Legislator Case Law & Legislation
754/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against municipal expropriation compensation, ruling private land ownership prevails over alleged public way status.

Case Number 754/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the municipality's appeal against the Second Instance Court's decision regarding expropriation compensation. The lower court found that the disputed land area constituted private property owned by the claimants, rejecting the municipality's argument that a portion was a public way. The court held that the claimants' prior ownership judgment legally bound the municipality, and the land did not meet the criteria for a public way under the relevant civil code provisions.

Legislator headnote

AI generated

Art. 17 para. 4 sec. 3 of the Constitution 1975; Art. 11 para. 1 of Law 797/1971; Art. 28 of Law 1337/1983: When a property is subject to compulsory expropriation, the determination of its ownership status prevails over claims of public way status, and the expropriation remains valid if the owner does not formally request its revocation within the statutory period.

Keywords

AI generated
compulsory expropriation public way status private property ownership expropriation compensation municipal liability binding judicial decision revocation of expropriation

Cited Legislation

AI generated
Art. 17 para. 4 sec. 3 of the Constitution 1975
Art. 11 para. 1 of Law 797/1971
Art. 3 of Law 212/1975
Art. 28 of Law 1337/1983
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 754 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 754/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Γαλατσίου", που εδρεύει στο Γαλάτσι και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αλεξία Αποστολοπούλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ.-Ε.-Σ. Κ. του Λ. και 2. Μ.-Α. Κ. του Λ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Παναγιώτα Βαθρακογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Φεβρουαρίου 2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6092/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2505/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30 Ιουλίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 28 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 εδ. γ' του Συντάγματος 1975 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971, προκειμένου να συντελεσθεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση κατά το άρθρο 7 του ν.δ. 797/1971, η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο σε ενάμιση έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.

Όμως στην παράγραφο 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν. 212/1975 ορίζεται ότι η ως άνω επερχόμενη αυτοδίκαιη ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θεωρείται ως μη γενομένη, όταν, μέσα σε ετήσια ανατρεπτική προθεσμία από την εκπνοή της παραπάνω προθεσμίας των 18 μηνών, ο καθ' ου η απαλλοτρίωση υποβάλει στη διεύθυνση απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση, ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτριώσεως.

Η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης με την παρέλευση του δεκαοκταμήνου δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να προβάλλεται από τον καθ' ού η απαλλοτρίωση. Από την εκ μέρους του τελευταίου έγερση αγωγής για επιδίκαση της αποζημίωσης συνάγεται σαφώς η βούλησή του να μη ασκήσει το δικαίωμα που θεσπίσθηκε για το συμφέρον του, να καταστήσει δηλαδή ανίσχυρη την απαλλοτρίωση επικαλούμενος την αυτοδίκαιη ανάκλησή της, αλλά η βούλησή του να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση, οπότε η άρση της θεωρείται ως μη γενομένη, έστω κι αν αυτός δεν υπέβαλε την πιο πάνω δήλωση στο Υπουργείο Οικονομικών, αφού η υποβολή αυτής απαιτείται για την ενημέρωση του Υπουργείου προς έκδοση της σχετικής πράξης για ανάκληση της απαλλοτρίωσης που έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα (Ολ.ΑΠ 7/2007).

Η αυτοδίκαιη αυτή ανάκληση της απαλλοτρίωσης λόγω μη καταβολής της ορισθείσης αποζημιώσεως μέσα στις προθεσμίες που ορίζουν οι πιο πάνω διατάξεις, αποβλέπουσα μόνον εις το συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη για να μην παραμένει η κηρυχθείσα εις βάρος του απαλλοτρίωση επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής και μετέωρος, προς βλάβη των συμφερόντων του, λόγω της δεσμεύσεως της ιδιοκτησίας του, μπορεί από αυτόν μόνον να προταθεί, όχι δε και από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση, επί απαλλοτριώσεων δε για την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως, εφόσον το ρυμοτομικό διάταγμα δημοσιεύθηκε μετά την έναρξη ισχύος του ν.δ. 797/1971 για την ανάκλησή της εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11 του πιο πάνω ν.δ/τος (ΑΠ 156/2005, 2082/1983).

Κατά συνέπεια η προθεσμία αυτή ούτε αποκλείει την κατά τη διάρκειά της υποχρέωση της καταβολής της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά, ούτε, στην περίπτωση της άπρακτης παρέλευσής της, επιφέρει απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης από την ανωτέρω αιτία για το δικαιούχο, που όχι μόνον δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή επιδίκασης της ανωτέρω αποζημίωσης (1390/2007, ΑΠ 1132/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες είναι συγκύριες, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου καθεμία, με παράγωγο τρόπο (αποδοχή κληρονομίας και μεταγραφή) ενός ακινήτου (εδαφική έκταση), εμβαδού 5057 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." των κτηματικών περιφερειών των Δήμων Γαλατσίου και Αθηναίων και οριοθετείται, ανατολικά με ιδιοκτησία συναιταιρισμού "Αλκυονίς" (πρώην ιδιοκτησίας Ζ.

Κ.), δυτικά με ιδιοκτησία της εταιρίας με την επωνυμία "Ασβεστοποιεία Αττική Ο.Ε.", βόρεια με την οδό ... και νότια με ιδιοκτησία συνεταιρισμού "Αλκυονίς" (πρώην ιδιοκτησία Ζ. Κ.). Με την υπ' αριθ. υπ' αριθ. 10200/131/21-5-1985 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 315/10-7-1985 ΦΕΚ [τεύχος Δ'] κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση της έκτασης αυτής και συντάχθηκε η υπ' αριθ. 6/1991 πράξη αναλογισμού του Πολεοδομικού Γραφείου Αθηνών, η οποία κυρώθηκε και συμπληρώθηκε με αποφάσεις του Νομάρχη Αθηνών, και με την οποία (πράξη) ορίσθηκαν μεταξύ άλλων ότι υπόχρεοι προς αποζημίωσή τους, λόγω ρυμοτομίας είναι και οι εναγόμενοι Δήμοι Αθηναίων και Γαλατσίου (ο πρώτος δεν είναι πλέον διάδικος).

Με την με αριθμό 596/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα απαλλοτριώσεων) καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης της παραπάνω έκτασης στο ποσό των 70.000 δραχμών ανά τετραγωνικό μέτρο και ότι οι εναγόμενοι Δήμοι Αθηναίων και Γαλατσίου είναι υπόχρεοι να καταβάλουν στις ενάγουσες (ήδη αναιρεσίβλητες) αντίστοιχα τα ποσά των 622.512 και 310.219 ευρώ.

Με βάση τα ανωτέρω, οι ενάγουσες με την από 14-2-2006 αγωγή τους προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ζήτησαν από τους εναγόμενους Δήμους, υπόχρεους προς καταβολή της αποζημιώσεως, να καταβάλει σε κάθε μία από αυτές το μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στη μερίδα συγκυριότητάς της στο ακίνητο που απαλλοτριώθηκε, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Ενόψει των περιστατικών αυτών, η άπρακτη παρέλευση της 18μηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση της απόφασης του προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης, που προαναφέρθηκε, δεν επέφερε απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης από την ανωτέρω αιτία για τους δικαιούχους - ενάγοντες, οι οποίοι όχι μόνο δεν επικαλούνται την άπρακτη παρέλευσή της αλλά, αντίθετα, με την από 14-2-2006 αγωγή τους, επιδιώκουν την καταδίκη των υποχρέων Δήμων Αθηναίων και Γαλατσίου στην καταβολή της αποζημίωσης που καθορίσθηκε.

Εξάλλου, από την άσκηση της αγωγής αυτής με σαφήνεια συνάγεται η βούληση των δικαιούχων αυτής να μην ασκήσουν το προς το συμφέρον τους θεσπιζόμενο δικαίωμα να καταστήσουν ανίσχυρη την απαλλοτρίωση, επικαλούμενοι την αυτοδίκαιη άρση της. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε τον περί του αντιθέτου λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος Δήμου, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει τον ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Γαλατσίου υποχρέου προς καταβολήν της αποζημίωσης κατά το ως άνω ποσόν, ότι η ως άνω απαλλοτρίωση είχε ανακληθεί αυτοδικαίως λόγω απράκτου παρελεύσεως της 18μηνης προθεσμίας καταβολής της προσωρινώς ορισθείσης αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των αναιρεσιβλήτων.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1, 2 και 3 του ν.δ. 797/1971 και 17 παρ. 4 εδ. γ'του Συντάγματος 1975 και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε και την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".

Εκ τούτων συνάγεται ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης όπως αναφέρεται στο μεταγλωτισμένο στη δημοτική κείμενο του άνω άρθρου 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά "ιδιάζουσες" τέτοιες γνώσεις, όπως αναφέρεται στο υπερισχύον, κατά το άρθρο 36 παρ. 3 εδάφιο τελευταίο του ν. 1406/1983, κείμενο της καθαρεύουσας της εν λόγω διάταξης, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως εάν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως γιατί δέχθηκε την αγωγή, χωρίς να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η επίδικη απαλλοτριωθείσα έκταση ταυτίζεται με αυτήν της κυριότητας των εναγουσών για την οποία αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης. Το αίτημα όμως αυτό του αναιρεσείοντος Δήμου Γαλατσίου απορρίφθηκε από το Εφετείο, το οποίο έκρινε, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που συνεκτίμησε, ότι το επίδικο ακίνητο της συγκυριότητας των εναγουσών περιλαμβάνεται στην απαλλοτριωθείσα έκταση, και ότι δεν χρειάζονται "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, για τη διαπίστωση της ταύτισης αυτής, ενώ για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ως προς το ζήτημα αυτό έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω, περί του αντιθέτου λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και τέχνης για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και επομένως η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί του άνω ζητήματος ανήκε στην μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κυριαρχική εξουσία του.

Κατά το άρθρο 28 του ν. 1337/1983 "Επέκταση πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη κλπ", "Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι και ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.

Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον α) προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη.

Έτσι για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου Ο.Τ.Α. δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια (Ολ.ΣτΕ 774/1987, ΣτΕ 2604/2008, ΑΠ 157/2009, ΑΠ 1534/2004).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 38/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος Γαλατσίου με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των τελευταίων, προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι τμήμα της ως άνω απαλλοτριωθείσης, λόγω ρυμοτομίας, εκτάσεως, εμβαδού 57 τ.μ., ήταν προϋφιστάμενος κοινόχρηστος δρόμος, και ως εκ τούτου για το τμήμα αυτό δεν οφείλεται αποζημίωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 του ν. 1337/1983, γι' αυτό και ζήτησε να μειωθεί το επιδιωκόμενο από τις ενάγουσες με την αγωγή τους ποσόν της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους, κατά το ποσό των 3.990.000 δραχμών ή 11.709,46 ευρώ, που αντιστοιχεί στην άνω κοινόχρηστη εδαφική λωρίδα, ενόψει της καθορισθείσης τιμής μονάδος σε 70.000 δραχμές ανά τ.μ.

Το Εφετείο, στο οποίο ο αναιρεσείων Δήμος επανέφερε με την έφεσή του τον άνω ισχυρισμό, μετά την απόρριψή του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τον ισχυρισμό αυτό, τα ακόλουθα: Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες είναι συγκύριες, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου καθεμία, ενός ακινήτου (εδαφική έκταση), εμβαδού 5057 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." των κτηματικών περιφερειών των Δήμων Γαλατσίου και Αθηναίων και οριοθετείται, ανατολικά με ιδιοκτησία συνεταιρισμού "Αλκυονίς" (πρώην ιδιοκτησία Z.K.), δυτικά με ιδιοκτησία της εταιρίας με την επωνυμία "Ασβεστοποιεία Αττική Ο.Ε.", βόρεια με την οδό ...

και νότια με ιδιοκτησία συναιταιρισμού "Αλκυονίς" (πρώην ιδιοκτησία Ζ. Κ.). Το παραπάνω ακίνητο, το οποίο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, συνολικής επιφάνειας 16 στρεμμάτων περίπου, περιήλθε στην κυριότητά τους από κληρονομιά της αποβιώσασας στις 23-11-1991 χωρίς διαθήκη μητέρας τους, Ε. χήρας Λ. Κ. το γένος Β.

Ε. Κ., την οποία κληρονομία αποδέχθηκαν με την υπ' αριθ. .../1992 πράξη αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ρουτζούνη-Κουρνέτα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων στον τόμο ... και αριθμό 351. Με την υπ' αριθμ. 8751/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επικυρώθηκε η υπ' αριθ. 1471/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επι αγωγής της δικαιοπαρόχου των εναγουσών, την δίκη επί της οποίας συνέχισαν μετά το θάνατό της οι κληρονόμοι της ενάγουσες κατά των εναγομένων Δήμου Γαλατσίου και Αθηναίων σχετικά με την κυριότητα του προαναφερόμενου ακινήτου, κρίθηκε τελεσίδικα η συγκυριότητα των εναγουσών επ' αυτού και συνεπώς δημιουργείται δεδικασμένο για την ύπαρξη της συγκυριότητας των εναγουσών επί του παραπάνω ακινήτου.

Με την υπ' αριθ. υπ' αριθ. 10200/131/21-5-1985 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 315/10-7-1985 ΦΕΚ [τεύχος Δ'] κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση της έκτασης αυτής και συντάχθηκε η υπ' αριθ. 6/1991 πράξη αναλογισμού του Πολεοδομικού Γραφείου Αθηνών, η οποία κυρώθηκε και συμπληρώθηκε με αποφάσεις του Νομάρχη Αθηνών, και με την οποία (πράξη) ορίσθηκαν μεταξύ άλλων ότι υπόχρεοι προς αποζημίωσή τους, λόγω ρυμοτομίας είναι και οι εναγόμενοι Δήμοι Αθηναίων και Γαλατσίου (ο πρώτος δεν είναι πλέον διάδικος).

Δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο, ότι σύμφωνα με την από 5-9-2005 τεχνική έκθεση-βεβαίωση του Αγρονόμου-Τοπογράφου Μηχανικού Π. Σ., την οποία επιβεβαίωσε ο ίδιος και ενόρκως, το προπεριγραφέν ως άνω στην απαλλοτριωθείσα έκταση ακίνητο των εναγουσών, συμπίπτει κατ' έκταση και όρια με εκείνο, για το οποίο αναγνωρίσθηκε η κυριότητά τους με την υπ' αριθ. 1471/2000 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με το υπ' αριθ. 349/19-5-2006 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δήμου Αθηναίων που απευθύνεται στις ενάγουσες κατόπιν υποβολής αιτήσεώς τους, βεβαιώνεται ότι το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα επί ακινήτου εκτάσεως 5.057 τ.μ., ευρισκομένου στη θέση ... των Δήμων Αθηναίων και Γαλατσίου και ότι σύμφωνα με την υπ' αριθ. 61/8-7-2005 τεχνική έκθεση η απαλλοτριούμενη έκταση με την υπ' αριθ. 61/91 πράξη εντοπίζεται στην έκταση των 5057 τ.μ.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ολόκληρη η απαλλοτριωθείσα, λόγω ρυμοτομίας, έκταση των 5057 τ.μ., αποτελούσε ιδιοκτησία των εναγουσών, η κυριότητα επί της οποίας είχε αναγνωρισθεί τελεσίδικα σ' αυτές με την προρρηθείσα απόφαση, το δεδικασμένο της οποίας δεσμεύει και τον εναγόμενο Δήμο Γαλατσίου, που ήταν διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή, ακολούθως δε απέρριψε τον άνω ισχυρισμό τους, περί μειώσεως της αποζημιώσεως που αναλογεί σε κοινόχρηστο τμήμα της εν λόγω εκτάσεως.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε με το να μην εφαρμόσει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 28 του ν. 1337/1983, αφού, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές του, δεν πληρούται το πραγματικό της παραπάνω διατάξεως, και συγκεκριμένα ότι η επικαλούμενη εδαφική λωρίδα συνιστούσε ιδιωτικό δρόμο κοινής χρήσης που προβλέπεται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστος χώρος και ότι η κοινοχρησία αυτή ήταν αποτέλεσμα της βούλησης των ιδιοκτητών της ή της ανοχής αυτών που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, αλλ' αντιθέτως δέχθηκε ότι και το παραπάνω τμήμα αποτελούσε μέρος του ακινήτου της συγκυριότητος των εναγουσών.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον (ν.π.δ.δ. με την επωνυμία Δήμος Γαλατσίου) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, σε συνδ. με το άρθρο 307 παρ. 2 του π.δ. 410/1995).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-07-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2505/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων πενήντα (1.350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ