Legislator Case Law & Legislation
775/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding public health organization's overtime pay claims.

Case Number 775/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed appeals filed by individual employees against a public health organization regarding overtime compensation. While the court rejected most claims due to procedural inadmissibility or lack of standing, it partially allowed an appeal concerning additional pay for night work and Sunday labor between 2012 and 2013. The decision mandates a remand for further examination of the specific overtime dispute while assigning legal costs to the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 242 and 243 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal if the lower court's decision is flawed on specific points regarding overtime remuneration, while dismissing inadmissible claims against the public entity.

Keywords

AI generated
overtime remuneration public health organization night work pay Sunday labor procedural inadmissibility remand for further examination legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 242 and 243 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 3935/2018 of the Athens Single Court of Appeal

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 775 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 775/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Α)Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Y.Y.)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου, η οποία ανακάλεσε την από 15-3-2022 δήλωσή της, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Δ. Α. του Μ., κατοίκου …, 2.Θ. Γ. του Κ., κατοίκου …, 3.Χ. Δ. του Κ., κατοίκου …, 4.Ε. Ζ. του Α., κατοίκου …, 5.Α. Κ. του Σ., κατοίκου …, 6.Μ. Κ. του Δ., κατοίκου …, 7.Χ. Μ. του Π., κατοίκου …, 8.Α. Μ. του Κ., κατοίκου …, 9.Κ. Ο. του Σ., κατοίκου …, 10.Ι. Π. του Γ., κατοίκου …, 11.Μ. Σ. του Χ., κατοίκου …, 12.Χ. Τ. του Χ., κατοίκου …, και 13. Ε. Φ. του Σ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Β)Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "2η ΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ", που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Αλικάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Β. του Π., κατοίκου …, 2)Ε. Σ. Μ. του Ι., κατοίκου …, 3)Μ. Ζ. του Μ., κατοίκου …, 4)Ν. Κ. του Κ., κατοίκου …, 5)Σ. Κ. του Κ., κατοίκου …, 6)Μ. Λ. του Ν., κατοίκου …, 7)Ε. Ξ. του Κ., κατοίκου …, 8)Γ. - Π. Π., κατοίκου …, 9)Ν. Π. του Α., 10)Μ. Τ. του Ι., κατοίκου … και 11)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας", που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα.

Οι πρώτοι 1η έως 10ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και το 11ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου, η οποία ανακάλεσε την από 21-2-2022 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις, και Γ) Των αναιρεσείοντων: 1.Δ.

Α. του Μ., κατοίκου …, 2.Δ. Β. του Π., κατοίκου …, 3.Θ. Γ. του Κ., κατοίκου …, 4.Χ. Δ. του Κ., κατοίκου …, 5.Ε. Σ. Μ. του Γ., κατοίκου …, 6.Μ. Ζ. του Μ., κατοίκου …, 7.Ε. Ζ. του Α., κατοίκου …, 8.Α. Κ. του Σ., κατοίκου …, 9.Μ. Κ. του Δ., κατοίκου …, 10.Ν. Κ. του Κ., κατοίκου …, 11.Σ. Κ. του Κ., κατοίκου … 12.Μ. Λ. του Ν., κατοίκου …, 13.Χ. Μ. του Π., κατοίκου …, 14.Α.

Μ. του Κ., κατοίκου …, 15.Ε. Ξ. του Κ., κατοίκου …, 16.Κ. Ο. του Σ., κατοίκου …, 17.Ι. Π. του Γ., κατοίκου …, 18.Γ. - Π. Π. του Ν., κατοίκου …, 19.Ν. Π. του Α., κατοίκου …, 20.Μ. Σ. του Χ., κατοίκου …, 21.Μ. Τ. του Ι., κατοίκου …, 22.Χ. Τ. του Χ., κατοίκου …, και 23.Ε. Φ. του Σ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Y.Y.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2.Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου, η οποία ανακάλεσε την από 15-3-2022 δήλωσή της, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις και το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σταυρούλα Αλικάκου και Βασίλειο Ριζάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2014 αγωγή των ως άνω φυσικών προσώπων και λοιπών που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3935/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν ο Α αναιρεσείον (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) με την από 30-8-2019 αίτησή του, η B αναιρεσείουσα (2η ΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ) με την από 23-7-2020 αίτησή του και τους από 16-2-2022 προσθέτους λόγους και οι Γ αναιρεσείοντες με την από 15-10-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των ως άνω διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων τους, την απόρριψη των αιτήσεων των αντιδίκων τους και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων, εκκρεμών, ενώπιόν του, δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 473/2021, Α.Π. 19/2020, Α.Π. 182/2015, Α.Π. 293/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης : Α) της από 30-08-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ...30-08-2019 και του παρόντος Δικαστηρίου ...2021 αίτησης αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (εφεξής "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.") κατά των δέκα τριών (13) εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εκ των συνολικά είκοσι τριών (23) εναγόντων, ήτοι κατά των Δ.

Μ.. Α., Θ. Κ.. Γ., Χ. Κ.. Δ., Ε. Α.. Ζ., Α. Σ.. Κ., Μ. Δ.. Κ., Χ. Π.. Μ., Α. Κ.. Μ., Κ. Σ.. Ο., Ι. Γ.. Π., Μ. Χ.. Σ., Χ. Χ.. Τ. και Ε. Σ.. Φ., Β) της από 23-07-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ...28-07-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου ...2021 αίτησης αναίρεσης και των από 16-02-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...17-02-2022, δια ιδίου δικογράφου, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος - ασκούντος πρόσθετους λόγους αναίρεσης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "2η Δ.Υ.Πε.

ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ" (εφεξής 2η Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου), το οποίο, προσεπικληθέν, υπεισήλθε στη δίκη, με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου, κατά τη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στη θέση του αρχικώς εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", κατ' άρθρο 21 παρ. 9 του ν. 4238/17.02.2014, κατά των δέκα (10) εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων - καθών οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, εκ των συνολικά είκοσι τριών (23) εναγόντων, ήτοι κατά των Δ.

Π.. Β., Ε. Σ. Ι.. Μ., Μ. Μ.. Ζ., Ν. Κ.. Κ., Σ. Κ.. Κ., Μ. Ν.. Λ., Ε. Κ.. Ξ., Γ. - Π. Ν.. Π., Ν. Α.. Π. και Μ. Ι.. Τ. και κατά του αρχικώς εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου - καθού οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και Γ) της από 15-10-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ...15-10-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου ...2020 αίτησης αναίρεσης των συνολικά είκοσι τριών (23) εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ήτοι των Δ.

Μ.. Α., Δ. Π.. Β., Θ. Κ.. Γ., Χ. Κ.. Δ., Ε. Σ. Μ. του Ι., Μ. Μ.. Ζ. Ε. Α.. Ζ., Α. Σ.. Κ., Μ. Δ.. Κ., Ν. Κ.. Κ., Σ. Κ.. Κ., Μ. Ν.. Λ., Χ. Π.. Μ. Α. Κ.. Μ., Ε. Κ.. Ξ., Κ. Σ.. Ο., Ι. Γ.. Π., Γ. - Π. Π. του Ν., Ν. Α.. Π., Μ. Χ.. Σ., Μ. Ι.. Τ., Χ. Χ.. Τ. και Ε. Σ.. Φ. κατά του αρχικώς εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου", με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή με αριθμό 3935/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος από τους διαδίκους την επέσπευσε) ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί.

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν, κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση, στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως για να ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων η αναβολή της συζήτησης της αναίρεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ώστε να μη χρειάζεται νέα κλήση των διαδίκων, είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως, κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η έλλειψη ή ακυρότητα της κλήτευσής του, κατά την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου για τη νέα δικάσιμο (Α.Π. 1409/2022, Α.Π. 499/2018, Α.Π. 720/2017, Α.Π. 592/2017). Από τον συνδυασμό, δε, των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 και 2, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, που αφορούν την διαδικασία προσδιορισμού δικασίμου για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αυτής διάδικο, προκύπτει ότι, στην περίπτωση που αυτός δεν εμφανισθεί, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης δεν είχε λάβει χώρα εγκύρως, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Ολ.

Α.Π. 39/2005, Ολ. Α.Π. 9/2003, Α.Π. 536/2020, Α.Π. 334/2017). Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1317/2021, Α.Π. 446/2020 Α.Π. 1389/2019). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 536/2020, Α.Π. 306/2020, Α.Π. 533/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και, κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε ότι, ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (Ολ. Α.Π. 39/2005 Α.Π. 536/2020, Α.Π. 306/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι, συνδεόμενοι με απλή ομοδικία όπως συμβαίνει επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων, προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (Α.Π. 540/2020) και κάποιος από αυτούς, είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 1298/2022, Α.Π. 1036/2020, Α.Π. 536/2020, Α.Π. 306/2020, Α.Π. 533/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση : Α) Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, κατά τη συζήτηση της ένδικης από 30-08-2019 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 3935/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που άσκησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", η οποία στρέφεται κατά δέκα τριών (13) συνολικά αναιρεσιβλήτων (επί συνόλου 23 αρχικά εναγόντων), άπαντες οι αναιρεσίβλητοι, φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο - Ελευθέριο Ι.

Τάγαρη. Προς απόδειξη της παρασχεθείσας εντολής και πληρεξουσιότητας στον ως άνω δικηγόρο, για την εκπροσώπηση του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, κατά την εκδίκαση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, Θ. Γ. του Κ., προσκομίζεται η από 17-03-2022 Εξουσιοδότηση, η οποία, όμως, δεν έχει παρασχεθεί από τον διάδικο αυτόν, αλλά από άλλο πρόσωπο, ήτοι από τον Γ.

Γ. του Κ.. Επομένως, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί νομίμως πληρεξουσιότητα από τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων στον ως άνω Δικηγόρο, γεγονός που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 104 του ΚΠολΔ), αυτός δεν μετέχει της αναιρετικής δίκης, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και θεωρείται δικονομικά απών.

Επίσης, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Συνακόλουθα, δεν προκύπτει κλήτευση του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, εκ μέρους του αντιδίκου του, προκειμένου να παραστεί αυτός κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 08-03-2022, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε, με αναγραφή στο πινάκιο, με αίτημα του αναιρεσείοντος, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο.

Επομένως, εφόσον αυτός δεν παρέστη προσηκόντως κατά τη συζήτηση και, επίσης, δεν προκύπτει ότι κλητεύθηκε νομίμως από το αντίδικό του αναιρεσείον, πρέπει, κατ' εφαρμογή, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτόν, ο οποίος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτόν, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσίβλητους, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, Β) Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, κατά τη συζήτηση της ένδικης από 23-07-2020 αίτησης αναίρεσης, κατά της ίδιας με αριθμό 3935/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που άσκησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου", η οποία στρέφεται κατά δέκα (10) συνολικά αναιρεσιβλήτων (επί συνόλου 23 αρχικά εναγόντων), άπαντες οι αναιρεσίβλητοι, φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο - Ελευθέριο Ι. Τάγαρη. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος, είχε πληρεξουσιότητα να παραστεί, κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων Δ.

Β. του Π., αφού δεν επικαλέστηκε, ούτε προσκόμισε έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση αυτής, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο. Επομένως, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί νομίμως πληρεξουσιότητα από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων στον ως άνω Δικηγόρο, προηγούμενη της συζήτησης, γεγονός που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 104 του ΚΠολΔ), αυτή δεν μετέχει της αναιρετικής δίκης, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και θεωρείται δικονομικά απούσα.

Επίσης, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Συνακόλουθα, δεν προκύπτει κλήτευση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, εκ μέρους του αντιδίκου της, προκειμένου να παραστεί αυτή κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο.

Επομένως, εφόσον αυτή δεν παρέστη προσηκόντως κατά τη συζήτηση και, επίσης, δεν προκύπτει ότι κλητεύθηκε νομίμως από το αντίδικό της αναιρεσείον, πρέπει, κατ' εφαρμογή, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτήν, η οποία συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτήν, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσίβλητους, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Εφόσον, δε η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κηρύχθηκε απαράδεκτη, ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων και ενόψει του ότι δεν προσκομίζεται έγγραφη εξουσιοδότηση αυτής προς τον ως άνω δικηγόρο, είναι απαράδεκτη και η συζήτηση των από 16-02-2022 προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι δεν έχουν αυθυπαρξία, αλλά έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα, έναντι της κύριας αίτησης αναίρεσης και Γ) Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, κατά τη συζήτηση της από 15-10-2020 αίτησης αναίρεσης, που άσκησαν συνολικά είκοσι τρεις (23) αναιρεσείοντες κατά της ίδιας με αριθμό 3935/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, άπαντες φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο - Ελευθέριο Ι.

Τάγαρη. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον ως άνω Δικηγόρο από τους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσειόντων Δ. Β. του Π. και Θ. Γ. του Κ., καθότι δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς τον ως άνω δικηγόρο, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια.

Επομένως, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί νομίμως πληρεξουσιότητα από τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσειόντων στον ως άνω δικηγόρο, προηγούμενη της συζήτησης, γεγονός που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 104 του ΚΠολΔ), αυτοί δεν μετέχουν της αναιρετικής δίκης, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και θεωρούνται δικονομικά απόντες.

Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Ούτε, επίσης, προκύπτει η κλήτευση αυτών εκ μέρους των αντιδίκων τους αναιρεσίβλητων, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 26-10-2021, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε, με αναγραφή στο πινάκιο, με αίτημα των αναιρεσιβλήτων για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο.

Επομένως εφόσον οι ως άνω αναιρεσείοντες δεν παρέστησαν προσηκόντως κατά τη συζήτηση και δεν προκύπτει ότι αυτοί κλητεύθηκαν νομίμως από τους αντίδικους τους αναιρεσίβλητους, πρέπει κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Με την από 30-08-2019 αίτηση αναίρεσης, την από 23-07-2020 αίτηση αναίρεσης, τους από 16-02-2022 δια ιδίου δικογράφου, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης και την από 15-10-2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας των άρθρων 677 επ.

του ΚΠολΔ, με αριθμό 3935/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδίκασε (άρθρα 31 και 246 του ΚΠολΔ) : α) την από 20-07-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...24.11.2015 έφεση των εν μέρει ηττηθέντων εναγόντων στρεφόμενη κατά του αρχικώς εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου", το οποίο υπεισήλθε στη δίκη, ως προς τους δέκα (10), εκ των συνολικά είκοσι τριών (23) εναγόντων, με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου του Δικηγόρου, κατά τη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στη θέση του αρχικώς εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", κατ' άρθρο 21 παρ. 9 του ν. 4238/17.02.2014, β) την από 21-10-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...21-10-2016 έφεση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου", στρεφόμενη κατά των δεύτερης (Δ. Π.. Β.), πέμπτου (Ε. Σ. Μ.), έκτης (Μ. Μ.. Ζ.), δέκατου (Ν. Κ.. Κ.), ενδέκατης (Σ. Κ.. Κ.), δωδέκατης (Μ. Ν.. Λ.), δέκατης πέμπτης (Ε. Κ.. Ξ.), δέκατου όγδοου (Γ. - Π. Ν.. Π.), δέκατου ένατου (Ν. Α.. Π.) και εικοστού πρώτου (Μ. Ι.. Τ.) των εναγόντων και γ) την από 24-10-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...24-10-2016 έφεση του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." στρεφόμενη κατά απάντων των εναγόντων, κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 108/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις αυτές, επικυρώνοντας την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την από 22-01-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2014 αγωγή των είκοσι τριών (23) συνολικά εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδίκασε σε αυτούς τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Οι από 30-08-2019 και 23-07-2020 αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκαν στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 30-08-2019 και 28-07-2020 αντίστοιχα και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 30-07-2018 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Επίσης, οι από 16-02-2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ασκήθηκαν παραδεκτώς, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 17-02-2022 και επίδοση αυτού, την ίδια ημέρα, στον Δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο - Ελευθέριο Ι. Τάγαρη, ως κατά νόμο αντίκλητο, για όλες τις επιδόσεις προς τους αναιρεσίβλητους - καθών οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, τους οποίους εκπροσώπησε, ως πληρεξούσιος δικηγόρος, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ιδιότητα την οποία αυτός φέρει έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης στη συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. ...2015 και 129 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) , όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...17-02-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ.

Γ.. Γ., ήτοι περισσότερες από τριάντα (30) ημέρες πριν από την αναγραφόμενη στο προεισαγωγικό τμήμα της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 22-03-2022 (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 1, 558 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα που νίκησαν, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, κατά των οποίων δεν προβάλλεται λόγος αναίρεσης ή κατ' εκείνων τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με αυτήν πλημμέλειες και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση, ακόμα και εάν ευδοκιμήσουν οι λόγοι αυτοί (Α.Π. 536/2020, Α.Π. 465/2019, Α.Π. 1353/2019, Α.Π. 1542/2018, Α.Π. 1399/2017, Α.Π. 2080/2017, Α.Π. 4/2015), εκτός αν προβάλλεται έννομο συμφέρον προς αποτροπή δεδικασμένου από τις αιτιολογίες της απόφασης και ζητείται η αναίρεση αυτής, κατά την εσφαλμένη αιτιολογία της (Α.Π. 1995/2017, Α.Π. 647/2011, Α.Π. 525/2008 ).

Εξάλλου, αν η αναίρεση απευθυνθεί κατά μη αντιδίκου, στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, είναι απαράδεκτη, έστω και αν ήταν διάδικος στον πρώτο βαθμό (Ολ. 11/1992, Α.Π. 439/2019, Α.Π. 1444/2018 Α.Π. 2060/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 23-07-2020 αίτηση αναίρεσης και οι από 16-02-2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου", παραδεκτώς ασκήθηκε κατά των δέκα (10) ως άνω αναιρεσιβλήτων φυσικών προσώπων, έναντι των οποίων το αναιρεσείον νικήθηκε και ως προς τους οποίους επιδιώκεται, με τους προβαλλόμενους λόγους, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αντίθετα, η αίτηση αυτή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, απαραδέκτως στρέφονται και κατά του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", το οποίο δεν ήταν διάδικος ενώπιον του Εφετείου, όταν εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η από 21-10-2016 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος στρεφόταν μόνο κατά των ως άνω δέκα (10) εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εξάλλου, οι αποδιδόμενες με τους λόγους αναίρεσης πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αφορούν το αναιρεσίβλητο αυτό. Ειδικότερα, δε, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως στη συνέχεια θα αναφερθεί, το αναιρεσείον προβάλει έλλειψη της παθητικής του νομιμοποίησης, πλήττοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι αυτό (αναιρεσείον) είναι υπόχρεο για την καταβολή στους ως άνω δέκα (10) αναιρεσιβλήτους, του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.

Α-5 του Ν. 3205/2003 νοσοκομειακού επιδόματος, που αντιστοιχεί στο από 01.01.2006 έως 31.10.2011 χρονικό διάστημα, χωρίς ωστόσο να διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της παθητικής νομιμοποίησης του εν λόγω αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου, ούτε περιέχεται στην αίτηση αναίρεσης ή στους πρόσθετους αυτής λόγους, άλλη αιτίαση, με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή, με βάση και τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεση, ως προς αυτό, της προσβαλλόμενης απόφασης.

Πρέπει, επομένως η ως άνω αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, κατά το μέρος που στρέφονται κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." να απορριφθούν, κατ' άρθρο 577 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως απαράδεκτες και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου - καθού οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ).

Κατά τα λοιπά, οι διαλαμβανόμενοι στα ως άνω δικόγραφα που ασκήθηκαν παραδεκτώς (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), λόγοι αναίρεσης, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους διαδίκους, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι : "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων, ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων, δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά την έρευνα του παραδεκτού της από 15-10-2020 αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 15-10-2020, εντός δηλαδή της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. ...2015 (ΦΕΚ Α' 87), δεδομένου ότι από τις 31-07-2018, επομένη ημέρα της δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις 30-07-2018, άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 31-07-2020, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες), σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρων 74 παρ. 1 εδ.

α του Ν. 4690/2020, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία), σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος νομικής σκέψης που προηγήθηκε, κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επομένως, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) και είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του διαλαμβανομένου σε αυτή λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι συνολικά είκοσι τρεις (23) ως άνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι, στην από 22.1.2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...07.03.2014 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στρεφομένη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" ("Ε.Ο.Π.Υ.Υ."), εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν ως ιατροί, με τις αναφερόμενες ειδικότητες, δυνάμει συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972, από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "'Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Ι.Κ.Α.), το οποίο δυνάμει του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 30...2002, μετονομάστηκε σε "'Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (Ι.Κ.Α. - Ε.ΤΑ.Μ.) και του οποίου από 01.01.2012 οι υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό του κλάδου υγείας, υπήχθησαν στο ως άνω εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.".

Ότι, κατά το από 01.01.2012 έως 31.12.2013 χρονικό διάστημα, υπηρετούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως, σε υγειονομική μονάδα αυτού και συγκεκριμένα στον Σταθμό 'Αμεσης Βοήθειας Π. (Σ.Α.Β. Π.), ασκώντας τα σχετικά με τον κλάδο και την ειδικότητα εκάστου αυτών καθήκοντα. Περαιτέρω, εξέθεταν ότι ήταν υποχρεωμένοι να παρέχουν υπερωριακή εργασία, προς συμπλήρωση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας τους, σε νυκτερινές ώρες εργάσιμων ημερών και σε ημέρες και νυκτερινές ώρες Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, κατά το επίδικο από 01.01.2012 έως 31.12.2013 χρονικό διάστημα, πλην, όμως, δεν τους καταβλήθηκε από το εναγόμενο η αναλογούσα πρόσθετη αμοιβή της εργασίας τους, όπως ορίζεται από το άρθρο 16 του Ν. 3205/2003 και ήδη από το άρθρο 20 του Ν. 4024/2011, καθώς και ότι δικαιούνται το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ.

Α-5 του Ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2006 έως 31.10.2011, το οποίο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους, το εναγόμενο αρνείται να τους το καταβάλει. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, μόνο στο αναγνωριστικό της σκέλος, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει σε έκαστο αυτών :

α) για το επίδικο από 01.01.2012 έως 31.12.2013 χρονικό διάστημα, τα αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως πρόσθετη αμοιβή για νυκτερινή απασχόληση εργάσιμων ημερών και ημερήσια και νυκτερινή απασχόληση, κατά τις Κυριακές και αργίες, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, με βάση τις συμβάσεις εργασίας, που συνήψε έκαστος αυτών, επικαλούμενοι την εφαρμογή των διατάξεων των Ν. 3205/2003 και Ν. 4024/2011, όπως τα επιμέρους αιτούμενα για έκαστο εξ αυτών ποσά αναγράφονται στους ενσωματωμένους στην αγωγή πίνακες αντίστοιχα, με αναφορά του μισθολογικού κλιμακίου, του ωρομισθίου τους, ήτοι ίσο με το ένα διακοσιοστό (1/200) του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου, επί του οποίου υπολογίζεται η επικαλούμενη πρόσθετη αμοιβή και των ωρών απασχόλησης εκάστου, άλλως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 του Α.Κ.), καθόσον ο πλουτισμός του εναγομένου συνίσταται στη δαπάνη που αυτό εξοικονόμησε και στην οποία θα προέβαινε με την πρόσληψη άλλων ιατρών με τις ίδιες με αυτούς (ενάγοντες) ειδικότητες, για την εκτέλεση των ίδιων εργασιών, καθώς και β) για το επίδικο από 01.01.2006 έως 31.10.2011 χρονικό διάστημα, το ποσό των είκοσι χιλιάδων πεντακοσίων δέκα έξι ευρώ και είκοσι επτά λεπτών (20.516,27) σε έκαστο αυτών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, λόγω μη συνυπολογισμού στις αποδοχές τους του νοσοκομειακού επιδόματος, με βάση τις συμβάσεις εργασίας τους, επικαλούμενοι ευθεία εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.

Α-5 του Ν. 3205/2003. Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας των άρθρων 677 επ. του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. ...2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016 κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ν. ...2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 108/2015 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή των δεύτερης (Δ.

Π.. Β.) , πέμπτου (Ε. Σ. Μ.), έκτης (Μ. Μ.. Ζ.), δέκατου (Ν. Κ.. Κ.), ενδέκατης (Σ. Κ.. Κ.), δωδέκατης (Μ. Ν.. Λ.), δέκατης πέμπτης (Ε. Κ.. Ξ.), δέκατου όγδοου (Γ. - Π. Ν.. Π.), δέκατου ένατου (Ν. Α.. Π.) και εικοστού πρώτου (Μ. Ι.. Τ.) των εναγόντων, κατά το μέρος που εστρέφετο κατά του αρχικώς εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης αυτού κρίνοντας ότι, ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες, ως προς τους οποίους ολοκληρώθηκε η διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς τους στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου", νομιμοποιείται αυτό παθητικά. Περαιτέρω, απέρριψε, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το μέρος που ζητείτο η αναγνώριση της οφειλής από υπερωριακή εργασία, αμοιβή για εργασία νυκτερινή εργάσιμων ημερών και για εργασία νυκτερινή και ημερήσια Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών, για το χρονικό διάστημα 2012-2013, κατά την κύρια αυτής βάση, εκ των συμβάσεων εργασίας τους, ενώ απέρριψε ως μη νόμιμη και την επικουρική βάση εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αναφορικά με το ίδιο ως άνω αίτημα.

Ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτή, ως κατ'ουσίαν βάσιμη, ως προς την αναγνώριση καταβολής του νοσοκομειακού επιδόματος, για το επίδικο από 1-1-2006 έως 31-10-2011 χρονικό διάστημα, ως προς όλους τους ενάγοντες και αναγνώρισε την υποχρέωση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου" να καταβάλει σε έκαστο των δεύτερης, πέμπτου, έκτης, δέκατου, ενδέκατης, δωδέκατης, δέκατης πέμπτης, δέκατου όγδοου, δέκατου ένατου και εικοστού πρώτου των εναγόντων, ενταχθέντων στην ως άνω Δ.Υ.Πε., το χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων διακοσίων ενός ευρώ και είκοσι επτά λεπτών (20.201,27), με το νόμιμο τόκο (6% ετησίως) από την επίδοση της αγωγής.

Επίσης με την ίδια απόφαση αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", να καταβάλει σε έκαστο εκ των λοιπών εναγόντων το ποσό των είκοσι χιλιάδων διακοσίων ενός ευρώ και είκοσι επτά λεπτών (20.201,27), με το νόμιμο τόκο (6% ετησίως) από την επίδοση της αγωγής.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση : α) της από 20-07-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...24.11.2015 έφεσης των εν μέρει ηττηθέντων εναγόντων κατά του αρχικώς εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και της "2ης Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου" που υπεισήλθε, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, ως προς τους δέκα (10), εκ των συνολικά είκοσι τριών (23) εναγόντων, στη θέση του αρχικώς εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία " Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", κατ' άρθρο 21 παρ. 9 του ν. 4238/17.02.2014, β) της από 21-10-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...21-10-2016 έφεσης της ως άνω εφεσίβλητης "2ης Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου", στρεφόμενη κατά των δέκα (10) ως άνω εναγόντων και γ) της από 24-10-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...24-10-2016 έφεσης του ως άνω εφεσιβλήτου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", στρεφόμενη κατ' απάντων των εναγόντων, παραπονούμενοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας, οι μεν εκκαλούντες της πρώτης ως άνω έφεσης, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, κατά το μέρος που απορρίφθηκε η αγωγή τους, ως μη νόμιμη, κατά την κύρια βάση αυτής, ώστε να γίνει δεκτή αυτή στο σύνολό της, οι δε εκκαλούντες των άλλων εφέσεων την εξαφάνιση της εκκαλούμενης, ως προς τα κεφάλαια αυτής, κατά τα οποία έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή, ως νόμιμη και, ακολούθως, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, έτσι ώστε να απορριφθεί αυτή στο σύνολό της, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 3935/2018 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, την από 24-10-2016 έφεση του εκκαλούντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", καθόσον αυτή εστρέφετο, μεταξύ άλλων, και κατά των δεύτερης πέμπτου, έκτης, δέκατου ενδέκατης δωδέκατης, δέκατης πέμπτης, δέκατου όγδοου, δέκατου ένατου και εικοστού πρώτου των εφεσιβλήτων, ενταχθέντων στην ως άνω "2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου", ελλείψει διαδικαστικής προϋπόθεσης για την άσκησή της (άρθρα 68, 73, 217, 516 παρ. 2 ΚΠολΔ), χωρίς όμως να διαλάβει σχετική διάταξη στο διατακτικό του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις αυτές, επικυρώνοντας έτσι την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ.

α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).

Α) Επί της από 30-08-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ...30-08-2019 και του παρόντος Δικαστηρίου ...2021 αίτησης αναίρεσης του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" ("Ε.Ο.Π.Υ.Υ.") Κατά τις διατάξεις περί παραγραφής του άρθρου 40 παράγραφος 6 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Α' 179), που ίσχυαν αρχικώς, όσο και μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965 και ήδη ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους, εκ νέου, με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 825/1978 : "Πάσαι αι αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά εξ μήνας αφ' ης κατέστησαν απαιτηταί.

Απαιτηταί δόσεις συντάξεων μη εισπραχθείσαι δι' οιονδήποτε λόγον εντός έτους παραγράφονται. Η ετήσια παραγραφή άρχεται από του τέλους του μηνός ον αφορά η υπό πληρωμήν σύνταξις [ ...] Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του Ι.Κ.Α. απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Η παραγραφή αυτή δεν αρχίζει από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, όπως ορίζει το άρθρο 253 του Α.Κ., σε συνδυασμό το άρθρο 250 του ιδίου κώδικα, αλλά αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (άρθρο 251 του Α.Κ.), δηλαδή από την επομένη της ημέρας κατά την οποία έπρεπε να πληρωθούν ο μηνιαίος μισθός και τα πάσης φύσεως επιδόματα και πρόσθετες αμοιβές (ΑΠ 794/2022, ΑΠ 382/2018, Α.Π. 854/2003).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ), πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να καθορίζεται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν, δε, η επικαλούμενη πλημμέλεια αφορά την απόρριψη ή μη της αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α' του ΚΠολΔ) και εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα στο αναιρετήριο η ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δηλαδή να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, που είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσείοντες, για τη θεμελίωση αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ολ.

Α.Π. 28/1998, Α.Π. 651/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία, από στην ως άνω διάταξη, εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στη περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο όμως, λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (Ολ.

Α.Π. 1/1987, Α.Π. 231/2020, Α.Π. 593/2015, ΑΠ 1521/2010).

Συνεπώς ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ο σχετικός ισχυρισμός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. Α.Π. 15/2000, Α.Π. 1389/2018, Α.Π. 199/2017, Α.Π. 173/2016), εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ. α'-γ' της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Α.Π. 911/2019, Α.Π. 179/2019, Α.Π. 1389/2018, Α.Π. 692/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως απέρριψε την υποβληθείσα από αυτό ένσταση περί πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες αφορούν τη διεκδίκηση του προβλεπομένου από το άρθρο 8 παρ.

Α- 5 του Ν. 3205/2003 νοσοκομειακού επιδόματος, για το από 01-01-2006 έως 31-10-2011 χρονικό διάστημα. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθότι το αναιρεσείον δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι την σχετική ένσταση πενταετούς παραγραφής προέβαλε, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως εναγόμενο και νομίμως επανέφερε, κατά τη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, την ένσταση αυτή, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως εκκαλούν, με λόγο έφεσης ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης ή ότι προέτεινε αυτήν το πρώτον στο Εφετείο, καθότι αυτή λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση διετούς παραγραφής, των επιδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες αφορούσαν τη διεκδίκηση νοσοκομειακού επιδόματος του επιδίκου χρονικού διαστήματος, ως μη νόμιμη, με την ειδικότερη αιτιολογία, ότι : "...

προκειμένου περί απαιτήσεων από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές των υπαλλήλων του Ι.Κ.Α., όπως εν προκειμένω, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή οι ειδικές περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 40 αρ. 6 του α.ν. 1846/1951 σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α.

υπόκεινται στην πενταετή και όχι στη διετή παραγραφή του ν. 2362/1995 ...", δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενος, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, στην αντιφατικότητα των παραδοχών της απόφασης, καθόσον ο λόγος αυτός προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της διαφοράς και κατάρτιση ελάσσονος πρότασης εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.

Α.Π. 3/1997). Επομένως, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Από το άρθρο 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ρύθμισε την έννομη σχέση ή το δικαίωμα, που αποτελούσε αντικείμενο της δίκης και, συνεπώς, ήταν εφαρμοστέος όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση και όχι τον τυχόν ισχύοντα νεότερο νόμο, με αντίθετο ή άλλο περιεχόμενο, που όμως δεν έχει αναδρομική δύναμη.

Ο κανόνας είναι λοιπόν ότι το Εφετείο εφαρμόζει το νόμο του χρόνου δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και δεν θεμελιώνει λόγο έφεσης η, μετά ταύτα ευνοϊκή υπέρ του εκκαλούντος νομική μεταβολή, εξαιρουμένης της περίπτωσης κατά την οποία η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, κατά παραδοχή κάποιου λόγου, ως ουσιαστικά βασίμου και η υπόθεση κρατείται από το Εφετείο και δικάζεται εκ νέου κατ' ουσίαν, διότι τότε δεν κρίνεται η έφεση, αλλά εκ νέου η αγωγή, οπότε τούτο (Εφετείο) υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική αρχή της Α.Κ. 2, να εφαρμόσει το νέο νόμο, που ισχύει κατά το χρόνο της δικής του απόφασης, άσχετα αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.

Α.Π. 7/2022, Ολ. Α.Π. 654/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' αυτεπάγγελτη υπαγωγή αυτού από τον Άρειο Πάγο, καθόσον στο αναιρετήριο δεν γίνεται μεν επίκληση της σχετικής διάταξης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκτίθενται όμως όλα τα αναγκαία προς τούτο περιστατικά (Α.Π. 907/2022, Α.Π. 1252/2017), διατείνεται ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έκρινε ότι τα επιδικασθέντα ποσά είναι καταβλητέα με το νόμιμο τόκο 6%, ενώ θα έπρεπε να εφαρμόσει τη νεώτερη διάταξη του άρθρου 45 του ν. 4607/2019, που ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την επίμαχη αγωγή, ενώ τούτο δεν συνέβη. Έτσι, εφαρμοστέος ήταν ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (04-06-2015), ο οποίος και ορθά εφαρμόσθηκε και συγκεκριμένα η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 ν.δ/τος 496/1974 "περί του δημοσίου λογιστικού Ν.Π.Δ.Δ.", που είναι ανάλογη προς το άρθρο 21 του δευτέρου κεφαλαίου του κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (β.δ/μα της 26-6/10-7-1944) και ορίζει ότι : "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής, οριζόμενος εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής".

Επομένως ο σχετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη από 30-08-2019 αίτηση αναίρεσης.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναρεσείον, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε μέσω του νομικού συμβουλίου του Κράτους, ώστε να συντρέχει περίπτωση επιβολής μειωμένων εις βάρος του δικαστικών εξόδων (Α.Π. 18/2020, Α.Π. 1072/2020), λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν χωρίς να καταθέσουν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Β) Επί της από 23-07-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ...28-07-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου ...2021 αίτησης αναίρεσης και των από 16-02-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...17-02-2022, δια ιδίου δικογράφου, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων αναίρεσης του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "2η Δ.Υ.Πε. ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ" (2η Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου).

Από τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31/02.03.2011, όπως η πρώτη παράγραφος τροποποιήθηκε με τα άρθρα 72 παρ. 2 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150/27.06.2011), 10 παρ. 1 και 13 παρ. 1 του Ν. 4052/2012 (ΦΕΚ Α' 41/01.03.2012) συστήθηκε Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έδρα το Μαρούσι Αττικής, με έναρξη χρόνου λειτουργίας του έξι (6) μήνες μετά την ως άνω δημοσίευση του νόμου (02-03-2011) στον Οργανισμό, δε, αυτόν ("Ε.Ο.Π.Υ.Υ.") μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του Ι.Κ.Α., με το σύνολο του εξοπλισμού του, κ.λ.π. (ΣτΕ 806/2015).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 Β α' και β' του ως άνω νόμου τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού, που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης, κ.λ.π., η ένταξη δε των περιφερειακών υπηρεσιών των μεταφερομένων φορέων στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο του ως άνω νόμου, δύναται να είναι σταδιακή και πραγματοποιείται με την έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ κατ' άρθρο 26 παρ. 1 και 9 του ίδιου νόμου, όπως η παράγραφος 9 προστέθηκε με το άρθρο 72 παρ. 21 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150/27.06.2011), ορίστηκε ότι το ιατρικό (...) και λοιπό προσωπικό που υπηρετεί στις περιφερειακές υπηρεσίες, που εντάσσεται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μεταφέρεται στον Οργανισμό από την ημερομηνία ένταξής τους σ' αυτόν, βάσει της αναφερόμενης στο άρθρο 23 κοινής Υπουργικής Απόφασης.

Οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., κ.λ.π., μεταφέρονται αυτοδικαίως, κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου. Σε εκτέλεση και κατ' εφαρμογή της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης, με την Υ.Α.

Φ.80000/οικ. 32115/2009 (ΦΕΚ Β' 3010/29-12-2011) από 01-01-2012 μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες, που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος, οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας (Σ.Α.Β.), κ.λ.π., που αποτελούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του Π.Δ. 266/1989 (όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ. 363/1992) μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του Ι.Κ.Α.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ως άνω Ν. 3918/2011, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. α' του Ν. 4368/2016, ορίζεται ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσομένων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών, ενώ, κατ' άρθρο 33 παρ. 9 του ίδιου νόμου, όπως η παρ. 9 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ.

γ' του Ν. 4368/2016, ορίστηκε ότι εκκρεμείς δίκες, που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων φορέων συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, δικαστικές δε αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (Α.Π. 464/2016, Α.Π. 696/2015). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι επί αγωγών που ασκούνται από 01-01-2012 και εντεύθεν, για αξιώσεις, μεταξύ άλλων, ιατρών από την παροχή των υπηρεσιών τους σε Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., οι οποίες μεταφέρθηκαν έκτοτε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μόνο παθητικά νομιμοποιούμενο είναι το τελευταίο αυτό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.

Κατέστη, δηλαδή, ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ως προς τον κλάδο της υγείας και για τις παροχές σε είδος, οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και συνεχίζει τις δίκες αυτού (Α.Π. 2204/2014, Α.Π. 1165/2014). Στο πλαίσιο αυτό, γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο νόμος δεν διέκρινε, τα ανωτέρω ίσχυαν και ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών που υπηρέτησαν στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 26 του Ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό), ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά τη σύστασή του, ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

είχε ήδη λήξει, κατά τη σύσταση του Οργανισμού (Α.Π. 306/2020, ΣτΕ 4137/2015) Επακολούθησε, όμως, ο Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α' 21), με τον οποίο και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων, που ανέκυψαν, ως προς την έκταση της οιονεί καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Π.Υ., αναφορικά με τις υπηρεσίες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, που εντάχθηκαν σε αυτόν, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011, με την προσθήκη υποπαραγράφου Α' και αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου, με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ.

α' και γ' του νόμου αυτού (4368/2016). Ειδικότερα, με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α' του νόμου αυτού, προστέθηκε υποπαράγραφος Α' στο άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011, με την οποία ορίστηκε ότι : "1. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν, ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες, που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.

Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό καθώς και τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ' του ίδιου νόμου (4368/2016) αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του Ν. 3918/2011, ως ακολούθως : "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α' της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.

β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό.

Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 1.1.2012". Συνακόλουθα, αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που ουδέποτε εντάχθηκε στον Ε.Ο.Π.Π.Υ., για το λόγο ότι είχε αποχωρήσει της υπηρεσίας του στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. πριν τη σύσταση του πιο πάνω Οργανισμού (περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω), νομιμοποιούμενος ενεργητικά προς άσκηση αναίρεσης, κατ' απόφασης εκδοθείσας με εναγόμενο τον Ε.Ο.Π.Π.Υ., μετά την έναρξη ισχύος του έχοντος από 01.01.2012 αναδρομική δύναμη προπαρατεθέντος εδαφίου β', είναι πλέον ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο απασχολείτο το εν λόγω προσωπικό και συγκεκριμένα το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

και ήδη ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικός του διάδοχος, μετά την έναρξη λειτουργίας του τελευταίου, ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης από 01.01.2017, ο οποίος συνεστήθη ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με το άρθρο 51 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α' 85). Περαιτέρω, με το Ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.) αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

και λοιπές διατάξεις", που δημοσιεύθηκε στις 17-02-2014 (ΦΕΚ Α' 38) ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού, οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε.), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών.

Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι.5 του Ν. 4254/2014 - ΦΕΚ 85, ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 04-03-2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σε κατάσταση διαθεσιμότητας, χρονικής διάρκειας ενός μηνός, μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, με την ίδια εργασιακή σχέση, που συνιστώνται, για το σκοπό αυτό, στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας των επτά (7) ημερών, από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης, για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας.

Σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στις παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 17 του Ν. 4238/2014, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής της αντίστοιχης θέσης, ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του καθοριζόμενου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του νόμου αυτού, καθώς και στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 9 εδ. α', β' και γ' του νόμου αυτού (4238/2014) ορίστηκε ότι η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, δικαστική και εξώδικη, ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών, ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού, που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.

και ότι εκκρεμείς δίκες, που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων, που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε., συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για το μεταφερόμενο προσωπικό από τις Μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σε αποκεντρωμένες μονάδες Δ.Υ.Πε., οι εκκρεμείς δίκες του προσωπικού των εντασσομένων μονάδων συνεχίζονται από τις Δ.Υ.Πε.

Επομένως, αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, το οποίο μετά την αυτοδίκαιη ένταξή του στον Ε.Ο.Π.Π.Υ. από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., όπου απασχολείτο προηγουμένως, κατ' εφαρμογή του Ν. 3918/2011, μεταφέρθηκε/μετατάχθηκε στη συνέχεια στις κατά τόπους Δ.Υ.Πε., κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 4238/2014, νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά, επί άσκησης αναίρεσης, κατ' απόφασης εκδοθείσας με διάδικο τον Ε.Ο.Π.Π.Υ., η έχουσα νομική προσωπικότητα (άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 33...2005) κατά τόπο Δ.Υ.Πε., σε οργανική μονάδα της οποίας έχει ενταχθεί με την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία το ως άνω ιατρικό προσωπικό (Α.Π. 306/2020, Α.Π. 794/2022, Α.Π. 533/2020).

Περαιτέρω, με το Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 40) ρυθμίστηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την κατάργησή του από 01-01-2004, με το άρθρο 28 του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α., κ.λ.π." (ΦΕΚ Α' 297), είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας - Ε.Σ.Υ. (άρθρο 1 παρ. 2 περ. δ' του Ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε Ο.Τ.Α. ή σε Ν.Π.Δ.Δ. Με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997 , πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, ανερχόμενο στα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που χαρακτηρίστηκε ως "νοσοκομειακό επίδομα", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β).

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου, το επίδομα αυτό (νοσοκομειακό) χορηγήθηκε σε αντικατάσταση διαφόρων επιδομάτων, που λάμβανε το προσωπικό αυτό, λόγω συνθηκών εργασίας (ανθυγιεινό, προσέλευσης και παραμονής, κ.λ.π.), ρυθμίζοντας έτσι τα επιδόματα αυτά σε ένα ενιαίο επίδομα (Α.Π. 1124/2019).

Με την αριθμ. 2052670/5630/0022/1998 (ΦΕΚ Β' 944/02-09-1998) Κ.Υ.Α των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997, αποφασίσθηκε η επέκταση, στο σύνολό του του ν. 2470/1997 στους μόνιμους ιατρούς του Ι.Κ.Α., που οι αποδοχές τους καθορίζονται από το ν. 1505/1984 και το ν. 1810/1988 και στους με σύμβαση γιατρούς (ν. 1476/1984, ν. 1579/1985 ν. 1057/1980 και ν.δ/μα 1204/1972), που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993.

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 2716/1999 "Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 96), η χορήγηση του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος, επεκτάθηκε και στο προσωπικό των Κέντρων Υγείας και Κέντρων Ψυχικής Υγείας. Κατά την παράγραφο 10 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997, το επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους ή στις ειδικότητες, που δικαιολογούν την καταβολή του.

Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων, εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθολογική κατάσταση. Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., κ.λ.π." (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.

Α-5 αυτού, με το οποίο ορίστηκε ότι χορηγείται επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου 'Αμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ. του Τομέα πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας.

Με την παρ. Β-1 του ίδιου άρθρου 8 ορίστηκε, περαιτέρω, ότι το επίδομα αυτό (μεταξύ άλλων) καταβάλλεται, με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες, που δικαιολογούν την καταβολή του και ότι για την συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.

Το ύψος του ανωτέρω επιδόματος ορίστηκε με την ανωτέρω διάταξη στο ποσό των 240,00 ευρώ μηνιαίως για το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και κλάδων Τ.Ε. Φυσικοθεραπευτών και Δ.Ε. Βοηθών Φαρμακείου και Καθαριότητας, επεκτάθηκε δε περαιτέρω η καταβολή του από 01-01-2007 και στους ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου και στους μόνιμους αγροτικούς ιατρούς με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν. 3554/2007 "Εισοδηματική Πολιτική έτους 2007, κ.λ.π." (ΦΕΚ Α'80) και με τα αναφερόμενα για κάθε κατηγορία προσωπικού ποσά.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (ΦΕΚ Α' 143), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (ΦΕΚ Α'123), η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.

Με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α' του ιδίου νόμου, το οποίο επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β' του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 34), μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992 ορίστηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό Κέντρα Υγείας, ως αποκεντρωμένες μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία, ως αποκεντρωμένες μονάδες των Κέντρων Υγείας.

Με το όρθρο 15 παρ. 1 του ιδίου νόμου, το οποίο επίσης επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β' του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 34), μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992 ορίζεται ότι : "Σκοπός των κέντρων υγείας είναι : α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σ' αυτή, β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδο τους από το νοσοκομείο, γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, ε) Η οδοντιατρική περίθαλψη, στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού, ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, η) Η Ιατρική της εργασίας, θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας, ιβ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους".

Ωσαύτως, με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου (2071/1992) ορίστηκε ότι στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας υπάγονται οι ιατρικές και νοσηλευτικές, καθώς και οι οδοντιατρικές πράξεις και φροντίδες, που έχουν ως σκοπό την πρόληψη και την αποκατάσταση βλαβών της υγείας, που δεν απαιτούν νοσηλεία σε νοσοκομείο.

Προς το σκοπό αυτό μπορεί να συνιστώνται και να λειτουργούν ειδικές μονάδες ως επιστημονικά τμήματα παροχής πρωτοβάθμιας υγείας από ν.π.δ.δ. ή από ν.π.ι.δ. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 2071/1992, που έχει ανάλογο περιεχόμενο με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 1397/1983, ορίστηκε ότι σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης (στις οποίες - μονάδες - είχαν μετατραπεί τα Κέντρα Υγείας, με το άρθρο 15 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετέπειτα καταργηθέντος με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 2194/1994), είναι:

α) Η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν, β) Η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, γ) Η νοσηλεία και η παρακολούθηση των αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδο τους από το νοσοκομείο στο σπίτι δ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, ε) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, στ) Η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας, ζ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής, η) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, θ) Η ιατρική της εργασίας, ι) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγείας ια) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, με διαλέξεις και επιστημονικές συζητήσεις, ιβ) Η εκπαίδευση των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού ιγ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, ιδ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους, καθοριζομένης της περιοχής με απόφαση του νομάρχη, ιε) Η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς και με ιατρούς ελεύθερους επαγγελματίες της περιοχής, για αποδοτικότερη προσφορά υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος, προβλέφθηκε αρχικά με το Ν. 2470/1997 και, στη συνέχεια, με το Ν. 3205/2003 όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση.

Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και αρχικά το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας, στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη (καθώς και για το προσωπικό του Ε.Κ.Α.Β.) σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών, όπως είναι κατά νόμο τα Κέντρα Υγείας (Α.Π. 1072/2020 Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 382/2018, Α.Π. 956/2018, Α.Π. 1675/2018 Α.Π. 832/2015, Α.Π. 1467/2014).

Σημειώνεται ότι, σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους ως άνω φορείς, πλην, όμως, η ως άνω βεβαίωση δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, εφόσον συντρέχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την καταβολή του, αλλά ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζομένου από τον οικείο φορέα (Ολ.

Α.Π. 524/1979, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 933/2004). Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 98) ορίστηκε ότι οι υπηρετούντες στο Ι.Κ.Α. ιατροί, με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος.

Με τη με αριθμό 2043269/6792/0022 από 01-07-1997 κοινή Υπουργική Απόφαση (Κ.Υ.Α.) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587/15-07-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 και του Ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με τη με αριθμό 2052675/5630/0022 από 10-08-1998 Κ.Υ.Α.

των ίδιων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944/02-09-1998), επεκτάθηκαν από 01-01-1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κ.λ.π.", αφενός στους μόνιμους ιατρούς του Ι.Κ.Α., των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους Ν. 1505/1984 και Ν. 1810/1988 και αφετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993.

Ωσαύτως μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3205/2003 από 01-01-2004 (που αντικατέστησε, όπως ήδη αναφέρθηκε το Ν. 2470/1997), με τη με αριθμό 2/4302/0022/28-01/09-02-2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση (Κ.Υ.Α.) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 250/09-02-2004), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003 και του Ν. 119/1975, επεκτάθηκε η εφαρμογή των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του νόμου αυτού (3205/2003) στους ιατρούς που υπηρετούν στο Ι.Κ.Α., ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν. 1476/1984, Ν. 1579/1985) με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν. 1057/1980), καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993 (Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 1389/2019).

Εν τω μεταξύ, με το άρθρο 13 παρ. 3 περ. δ' του Ν. 2703/1999 "Αναπροσαρμογή συντάξεων συνταξιούχων μελών Δ.Ε.Π., Α.Ε.Ι., Ε.Π. και Τ.Ε.Ι., γιατρών Ε.Σ.Υ., κ.λ.π." (ΦΕΚ Α' 72) ορίστηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του Ι.Κ.Α., που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 , καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ. 7 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 13 παρ. 3 περ. δ' του Ν. 2703/1999, από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του Ι.Κ.Α., οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του π.δ/τος 266/1989 "Οργανισμός του Ι.Κ.Α.", σε συνδυασμό με άρθρο 5 παρ. 10 αυτού), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή όχι σε νοσοκομεία του Ι.Κ.Α.) (Α.Π. 1317/2021 Α.Π. 382/2018, ΑΠ 956/2018, Α.Π. 1675/2018, Α.Π. 832/2015, Α.Π. 1467/2014).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του ως άνω π.δ/τος 266/1989 " Οργανισμός του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α' 127), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 παρ. 5 του Ν. 1558/1985 "Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα" (ΦΕΚ Α' 137), όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α' 184), οι Περιφερειακές Υπηρεσίες του Ι.Κ.Α.

διακρίνονται σε Υπηρεσίες Ασφάλισης και Υπηρεσίες Υγείας (παρ. 1). Υπηρεσίες Υγείας είναι: α) Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, β) Οι τοπικές Μονάδες Υγείας, γ) Τα τοπικά Ιατρεία, δ) Τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας ε) Οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, στ) Τα κέντρα παιδοψυχικής υγιεινής ζ) Τα κέντρα Προληπτικής Ιατρικής, η) Τα Ειδικά Διαγνωστικά - Θεραπευτικά Κέντρα, θ) Οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας και ι) Οι Υπηρεσίες Νομαρχιακής Υποστήριξης (παρ. 3).

Επίσης, κατά το άρθρο 5 παρ. 1, 2, 3 και 9 του ίδιου Π.Δ/τος 266/1989, όπως η παράγραφος 9 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 του Π.Δ. 363/1992, 1. Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους.

Ειδικότερα, ως έργο έχουν : α) Την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας, β) τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται. 2.

Οι Τοπικές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν, κυρίως, ως μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους. Ειδικότερα, ως έργο έχουν την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης και μερικών υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας.

Για τη συμπλήρωση των υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας υποστηρίζονται από τη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας της περιοχής τους. 3. Τα Τοπικά Ιατρεία αποτελούν αποκεντρωμένες γεωγραφικά μονάδες, επιπέδου τμήματος, των Νομαρχιακών και Τοπικών Μονάδων Υγείας, στις οποίες υπάγονται.

Ως έργο έχουν την επιτόπου παροχή πλήρων υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, τουλάχιστον όσον αφορά τα παθολογικά και παιδιατρικά περιστατικά ... 9. Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας (Σ.Α.Β.) Οι μονάδες αυτές είναι επιπέδου τμήματος, υποστηρίζονται λειτουργικά και εποπτεύονται από τις Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας της έδρας τους και ως έργο έχουν την παροχή άμεσης βοήθειας σε έκτακτες περιπτώσεις και επείγουσας ιατρικής φροντίδας στους δικαιούχους περίθαλψης του Ιδρύματος.

Αντιθέτως, κατά την παράγραφο 10 του ίδιου άρθρου 5 του π.δ/τος 266/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 3 παρ. 1του π.δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α' 184) και, στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του π.δ/τος 144/2003 (ΦΕΚ Α' 120), οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του Ι.Κ.Α. είναι επιπέδου διεύθυνσης και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος, οι Υπηρεσίες δε αυτές είναι πέντε (1ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α.

Αθήνας, Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας Ι.Κ.Α. Αθήνας, Ογκολογικό Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. Αθήνας Γεώργιος Γεννηματάς, 7ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. Αθήνας, 2ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. Θεσσαλονίκης ). Επακολούθησε, όμως, ο ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" (ΦΕΚ A' 53/18-02-2004), του οποίου η ισχύς άρχισε από την 18-02-2004 μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 16 αυτού), με τον οποίο θεσπίστηκε ενιαία ρύθμιση παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από όλους τους φορείς της χώρας (Α.Π. 1389/2019 Α.Π. 1312/2017).

Έτσι, με το άρθρο 1 παρ. 1 - 5 αυτού και υπό τον παράτιτλο "Σκοπός, έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας" ορίστηκε ότι : "1. Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2.

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει : α. Τις υπηρεσίες υγείας, που δεν απαιτούν εισαγωγή σε νοσηλευτικό ίδρυμα, β.

Την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και το σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, γ. Τον οικογενειακό προγραμματισμό, δ. Τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, ε.

Την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, στ. Τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, ζ. Την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομεία, η. Τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας. 4. Το Κράτος, με στόχο την κοινωνική ανάπτυξη και τη διατήρησή κοινωνικής συνοχής, εξασφαλίζει σε όλους τους κατοίκους της επικράτειας την πρόσβαση σε επαρκή δέσμη υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. 5.

Το σύστημα παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας αποσκοπεί στην ικανοποίηση των παρακάτω αρχών : α. της ισότητας στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, για όλους τους κατοίκους της χώρας, β. της ισότητας στην φροντίδα, που επιτρέπει τη διαχείριση οξέων και χρόνιων προβλημάτων υγείας από τον ίδιο ιατρό ή ομάδα ιατρών στη διάρκεια του χρόνου, γ.

της ολοκληρωμένης φροντίδας, δηλαδή της διαχείρισης των πιο συχνών νοσημάτων και προβλημάτων υγείας, καθώς και των πιο σημαντικών παραγόντων κινδύνου της υγείας, στο ιδιαίτερο περιβάλλον του ενδιαφερομένου δ. του προσανατολισμού του συστήματος στο άτομο και στην οικογένειά του, μέσω μιας συντονισμένης και ελεγχόμενης παροχής φροντίδων, ε.

της διαχείρισης ιατροασφαλιστικών δεδομένων και πληροφοριών, με τρόπο που εξασφαλίζει την άμεση διαθεσιμότητα των πληροφοριών σε όλα τα σημεία του συστήματος υγείας, αλλά και την εμπιστευτικότητά τους στ. της διαφύλαξης του δικαιώματος της ελεύθερης επιλογής οικογενειακού και προσωπικού ιατρού, στο πλαίσιο του προγραμματισμού πρόσβασης στο σύστημα υγείας".

Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι : "Παροχή υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Υγείας. 1. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας παρέχεται από : α. τα Κέντρα Υγείας του Ε.Σ.Υ. και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β. τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (Ο.Κ.Α.) [όπως είναι το Ι.Κ.Α.], που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου Ο.Κ.Α.

γ. τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., δ. τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε. από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ. 2. Τα Κέντρα Υγείας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης εποπτεύονται και ελέγχονται από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, δια μέσου των αρμοδίων ΠΕ.ΣΥ.Π, ως και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών τους και της ποιότητας τους, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τη διαδικασία της πιστοποίησης των άρθρων 12 έως 14 του παρόντος νόμου και, μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης της παρ. 3 του άρθρου 4 του νόμου αυτού, οφείλουν να προσαρμοστούν στους όρους, προϋποθέσεις και λοιπές ρυθμίσεις της απόφασης αυτής.

Η πιο πάνω εποπτεία ασκείται και από τις μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης... 4) Για την άσκηση της εποπτείας και του ελέγχου, που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος, ιδρύεται σε κάθε ΠΕ.ΣΥ.Π Γραφείο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, που υπάγεται στον Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή και στελεχώνεται... 5) Στις αρμοδιότητες του Γραφείου αυτού ανήκει :

α. Ο σχεδιασμός και ο συντονισμός της Παροχής Πρωτοβάθμιας Υγείας στην περιοχή ευθύνης των ΠΕ.ΣΥ.Π. Ο έλεγχος της τήρησης του περιεχομένου και των προδιαγραφών λειτουργίας των κέντρων Υγείας (Α.Π. 702/2015). Από τις διατάξεις αυτές του Ν. 3235/2004 συνάγεται ότι οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α., μετά την ως άνω ημερομηνία (18-02-2004), οπότε τέθηκε ο νόμος αυτός σε ισχύ, εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας.

Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και ειδικότερα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τον ισχύοντα, από 01-01-2004, Ν. 3205/2003 και συγκεκριμένα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ. Α-5 αυτού νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των κέντρων υγείας του Ι.Κ.Α., στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί, με τη με αριθμό 2/4302/0022/28-01/09-02-2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση, η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου (Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 382/2018, Α.Π. 956/2018 Α.Π. 1675/2018, Α.Π. 832/2015).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατά εκείνων μόνο των προσώπων, τα οποία αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν, κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης. Ειδικότερα, η νομιμοποίηση των διαδίκων, δηλαδή η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, απορρέει, κατά κανόνα, αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ) και αποτελεί, όπως και το έννομο συμφέρον, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Εκείνος που εμφανίζεται, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται, κατ' αρχήν, ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα (Α.Π. 224/2021, Α.Π. 510/2021, Α.Π. 112/2008). Κατά συνέπεια, η από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη κρίση ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά και ο εναγόμενος νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της αγωγής, ελέγχεται από τον, με αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, διότι προϋποθέτει παραβίαση από το ίδιο δικαστήριο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

Α.Π. 18/2005, Α.Π. 1072/2020, Α.Π. 465/2019, Α.Π. 1006/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες είναι ιατροί, που προσλήφθηκαν από το Ι.Κ.Α., με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972.

Από την 1.1.2006 έως 31.12.2013, οι ενάγοντες παρείχαν στους ασφαλισμένους του Ι.Κ.Α., με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και συγκεκριμένα στο Σταθμό Άμεσης Βοήθειας Π. (Σ.Α.Β. Π.) στις αντίστοιχες ειδικότητες, ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), ασκώντας με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση τα συναρτώμενα, με την ειδικότητα καθενός εξ αυτών, καθήκοντα Συγκεκριμένα : 1) ο Δ.

Α. προσλήφθηκε την 29.07.1994 με την ειδικότητα του παιδιάτρου, 2) η Δ. Β. ..., 3) ο Θ. Γ. ..., 4) ο Χ. Δ. προσλήφθηκε τον μήνα Αύγουστο 1996 με την ειδικότητα του χειρουργού, 5) ο Ε. Σ. Μ. προσλήφθηκε την 1.2.1995 με την ειδικότητα του χειρουργού, 6) η Μ. Ζ. προσλήφθηκε την 21.06.1994 με την ειδικότητα της οδοντιάτρου, 7) ο Ε. Ζ. προσλήφθηκε τον μήνα Ιούλιο 1998 με την ειδικότητα του παθολόγου, 8) η Α.

Κ. προσλήφθηκε την 14.07.2000 με την ειδικότητα της γενικής ιατρού, 9) η Μ. Κ. προσλήφθηκε την 21.07.2003 με την ειδικότητα της γενικής ιατρού, 10) ο Ν. Κ. προσλήφθηκε την 8.5.1998 με την ειδικότητα του γενικού χειρουργού, 11) η Σ. Κ. προσλήφθηκε την 17.1.1999 με την ειδικότητα της παιδιάτρου, 12) η Μ. Λ. προσλήφθηκε την 16.06.1995 με την ειδικότητα της οδοντιάτρου, 13) η Χ.

Μ. προσλήφθηκε τον μήνα Απρίλιο 2003 με την ειδικότητα της καρδιολόγου, 14) ο Α. Μ. προσλήφθηκε την 11.12.1996 με την ειδικότητα του καρδιολόγου, 15) η Ε. Ξ. προσλήφθηκε την 10.12.1994 με την ειδικότητα της γενικής ιατρικής, 16) ο Κ. Ο. προσλήφθηκε την 15.1.1999 με την ειδικότητα του παιδιάτρου, 17) ο Ι. Π. προσλήφθηκε την 7.7.2003 με την ειδικότητα του παθολόγου, 18) ο Γ.

Π. - Π. προσλήφθηκε τον μήνα Αύγουστο 1996 με την ειδικότητα του καρδιολόγου, 19) ο Ν. Π. προσλήφθηκε τον μήνα Ιούνιο 1994 με την ειδικότητα του οδοντιάτρου, 20) η Μ. Σ. προσλήφθηκε την 9.9.1994 με την ειδικότητα του οδοντιάτρου, 21) ο Μ. Τ. προσλήφθηκε την 6.6.1999 με την ειδικότητα του παιδιάτρου, 22) η Χ. Τ. προσλήφθηκε τον μήνα Αύγουστο 1998 με την ειδικότητα του οδοντιάτρου και 23) η Ε.

Φ. προσλήφθηκε την 15.1.1995 με την ειδικότητα του παιδιάτρου, αμειβόμενοι με βάση τις διατάξεις των ν. 2470/1997 (μέχρι τις 31.12.2003) 3205/2003 (από την 1.1.2004 έως 31.10.2011) και 4024/2011 (από 1.11.2011 και εφεξής). Οι συνθήκες εργασίας είναι το ίδιο δυσμενείς, με τις συνθήκες εργασίας των ιατρών, που υπηρετούν σε Κέντρα Υγείας και Κέντρα Ψυχικής Υγιεινής, σε μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και προλήψεως του Ε.Σ.Υ.

Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 31.12.2013 (ενν. 31-10-2011), οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι δεν λάμβαναν το προβλεπόμενο από τα άρθρα 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997 και 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους εκκαλούντες, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 2703/1999 χορηγείται μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του Ι.Κ.Α.

και όχι των νομαρχιακών ή τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. β', σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004, από την 18.2.2004, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (Ο.Κ.Α.), που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου Ο.Κ.Α.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α., μετά την ως άνω ημερομηνία, εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημοσίου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2740/1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των κέντρων υγείας του Ι.Κ.Α., όπως στην προκειμένη περίπτωση στους ενάγοντες [...].

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα, που δεν καταβαλλόταν στους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους για το ένδικο χρονικό διάστημα και οι οποίοι, ως προαναφέρθηκε, παρείχαν στους ασφαλισμένους του Ι.Κ.Α., με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους αντιδίκους και στις αντίστοιχες ειδικότητες ιατρικές φροντίδες, το δικαιούνται και αυτοί ευθέως από τις διατάξεις των άρθρων 2 περ.

β' Ν. 3235/2004 και 8 παρ. 5 ν. 3205/2003 ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται ευθέως το προβλεπόμενο, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 περ. β' Ν. 3235/2004 και 8 παρ. Α-5 ν. 3205/2003, νοσοκομειακό επίδομα και απέρριψε, ως αβάσιμους κατ' ουσίαν, τους σχετικούς λόγους έφεσης των εκκαλούντων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου με τις επωνυμίες "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και "2η Δ.Υ.Πε.

ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ". Με τη κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού αυτές, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, εφαρμόζονται και ισχύουν και επί των αναιρεσιβλήτων ιατρών, που υπηρετούσαν, με τις αντιστοίχως αναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη απασχόληση στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του Ι.Κ.Α. - ΕΤΑΜ.

Εξάλλου το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν προσέφυγε στην συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το αναιρεσείον, με τον πρώτο εκ του άρθρου 559 παρ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, καθόσον μάλιστα η προσφυγή στις ως άνω συνταγματικές ρυθμίσεις δεν ήταν αναγκαία, ούτε άλλωστε υπήρχε έδαφος εφαρμογής τους.

Και τούτο διότι οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων για την καταβολή σ' αυτούς του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος, αφορούσαν τη χρονική περίοδο από 01-01-2006 έως 31-10-2011, δηλαδή περίοδο μετά την έναρξη εφαρμογής του ν. 3235/2004 (18.2.2004), οπότε τα ισχύοντα, ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και συγκεκριμένα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα και ειδικότερα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του ανωτέρω προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.

Α-5 του Ν. 3205/2003 (ισχύοντος από 1.1.2004) νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των εξομοιωθεισών με κέντρα υγείας, νομαρχιακών μονάδων υγείας του Ι.Κ.Α., στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί, με τη με αριθμό 2/4302/0022/28-1/09-02-2004 κοινή υπουργική απόφαση, η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου.

Εξάλλου, οι αναιρεσίβλητοι ιατροί, παρείχαν πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους που δικαιολογούν την καταβολή του διεκδικουμένου από αυτούς νοσοκομειακού επιδόματος, δεδομένου ότι οι τοπικές μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α. (μετέπειτα Μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας των Δ.Υ.Πε.), όπου αυτοί υπηρετούν, παρέχουν υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, όπως συμβαίνει και στα Κέντρα Υγείας και ειδικότερα η απασχόλησή τους στους παραπάνω χώρους είναι αποκλειστική και πλήρης, κατά το συμβατικό τους ωράριο, χωρίς να επηρεάζει τούτο το γεγονός ότι δικαιούνταν, υπό το καθεστώς του Ν.Δ. 1204/1972, να λειτουργούν, εκτός του ωραρίου τους, και ιδιωτικό ιατρείο καθώς η ως άνω Κ.Υ.Α.

αξιώνει πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους, που δικαιολογούν την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, εντός του προβλεπόμενου για τους δικαιούχους του επιδόματος ωραρίου και όχι να μην έχουν οι δικαιούχοι του επιδόματος τη δυνατότητα, εκτός του νόμιμου ή συμβατικού ωραρίου τους, να απασχολούνται σε άλλο εργοδότη ή να αυταπασχολούνται, εφόσον τούτο ήταν επιτρεπτό από τις κείμενες διατάξεις (Α.Π. 1124/2019) .

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει, ως εκ τούτου να απορριφθεί. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ.

α' του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε περί της συνδρομής παθητικής νομιμοποίησής του, ως προς τους δεύτερη, πέμπτο, έκτη, δέκατο, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατη πέμπτη, δέκατο όγδοο, δέκατο ένατο και εικοστό πρώτο των εναγόντων, παραβιάζοντας ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 68 του ΚΠολΔ, 21 παρ. 9 του Ν. 4328/2014 και τα άρθρα 28 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, για το λόγο ότι, όπως διατείνεται, καμία διάταξη νόμου δεν ορίζει ότι οι Δ.Υ.Πε.

αποτελούν καθολικό διάδοχο του Ι.Κ.Α. ή του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αλλά στο άρθρο 21 παρ. 9 του Ν. 4238/2014 ορίζεται, μεν, ότι οι Δ.Υ.Πε. της χώρας νομιμοποιούνται να συνεχίζουν τις εκκρεμείς δίκες, πλην, όμως δεν είναι υπόχρεες και για την καταβολή των τυχόν οφειλών των ως άνω νομικών προσώπων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ διότι αν και πρόκειται για διαφορά που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του σχετικού ισχυρισμού του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφορά του κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του εφετείου, ενόψει του ότι ναι μεν η συνδρομή ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να στηρίξει παραδεκτά προβαλλόμενο λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδαφ.

α' του ΚΠολΔ, πρέπει να έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση (Α.Π. 806/2021 Α.Π. 88/2018, Α.Π. 5...2009). Αντίθετα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, των πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και των από 03-09-2014 πρωτόδικων έγγραφων προτάσεών του, το αναιρεσείον όχι μόνο δεν προέβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ισχυρισμό περί έλλειψης νομιμοποίησης αυτού, αλλά συνομολόγησε ότι τυγχάνει καθολικός διάδοχος του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 9 του Ν. 4238/2014.

Σε κάθε δε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε, σε σχέση με την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος, τις ακόλουθες παραδοχές : "...Επιπροσθέτως, μετά τη σύσταση του αρχικού εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.

Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν σ' αυτόν, ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α - Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του, στις οποίες περιλαμβάνεται και ο υγειονομικός σχηματισμός πρωτοβάθμιας φροντίδας, στον οποίο υπηρετούσαν οι ενάγοντες (άρθρα 17 παρ. 1 και 2, 23 παρ. 1Β και β' του Ν. 3918/2011).

Ακολούθως, με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 4238/2014, το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., τέθηκε αυτοδικαίως, υπό την ισχύ του ως άνω νόμου, σε καθεστώς διαθεσιμότητας, επί ένα (1) μήνα, με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατείχαν.

Εν συνεχεία, τους δόθηκε η δυνατότητα να μεταταχθούν σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτό στις Διοικήσεις των αντιστοίχων χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών, κατόπιν αιτήσεώς τους περί αποδοχής της εν λόγω θέσης (άρθρα 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του Ν. 4238/2014).

Οι εκ των εναγόντων 2η (Δ. Β.), 5ος (Ε. Σ. Μ.), 6η (Μ. Ζ.), 10ος (Ν. Κ.), 11η (Σ. Κ.), 12η (Μ. Λ.), 15η (Μ. Ξ.),18ος (Γ. - Π. Π.) 19ος (Ν. Π.) και 21ος (Μ. Τ.), υπέβαλαν αιτήσεις για την ένταξή τους στη 2η Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου και ως προς αυτούς ολοκληρώθηκε η διαδικασία μετάταξής τους.

Συνεπώς, μετά τη μετάταξη των ανωτέρω εναγόντων στην ως άνω Δ.Υ.Πε. μόνο αυτή νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής ...". Με τις ανωτέρω σαφείς παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ότι υφίσταται παθητική νομιμοποίηση του ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "2η Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου", ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις του Ν. 4238/2014, σε συνδυασμό με εκείνες του Ν. 3918/2011, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, διαφορές, όπως οι επίδικες, που αφορούν αξιώσεις ιατρικού προσωπικού, που προσλήφθηκε και απασχολήθηκε στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)", καθολικός διάδοχος του οποίου υπήρξε το αρχικά εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" ("Ε.Ο.Π.Υ.Υ.") και, στη συνέχεια, μετατάχθηκε/ μεταφέρθηκε σε Δ.Υ.Πε., νομιμοποιούμενο παθητικά είναι το εν λόγω νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου "2η Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου", το οποίο υπεισήλθε στη θέση του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ως καθολικός διάδοχος αυτού, κατά το άρθρο 21 παρ. 9 του 4238/2014 , όπως βάσιμα επισημαίνουν και οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους. Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τις διατάξεις περί παραγραφής του άρθρου 40 παράγραφος 6 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Α' 179), που ίσχυαν αρχικώς, όσο και μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965 και ήδη ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους, εκ νέου, με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 825/1978 : "Πάσαι αι αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά εξ μήνας αφ' ης κατέστησαν απαιτηταί.

Απαιτηταί δόσεις συντάξεων μη εισπραχθείσαι δι' οιονδήποτε λόγον εντός έτους παραγράφονται. Η ετήσια παραγραφή άρχεται από του τέλους του μηνός ον αφορά η υπό πληρωμήν σύνταξις [...] Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του Ι.Κ.Α. απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Η παραγραφή αυτή, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, δεν αρχίζει από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, όπως ορίζει το άρθρο 253 του Α.Κ., σε συνδυασμό το άρθρο 250 του ιδίου κώδικα, αλλά αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (άρθρο 251 του Α.Κ.), δηλαδή από την επομένη της ημέρας κατά την οποία έπρεπε να πληρωθούν ο μηνιαίος μισθός και τα πάσης φύσεως επιδόματα και πρόσθετες αμοιβές (Α.Π. 794/2022, Α.Π. 382/2018, Α.Π. 854/2003).

Εξάλλου, με το άρθρο 90 παράγραφος 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (Α' 247) ορίζεται ότι : "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 του ίδιου ως άνω Ν. 2362/1995 : "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Προκειμένου, όμως περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων, που εισπράττονται στα Τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από της βεβαιώσεως αυτών".

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου περί απαιτήσεων από καθυστερούμενες αποδοχές ή από άλλες κάθε φύσεως απολαβές κατά του Ι.Κ.Α., υπαλλήλων του, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, έχουν εφαρμογή οι προδιαληφθείσες, περί παραγραφής, ειδικές διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 6 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965 και 7 του Ν. 825/1978, σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α., υπόκεινται στην πενταετή και όχι στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995.

Και τούτο διότι, το εν λόγω νομοθέτημα περί Δημοσίου Λογιστικού (όπως και το καταργηθέν με το άρθρο 113 αυτού Ν.Δ. 321/1969 "Κώδικας Δημόσιου Λογιστικού") ρυθμίζει την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου μόνο και δεν προβλέπει την εφαρμογή του και προκειμένου περί αξιώσεων κατά του Ι.Κ.Α. Όπου δε ο νόμος θέλησε να εξομοιώσει το Ι.Κ.Α.

με το Δημόσιο, το έπραξε με ρητές διατάξεις (Α.Π. 794/2022 Α.Π. 25/2018, Α.Π. 121/2016 Α.Π. 296/2013, Α.Π. 1655/2010). Ενώ, εξάλλου ο οριζόμενος χρόνος παραγραφής των δύο ετών με το άρθρο 48 παρ. 3 το ν/δμα 496/1974 "Περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", για τις αξιώσεις από καθυστερούμενες αποδοχές ή από κάθε άλλης φύσεως απολαβές, δεν εφαρμόζεται στο Ι.Κ.Α.

γιατί με το άρθρο μόνο του π.δ/τος 437/1977 το Ι.Κ.Α., ως ασφαλιστικός οργανισμός, υπαγόμενος στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, εξαιρέθηκε από την εφαρμογή του ως άνω ν.δ/τος 496/1974, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 369/1976 και μεταγενέστερα (Α.Π. 296/2013, Α.Π. 1655/2010). Στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του ν. 1846/1951, υπάγονται και οι απαιτήσεις των εργαζομένων στο Ι.Κ.Α., σε εκτέλεση συμβάσεων παροχής εξαρτημένης ή μη εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρών, οδοντιάτρων, υπαλλήλων, κ.λ.π., για μισθούς, επιδόματα, πρόσθετες αμοιβές, κ.λ.π. (Α.Π. 854/2003).

Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του Α.Ν. 1846/1951, με την οποία προβλέπεται ότι το Ι.Κ.Α. απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, σαν να είναι το ίδιο το Δημόσιο, αφού έναντι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 του ιδίου νόμου (Α.Ν. 1846/1951), που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής αξιώσεων κατά του Ι.Κ.Α.

ή από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3210/1955, με την οποία προβλέπεται ότι το Ι.Κ.Α. απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού, ως ενάγοντος ή εναγομένου, εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου και της πολιτικής δικονομίας, η οποία, ως εκ του περιεχομένου της, δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια όπως η συντομότερη παραγραφή (Α.Π. 794/2022, Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 233/2021 ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 25/2018).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και τον δεύτερο πρόσθετο από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης - και όχι από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου - το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 19 παρ. 1 του ν. 1846/1951, 5 του ν. 3210/1955, 48 παρ. 1 και 3, 52 παρ.

γ' του ν.δ/τος 496/1974, 21 παρ. 9 του ν. 1901/1990, 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, 91 παρ. 1, 93 παρ. 4, 40 αρ. 6 του α.ν. 1846/1951, 1 του π.δ/τος 437/1977, 140 παρ. 3, 144 εδ. 4 του ν. 4270/2014, 52 εδ. γ'του ν.δ/τος 496/1974, σε συνδ. με τα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., απέρριψε τον προβληθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχυρισμό του συνεναγομένου του ΕΟΠ.Υ.Υ.

περί συμπληρώσεως της διετούς παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων των εναγόντων, την οποία, άλλωστε, όφειλε να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και τούτο διότι, το δευτεροβάθμιο, δεχόμενο ότι προκειμένου περί απαιτήσεων από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές των υπαλλήλων του Ι.Κ.Α., όπως εν προκειμένω, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή οι ειδικές περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 40 αρ. 6 του α.ν. 1846/1951, σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α.

υπόκεινται στην πενταετή και όχι στη διετή παραγραφή του ν. 2362/1995, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι το εν λόγω νομοθέτημα περί Δημοσίου Λογιστικού, ρυθμίζει την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου μόνο και δεν προβλέπει την εφαρμογή του και προκειμένου περί αξιώσεων κατά του Ι.Κ.Α., ορθά, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην μείζονα νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας απόφασης, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση.

Αναφορικά δε με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 140 παρ. 3 και 144 εδ. τελ. του Ν. 4270/2014, δεν απέρριψε την αγωγή, καθόσον οι αξιώσεις των εναγόντων είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή, που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές, την οποία όφειλε να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον ως άνω διατάξεις ρυθμίζουν τα της παραγραφής μισθολογικών αξιώσεων έναντι του Ελληνικού Δημοσίου των υπαλλήλων αυτού και δεν αφορούν αξιώσεις υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως το αναιρεσείον (άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 33...2005), έναντι του τελευταίου, όπου ισχύουν άλλες διατάξεις, με συνέπεια οι διατάξεις των άρθρων 140 παρ. 3 και 144 εδ.

τελ. του Ν. 4270/2014 να μην μπορεί να τύχουν εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση.

Συνεπώς, ο σχετικός ως άνω λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και ο πρόσθετος αυτής λόγος, με τους οποίους αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων αυτών, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η από 23-07-2020 αίτηση αναίρεσης, ως προς τα αναιρεσίβλητα φυσικά πρόσωπα, καθώς και οι από 16-02-2022 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αυτής. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε μέσω του νομικού συμβουλίου του Κράτους, ώστε να συντρέχει περίπτωση επιβολής μειωμένων εις βάρος του δικαστικών εξόδων (Α.Π. 18/2020, Α.Π. 1072/2020), λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στη δίκη και κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

Γ) Επί της από 15-10-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ...15-10-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου ...2020 αίτησης αναίρεσης των είκοσι τριών (23) συνολικά εναγόντων. Το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α' 297/23.12.2003) προέβλεπε ότι η καθιέρωση με αμοιβή εργασίας, πέρα από τις ώρες της πραγματικής απασχόλησης των υπαλλήλων του Δημοσίου των Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α., επιτρέπεται μόνο για την αντιμετώπιση εποχικών έκτακτων ή επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών, κατά την προβλεπόμενη στην εν λόγω διάταξη διαδικασία, ενώ με την ίδια διαδικασία και προϋποθέσεις επιτρέπεται η καθιέρωση υπερωριακής εργασίας, με αμοιβή κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες ή κατά τις νυκτερινές ώρες, προς συμπλήρωση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας, είτε καθ' υπέρβαση αυτής, σε υπαλλήλους που ανήκουν σε υπηρεσίες που λειτουργούν, βάσει νόμου, όλες τις ημέρες του μήνα ή σε δωδεκάωρη ή εικοσιτετράωρη βάση.

Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου 16 του Ν. 3205/2003, η ωριαία αμοιβή των υπαλλήλων που απασχολούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω παραγράφων, ορίζεται ως εξής : .... δ. για εργασία νυκτερινή εργάσιμων ημερών, που παρέχεται για τη συμπλήρωση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας, ίση με το 45% του ωρομισθίου, ε.

για εργασία νυκτερινή ή ημερήσια Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών, που παρέχεται για τη συμπλήρωση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας, ίση με το 60% του ωρομισθίου και στ. για το προσωπικό των Υπηρεσιών που λειτουργούν, βάσει νόμου, σε δωδεκαήμερη ή εικοσιτετράωρη βάση ή όλες τις ημέρες του μήνα, η ωριαία αμοιβή των προηγούμενων περιπτώσεων β, γ, δ και ε προσαυξάνεται κατά 15%, ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου το ωρομίσθιο ορίζεται στο ένα διακοσιοστό (1/200) του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου της κατηγορίας του κάθε υπαλλήλου.

Ακολούθως, με το Ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α' 226/27-10-2011) , ορίστηκε στο άρθρο 4 παρ. 1 αυτού ότι στις διατάξεις του δευτέρου κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δευτέρου βαθμού, γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 (το οποίο καταργήθηκε από 01-01-2016, με την περίπτ. α' του άρθρου 34 του ν. 4354/2015 - ΦΕΚ Α' 176/16.12.2015), η καθιέρωση με αμοιβή εργασίας πέρα από τις ώρες της υποχρεωτικής απασχόλησης των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. επιτρέπεται μόνο για την αντιμετώπιση εποχικών, έκτακτων ή επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών, κατά την προβλεπόμενη στην εν λόγω διάταξη διαδικασία, ενώ, με την ίδια διαδικασία και προϋποθέσεις, επιτρέπεται η καθιέρωση υπερωριακής εργασίας, με αμοιβή κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες ή κατά τις νυκτερινές ώρες, προς συμπλήρωση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας, είτε καθ' υπέρβαση αυτής, σε υπαλλήλους, που ανήκουν σε υπηρεσίες, που λειτουργούν, βάσει νόμου όλες τις ημέρες του μήνα ή σε δωδεκάωρη ή εικοσιτετράωρη βάση.

Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, η ωριαία αμοιβή των υπαλλήλων, που απασχολούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω παραγράφων ορίζεται ως εξής : ... δ. για εργασία νυκτερινή εργάσιμων ημερών, που παρέχεται για τη συμπλήρωση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας, ίση με το 45% του ωρομισθίου, ε. για εργασία νυκτερινή ή ημερήσια Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών, που παρέχεται για τη συμπλήρωση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας, ίση με το 60% του ωρομισθίου και στ.

για το προσωπικό των Υπηρεσιών που λειτουργούν, βάσει νόμου, σε δωδεκάωρη ή εικοσιτετράωρη βάση ή όλες τις ημέρες του μήνα, η ωριαία αμοιβή των προηγούμενων περιπτώσεων β, γ, δ και ε προσαυξάνεται κατά 15%, ενώ σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου το ωρομίσθιο ορίζεται στο ένα διακοσιοστό ογδοηκοστό (1/280) του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου της κατηγορίας του κάθε υπαλλήλου.

Με το άρθρο 32 παρ. 1 και 4 του ίδιου Ν. 4024/2011, από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη, κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου και η ισχύς των διατάξεων του παρόντος αρχίζει την 1.11.2011 (το άρθρο αυτό καταργήθηκε με την παρ.

α' του άρθρου 34 του ν. 4354/2015) Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, ερειδόμενο στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση της, κατά το μέρος που ζητούσαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων, να τους καταβάλουν τα αναγραφόμενα χρηματικά ποσά, ως πρόσθετη αμοιβή για νυκτερινή απασχόληση εργάσιμων ημερών και ημερήσια και νυκτερινή απασχόληση, κατά τις Κυριακές και αργίες, προς συμπλήρωση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας τους, κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως 31.12.2013, την οποία υπολόγισαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του Ν. 3205/2003.

Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 106 και 216 του ΚΠολΔ, 16 του Ν. 3205/2003 και 20 του Ν. 4024/2011, δεδομένου ότι το δικόγραφο της ένδικης αγωγής διελάμβανε όλα εκείνα τα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα, που πληρούν το πραγματικό του αληθώς εφαρμοστέου κανόνα δικαίου ήτοι του άρθρου 20 του Ν. 4024/2011 και το γεγονός ότι δια της ένδικης αγωγής τους υπολογίσθηκε λανθασμένα το ωρομίσθιο στο ένα διακοσιοστό (1/200) του βασικού μισθού τους και όχι στο ένα διακοσιοστό ογδοηκοστό (1/280) αυτού, δεν δικαιολογούσε την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, καθόσον καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2012-2013 εξακολουθούσαν να μισθοδοτούνται με το μισθολόγιο του ν. 3205/2003, που υπολόγιζε το ωρομίσθιο σε 1/200 του μισθού και όχι σε 1/280, η δε μισθοδοσία τους με το ενιαίο μισθολόγιο του ν. 4024/2011 υπήρξε επιγενόμενη, σε σχέση με την άσκηση της αγωγής και οφειλόταν σε νομικές αμφισβητήσεις, ως προς το εάν υπάγονταν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4024/2011.

Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε τον μοναδικό λόγο έφεσης των εναγόντων, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, σε σχέση με την επιδίκαση για το από 01.01.2012 έως 31.12.2013 χρονικό διάστημα, αμοιβής για νυκτερινή απασχόληση εργάσιμων ημερών και ημερήσια και νυκτερινή απασχόληση, κατά τις Κυριακές, εορτές και αργίες, το Εφετείο δέχθηκε, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή, τις ακόλουθες παραδοχές : "...

στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσης, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το νόμω βάσιμο των επιμέρους αξιώσεων των μισθωτών, κρίνεται κάθε φορά από το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει, κατά το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο γεννώνται οι σχετικές αξιώσεις και ναι μεν το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το νομικό χαρακτηρισμό που ο ενάγων δίνει στα επικαλούμενα με την αγωγή του πραγματικά περιστατικά και προσδιορίζει αυτεπαγγέλτως τις εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση διατάξεις, όπως ορθά διατείνονται οι εκκαλούντες με τον μοναδικό λόγο της έφεσής τους, στην προκείμενη όμως περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα νομικού χαρακτηρισμού, αλλά ζήτημα εφαρμογής της αρχής της διάθεσης (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), κατά την οποία η δικαστική προστασία παρέχεται μόνο εφόσον ζητείται, στην έκταση που ζητείται και εφόσον εξακολουθεί να ζητείται [... ], ήτοι εν προκειμένω οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν σε καθένα εξ αυτών, ως προσαύξηση αμοιβής για νυκτερινή απασχόληση, απασχόληση κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές, αργίες, κ.λ.π., για το χρονικό διάστημα 2012- 2013, τα αναγραφόμενα για καθένα εξ αυτών στην ένδικη αγωγή ποσά, τα οποία, ωστόσο, υπολόγισαν με βάση τις διατάξεις του άρθρου 16 του προισχύσαντος (καταργημένου) Ν. 3205/2003, ήτοι με βάση ωρομίσθιο ίσο με το 1/200 του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου κάθε ενάγοντος και όχι κατά τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 4024/2011, που ίσχυε ήδη από την 1.11.2011, δηλαδή κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και την οποία (διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 4024/2011) επικαλούνται στην ένδικη αγωγή, πλην όμως, δεν υπολογίζουν την ως άνω προσαύξηση, με βάση την ανωτέρω διάταξη, κατά την οποία έπρεπε αυτή να υπολογισθεί με βάση ωρομίσθιο ίσο με το 1/280 του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου [...]".

Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που μετ' επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ως μη νόμιμο το αίτημα αυτό, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι έχει υπολογιστεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 16 του προϊσχύσαντος Ν. 3205/2003, ήτοι με βάση ωρομίσθιο ίσο με το ένα διακοσιοστό (1/200) του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου εκάστου των αναιρεσειόντων και όχι κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 20 του Ν. 4024/2011, που ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2012-2013, ήτοι με βάση ωρομίσθιο ίσο με το ένα διακοσιοστό ογδοηκοστό (1/280) του μισθολογικού κλιμακίου εκάστου αυτών και ακολούθως απέρριψε την ένδικη από 20-07-2015 έφεσή τους (η επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής δεν είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο με λόγο έφεσης), παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 4024/2011, την οποία δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα στην κρινόμενη υπόθεση, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα κρίσιμα εκείνα περιστατικά, που πληρούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και συγκεκριμένα του άρθρου 20 του Ν. 4024/2011, αφού διαλαμβάνει τις συνολικές ώρες υπερωριακής - πρόσθετης απασχόλησης, που έκαστος των εναγόντων παρείχε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, το είδος της παρεχόμενης απασχόλησης (νυκτερινή εργασία εργάσιμων ημερών και νυκτερινή και ημερήσια εργασία Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών), την ωριαία αμοιβή - ωρομίσθιο εκάστου αυτών, όπως τα αιτούμενα ποσά αναγράφονται στους ενσωματωμένους στην αγωγή πίνακες για έκαστο των εναγόντων, με αναφορά του μισθολογικού κλιμακίου και του ωρομισθίου, μολονότι η πρόσθετη αμοιβή αυτών εσφαλμένα υπολογίστηκε με βάση ωρομίσθιο ίσο με ένα διακοσιοστό (1/200) του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου, όπως προβλεπόταν από το άρθρο 16 του Ν. 3206/2003 και όχι με βάση ωρομίσθιο ίσο με ένα διακοσιοστό ογδοηκοστό (1/280), επί του οποίου υπολογίζεται η επικαλούμενη πρόσθετη αμοιβή, κατ' άρθρο 20 του Ν. 4024/2011.

Εξάλλου, οι ενάγοντες δεν δήλωσαν ότι ασκούν μόνο την αξίωση που πηγάζει από τις διατάξεις του 16 ν. 3205/2003 αλλά επικαλέστηκαν αμφότερες τις διατάξεις (ν. 3205/2003 και ν. 4024/2011), με βάση δε την διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 4024/2011, το Δικαστήριο θα μπορούσε να επιδικάσει λιγότερα από τα αιτηθέντα χρηματικά ποσά, χωρίς να συντρέχει ζήτημα παραβίασης της αρχής της διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, εφόσον δεν πρόκειται περί δύο διακεκριμένων αξιώσεων (του άρθρου 16 του ν. 3205/2003 και του άρθρου 20 του Ν. 4024/2011), αλλά περί μίας αξίωσης, που συγκροτείται ως προς την ταυτότητά της από τις συγκεκριμένες ημεροχρονολογιακά κατά μήνα ώρες για νυκτερινή εργασία εργάσιμων ημερών και ώρες για νυκτερινή και ημερήσια εργασία Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, προς συμπλήρωση της εβδομαδιαίας υποχρεωτικής εργασίας των εναγόντων.

Επομένως, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 15-10-2020 αίτησης αναίρεσης ως βάσιμου κατ' ουσίαν, πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους αναιρεσείοντες (πλην δηλαδή των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσειόντων Δ. Β. του Π. και Θ. Γ. του Κ., ως προς τους οποίους κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης) και ειδικότερα κατά το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση πρόσθετης αμοιβής για νυκτερινή εργασία εργάσιμων ημερών και για νυκτερινή και ημερήσια εργασία Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, προς συμπλήρωση της εβδομαδιαίας υποχρεωτικής εργασίας των εναγόντων, που αντιστοιχούν στο από 01.01.2012 έως 31.12.2013 χρονικό διάστημα και, στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή από αυτόν που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. ...2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. ...2015).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν μέσω του νομικού συμβουλίου του Κράτους, ώστε να συντρέχει περίπτωση επιβολής μειωμένων εις βάρος τους δικαστικών εξόδων (Α.Π. 18/2020, Α.Π. 1072/2020), λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων, που παρέστησαν χωρίς να καταθέσουν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών, που περιέχεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 30-08-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ...30-08-2019 και του παρόντος Δικαστηρίου ...2021 αίτηση αναίρεσης, την από 23-07-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ...28-07-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου ...2021 αίτηση αναίρεσης, τους από 16-02-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...17-02-2022, δια ιδίου δικογράφου, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης και την από 15-10-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ...15-10-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου ...2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3935/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τους αναιρεσίβλητους - αναιρεσείοντες Δ. Β. του Π. και Θ. Γ. του Κ.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 30-08-2019 αίτησης αναίρεσης, ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Θ. Γ. του Κ.

Απορρίπτει την από 30-08-2019 αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 23-07-2020 αίτησης αναίρεσης και των από 16-02-2022 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων - καθών οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης Δ. Β. του Π..

Απορρίπτει την από 23-07-2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 16-02-2022 πρόσθετους αυτής λόγους, καθόσον στρέφονται κατά του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" ("Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του άνω αναιρεσιβλήτου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15-10-2020 αίτησης αναίρεσης, ως προς την δεύτερη των αναιρεσειόντων Δ. Β. του Π. και ως προς τον τρίτο των αναιρεσειόντων Θ. Γ. του Κ. Δέχεται την ως άνω από 15-10-2020 αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς.

Αναιρεί κατά ένα μέρος την ως άνω με αριθμό 3935/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους αναιρεσείοντες και ειδικότερα ως προς το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση πρόσθετης αμοιβής για νυκτερινή εργασία εργάσιμων ημερών και για νυκτερινή και ημερήσια εργασία Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, που αντιστοιχούν στο από 01.01.2012 έως 31.12.2013 χρονικό διάστημα, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσιβλήτων, τη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσειόντων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ