόριστος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των κατατεθέντων σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 εδ.
ε’ του Ν. 4055/2012, παραβόλων και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα λόγω της κατ’ ίσα μέρη μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων μερών (άρθρο 178, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 12-5-2015 αίτηση του Π. Π. και της ... Α.Ε.Ε.Ζ. και την από 8-3-2016 αίτηση των Π., Π. και Ι. Σ. περί αναιρέσεως της 107/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως.
Διατάσσει των εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των κατατεθέντων από τους αναιρεσείοντες παραβόλων. Και
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ