Legislator Case Law & Legislation
69/2017 AI generated

Supreme Court dismisses insurance company appeal for non-exhaustion of remedies and violation of EU law.

Case Number 69/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against a lower court ruling awarding damages to accident victims. The court found the appeal inadmissible because the specific argument regarding new statutory limits on compensation was not raised during the previous appellate proceedings. Furthermore, the court ruled the argument inadmissible as it violated EU directives and the European Convention on Human Rights, which protect established claims from retroactive reduction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330 of the Civil Code; Article 562(2) of the Code of Civil Procedure; Article 1(4) of Council Directive 84/5/EEC; Article 25(1)(d) of the Constitution; Article 1 of Protocol No. 1 to the ECHR: An appeal is inadmissible if the contested ground was not raised in prior proceedings, and new statutory limitations on compensation violate EU law and the ECHR by impairing vested rights.

Keywords

AI generated
non-exhaustion of remedies inadmissible appeal EU law violation ECHR Protocol 1 retroactive limitation vested rights civil liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330 of the Civil Code
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 1(4) of Council Directive 84/5/EEC
Article 25(1)(d) of the Constitution
Article 1 of Protocol No. 1 to the ECHR
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 69 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 69/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χας Κ. Φ., το γένος Γ. Δ., 2) Γ. Φ. του Κ., 3) Ε. Φ. του Κ., 4) Μ. Φ. του Κ., συζ. Ι. Π. και 5) Δ. Τ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τζωράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της Ν. Τ. του Δ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 385/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 138/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-11-2013 αίτησή του και τον από 17-12-2015 πρόσθετο λόγο αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 4-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και ο πρόσθετος λόγος αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου α) η από 6-11-2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 15/7-11-2013 αίτηση αναίρεσης και β) ο από 17-12-2015 πρόσθετος λόγος αυτής (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης του δικογράφου ...30-12-2015), που πρέπει να συνεκδικαστούν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 849/2007). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β’ του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 322/2012, ΑΠ 1241/2010).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 951/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ’ αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Επίσης, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο απ’ αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης (βλ.

και άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της πληττόμενης απόφασης, για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ 675/2013, ΑΠ 1835/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, με την προσβαλλόμενη 138/2013 απόφασή του, η οποία είναι αυτοτελώς τελεσίδικη για καθέναν από τους αναιρεσιβλήτους (δεύτερη έως και έκτο των εναγόντων) και, συνεπώς, προσβλητή ως προς αυτούς, παρόλο που δεν είναι ακόμη τελεσίδικη ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους (υπό στοιχ. 1 ενάγοντες), κατά τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 εδάφ.

β’ , 74 και 75 ΚΠολΔ (ΑΠ 1554/2014, ΑΠ 60/2014), δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σε αυτό, δηλαδή του θανόντος συγγενούς των δεύτερης έως και έκτου των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, Χ.

Κ. Φ. (γιου, αδελφού και γαμπρού τους) και του, μη διαδίκου, S. K.: "Στις 5-9-2007 και περί ώρα 18.30 περίπου ο Χ. Φ., οδηγώντας το... ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ίδιου, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση προς Ηράκλειο. Την ίδια ώρα, ο K. S., υπήκοος ..., ο οποίος δεν ενάγεται εν προκειμένω, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, με την επωνυμία "... Α.Ε.", που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... S.A.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε το ν.π.ι.δ., την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", εκινείτο επίσης επί της ίδιας ως άνω επαρχιακής οδού, με κατεύθυνση προς ....

Στο ύψος του 45,700 χιλιομέτρου της επαρχιακής οδού ..., τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν. Στο σημείο αυτό, η οδός διαθέτει δύο ρεύματα κυκλοφορίας, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, που χωρίζονται με συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή. Το ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., έχει πλάτος 3,20 μ. και έρεισμα πλάτους 1,10 μ. και το ρεύμα κυκλοφορίας προς Ηράκλειο έχει πλάτος 3,70 μ.

και έρεισμα 1,60 μ. Υπάρχει επίσης, για τον κινούμενο στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., μικρή κλίση της οδού, προς τα αριστερά. Όταν τα δύο οχήματα προσέγγισαν στο ύψος του 45,700 χιλιομέτρου της άνω οδού, ο οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, από έλλειψη προσοχής κατά την οδήγηση, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, κινούμενος με ανώτερη από την επιβαλλόμενη από τις συνθήκες της οδού ταχύτητα (ελαφρά αριστερή κλίση της οδού ως προς την πορεία, του, μη επαρκής ορατότητα, στενότητα του οδοστρώματος), ήτοι με ταχύτητα πλέον των 60 χιλιομέτρων/ώρα, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο μέρος του στο εμπρόσθιο μέρος του οχήματος του Χ.

Φ.. Από τη σύγκρουση, τραυματίστηκε ο τελευταίος οδηγός, ο οποίος υπέστη καρδιακό επιπωματισμό, συνεπεία τραυματικής ρήξης της έκφυσης της αορτής και σχηματισμό αιμοπερικαρδίου, εκ των οποίων επήλθε αμέσως ο θάνατός του... Όσον αφορά τις συνθήκες που επικρατούσαν στον τόπο και κατά το χρόνο του ατυχήματος, το οδόστρωμα ήταν ξηρό σε καλή κατάσταση, δεν υπήρχε επαρκής ορατότητα, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλιόμετρα ανά ώρα...

Το γεγονός ότι το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο επέπεσε επί του οχήματος του Χ. Φ., αποδεικνύεται ιδίως: α) από τις συγκρουσθείσες επιφάνειες και τις βλάβες των δύο οχημάτων, δοθέντος ότι το ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο υπέστη εκτεταμένες ζημιές στο εμπρόσθιο τμήμα του - φέροντας παραμορφώσεις περισσότερο στη δεξιά πλευρά του - (πράγμα που συνηγορεί υπέρ του ότι εισήλθε ολοσχερώς στο αντίθετο ρεύμα) και εθραύσθησαν ο εμπρόσθιος υαλοθώρακας και αυτός της θύρας του συνοδηγού, το δε αυτοκίνητο του θανόντος επλήγη στο εμπρόσθιο - ιδίως αριστερό - τμήμα του και εθραύσθησαν ο εμπρόσθιος υαλοθώρακας και αυτός της θύρας του οδηγού..., β) τα θραύσματα υάλων που βρέθηκαν εντός του ρεύματος πορείας του ...

Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου... σε συνδυασμό με τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των δύο οχημάτων και τις βλάβες αυτών, όπως προεκτέθηκαν, ειδικότερα τη θραύση των υαλοθωράκων αυτών συνεπεία της πρόσκρουσης και γ) την τελική θέση των δύο οχημάτων στο οδόστρωμα, ευθύς μετά από τη σύγκρουση, τις οποίες διαπίστωσε και ο...

Α. Χ., πυροσβέστης του κλιμακίου Μοιρών, ο οποίος προσέτρεξε στον τόπο του ατυχήματος. Ειδικότερα, το ζημιογόνο όχημα που οδηγούσε ο K. S., πραγματοποιώντας μετά τη σύγκρουση, προφανώς, ημίσεια περιστροφή προς τα πίσω και δεξιά, ακινητοποιήθηκε κάθετα περίπου στον άξονα του οδοστρώματος και δη όλο το τμήμα αυτού, έως το ύψος των οπίσθιων τροχών του, είχε ακινητοποιηθεί εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς Ηράκλειο, το υπόλοιπο δε οπίσθιο τμήμα του (πορτ - παγκάζ και πίσω καθίσματα) βρίσκονταν εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς ...

και οι πίσω τροχοί του, πάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή, ενώ το όχημα του θανόντος, ωθούμενο προς τα πίσω και αριστερά, λόγω της σφοδρότητας με την οποία το ζημιογόνο όχημα προσέκρουσε σε αυτό, και πραγματοποιώντας ημίσεια περιστροφή, ακινητοποιήθηκε κάθετα εντός του ρεύματος προς ..., με "πρόσωπο" προς τον άξονα του οδοστρώματος.

Αντίθετα, από τα ανωτέρω στοιχεία δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το αυτοκίνητο του θανόντος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς ... και προσέκρουσε επί του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, καθώς κάτι τέτοιο ούτε από τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των αυτοκινήτων, ούτε από την τελική θέση αυτών επί του οδοστρώματος, ως άνω, μπορεί να συναχθεί, ενώ τόσο ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, όσο και οι συνεπιβαίνοντες σε αυτό κατά το χρόνο του ατυχήματος, στις προανακριτικές καταθέσεις τους, ουδέν διαλαμβάνουν περί εισόδου του οχήματος του θανόντος στο ρεύμα πορεία τους.

Ας σημειωθεί ότι στο συνοδεύον την έκθεση αυτοψίας από 05-09-2007 πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που συνέταξε το αρμόδιο όργανο του Τμήματος Τροχαίας Ηρακλείου, αποτυπώνεται το πιθανό σημείο σύγκρουσης εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς ..., ήτοι εντός του ρεύματος πορείας του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, με την ένδειξη - Γ - και την υποσημείωση "χώματα στο οδόστρωμα και πιθανό σημείο συγκρούσεως των οχημάτων", ωστόσο, όπως αποδεικνύεται, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό και με τις αντιφάσεις προς τα λοιπά ευρήματα που αποτυπώνονται στο ανωτέρω σχεδιάγραμμα, ιδίως τα θραύσματα υάλων που βρέθηκαν και αποτυπώνονται μόνο στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο, προφανώς το αστυνομικό όργανο το οποίο συνέταξε αυτό, έσφαλε ως προς το σημείο σύγκρουσης των εμπλεκομένων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων.

Εξάλλου, τα χώματα στο οδόστρωμα, εντός του ρεύματος πορείας προς ..., όπως αποτυπώνονται στο επίδικο σχεδιάγραμμα, δικαιολογούνται από την τελική, μετά τη σύγκρουση, θέση του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ενώ δεν αποκλείεται να παρασύρθηκαν εκεί από το νερό που έριξε η πυροσβεστική στους κινητήρες των δύο οχημάτων, μόλις έφτασε στον τόπο του συμβάντος, πριν από την Τροχαία.

Περαιτέρω, δεν προέκυψε οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα σε βάρος του θανόντος οδηγού στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα, ούτε ότι η κατάσταση των ελαστικών του οχήματός του συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, ενώ, λόγω της αιφνίδιας παρεμβολής του άλλου οχήματος στην πορεία του, ο ίδιος δεν μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα, οποιαδήποτε επιμέλεια και σύνεση και αν κατέβαλε.

Εξάλλου, παρόλο που κατά την τοξικολογική εξέταση του θανόντος ανιχνεύθηκε στο αίμα του ποσότητα αλκοόλης 0,2 g/l, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ποσότητα αυτή... επηρέασε αρνητικά την οδηγική ικανότητα και συμπεριφορά του θανόντος και ότι συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη 138/2013 απόφασή του, αφού απέρριψε την από 9-12-2009 έφεση των αναιρεσιβλήτων και δέχθηκε την από 25-11-2009 έφεση της αρχικής διαδίκου δεύτερης εναγομένης, δηλαδή της ασφαλιστικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

S.A.", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει το αναιρεσείον, τους πρόσθετους λόγους έφεσης και την αντέφεση που το τελευταίο άσκησε με τις από 3-1-2013 προτάσεις του, δικάζοντας επί της ένδικης, από 3-12-2007, αγωγής των αναιρεσιβλήτων, ύστερα από εξαφάνιση της πρωτόδικης 385/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου που είχε επιδικάσει μεγαλύτερα ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων που ενδιαφέρει στην ερευνώμενη περίπτωση (ενώ είχε δεχθεί τα ίδια ως προς τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού S. K.), την έκανε, κατά ένα μέρος, δεκτή και αναγνώρισε ότι και το αναιρεσείον οφείλει να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τα παρατιθέμενα για τον καθένα χρηματικά ποσά για την προεκτιθέμενη αιτία.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ούτε εκ πλαγίου, τις νομικές διατάξεις που παρατίθενται στην αρχή της παρούσας σκέψης, όσον αφορά την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού S. K.

που προκάλεσε το επίδικο τροχαίο ατύχημα, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου S. K. στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος. Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 300, 330, 914 και 932 ΑΚ, καθώς και εκείνων των άρθρων 5 παρ. 8, 12 παρ. 1, 13 παρ. 2, 16 παρ. 1 και 4, 19 παρ. 1-3, 20 παρ. 1, 55 και 81 παρ. 13 του ν. 2696/1999 "Κύρωση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας", ότι, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό του για συνυπαιτιότητα του θανόντος οδηγού Χ.

Φ. (που πρότεινε παραδεκτά και νόμιμα), το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, 1) δεν αναφέρει α) τη θέση των δύο αυτοκινήτων επί του οδοστρώματος πριν από τη σύγκρουση, δηλαδή αν κινούνταν στο άκρο δεξιό, στο μέσο ή στο αριστερό (κοντά στη διαχωριστική γραμμή) μέρος του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας τους, β) το πλάτος καθενός αυτοκινήτου, γ) το πλάτος του οδοστρώματος που καταλάμβανε το κάθε αυτοκίνητο και δ) το τμήμα του οδοστρώματος που απέμενε ελεύθερο, κυρίως για το Ι.Χ.Φ.

αυτοκίνητο, 2) δεν προσδιορίζει α) το ακριβές σημείο, μέσα στο αντίθετο ρεύμα (προς Ηράκλειο), όπου συγκρούστηκαν τα δύο αυτοκίνητα και σε πόση απόσταση βρίσκεται τούτο από τη διπλή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, β) τα ακριβή σημεία επαφής του μπροστινού μέρους καθενός αυτοκινήτου και γ) την απόσταση που τα χώριζε κατά τη στιγμή εισόδου του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του άλλου αυτοκινήτου, 3) ενώ αρχικά αναφέρει ότι η σύγκρουση των δύο αυτοκινήτων ήταν μετωπική, στη συνέχεια δέχεται, με επάλληλη αιτιολογία, αντιφατικά όμως, ότι η σύγκρουση ήταν πλαγιομετωπική, 4) αν και δέχεται ότι ο θανών οδηγός του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου δεν "εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα", δεν προσδιορίζει ποία ήταν η ταχύτητα αυτή, 5) αν και δέχεται ότι η κατάσταση των ελαστικών του τελευταίου οχήματος δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, δεν αιτιολογεί ποία ήταν η κατάσταση, στην οποία βρίσκονταν τα ελαστικά αυτά και, συνακόλουθα, δεν προσδιορίζει την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της κατάστασης αυτής και της πρόκλησης του ατυχήματος και 6) προκειμένου να στηρίξει την κρίση του για το ότι το Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας διαλαμβάνει επάλληλη, αλλά ενδοιαστική αιτιολογία, με τη χρήση των λέξεων "προφανώς" και "δεν αποκλείεται", όπως οι σχετικές παραδοχές έχουν προπαρατεθεί. Η παράθεση, όμως, των επιπλέον αυτών αιτιολογιών, υπό τα αριθμητικά στοιχεία 1, 2, 4 και 5, δεν ήταν αναγκαία, διότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή ότι ο οδηγός του Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου (θανών) κινούνταν κανονικά στο ρεύμα πορείας του (που είχε μόνο μία λωρίδα κυκλοφορίας, πλάτους 3,70 μέτρων) και ότι η αιφνίδια εκτροπή του άλλου (Ι.Χ.Ε.) αυτοκινήτου από την πορεία του (πάνω στην, έστω μικρή, στροφή) και η είσοδός του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με επακόλουθο τη μετωπική σύγκρουσή τους απέκλεισαν στον πρώτο οδηγό (του Ι.Χ.Φ.) κάθε δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού, ο οποίος θα μπορούσε να αποτρέψει την ένδικη σύγκρουση, στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου για την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος. Ειδικά, για την παραπάνω, υπό τον αριθμό 1 αιτίαση, επισημαίνεται ότι η παράβαση του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 2696/ 1999 (ΚΟΚ) θεσπίστηκε για τη μη παρακώλυση της κυκλοφορίας των οχημάτων που κινούνται στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας (ΑΠ 846/2001) και μάλιστα σε οδό που έχει περισσότερες λωρίδες κατά κατεύθυνση και όχι προς αποφυγή σύγκρουσης με όχημα που κινείται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και το πλησιάζει από τα αριστερά του, αλλά μέσα στο ρεύμα πορείας του.

Όσον αφορά τις υπόλοιπες πιο πάνω, υπό αριθμ. 3 και 6, αιτιάσεις, αυτές είναι, πρωτίστως, αλυσιτελείς, γιατί ανάγονται, όπως και το ίδιο το αναιρεσείον αναφέρει στο αναιρετήριο (σελίδες 29η και 31η αυτού), σε επάλληλες αιτιολογίες, ενώ οι λοιπές αιτιολογίες της προσβαλλομένης, όπως αυτές προεκτέθηκαν, οι οποίες δεν πλήττονται πλέον επιτυχώς αναιρετικά, στηρίζουν αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της.

Κατά συνέπεια, ο παρών λόγος (πρώτος) είναι, προεχόντως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 932 εδάφ. γ’ του ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος ως ψυχική οδύνη. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, λόγω της φύσης του, υφίσταται αναγκαία τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή του χρόνου.

Κατά την αληθή, όμως, έννοια της διάταξης αυτής, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος, ως αόριστης νομικής έννοιας, περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενά συνδεόμενοι συγγενείς του θανόντος, που δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλειά του και για την ανακούφιση του ηθικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη αυτή, ανεξάρτητα από το αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά (ΑΠ Ολομ. 16/2011).

Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων περιλαμβάνονται ο σύζυγος. οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί του θανόντος, καθώς και οι αγχιστείς πρώτου βαθμού, ήτοι πεθερός, πεθερά, γαμπρός και νύφη (ΑΠ 602/2015, ΑΠ 675/2013 ΑΠ 382/2013, ΑΠ 1723/2012), Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι στην έννοια της οικογένειας του θανόντος οδηγού Χ.

Φ. περιλαμβάνεται, κατ’ άρθρ. 932 εδάφ. γ’ ΑΚ, και ο πεθερός του Δ. Τ. - πέμπτος των αναιρεσιβλήτων, στον οποίο, ως νομιμοποιούμενο διάδικο, και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση, ποσού 8.000 ευρώ, λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατό του, απορρίπτοντας τον σχετικό, αντίθετο, λόγο της αντέφεσης του αναιρεσείοντος, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την πιο πάνω διάταξη.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και όχι το νεότερο νόμο που ισχύει κατά την κατ’ έφεση δίκη, εκτός αν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του (ΑΠ Ολομ. 30/1998).

Από τις διατάξεις, όμως, των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιον λόγο έφεσης, εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην κατ’ ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης, είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης είτε έχει αναδρομική δύναμη είτε όχι, εφόσον όμως, στην τελευταία περίπτωση, καταλαμβάνει, χρονικά, την επίδικη έννομη σχέση (ΑΠ Ολομ. 7/2011).

Τέλος, με το άρθρο τέταρτο, παρ. γ’ του ν. 4092/2012, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 489/1976 (που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986) και εισήχθησαν ρυθμίσεις, ως προς την ευθύνη του "Επικουρικού Κεφαλαίου", βάσει των οποίων α) τέθηκε, ως ανώτατο όριο, στη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο, β) ειδικά, για την περίπτωση ευθύνης του "Επικουρικού Κεφαλαίου" εξαιτίας ατυχήματος που προκλήθηκε από αυτοκίνητο, καλυπτόμενο, ως προς την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, από ασφαλιστική εταιρεία, η οποία πτώχευσε ή της οποίας ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας ή η εκτέλεση σε βάρος της απέβη άκαρπη, ορίστηκε κλιμακωτά η υποχρέωσή του να καταβάλει την αποζημίωση που επιδικάστηκε (με ανώτατο όριο 100.000 ευρώ, με εξαίρεση για τα πρόσωπα που ζημιώθηκαν με αναπηρία) και γ) ορίστηκε ότι οι ρυθμίσεις αυτές καταλαμβάνουν και τις ήδη γεννημένες αξιώσεις κατά του "Επικουρικού Κεφαλαίου", χωρίς, πάντως, να θίγονται αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, αν οριστική απόφαση που επιδικάζει ορισμένα ποσά κατά του "Επικουρικού Κεφαλαίου" εκδόθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4092/2012, ήτοι 8-11-2012, η έφεση κατ’ αυτής συζητήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του και με την απόφαση του Εφετείου διαφοροποιούνται τα ποσά που πρωτοδίκως επιδικάστηκαν, τότε δεν ισχύουν οι ποσοτικοί περιορισμοί, αφού έχει προηγηθεί οριστική απόφαση που εκδόθηκε πριν από το νόμο 4092/2012, ανεξάρτητα του αν αυτή τροποποιείται.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του ν. 4092/2012, που τροποποίησαν, μετά την έκδοση της πρωτόδικης 385/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το άρθρο 19 του ν. 489/1976 (περιορίζοντας την οφειλόμενη από το αναιρεσείον χρηματική ικανοποίηση και αποζημίωση), καθώς και εκείνες των άρθρων 10 παρ. 3 και 25 παρ. 4 του ίδιου νόμου (489/1976), αναφορικά με το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάστηκε στους αναιρεσιβλήτους (δεύτερο έως και έκτο των εναγόντων) και με το ανώτατο όριο της ευθύνης του για αποζημίωση, ως προς όλους τους ενάγοντες.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, κατ’ άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι ο σχετικός ισχυρισμός που τον θεμελιώνει και αποτελεί ένσταση (ΑΠ 388/2013) δεν προβλήθηκε στο Εφετείο, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της προαναφερόμενης παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.

Εκτός απ’ αυτό, είναι και αβάσιμος, καθόσον οι νέες αυτές διατάξεις, με τις οποίες εισάγεται περιορισμός στα ποσά που επιδικάζονται ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, έναντι του αναιρεσείοντος, είναι αντίθετες στην παράγραφο 4 του άρθρου 1 της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983 (84/5/ΕΟΚ) αλλά και στο άρθρο 25 παρ. 1 εδάφ.

δ’ του Συντάγματος, ενώ, κατά το μέρος που η επίμαχη ρύθμιση καταλαμβάνει και τις ήδη γεννημένες αξιώσεις κατά του αναιρεσείοντος (χωρίς, πάντως, να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση, όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση), αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε εκ νέου (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη, έναντι των νόμων, ισχύ (ΑΠ 1297/2015, ΑΠ 1025/2015, υπό την επιφύλαξη, βέβαια, της έκδοσης της απόφασης από την Ολομέλεια, στην οποία έχουν παραπεμφθεί τα ζητήματα αυτά).

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, καθώς και ο πρόσθετος λόγος αυτής, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ.1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, από 1-1-2016). Τέλος, το αναιρεσείον που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Νοεμβρίου 2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 15/7-11-2013 αίτηση του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", καθώς και τον από 17-12-2015 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης δικογράφου ...30-12-2015) πρόσθετο λόγο αυτής, για αναίρεση της 138/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ