Legislator Case Law & Legislation
604/2020 AI generated

Supreme Court dismissed government appeal on forced expropriation compensation, ruling state cannot claim automatic revocation.

Case Number 604/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling on forced expropriation compensation. The State argued that the expropriation was automatically revoked due to non-payment of compensation, but the owners contended they wished to keep the expropriation valid. The court held that only the expropriating authority, not the opposing party or the state as a funder, can invoke automatic revocation after the statutory period expires.

Legislator headnote

AI generated

Art. 17 para. 4 Constitution; Art. 11 para. 3 sec. a' Law 2882/2001; Art. 7 Law 2882/2001; Art. 559 no. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: Only the expropriating authority may invoke the automatic revocation of expropriation due to non-payment of compensation, not the opposing party or the state as the funder.

Keywords

AI generated
forced expropriation automatic revocation compensation payment state liability civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 17 para. 4 of the Constitution
Art. 11 para. 3 sec. a' of Law 2882/2001
Art. 7 of Law 2882/2001
Art. 495 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 564 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 552 of the Code of Civil Procedure
Art. 553 para. 1b of the Code of Civil Procedure
Art. 556 of the Code of Civil Procedure
Art. 558 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 of Law 3693/1957
Art. 5 para. 12 of Law 1738/1987
Art. 2 of the 134423/8-12-1992 joint ministerial decision

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 604 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 604/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών και Μεταφορών, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Φ. του Χ., 2) Α. Φ. του Χ., 3) Γ. Κ. Κ. του Σ., 4) Α. Ζ. του Γ., 5) Μ. Μ. του Ι., 6) Π. Ξ. του Ι., 7) Ε. Ξ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χορομίδη, 8) Σ. Σ. του Π., κατοίκου ... που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κανδαράκη και 9) Μ. συζ. Σ. Σ., το γένος Σ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κανδαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2018 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-12-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζαμπέτα Στράτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 20-12-2018 (με αριθ. καταθ. 14/20-12-2018) αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμ. 46/2018 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του ήδη αναιρεσείοντος για την καταβολή της αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης των ιδιοκτησιών τους, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1β, 556, 558 και 577 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 εδ. δ' του Συντάγματος, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 παρ. 3 εδ. α' του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων", προκειμένου να συντελεστεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση, κατά το άρθρο 7 του ιδίου νόμου, η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμιση έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως και η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε 4 μήνες από τη λήξη της προθεσμίας αυτής βεβαιωτική πράξη για την αυτοδίκαιη άρση που επήλθε, η οποία και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Όμως, στην παράγραφο 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου 11 του ν. 2882/2001 προστέθηκαν δύο εδάφια (το β' και το γ') με την παράγραφο 3α του άρθρου 39 του ν. 4024/2011 (που αναφέρεται ότι "αντικατέστησε" την παράγραφο 3 του άρθρου 11) και ορίζεται πλέον (στο εδάφιο β') ότι η εν λόγω επερχόμενη, αυτοδικαίως, ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θεωρείται ότι δεν έγινε, όταν μέσα σε ετήσια ανατρεπτική προθεσμία από την παρέλευση της παραπάνω προθεσμίας των 18 μηνών, οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες, δηλαδή οι καθών η απαλλοτρίωση, επιθυμώντας τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που άρθηκε αυτοδίκαια, υποβάλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση ότι επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της δικαστικά καθορισμένης, προσωρινής ή οριστικής, αποζημίωσης και το αίτημά τους γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης.

Στην περίπτωση αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται, όπως ορίζεται στο εδάφιο γ' του ίδιου άρθρου (11 παρ. 3), και σε απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού (2882/2001) και έχει επέλθει αυτοδίκαιη ανάκληση, λόγω παρέλευσης της δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, οπότε, στην περίπτωση αυτή, κατά την τελευταία περίοδο του υπόψη γ' εδαφίου, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης μέχρι τις 31-12-2012 (ήδη, η τελευταία αυτή περίοδος του γ' εδαφίου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 74 ν. 4530/2018 - ΦΕΚ 59/Τεύχος Α'/30-3-2018).

Έτσι, με την επαναφορά σε ισχύ, με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Τεύχος Α'/27-10-2011), διάταξης παρεμφερούς του άρθρου 11 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ν. 212/1975 (ΑΕΔ 26/2010, ΣτΕ Ολομ. 922/2014), η οποία δεν είχε περιληφθεί, αρχικά, στο ν. 2882/2001, διευκολύνεται η διάσωση της απαλλοτρίωσης και η εκτέλεση έργων δημόσιας ωφέλειας, με τη συναίνεση, όμως, των θιγόμενων ιδιοκτητών, προκειμένου να μην πλήττεται το άξιο προστασίας συμφέρον τους (βλ.

αιτιολογική έκθεση του νόμου 4024/2011, στη σελίδα 23), οι οποίοι και μόνο, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, έχουν το δικαίωμα να προβάλουν την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης με την παρέλευση των δεκαοκτώ μηνών, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Πάντως, με το εδάφιο β' (που προστέθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, στο άρθρο 11 παρ. 3 ν. 2882/2001) ενεργοποιείται η επιβολή περιορισμών στην περιουσία του ενδιαφερόμενου για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης ιδιοκτήτη.

Συγκεκριμένα, ο νομοθέτης επεμβαίνει, αφενός μεν στο ανώτατο ύψος της ήδη καθορισμένης αποζημίωσης, αποκλείοντας στον καθ' ου τη δυνατότητα να ζητήσει τον δικαστικό επανακαθορισμό της σε μεγαλύτερο ύψος με βάση την επίκαιρη αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου του, αφετέρου δε, στους τόκους υπερημερίας που θα οφείλονταν σε περίπτωση έγερσης, εκ μέρους του, καταψηφιστικής αγωγής για την επιδίκαση της αποζημίωσης, με δικαιολογητικό λόγο την επιδίωξη του νομοθέτη να περιοριστεί το πρόσθετο οικονομικό κόστος, εξαιτίας της επανακήρυξης της απαλλοτρίωσης και του καθορισμού αυξημένων, λόγω του μεταγενέστερου χρόνου υπολογισμού, τιμών μονάδας, χωρίς να παραβλέπεται και η μείωση του κύρους του Δημοσίου ή άλλων δημόσιων φορέων, υπέρ των οποίων κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και οι οποίοι κατέλαβαν τις εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν δίχως να πληρώσουν την αποζημίωση, όπως αυτά διατυπώνονται στην ίδια 23η σελίδα της αιτιολογικής αυτής έκθεσης (ΑΠ 275/2016).

Επομένως, υπό την ισχύ της νέας ρύθμισης καθίσταται σαφές ότι: α) η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, β) η αρμόδια διοικητική αρχή (αν το ζητήσει ο θιγόμενος ιδιοκτήτης) υποχρεούται να εκδώσει, μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, πράξη με βεβαιωτικό χαρακτήρα για την αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η οποία (πράξη) και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρ. 11 παρ. 3α ν. 2882/2001), γ) εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης (που κατά τα προεκτιθέμενα έχει αρθεί αυτοδικαίως), έχουν το δικαίωμα μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της δεκαοκτάμηνης αυτής προθεσμίας να υποβάλουν (τυπική) αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρμόδια διοικητική αρχή, ζητώντας τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημίωσης, δ) το αίτημά τους δεν γίνεται πλέον, χωρίς άλλο, δεκτό, αλλά υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής, η οποία, σταθμίζοντας, ως υπόχρεη για την καταβολή της αποζημίωσης, τη σκοπιμότητα του έργου και γενικότερα το δημόσιο συμφέρον για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, αποφασίζει για το ζήτημα αυτό κυριαρχικά.

Η απόφαση της διοίκησης για διατήρηση της απαλλοτρίωσης, κατ' εφαρμογή της νέας διάταξης, δεν συνιστά δέσμια αρμοδιότητα αλλά ρητά αφέθηκε στη διακριτική της ευχέρεια με βάση το δημόσιο συμφέρον και τη σκοπιμότητα του έργου.

Συνεπώς, σε αντίθεση με το καθεστώς που ίσχυε πριν από το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011, υπό τις νέες ρυθμίσεις δεν αρκεί μόνη η υποβολή από τον θιγόμενο ιδιοκτήτη δήλωσης για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που έχει αρθεί αυτοδικαίως, αλλά πρέπει επιπροσθέτως το σχετικό αίτημά του να γίνει αποδεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση, χωρίς, πάντως να τίθεται κάποια προθεσμία μέσα στην οποία η διοίκηση θα πρέπει να γνωστοποιήσει την απάντησή της στον αιτούντα, οπότε θα ισχύει η προθεσμία των πενήντα (50) ημερών του άρθρου 4 παρ. 1 εδάφ.

α' του ν. 2690/1999 (Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας) και ε) αν το αίτημα του καθ' ου η απαλλοτρίωση γίνει δεκτό από την αρχή αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης (αφού ισχύει η ήδη καθορισμένη) ούτε η αναζήτηση (από τον δικαιούχο της αποζημίωσης) τόκων υπερημερίας. Η υποβολή της εν λόγω δήλωσης απαιτείται για την ενημέρωση του Υπουργείου προς έκδοση της σχετικής πράξης για την άρση της απαλλοτρίωσης, η οποία έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα.

Ωστόσο, η προαναφερόμενη αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης, με βάση τη γενικευμένη παραδοχή ότι αποβλέπει αποκλειστικά στο συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, για να μην παραμένει η απαλλοτρίωση (που κηρύχθηκε σε βάρος του) επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής και μετέωρη, προς βλάβη των συμφερόντων του, εξαιτίας της δέσμευσης της ιδιοκτησίας του, μόνο απ' αυτόν μπορεί να προταθεί, όχι όμως και από εκείνον υπέρ του οποίου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση ή τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης (ΑΠ Ολομ., 12/2018, 7/2007).

Η ανωτέρω κρίση ενισχύεται και από το άρθρο 74 του ν. 4530/30-3-2018 με το οποίο αντικαταστάθηκε το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001, όπως αυτή είχε αντικατασταθεί με την παρ. 3α του άρθρου 39 του ν. 4024/2011 (που ψηφίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης με αριθμό 21/31-8-2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου), που έχει ως ακολούθως "Κατ' εξαίρεση των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου στις περιπτώσεις που υφίσταται κατάληψη του ακινήτου κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να υποβάλει δήλωση διατήρησης της απαλλοτρίωσης μέχρι 31-12-2018 με την προϋπόθεση ότι δεν έχει παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο των δέκα (10) ετών από τον χρόνο που έχει επέλθει η αυτοδίκαιη άρση αυτής.

Στην περίπτωση αυτή η δήλωση διατήρησης της απαλλοτρίωσης γίνεται υποχρεωτικά αποδεκτή από την Αρχή που έχει κηρύξει την απαλλοτρίωση, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου". Κατά συνέπεια, η προθεσμία αυτή (του ενός έτους από την παρέλευση της παραπάνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας) ούτε αποκλείει την κατά τη διάρκειά της υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά ούτε, στην περίπτωση άπρακτης παρέλευσής της, επιφέρει απόσβεση της αξίωσης αποζημιώσεως από την πιο πάνω αιτία για τον δικαιούχο, που όχι μόνο δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή επιδίκασης της εν λόγω αποζημίωσης που έχει καθοριστεί ή εκδίδει διαταγή πληρωμής ως τίτλο για την είσπραξη αυτής (ΑΠ Ολομ. 12/2018,

ΑΠ Ολομ. 7/2007, ΑΠ 1630/2018, ΑΠ 498/2017, ΑΠ 754/2011, ΑΠ 1305/2010). Περαιτέρω, με το άρθρο 131 παρ. 1 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Τεύχος Α'/10-4-2012) προστέθηκε η παράγραφος 10 του άρθρου 20 του ν. 2882/2001, σύμφωνα με την οποία, εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως, κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νόμιμα, κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθ' ου η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης.

Στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 146 του ίδιου νόμου 4070/2012 προσδιορίζεται ποίες από τις νέες διατάξεις εφαρμόζονται αποκλειστικά στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του και εφεξής (παρ. 1) και ποίες εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών απαλλοτριώσεων (παρ. 9). Στις τελευταίες αυτές διατάξεις δεν αναφέρεται ρητά το τροποποιημένο άρθρο 20 του ν. 2882/2001 (ΑΠ Ολομ. 12/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Τέλος, ο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, ο οποίος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου), με την αναιρεσιβαλλομένη 46/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 1065687/5997/Δ0010/20.8.2004 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Μεταφορών και Επικοινωνιών που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 764/24.8.2004 ΦΕΚ (τεύχος Δ') κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα για λόγους δημόσιας ωφελείας και ειδικότερα για την επέκταση του πεδίου ελιγμών και την ανάπτυξη των εγκαταστάσεων του Κρατικού Αερολιμένα Χίου στη θέση Αεροδρόμιο περιφέρειας Δήμου Χίου Νομού Χίου έκταση συνολικού εμβαδού 140.307,12 τ.μ., υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, όπως ειδικότερα απεικονίζεται στο υπό κλίμακα 1:500 κτηματολογικό διάγραμμα της "...

Ε.Ε." που ελέγχθηκε από τους Α. Κ. και Γ. Κ. στις 6.8.2004 και θεωρήθηκε από τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Τ/Υ (Δ7) της Υ.Π.Α Γ. Φ., ενώ στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της ίδιας Διεύθυνσης, που ελέγχθηκε και θεωρήθηκε από τους ιδίους ως άνω, εμφαίνονται οι εικαζόμενοι ιδιοκτήτες των απαλλοτριούμενων ακινήτων, το εμβαδόν, καθώς και τα κύρια προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητάς τους, τα επικείμενα που υπάρχουν σε αυτά και τα συστατικά τους, που συναπαλλοτριώνονται με το έδαφός τους.

Κατόπιν σχετικής αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9/31.8.2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος, ενώ παράλληλα διορθώθηκαν τα στοιχεία στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης και αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης για τις επίδικες απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες των εναγόντων πλην της υπ' αριθ. 162 Κτ.Π.

με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας, για την οποία το Δικαστήριο απείχε λόγω μη απόδειξης του σχετικού δικαιώματος. Στη συνέχεια, με την υττ' αριθμ. 294/9.12.2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου), καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, η οποία κατέστη αμετάκλητη, λόγω παρόδου της σχετικής προθεσμίας χωρίς να ασκηθεί αναίρεση.

Η επίδικη απαλλοτρίωση συντελέστηκε εμπρόθεσμα (με την καταβολή της αποζημίωσης εντός δεκαοκταμήνου από τον καθορισμό της, δηλ. έως την 28.2.2012) μόνο για εδαφικό τμήμα εμβαδού 74.842,14 τ.μ. της συνολικής απαλλοτριωθείσας έκτασης, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονται όμως τα επίδικα ακίνητα των ως άνω δύο εναγόντων.

Με την από 10.2.2012 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση των εναγόντων από κοινού με τον Γ. Κ. Κ. προς την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών (Δ7), οι τελευταίοι πρότειναν την τμηματική καταβολή της αποζημίωσης, ώστε να διευκολυνθεί το Ελληνικό Δημόσιο στην εκτέλεση του έργου δημόσιας ωφέλειας, δηλώνοντας παράλληλα ότι επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και πέραν του 18μήνου.

Μέχρι την 14.12.2012 δεν έλαβαν απάντηση επί της ως άνω δήλωσης, ούτε όμως τους καταβλήθηκε η καθορισθείσα αποζημίωση για την απαλλοτρίωση των ιδιοκτησιών τους. Στη συνέχεια, με την από 14.12.2012 νεότερη δήλωσή τους προς τις αρχές που κήρυξαν την απαλλοτρίωση, οι ενάγοντες έκαναν γνωστή την πρόθεσή τους για διατήρηση της απαλλοτρίωσης, αναφέροντας ότι η εμπλοκή σε νέες χρονοβόρες διαδικασίες (παράταση της δέσμευσης των ιδιοκτησιών τους, με την κήρυξη νέων απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση του ίδιου έργου), θα συνιστούσε παραβίαση της υποχρέωσης για σεβασμό των ιδιοκτησιών τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 17 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στον βαθμό που αποδέχονται τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, παρά την πάροδο της δεκαοκτάμηνης προθεσμίας για την καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης υπέρ τους.

Η συγκεκριμένη εξώδικη δήλωσή τους κοινοποιήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο και δη στους νομίμους εκπροσώπους αυτού (Υπουργούς Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών & Δικτύων) στις 31.12.2012 (βλ. σχετ. υπ' αριθ. .../31.12.2012 και .../ 31.12.2012 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.

Κ.) και με δήλωση ότι αυτή έχει ισχύ μέχρι τις 30.6.2013. Στη συνέχεια, οι ενάγοντες με την από 14.1.2015 εξώδικη δήλωσή τους προς το Ελληνικό Δημόσιο, όπως νομίμως εκπροσωπούντο ως άνω, επανέλαβαν την πρόθεσή τους περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης των ιδιοκτησιών τους, με ισχύ αυτής μέχρι την 28.2.2015 (βλ. σχετ. υπ' αριθ. .../16.1.2015 και .../16.1.2015 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.

Κ.), επισημαίνοντας ότι εφόσον παρέλθει άπρακτη η 28.2.2015, θα επεδίωκαν πλέον δικαστικά την έντοκη καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης με προσφυγή στα δικαστήρια. Σε συνέχεια των παραπάνω δηλώσεων, συντάχθηκε ο με ημερομηνία 3.3.2015 πίνακας παρακατάθεσης αποζημίωσης από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, βάσει του οποίου το ύψος της αποζημίωσης ανέρχεται σε ποσό 14.558.627,22 ευρώ, ήτοι ποσό 14.127.890,50 ευρώ για αποζημιώσεις δικαιούχων, ποσό 423.836,72 ευρώ για αμοιβές δικηγόρων και 6.900,00 ευρώ για δικαστικά έξοδα.

Το Υπουργείο Οικονομίας Υποδομών Ναυτιλίας και Τουρισμού απάντησε στους ενάγοντες με το από 18.5.2015 έγγραφό του ότι για το έτος 2015 δεν προβλέπονται πιστώσεις για το συγκεκριμένο έργο, δεδομένου ότι οι πόροι της ΥΠΑ είναι περιορισμένοι και λόγω της ολοκλήρωσης του ΕΣΠΑ έχουν προτεραιότητα χρηματοδότησης τα εν εξελίξει συγχρηματοδοτούμενα έργα αεροδρομίων.

Μέχρι σήμερα δεν έχουν καταβληθεί ή παρακατατεθεί οι καθορισθείσες και οφειλόμενες αποζημιώσεις. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω η πάροδος άπρακτης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας δεν επέφερε απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης για τους δικαιούχους ενάγοντες, οι οποίοι όχι μόνον δεν την επικαλούνται, αλλά, αντίθετα, άσκησαν την ένδικη αγωγή τους, επιδιώκοντας την επιδίκαση της καθορισθείσας αποζημίωσης για τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες τους μετά των επικειμένων και συστατικών τους, δήλωσαν ρητά τη βούλησή τους να μην ασκήσουν το δικαίωμα που θεσπίσθηκε για το συμφέρον τους, να καταστήσουν δηλαδή ανίσχυρη την απαλλοτρίωση επικαλούμενοι την αυτοδίκαιη ανάκλησή της, αλλά να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση, οπότε η άρση της θεωρείται ως μη γενομένη, αφού μόνοι αυτοί μπορούν να προτείνουν την αυτοδίκαιη ανάκληση...

Περαιτέρω, η υπ' αριθμ. 9/31.8.2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, η οποία απεφάνθη οριστικώς και αμετακλήτως με βάση τα υπάρχοντα στη διάθεση του Δικαστηρίου αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να περιορίζεται στον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα, αποτελεί δεδικασμένο έναντι πάντων για το ποιοι είναι δικαιούχοι είσπραξης της αποζημίωσης και, επιπροσθέτως, για το εμβαδόν των απαλλοτριουμένων ακινήτων και τον όγκο και εν γένει διαστάσεις των επ' αυτών επικειμένων και επομένως, δεσμεύει και το παρόν Δικαστήριο ως προς το συγκεκριμένο αντικείμενο έρευνάς του, που αποτελεί πρόκριμα για το αιτούμενο με την καταψηφιστική αυτή αγωγή, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, δεδομένου ότι οι ενάγοντες είχαν συμμετάσχει στη συγκεκριμένη δίκη ως καθ' ων η αίτηση (ΑΠ 729/2017, ΑΠ 145/2009 Τρ.Νομ.Πληρ.

Νόμος), το δε εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο συνομολογεί την κυριότητά τους, το δικαίωμά τους επί των απαλλοτριούμενων επίδικων ιδιοκτησιών τους και των συναπαλλοτριούμενων με αυτές επικειμένων τους. Έτσι, σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. 9/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου και υπ αριθμ. 294/2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, που έχουν ήδη καταστεί αμετάκλητες, σε συνδυασμό και με τον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης, έχει ήδη αναγνωριστεί οριστικά με ισχύ δεδικασμένου, η κυριότητα των εναγόντων επί των επίδικων απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών τους και των συναπαλλοτριούμενων επικειμένων αυτών, καθώς και το γεγονός ότι είναι δικαιούχοι της καθορισθείσας αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσής τους, η οποία δεν έχει εισέτι καταβληθεί σε αυτούς, ούτε έχει παρακατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων εκ μέρους του υποχρέου Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό τους.

Σύμφωνα με τις παραπάνω αποφάσεις οι ενάγοντες ειδικότερα δικαιούνται...

Συνεπώς, μετά τον οριστικό και αμετάκλητο καθορισμό της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση των επιδίκων ιδιοκτησιών και των επικειμένων αυτών οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν αποζημίωση από το υπόχρεο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο πρέπει να καταδικαστεί να τους καταβάλει τα ακόλουθα ποσά με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας...

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα, ως αποζημίωση λόγω απαλλοτριώσεως των επίδίιων ιδιοκτησιών τους με τα επικείμενα αυτών το συνολικό ποσό των 2.409.642, 48 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση...".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ούτε εκ πλαγίου, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή τους και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, αφού, κατά τις ανέλεγκτες, αναιρετικά, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι, ως ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες - καθών η απαλλοτρίωση, υπέβαλαν στον αρμόδιο "φορέα της απαλλοτρίωσης" μέσα στη νόμιμη προθεσμία (στις 10-2-2012) αίτηση για την διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την (τμηματική έστω) καταβολή της αποζημίωσης που είχε καθοριστεί οριστικά με την 294/2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου), ότι επί της αιτήσεως αυτής ουδεμία απάντηση έλαβαν μέχρι τις 14/12/2012, ότι στη συνέχεια με τις νεότερες από 14-12-2012 και 14-1-2015 εξώδικες δηλώσεις τους, που κοινοποιήθηκαν στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 31-12-2012 και 16-1-2015, αντίστοιχα, επανέλαβαν την πρόθεσή τους για διατήρηση της απαλλοτρίωσης, ότι μετά τις παραπάνω δηλώσεις συντάχθηκε ο με χρονολογία 3-3-2015 πίνακας παρακατάθεσης αποζημίωσης από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, που καθόρισε τα ποσά των αποζημιώσεων, των αμοιβών των δικηγόρων και των δικαστικών εξόδων, ενώ το Υπουργείο Οικονομίας Υποδομών Ναυτιλίας και Τουρισμού απάντησε στους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους με το από 18-5-2015 έγγραφό του ότι για το έτος 2015 δεν προβλέπονται πιστώσεις για το συγκεκριμένο έργο και ότι ακολούθως άσκησαν, ως δικαιούχοι της αποζημίωσης (άρθρ. 1171, 1180 ΑΚ) την υπό κρίση από 5-6-2015 καταψηφιστική αγωγή τους για την επιδίκαση σε αυτούς της εν λόγω αποζημίωσης (δηλαδή χωρίς να επικαλεστούν, όπως μόνο αυτοί δικαιούνται, την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης και, συνακόλουθα το ανίσχυρο αυτής, αλλά, αντίθετα επανειλημμένα υπέβαλλαν, μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της δεκαοκτάμηνης προθεσμίας για την καταβολή της αποζημιώσεως αλλά και μετέπειτα, αιτήσεις για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της καθορισθείσας οριστικά αποζημίωσης), είναι πλέον νομικά αδιάφορο αν το σχετικό αίτημά τους για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης έγινε αποδεκτό από την Αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση ή αν αυτή εξέδωσε ή όχι βεβαιωτική πράξη για την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης που επήλθε.

Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, από την εκ μέρους των καθών η απαλλοτρίωση έγερση αγωγής για επιδίκαση της αποζημιώσεως, συνάγεται σαφώς η βούλησή τους να μην ασκήσουν το δικαίωμα που θεσπίστηκε για το συμφέρον τους, να καταστήσουν δηλαδή ανίσχυρη την απαλλοτρίωση, επικαλούμενοι την αυτοδίκαιη άρση της, αλλά η βούλησή τους να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση, οπότε η άρση της θεωρείται ότι δεν έγινε (ΑΠ Ολ. 12/2018, 7/2007, ΑΠ 754/2011), ενώ ο υπέρ ου και ο υπόχρεος για τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης δεν μπορούν να προβάλουν την αυτοδίκαιη άρση της και ιδίως μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας απαλλοτρίωσης, όταν και είναι πλέον γεννημένη και απαιτητή η απαίτηση για αποζημίωση του ιδιοκτήτη, και μάλιστα κατά την εκδίκαση της αγωγής του τελευταίου για επιδίκασή της από την παραπάνω αιτία αποζημίωσης (ΑΠ 498/2017, 1630/2018).

Επομένως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίθετοι πρώτος, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος αυτού, και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγοι της αναίρεσης. Περαιτέρω, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτο τον προταθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι η απαλλοτρίωση για τις επίδικες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων ανακλήθηκε αυτοδικαίως λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης εντός δεκαοκταμήνου από τη δημοσίευση της απόφασης που καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδος για την αποζημιίωση των δικαιούχων και λόγω μη αποδοχής από τους αρμοδίους Υπουργούς του αιτήματος των εναγόντων για διατήρηση της απαλλοτρίωσης, δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο τον ως άνω ισχυρισμό, αφού, όπως έχει προαναφερθεί μόνο ο καθού η απαλλοτρίωση έχει δικαίωμα να προβάλει την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης με την παρέλευση του δεκαοκταμήνου για την καταβολή της καθορισθείσας αποζημιώσεως και όχι ο υπέρ ου και υπόχρεος για τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης και απορριπτέος, ως αβάσιμος, τυγχάνει ο πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγος αναίρεσης.

Τέλος, ο από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγος αναίρεσης, που συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αυτοδίκαιης ανάκλησης της απαλλοτρίωσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ο ισχυρισμός αυτός ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε.

Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ) σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και άρθρ. 2 της 134423 οικ./8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β'/20-1-1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-12-2018 αίτηση για αναίρεση της 46/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου).

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ