Appeal dismissed for inadmissibility due to vague grounds and lack of specific factual basis in the appeal petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal petition filed by the appellant against a labor court decision regarding vacation pay. The appellant raised procedural errors under Article 559 of the Code of Civil Procedure but failed to specify each alleged error with clear references to the facts and documents. The court ruled that the appeal was inadmissible because the grounds were too vague to allow the court to review the evidence or determine if a substantive law violation occurred.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 § 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must specify each alleged procedural error with clear references to the facts and documents to allow the court to review the evidence and determine if a substantive law violation occurred.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 579 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 579/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Β. του Α., κατοίκου … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Αθανασά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. , η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", ως καθολικής διαδόχου της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Σ. και 3) Γ. Π., κατοίκων …. Όλοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ουρανία Μπάρλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1108/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3661/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/11/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 § 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 § 3 ΚΠολΔ, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98, η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, όπως η τελευταία περίπτωση προστέθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/22-12-2017. Τέλος, στο άρθρο 104 εδ. τελ. ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Η έλλειψη δε ή η μη προσήκουσα χορήγηση της πληρεξουσιότητας έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (ΟλομΑΠ 13/2008, ΑΠ 954/2020, ΑΠ 676/2020).
Εν προκειμένω, κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, την πρώτη αναιρεσίβλητη "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" εκπροσώπησε η δικηγόρος Αθηνών Ουρανία Μπάρλου, η οποία προσκόμισε προς απόδειξη της πληρεξουσιότητάς της ακριβές αντίγραφο του υπ' αριθμ.
…/…-11-2020 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Δημητρίου Βαλσαμίδου. Όπως αναγράφεται στο πληρεξούσιο αυτό, ο Γ. Σ. δικηγόρος, ο οποίος ενεργεί στο παρόν ως πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", σύμφωνα με το …/…-2-2016 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Εμμανουήλ Βασιλικάκη, δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι διορίζει και καθιστά ειδικό πληρεξούσιο κλπ της πρώτης αναιρεσίβλητης, για τη συζήτηση της υπό κρίση αναιρέσεως, την προαναφερόμενη δικηγόρο Ουρανία Μπάρλου του Νικολάου.
Από το έγγραφο, όμως, αυτό και από τα λοιπά έγγραφα που προσκομίζει με επίκληση η παρασταθείσα δικηγόρος Ουρανία Μπάρλου (δεν προσκομίζεται το …/…-2-2016 συμβ/κό πληρεξούσιο), ουδόλως προκύπτει η εγκυρότητα της χορηγηθείσας από τον Γ. Σ. πληρεξουσιότητας, εκπροσωπήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την συζήτηση της υποθέσεως, προς την εν λόγω δικηγόρο Ουρανία Μπάρλου και ειδικότερα ότι αυτός υπό τις ιδιότητες του πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αναιρεσίβλητης υπό τις οποίες συνέταξε το …/…-11-2020 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο είχε την εξουσία από τα αρμόδια όργανα αυτής, όπως διορίσει την παρασταθείσα δικηγόρο προς εκπροσώπησή της.
Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 737Γ'/5-3-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ. Σ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων.
Κατά συνέπεια, εφόσον δεν προκύπτει η προσήκουσα χορήγηση πληρεξουσιότητας στην παρασταθείσα ως πληρεξούσια δικηγόρο της, από την πρώτη αναιρεσίβλητη, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 669, 672 και 673 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή οργανισμό λειτουργίας του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση ή απόλυση του μισθωτού λόγω συμπληρώσεως ορισμένου ορίου ηλικίας, χωρίς να αναγνωρίζεται στον εργοδότη το δικαίωμα της ελευθερίας καταγγελίας της συμβάσεως οποτεδήποτε. Η κατά τα ανωτέρω, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να καταγγελθεί σύμφωνα με το άρθρο 672 ΑΚ οποτεδήποτε χωρίς την τήρηση προθεσμίας, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Η καταγγελία για σπουδαίο λόγο της ορισμένου χρόνου συμβάσεως πριν τη λήξη του χρόνου για τον οποίο συνομολογήθηκε δεν την καθιστά ούτε τη μετατρέπει σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνεπώς δεν έχουν επ' αυτής εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1 & 3 Ν. 2112/1920 και 2 & 5 Ν. 3198/1955, σύμφωνα με τις οποίες για το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου απαιτείται η προηγούμενη καταβολή της δι' αυτών προβλεπόμενης αποζημιώσεως. Ενώ, εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 8 εδάφ.
α' & β' του άνω Ν. 3198/1955, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με την § 4 του άρθρου 8 Ν. 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 § 1 Ν. 435/1976, τη μειωμένη αποζημίωση που προβλέπεται από το παραπάνω άρθρο 8 (εδάφ. α' & β') Ν. 3198/1955, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 ή του ΒΔ της 16/18-7-1920, δικαιούνται, συντρεχουσών και των λοιπών οριζομένων στον άνω Ν. 3198/1955 προϋποθέσεων, μόνο οι με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου συνδεόμενοι με τον εργοδότη τους μισθωτοί.
Περαιτέρω, ο Οργανισμός Προσωπικού της εναγόμενης ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζιτική εταιρεία, με την επωνυμία "ALPHA BANK", περιέχεται στην από 11-11-1977 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 46806/10314 της 21/26-11-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1255), κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869 της 10/27-7-1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446) και έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις (ΟλομΑΠ 22/1999).
Με το άρθρο 31 ("Λύσις υπαλληλικής σχέσεως") του παραπάνω Οργανισμού, όπως τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με την από 22-6-1999 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, που καταρτίστηκε υπό την ισχύ του Ν. 1876/1990, ορίζεται ότι η σύμβαση εργασίας του προσωπικού λύεται με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας των ανδρών και του 57ου των γυναικών και οι εργαζόμενοι που συμπληρώνουν το εν λόγω όριο ηλικίας αποχωρούν αυτοδικαίως την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους, ενώ στην § 3 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι η σύμβαση του προσωπικού λύεται και πριν τη συμπλήρωση των ανωτέρω ορίων ηλικίας μόνο στις εξής περιπτώσεις:
α) λόγω θανάτου του εργαζομένου, β) λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου για τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, γ) λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο σύμφωνα με το άρθρο 672 του Αστικού Κώδικος και δ) λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 5 του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε (ποινική δίωξη του εργαζομένου).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της ως άνω τράπεζας είναι ορισμένου χρόνου και η καταγγελία αυτών με την επίκληση σπουδαίου λόγου δεν την καθιστά, ούτε τη μετατρέπει σε σύμβαση αορίστου χρόνου (ΑΠ 884/2015, ΑΠ 859/2012, ΑΠ 657/2009, ΑΠ 1407/2005 [Διάφορο το ζήτημα της οικειοθελούς αποχώρησης του εργαζομένου, βλ.
ΑΠ 907/2012, 1828/2011, 1941/2008]). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 672 ΑΚ, σπουδαίο λόγο αποτελούν τα περιστατικά εκείνα, ή ακόμη και μεμονωμένο περιστατικό, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να αξιωθεί η συνέχιση της εργασιακής συμβάσεως μέχρι τη λήξη της ως επαχθής για τον εργοδότη.
Ο σπουδαίος λόγος δεν προϋποθέτει αναγκαίως υπαιτιότητα (πταίσμα) στο πρόσωπο εκείνου κατά του οποίου γίνεται η καταγγελία (ΟλομΑΠ 10/1995). Επομένως, σπουδαίο λόγο μπορεί να θεμελιώσει όχι μόνον η ποινική καταδίκη αλλά ακόμη και η υποψία τέλεσης ποινικού αδικήματος, ιδίως όταν ο εργαζόμενος κατείχε θέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως και ο κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης του εργοδότη προς τον εργαζόμενο (ΑΠ 458/2013, 1115/2013).
Ακόμη και η τυχόν απαλλαγή του εργαζομένου δεν αρκεί μόνη αυτή για να ανατρέψει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της συμβάσεως αυτού. Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης μπορεί να επέλθει και ως αποτέλεσμα αντιδικίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, όταν εξαιτίας των δικαστικών αγώνων έχει καταστεί αδύνατη ή εξαιρετικά δύσκολη η ομαλή συνεργασία μεταξύ τους (ΟλομΑΠ 21/2004, ΑΠ 960/2017, ΑΠ 504/2017, ΑΠ 1248/2014).
Η γνώση από τον καταγγέλλοντα των κρίσιμων περιστατικών για τη θεμελίωση του σπουδαίου λόγου δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της καταγγελίας και ο καταγγέλλων μπορεί να επικαλεσθεί στη δίκη για το κύρος της καταγγελίας για πρώτη φορά νέους λόγους, οι οποίοι προϋπήρχαν αυτής και είτε ήταν ήδη γνωστοί σ' αυτόν είτε περιήλθαν σε γνώση του μετά την καταγγελία (ΑΠ 1711/2007, 112/2004).
Σε κάθε δε περίπτωση, η άσκηση του δικαιώματος της προβλεπόμενης από το άρθρο 672 ΑΚ καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς όταν η καταγγελία υπερβαίνει τα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος επιβαλλόμενα όρια, είναι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, άκυρη ως καταχρηστική, όπως, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου (ΑΠ 960/2017, ΑΠ 1115/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ενάγων-αναιρεσείων, με την από 12-3-2012 αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ισχυρίστηκε ότι ήταν υπάλληλος της πρώην ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ που συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την πρώτη αναιρεσίβλητη ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ.
Απολύθηκε για σπουδαίο λόγο την 16-12-2011 και στρεφόμενος κατά της εργοδότριάς του, των νομίμων εκπροσώπων της, μελών του ΔΣ της και διευθυντικών στελεχών της που αναφέρει στην αγωγή του (2ος - 8ος των εναγομένων, εκ των οποίων παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής ως προς τους 2ο, 3ο, 4ο, 6η & 7η), ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 16-12-2011 καταγγελίας γιατί α) ο προβαλλόμενος σπουδαίος λόγος είναι προσχηματικός, β) άλλως ότι η καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική διότι στην πραγματικότητα οφείλεται σε εκδίκηση και εμπάθεια των νόμιμων εκπροσώπων της γιατί διεκδικούσε τα εργασιακά δικαιώματα του ίδιου και των συναδέλφων του, γ) άλλως η καταγγελία είναι άκυρη γιατί δεν του κατεβλήθη η αποζημίωση των ν. 2112/2020 & 3198/1955, δ) άλλως η καταγγελία είναι άκυρη ως προστατευόμενο συνδικαλιστικό στέλεχος και περαιτέρω μισθούς υπερημερίας, αναλογία δώρων εορτών, ελλιπή άδεια 2011 και προσαύξηση 100%, άλλως αποζημίωση απολύσεως και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Τόσο το Πρωτοβάθμιο όσο και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατ' έφεση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, απέρριψαν την αγωγή ως νόμω και ουσία αβάσιμη. Ειδικότερα το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, τα εξής: Ο εκκαλών προσλήφθηκε στις 15-12-1987 από την πρώην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ που συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την πρώτη αναιρεσίβλητη ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ.
Η σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος διεπόταν από τον Οργανισμό Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος. "... Η εργασιακή σύμβασή του ήταν ορισμένου χρόνου, αφού με το άρθρο 31 του ως άνω Οργανισμού, όπως τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με την από 22-6-1999 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, που καταρτίστηκε υπό την ισχύ του Ν. 1876/1990, η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και κάθε εργαζομένου λύεται με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες και οι εργαζόμενοι που συμπληρώνουν το εν λόγω όριο ηλικίας αποχωρούν αυτοδικαίως την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους....
Εξελίχθηκε δε υπηρεσιακά ως το βαθμό του Υποδιευθυντή Α'. Κατόπιν του από 22-11-2010 Εδικού Σημειώματος, που συνέταξε και υπέγραψε ο Γενικός Διευθυντής της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου Π. Ζ., με θέμα "Αντιδεοντολογική και παράνομη συμπεριφορά του λειτουργού Β. Κ. (AM ….)" ο εκκαλών τέθηκε, από 23-12-2011, προσωρινά στη διάθεση της Διεύθυνσης Διοικητικής Οργάνωσης και Εργασιακών Σχέσεων της Τράπεζας και οριστικά κατόπιν της από 3-1-2011 κλήσης του σε απολογία, την οποία συνέταξε και υπέγραψε η Διευθύντρια της ανωτέρω Διεύθυνσης Μ.
Β. (7η εναγομένη, ως προς την οποία ο εκκαλών παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής), με εντολή της Διοίκησης της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε, νομίμως εκπροσωπούμενης κατ' εκείνο το χρόνο από το Ν. Ε., Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας και Α. Σ., Διευθύνοντα Σύμβουλο και Αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου (2ος και 3ος εναγόμενοι, αντιστοίχως, ως προς τους οποίους ο εκκαλών παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής).
Ειδικότερα, ο εκκαλών κλήθηκε να απολογηθεί εγγράφως για παραβάσεις που προβλέπονται στα άρθρα 17 και 26 του Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, διότι ως Διευθυντής Τομέα Αγορών και Προϊόντων της Διεύθυνσης Κανονιστικής Συμμόρφωσης, επέδειξε λειτουργικότητα, που αφενός δεν συμβιβάζεται με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που είχε ως εξουσιοδοτημένος λειτουργός της Τράπεζας και αφετέρου αντιβαίνει κάθε προβλεπόμενης διαδικασίας και δεοντολογίας.
Η συμπεριφορά αυτή, όπως περιγράφηκε και στο από 22-11-2010 Ειδικό Σημείωμα, συνίστατο στο ότι, όταν στις 18-10-2010 εστάλη στον εκκαλούντα από τον αρμόδιο Επιθεωρητή, Κ. Λ., το προσχέδιο πορίσματος ελέγχου με αντικείμενο την Πράξη Bank Holding Company Act, το οποίο υπαγόταν στην αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Κανονιστικής Συμμόρφωσης, προκειμένου ο εκκαλών να διατυπώσει τις απόψεις του επί των σχετικών ευρημάτων, ο τελευταίος, αντί ουσιαστικής απάντησης, απέστειλε στον Επιθεωρητή στις 10-10-2010 ηλεκτρονικό μήνυμα, που επανέλαβε στις 10-11-2010, με παρατηρήσεις και υποδείξεις οι οποίες άπτονταν του τρόπου διενέργειας ελέγχου και της περιγραφής των ευρημάτων στο πόρισμα, εξέφευγαν των αρμοδιοτήτων οποιουδήποτε ελεγχόμενου λειτουργού και, λόγω του είδους και του ύφους τους, συνιστούσαν ευθεία παρέμβαση στο θεσμικά κατοχυρωμένο και προβλεπόμενο για το σύνολο των εργαζομένων της Τράπεζας ελεγκτικό έργο της Γενικής Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου, θέτοντας σε κίνδυνο την αντικειμενικότητα και ανεξαρτησία του.
Ακολούθησε διοικητική ανάκριση που διενεργήθηκε από το Διευθυντή Γ. Τ., κατόπιν της …/…/…-6-2011 έγγραφης εντολής της Διεύθυνσης Διοικητικής Οργάνωσης και Εργασιακών Σχέσεων, σύμφωνα με το πόρισμα της οποίας προέκυψαν ενδείξεις για τη διάπραξη από μέρους του εκκαλούντος των, ως άνω, πειθαρχικών παραπτωμάτων, για τα οποία, εν τέλει, του επιβλήθηκε από το αρμόδιο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της "Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", με την …/…-9-2011 απόφαση, η ποινή της προσωρινής παύσης των εννέα (9) ημερών με ισόχρονη στέρηση των αποδοχών του.
Στις 16-12-2011 η Τράπεζα προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος και, ειδικότερα, του επέδωσε έγγραφη καταγγελία, υπογεγραμμένη από την Γ. Π., Διευθύντρια Διεύθυνσης Αμοιβών και Παροχών, τρίτη εφεσίβλητη (8η εναγομένη), τη Μ. Ν., Επικεφαλής Ανθρώπινου Δυναμικού Ομίλου (6η εναγομένη ως προς την οποία ο εκκαλών παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής) και τη Μ.
Β., Διευθύντρια Διεύθυνσης Διοικητικής Οργάνωσης και Εργασιακών Σχέσεων, οι οποίες είχαν ειδική εξουσιοδότηση από τη Διοίκηση της Τράπεζας, στην οποία αναφέρονταν τα ακόλουθα: "Με απόφαση της Διοίκησης της Τράπεζας και σύμφωνα με το άρθρο 672 του Αστικού Κώδικα και το άρθρο 31 του Οργανισμού Προσωπικού καταγγέλλουμε από της επιδόσεως της παρούσας μας την Εργασιακή σας Σύμβαση με την Τράπεζά μας για τους ακόλουθους σπουδαίους λόγους, ενδεικτικά αναφερόμενους:
Διότι κατά τα τελευταία έτη έχετε προβεί σε σωρεία μηνύσεων, καταγγελιών και λοιπών δυσφημιστικών δικαστικών ενεργειών (διαλαμβάνοντας μάλιστα στα σχετικά δικόγραφα σας και σωρεία αναληθών, συκοφαντικών και απειλητικών ισχυρισμών) κατά των νομίμων εκπροσώπων της Τράπεζάς μας αλλά και κατά λοιπών στελεχών και μελών του Δ.Σ.
της Τράπεζας, στα οποία προσάπτετε ιδιαίτερα σοβαρά ποινικά αδικήματα και εμπλοκή τους σε σοβαρές αξιόποινες πράξεις, παρά τις κατά καιρούς ευαίσθητες θέσεις ευθύνης που κατείχατε. Με τον τρόπο αυτό και συστηματικά ποινικοποιώντας εργασιακές σας διαφορές με την Τράπεζα έχετε εκθέσει κατ' επανάληψη τη φήμη του νομικού προσώπου της Τράπεζάς μας.
Τα παραπάνω ενδεικτικά αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά είχαν ως αποτέλεσμα τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της Τράπεζας στο πρόσωπό σας και συνιστούν, αντικειμενικά κρινόμενα, και ένα έκαστο αυτών, σπουδαίους λόγους για την καταγγελία της Σύμβασης Εργασίας σας, της Τράπεζας επιφυλασσομένης ρητώς για κάθε νόμιμο δικαίωμά της εναντίον σας".
Ο ανωτέρω αναφερόμενος και περιεχόμενος στο έγγραφο της επίμαχης καταγγελίας σπουδαίος λόγος ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι βάσιμος, αφού πράγματι ο εκκαλών μέχρι το χρόνο της, ως άνω, καταγγελίας είχε στραφεί κατ' επανάληψη δικαστικά κατά της Τράπεζας, των νομίμων εκπροσώπων της και άλλων λειτουργών της, με μηνύσεις και αγωγές.
Συγκεκριμένα, ο εκκαλών υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών: Α) Την από 12-10-2009 έγκληση κατά του νομίμου εκπροσώπου της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και κατά παντός συναιτίου ή συνεργού, με την οποία κατήγγειλε ότι η Τράπεζα δια των νομίμων εκπροσώπων της και των αρμοδίων υπηρεσιακών της στελεχών αρνείται να συμμορφωθεί προς την 6431/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), με την οποία υποχρεώθηκε να του χορηγήσει αντίγραφα των φύλλων μητρώου, των μηχανογραφικών καταστάσεων, των δελτίων αξιολόγησης και των εγγράφων προϋπηρεσίας, αντικειμένου απασχόλησης και επιπέδου διοικητικής ευθύνης συγκεκριμένων υπαλλήλων.
Η ανωτέρω έγκληση, κατόπιν διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, στα πλαίσια της οποίας παρασχέθηκαν έγγραφες εξηγήσεις από τον τότε νόμιμο εκπρόσωπο της Τράπεζας Γ. Π. για τα διερευνώμενα αδικήματα της απείθειας και της μη συμμόρφωσης σε διάταξη δικαστικής απόφασης, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την ΕΓ 58-10/123/44/10 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, κατά της οποίας ο εκκαλών άσκησε προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με την 1118/2010 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών.
Β) Την από 26-3-2011 μηνυτήρια αναφορά κατά του Π. Ζ., της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε, νομίμως εκπροσωπούμενης από τον Α. Σ. και κατά παντός στελέχους της Τράπεζας, με την οποία ζήτησε την ποινική δίωξη του πρώτου για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης που φέρεται να διέπραξε με τη σύνταξη του προαναφερόμενου από 22-11-2010 Ειδικού Σημειώματος, υπό την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς και την ποινική δίωξη του νομίμου εκπροσώπου και των λοιπών στελεχών της Τράπεζας για ηθική αυτουργία ή συνέργεια στην πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Η ανωτέρω έγκληση απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την ΕΓ 122-12/729/69Δ/13 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Γ) Την από 26-3-2011 μηνυτήρια αναφορά κατά της Μ. Β., με την οποία ζήτησε την ποινική δίωξή της για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης που φέρεται να τέλεσε με τη σύνταξη της προαναφερόμενης από 3-1-2011 κλήσης του εκκαλούντος σε απολογία, κατόπιν προτροπής των υπηρεσιακών στελεχών της Τράπεζας.
Η εν λόγω μηνυτήρια αναφορά απορρίφθηκε με την ΕΓ 2-13/71/21Δ/13 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία επιβλήθηκαν και δικαστικά έξοδα σε βάρος του εκκαλούντος με την αιτιολογία ότι ο τελευταίος προέβη στην υποβολή της έγκλησης εν γνώσει της αβασιμότητάς της και ενόψει της σε βάρος του πειθαρχικής διαδικασίας.
Δ) Την από 20-4-2011 μηνυτήρια αναφορά κατά της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. και κατά όλων των αρμοδίων υπηρεσιακών της στελεχών τα οποία έδωσαν εντολή στον Α. Κ., δικηγόρο με πάγια αντιμισθία και Διευθυντή του Τομέα Γενικών Θεμάτων της Διεύθυνσης Νομικών Συμβούλων της Τράπεζας, να συντάξει την από 9-2-2011 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση της Τράπεζας, με σκοπό τη συκοφαντία, δυσφήμηση και διασυρμό του εκκαλούντος.
Η μηνυτήρια αυτή αναφορά απορρίφθηκε με την ΕΓ 2-13/163/36Δ/13 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία επιβλήθηκαν στον εκκαλούντα και τα έξοδα, λόγω της υποβολής της έγκλησης εν γνώσει της αβασιμότητάς της και ενόψει της εις βάρος του πειθαρχικής διαδικασίας. Ε) Την από 10-1-2012 μηνυτήρια αναφορά κατά της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
και κατά όλων των αρμοδίων υπηρεσιακών στελεχών της, τα οποία έπεισαν τον Α. Σ., Διευθυντή της Διεύθυνσης Παθητικού και Ρευστότητας του Ομίλου Εμπορικής Τράπεζας, να δεχθεί να προσκομιστεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών η …./2006 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, προς αντίκρουση αγωγής του εκκαλούντος, καθώς και κατά του Λ.
Ζ., Γενικού Διευθυντή της Εμπορικής Τράπεζας, για τα αδικήματα της απάτης ή της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, που φέρεται να τέλεσε με την προσκόμιση της, ως άνω, ένορκης βεβαίωσης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Η μηνυτήρια αυτή αναφορά, κατόπιν διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης για τη διερεύνηση της διάπραξης των αδικημάτων της ψευδορκίας μάρτυρος, της συκοφαντικής δυσφήμησης, της απάτης στο δικαστήριο, της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο και της ηθικής αυτουργίας σε αυτά, απορρίφθηκε με την 862/2012 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Έτσι ο εκκαλών, κατ' επανάληψη, έσυρε την Τράπεζα, τους νομίμους εκπροσώπους και τα διευθυντικά στελέχη της ενώπιον των εισαγγελικών αρχών, προσάπτοντας σε αυτούς τα προαναφερόμενα και ιδιαιτέρως απαξιωτικά αδικήματα, πλην όμως, εντελώς αβάσιμα, αφού όλες οι μηνυτήριες αναφορές του απορρίφθηκαν με εισαγγελικές διατάξεις, δύο εκ των οποίων τον καταδίκασαν και στα δικαστικά έξοδα κρίνοντας ότι τις υπέβαλε εν γνώσει του ψεύδους τους, δημιουργώντας κακόπιστα συνεχείς εμπλοκές της Τράπεζας με τη δικαιοσύνη και δίδοντας, προσέτι, αδικαιολόγητα ποινικές διαστάσεις στις εργασιακές διαφορές του με την εργοδότρια Τράπεζα, με συνέπεια τον εύλογο και δικαιολογημένο κλονισμό της εμπιστοσύνης της στο πρόσωπό του ώστε, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η συνέχιση της μεταξύ τους σύμβασης να παρίσταται για την Τράπεζα, κατ' αντικειμενική κρίση, αδύνατη.
Ο δε ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι αναγκάστηκε να υποβάλει τις, ως άνω, υπό στοιχεία Β, Γ και Δ μηνυτήριες αναφορές, προκειμένου να αμυνθεί της εις βάρος του ασκηθείσας πειθαρχικής διαδικασίας, κρίνεται μη ανταποκρινόμενος στην αλήθεια, καθόσον η υποβολή αβάσιμων μηνυτήριων αναφορών κατά της εργοδότριάς του Τράπεζας, των νομίμων εκπροσώπων και διευθυντικών της στελεχών, εν γνώσει του ψεύδους των αναφερόμενων σε αυτές περιστατικών, δεν συνιστά πρόσφορο τρόπο αντίκρουσης της προβλεπόμενης από τον Οργανισμό Προσωπικού πειθαρχικής δίωξης και διαδικασίας, την οποία μάλιστα ο ίδιος ο εκκαλών αγνόησε με την άρνησή του να απαντήσει, στα πλαίσια απολογίας προς το Διοικητικό Ανακριτή, στις ερωτήσεις που του τέθηκαν από τον τελευταίο, αμφισβητώντας εντελώς αβάσιμα τη νομιμότητα της σύνταξης του Ειδικού Σημειώματος, της κλήσης σε απολογία, του διορισμού του Διοικητικού Ανακριτή, των πειθαρχικών οργάνων, αλλά και την ίδια τη διαδικασία (βλ.
το από 2-9-2011 Πόρισμα Διοικητικής Ανάκρισης, το …/…-2-2011 έγγραφο της Εμπορικής Τράπεζας, το …/…-9-2011 Πρακτικό συνεδρίασης του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, την από 14-3-2011 αίτηση του εκκαλούντος προς την Τράπεζα και την από 29-6-2011 εξώδικη απάντηση - δήλωση - χορήγηση εγγράφων της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος).
Επιπλέον, ο εκκαλών, μέχρι το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, άσκησε: Α) Την από 13-6-2011 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 6105/16-6-2011) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των 1) Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. και 2) Μ. Β., υπό την ιδιότητα της Διευθύντριας της Διεύθυνσης Διοικητικής Οργάνωσης και Εργασιακών Σχέσεων, με την οποία, επικαλούμενος ότι η θέση του, από 23-12-2011, στη διάθεση της ανωτέρω Διεύθυνσης, κατόπιν του από 22-11-2010 Ειδικού Σημειώματος και της από 3-1-2011 κλήσης του εκκαλούντος σε απολογία, συνιστά παράνομη και υπαίτια μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του, ζήτησε, να υποχρεωθούν οι εκεί εναγόμενοι να του καταβάλουν, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 1.000.000,00 ευρώ και να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σε βάρος της Μ.
Β.. Επί της αγωγής αυτής, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 30-10-2014 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο της 20-10-2016, δεν προέκυψε έκδοση απόφασης. Β) Την από 13-6-2011 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 6103/16-6-2011) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των 1) Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
και 2) Π. Ζ., υπό την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή Εσωτερικού Ελέγχου, με την οποία, επικαλούμενος ότι η θέση του, από 23-12-2011, στη διάθεση της Διεύθυνσης Διοικητικής Οργάνωσης και Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν του από 22-11-2010 Ειδικού Σημειώματος, που συνέταξε και υπέγραψε ο Π. Ζ., με συνέπεια την από 3-1-2011 κλήση του σε απολογία, συνιστά παράνομη και υπαίτια μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του, ζήτησε, να υποχρεωθούν οι εκεί εναγόμενοι να του καταβάλουν, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 1.000.000,00 ευρώ, με απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος του Π.
Ζ.. Επί της αγωγής αυτής, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 30-¬10-2014 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο της 20-10-2016, δεν προέκυψε έκδοση απόφασης. Γ) Την από 30-5-2010 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 3698/22-6-2010) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε, με την οποία ζήτησε την καταβολή του ποσού των 29.014,27 ευρώ ως αποζημίωση για μη χορήγηση άδειας κατά τα έτη 2005 έως και 2010, καθώς και 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την 1145/2013 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου. Δ) Την από 30-5-2010 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 3700/22-6-2010) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε, με την οποία ζήτησε την καταβολή του ποσού των 30.978,81 ευρώ ως αποζημίωση για μη χορήγηση άδειας κατά τα έτη 2000 έως και 2004, καθώς και 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 18-12-2012, μετ' αναβολή για τη δικάσιμο της 14-2-2014 και μετά από νέα αναβολή για τη δικάσιμο 24-2-2015, δεν προέκυψε έκδοση απόφασης. Δ) Την από 20-12-2010 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 7971/21-12-2010) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε, με την οποία ζήτησε την αναγνώριση της προαγωγής του στο βαθμό του Διευθυντή από 1-1-2006, καθώς και την καταβολή 61.476,31 ευρώ για μισθολογικές διαφορές από 1-1-2006 έως 31-12-2010, 24.061,30 ευρώ για διαφορές επιδομάτων του ιδίου χρονικού διαστήματος και 100.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής δεν προέκυψε έκδοση απόφασης. Ε) Την από 21-12-2009 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 13584/22-12-2009) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των 1) Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε, 2) Α. Σ., υπό την ιδιότητα του Διευθυντή της Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικής Διαχείρισης, 3) Γ. Σ., ήδη δευτέρου εφεσίβλητου (και 5ου εναγομένου), υπό την τέως ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ.
της Τράπεζας, υπεύθυνου της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού του Ομίλου και τέως νομικού συμβούλου και 4) Ι. Σ., υπό την ιδιότητα του Διευθυντή της Διεύθυνσης Εργασιακών Σχέσεων της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού, με την οποία επικαλούμενος ότι με παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των 2ου, 3ου και 4ου εναγομένων δεν τοποθετήθηκε στη θέση του Διευθυντή Τομέα Επίβλεψης Treasuries Θυγατρικών της Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικής Διαχείρισης, ζήτησε την καταβολή ποσού 500.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και την απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος των ανωτέρω, λόγω της αναφερόμενης στο δικόγραφο αδικοπραξίας τους.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 1304/2012 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως το καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο, χωρίς να προκύπτει η έκδοση από αυτό απόφασης. ΣΤ) Την από 28-9-2009 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 9968/28-9-2009) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η τοποθέτηση του στο Γραφείο Κανονιστικής Συμμόρφωσης συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης και να υποχρεωθεί η Τράπεζα να του καταβάλει 500.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 6292/2011 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως το καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο, χωρίς να προκύπτει η έκδοση απόφασης από το δικαστήριο αυτό. Ζ) Την από 28-9-2009 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 4793/28-9-2009) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι έπρεπε να τοποθετηθεί στη θέση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Θυγατρικών Εξωτερικού από 9-7-2004, άλλως στη θέση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Σύνθετων Χρηματοδοτήσεων από 16-5-2005, άλλως στη θέση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Δημοσίου Τομέα από 9-7-2004, άλλως στη θέση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Εκτελεστικών Έργων από 9-7-2004, καθώς και να υποχρεωθεί η Τράπεζα να του καταβάλει για μισθολογικές διαφορές 210.090,00 ευρώ, άλλως 181.035,00 ευρώ, άλλως 210.090,00 ευρώ, άλλως 210.090,00 ευρώ, καθώς και 100.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Η ανωτέρω αγωγή απορρίφθηκε με την 458/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η) Την από 25-12-2009 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 7124/29-12-2009) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε, με την οποία ζήτησε την καταβολή 19.096,00 ευρώ ως κίνητρο απόδοσης των ετών 2002, 2003, 2004, 2005, 2006, 2007, 2008 και 2009, καθώς και 3.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Η συζήτηση της αγωγής προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 5-12-2011, μετ' αναβολή για τη δικάσιμο της 6-6-2012 και μετά από νέα αναβολή για τη δικάσιμο της 28-3-2013, οπότε και ματαιώθηκε. Θ) Την από 23-12-2009 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 13762/24-12-2009) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των 1) Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε, 2) Α.
Τ., υπό την ιδιότητα του Διευθυντή της Διεύθυνσης Κανονιστικής Συμμόρφωσης, 3) Γ. Σ., υπό την τέως ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ. της Τράπεζας, υπεύθυνου της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού του Ομίλου και τέως νομικού συμβούλου, 4) Ι. Σ., υπό την ιδιότητα του Διευθυντή της Διεύθυνσης Εργασιακών Σχέσεων της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού και 5) Ε.
Π., υπό την ιδιότητα της Επικεφαλής της Μονάδας Εκπαίδευσης, Επιλογής και Ανάπτυξης της Τράπεζας, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η μη τοποθέτησή του σε θέση ανάλογη των προσόντων και της ειδικότητάς του συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, καθώς και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον, εκ των οποίων οι 2ος, 3ος, 4ος και 5η και με προσωπική τους κράτηση, λόγω της αναφερόμενης στο δικόγραφο παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς τους, να του καταβάλουν 1.000.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Η συζήτηση της αγωγής προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 15-12-2011, οπότε και ματαιώθηκε, επαναφέρθηκε δε με κλήση που προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 18-2-2016, χωρίς να προκύπτει έκδοση απόφασης. Πέραν, όμως, των ανωτέρω εγκλήσεων και αγωγών, ο εκκαλών άσκησε: Α) Την από 9-8-2011 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 1580/10-8-2011) αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των 1) Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
και 2) Α. Σ., υπό την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της Τράπεζας, με την οποία ζήτησε την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης και ειδικότερα να αναγνωριστεί η απόλυτη ακυρότητα της ασκηθείσας σε βάρος του πειθαρχικής δίωξης και της πειθαρχικής διαδικασίας, να διαταχθεί η χορήγηση όλων των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου, να λάβει γνώση του ακριβούς περιεχομένου της συζήτησης που είχαν οι κύριοι Ζ.
και Τ., να διαταχθεί νέα προθεσμία προκειμένου να συντάξει συμπληρωματικό απολογητικό υπόμνημα, να διαταχθεί η Τράπεζα να του χορηγήσει αντίγραφο της Εισήγησης της Α. Κ. προς τα μέλη της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Εργασιακών Σχέσεων, να υποχρεωθεί η Τράπεζα να του απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα τα οποία ο ίδιος (εκκαλών) έθεσε με το από 14-3-2011 συμπληρωματικό απολογητικό του υπόμνημα, να αναγνωριστεί άκυρη κάθε ενέργεια του ορισθέντος Ανακριτή Γ.
Τ. και να διαταχθεί η αναστολή της υποχρέωσης του εκκαλούντος να απαντήσει στις ερωτήσεις του ερωτηματολογίου της Διοικητικής Ανάκρισης. Η αίτηση προσδιορίστηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο της 6-2-2012, οπότε και ματαιώθηκε. Β) Την από 20-6-2011 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 11719/20-6-2011) αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των 1) Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
και 2) Α. Σ., υπό την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της Τράπεζας, με την οποία ζήτησε την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης και ειδικότερα να αναγνωριστεί η απόλυτη ακυρότητα της ασκηθείσας πειθαρχικής δίωξης και διαδικασίας, να διαταχθεί η χορήγηση όλων των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου, να λάβει γνώση του ακριβούς περιεχομένου της συζήτησης που είχαν οι κύριοι Ζ.
και Τ., να διαταχθεί νέα προθεσμία προκειμένου να συντάξει συμπληρωματικό απολογητικό υπόμνημα, να διαταχθεί η Τράπεζα να του χορηγήσει αντίγραφο της Εισήγησης της Α. Κ. προς τα μέλη της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Εργασιακών Σχέσεων, αντίγραφο της ειδικής εξουσιοδότησης της Διοίκησης προς τις κυρίες Β. και Π.
και αντίγραφο του διορισμού του Διοικητικού Ανακριτή Γ. Τ., να υποχρεωθεί η Τράπεζα να του απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα τα οποία ο ίδιος (εκκαλών) έθεσε με το από 14-3-2011 συμπληρωματικό απολογητικό του υπόμνημα, να αναγνωριστεί άκυρη κάθε ενέργεια του ορισθέντος Ανακριτή Γ. Τ. και να διαταχθεί η αναστολή των από μέρους του εκκαλούντος απαντήσεων στις ερωτήσεις του ερωτηματολογίου της Διοικητικής Ανάκρισης.
Για τη συζήτηση της αίτησης αυτής, με την οποία υποβλήθηκε και αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής που απορρίφθηκε από την Πρόεδρο Πρωτοδικών, ο εκκαλών δεν μερίμνησε για τον προσδιορισμό δικασίμου. Γ) Την από 10-4-2011 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 7109/13-4-2011) αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε, με την οποία ζήτησε, κατά τα άρθρα 902 επ.
ΑΚ, τη χορήγηση των εγγράφων της τοποθέτησής του στη διάθεση της Διεύθυνσης Διοικητικής Οργάνωσης και Εργασιακών Σχέσεων, της εισήγησης για την άνω τοποθέτησή του, της πρότασης της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Εργασιακών Σχέσεων, της έγκρισης της Διοίκησης και του από 3-2-2011 Πρακτικού. Παράλληλα υπέβαλε και αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής, το οποίο απορρίφθηκε.
Ο εκκαλών, στις 29-4-2011, παρέλαβε τα ανωτέρω έγγραφα από την Τράπεζα και παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αίτησης. Δ) Την από 14-9-2011 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 17328/14-9-2011) αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά 1) της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε. και 2) του Α. Σ., υπό την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της Τράπεζας, με την οποία ζήτησε, κατά τα άρθρα 902 επ.
του ΑΚ, τη χορήγηση πλήρους αντιγράφου του Φύλλου Μητρώου του, υποβάλλοντας, παράλληλα, και αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής, το οποίο απορρίφθηκε. Η συζήτηση της αίτησης προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 24-2-2012, οπότε και ματαιώθηκε. Ε) Την από 30-5-2011 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 10175/30-5-2011) αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά 1) της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
και 2) του Α. Σ., υπό την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της Τράπεζας, με την οποία ζήτησε, κατά τα άρθρα 902 επ. του ΑΚ, τη χορήγηση αντιγράφου της Εισήγησης της Εισηγήτριας της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Εργασιακών Σχέσεων Α. Κ. προς τον Πρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 3-2-2011, υποβάλλοντας και αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής, το οποίο απορρίφθηκε.
Η ανωτέρω αίτηση απορρίφθηκε με την 266/2012 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. ΣΤ) Την από 12-4-2011 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 7342/15-4-2011) αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των 1) Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε, 2) Ν. Ε., υπό την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας και 3) Α.
Σ., υπό την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της Τράπεζας, με την οποία ζήτησε την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης και συγκεκριμένα να αναγνωριστεί ότι η θέση του στη διάθεση της Διεύθυνσης Διοικητικής Οργάνωσης και Εργασιακών Σχέσεων συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης και να υποχρεωθούν οι Ν.
Ε. και Α. Σ. να υποχρεώσουν τη Διευθύντρια της ανωτέρω Διεύθυνσης, Μ. Β., να μην τον απασχολεί στον ισόγειο χώρο επί της οδού ... ως απλό υπάλληλο. Παράλληλα υπέβαλε και αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής, το οποίο απορρίφθηκε. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε με την 7191/2011 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου. Ζ) Την από 20-6-2010 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 10193/23-6-2010) αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε, με την οποία ζήτησε, κατά τα άρθρα 902 επ.
του ΑΚ, να του χορηγηθούν οι εκθέσεις ελέγχου επιθεώρησης της Διεύθυνσης Κανονιστικής Συμμόρφωσης, βεβαίωση παρακολούθησης εκπαιδευτικών σεμιναρίων όλου του προσωπικού της ανωτέρω Διεύθυνσης, τα Πρακτικά των Επιτροπών Πιστοδοτήσεων, αντίγραφα από το βιβλίο αδειών προς απόδειξη των αδειών που έλαβε ο ίδιος και οι υπάλληλοι Θ.
Κ., Ε. Ρ. και Α. Τ., το σύνολο της υπηρεσιακής αλληλογραφίας (επιστολές και ηλεκτρονικά μηνύματα) όλων των υπηρετούντων στη Διεύθυνση Κανονιστικής Συμμόρφωσης, το οργανόγραμμα της Διεύθυνσης και την κατανομή των αρμοδιοτήτων, αντίγραφα των δηλώσεων της Credit Agricole S.A. από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, βεβαίωση της Τράπεζας από την οποία να προκύπτει ότι ο Α.
Τ., Διευθυντής της Διεύθυνσης Κανονιστικής Συμμόρφωσης είχε άδεια να εργάζεται στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, το φύλλο μητρώου του Κ. Κ., έγγραφο καθηκόντων που ανατέθηκαν στον Κ. Π. μετά την τοποθέτησή του ως Διευθυντή Τομέα Επίβλεψης Treasuries Θυγατρικών της Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικής Διαχείρισης, έγγραφο τοποθέτησης του Γ.
Κ. στο κατάστημα του Λονδίνου, το σύνολο των υπηρεσιακών σημειωμάτων ενδιαφέροντος για την ανωτέρω θέση και τις σχετικές κρίσεις των υποψηφίων και τις συνεντεύξεις αυτών, το φύλλο μητρώου και την προϋπηρεσία της Ο. Κ. που τοποθετήθηκε Διευθύντρια της Διεύθυνσης Κέντρου Προμηθειών και Υπηρεσιών και το φύλλο μητρώου και υπηρεσίας της Α.
Α., η οποία τοποθετήθηκε Διευθύντρια της Διεύθυνσης Χρηματοδοτήσεων Ακίνητης Περιουσίας και Ξενοδοχειακών Επιχειρήσεων. Η αίτηση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή με την 9743/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία και εκτελέστηκε με την παράδοση των εγγράφων που διέταξε η απόφαση στον εκκαλούντα από την Τράπεζα.
Η) Την από 28-9-2011 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 18258/28-9-2011) αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά 1) της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. και 2) του Α. Σ., υπό την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της Τράπεζας, με την οποία ζήτησε την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης και ειδικότερα να αναγνωριστεί η απόλυτη ακυρότητα της ασκηθείσας πειθαρχικής δίωξης και διαδικασίας, να διαταχθεί η χορήγηση όλων των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου, να λάβει γνώση του ακριβούς περιεχομένου της συζήτησης που είχαν οι κύριοι Ζ.
και Τ., να διαταχθεί νέα προθεσμία προκειμένου να συντάξει συμπληρωματικό απολογητικό υπόμνημα, να διαταχθεί η Τράπεζα να του χορηγήσει αντίγραφο της Εισήγησης της Α. Κ. προς τα μέλη της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Εργασιακών Σχέσεων, να υποχρεωθεί η Τράπεζα να του απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα τα οποία ο ίδιος (εκκαλών) έθεσε με το από 14-3-2011 συμπληρωματικό απολογητικό του υπόμνημα, να του χορηγηθεί αντίγραφο του διορισμού του Διοικητικού Ανακριτή Γ.
Τ., να διαταχθεί η αναστολή των από μέρους του εκκαλούντος απαντήσεων στις ερωτήσεις του ερωτηματολογίου της Διοικητικής Ανάκρισης και να ανασταλεί η συνέχιση της πειθαρχικής διαδικασίας λόγω της απόλυτης ακυρότητάς της. Η ανωτέρω αίτηση προσδιορίστηκε να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 30-11-2011, οπότε και ματαιώθηκε.
Έτσι, και με τις ανωτέρω ενέργειες του εκκαλούντος και, συγκεκριμένα, την άσκηση σε διάστημα μικρότερο των δύο ετών (28-9-2009 έως 13-6-2011) εννέα (9) αγωγών κατά της εργοδότριας Εμπορικής Τράπεζας, των νομίμων εκπροσώπων της και διευθυντικών της στελεχών - συναδέλφων του εκκαλούντος, στους οποίους, διακατεχόμενος αδικαιολόγητα και εντελώς αβάσιμα από την εντύπωση ότι οι εκπρόσωποι της Τράπεζας και τα διευθυντικά της στελέχη επιδίωκαν την επαγγελματική του εξόντωση, απέδιδε κατ' επανάληψη αδικοπρακτικές συμπεριφορές, ζητώντας υπέρογκα χρηματικά ποσά αλλά και την προσωπική τους κράτηση, γεγονός που καταδεικνύει και ότι η άσκηση των αγωγών αυτών δεν αποσκοπούσε στη διαφύλαξη των εργασιακών του συμφερόντων, καθώς και την άσκηση (8) αιτήσεων λήψης ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της Τράπεζας και των νομίμων εκπροσώπων της, από τις οποίες οι επτά (7) ασκήθηκαν σε διάστημα μόλις πέντε (5) μηνών, επήλθε τόσο σοβαρή διαταραχή στη συνεργασία εκκαλούντος και εργοδότριας Τράπεζας, ως αποτέλεσμα των δικαστικών αγώνων του εκκαλούντος και της σφοδρής αντιδικίας του με την Τράπεζα, τους εκπροσώπους της και τα διευθυντικά της στελέχη, με συνέπεια τον ανεπανόρθωτο κλονισμό της εμπιστοσύνης της Τράπεζας προς το πρόσωπο του εκκαλούντος, ώστε, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η συνέχιση της μεταξύ τους σύμβασης να παρίσταται για την Τράπεζα, κατ' αντικειμενική κρίση, αδύνατη.
Με τα δεδομένα αυτά, κατόπιν συνεκτίμησης των προαναφερόμενων αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και των συγκεκριμένων περιστάσεων της ένδικης περίπτωσης και, ειδικότερα, της φύσης της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης και του είδους της εργασίας του εκκαλούντος, ο οποίος υπηρετούσε πάντοτε σε θέσεις ευθύνης, λαμβάνοντας υψηλές αποδοχές που, κατά το χρόνο της καταγγελίας, ανήλθαν στο ποσό των 9.399,35 ευρώ, στοιχειοθετείται κατ' αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ο επικαλούμενος από την πρώτη εναγόμενη Τράπεζα, σπουδαίος λόγος καταγγελίας της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος, κατά την έννοια που εκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας.
Αντιθέτως, από τα ίδια πραγματικά περιστατικά ουδόλως αποδείχθηκε ότι η επίμαχη καταγγελία ασκήθηκε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπο του εκκαλούντος λόγω της, επικαλούμενης μη αρεστής στη Διοίκηση της Τράπεζας συνδικαλιστικής του δράσης, συνιστάμενης, κατά τους ισχυρισμούς του, στην άτυπη ενασχόλησή του, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σύμβασης, με την υπεράσπιση των συναδέλφων του σε θέματα προαγωγών, μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας τους και απολύσεων και στην αντίδρασή του στην τροποποίηση του οργανισμού Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, που επιχείρησε πρόσφατα η εναγόμενη Τράπεζα, καθόσον τέτοια δράση δεν αποδείχθηκε ώστε να δυσαρεστήσει τη Διοίκηση της Τράπεζας, η οποία, σε κάθε περίπτωση, τοποθετούσε τον εκκαλούντα πάντοτε σε καίριες θέσεις, αναθέτοντάς του καθήκοντα και αρμοδιότητες ιδιαίτερα αυξημένης ευθύνης, όπερ και δεν θα συνέβαινε εάν έτρεφε αισθήματα εκδίκησης, εμπάθειας ή έχθρας προς το πρόσωπό του, όπως αναληθώς ο τελευταίος ισχυρίζεται.
Ούτε, περαιτέρω, προκάλεσε τέτοια αισθήματα η άτυπη, όπως ο ίδιος ο εκκαλών αναφέρει, συμμετοχή του στην ίδρυση του σωματείου με την επωνυμία "Πανελλήνια Συνδικαλιστική Κίνηση Εργαζομένων στην Εμπορική Τράπεζα - ΟΔΟΣ ΕΥΠΟΛΙΔΟΣ", ούτε βέβαια συνετέλεσε στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης, καθόσον δεν ανήκε καν στα ιδρυτικά μέλη του σωματείου, αλλά και εάν ακόμη ήταν η "ψυχή της ίδρυσης της εν λόγω συνδικαλιστικής κίνησης", όπως ο ίδιος αναφέρει, αυτό δεν το γνώριζε και ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει η Διοίκηση της Τράπεζας, η οποία πληροφορήθηκε την ύπαρξη του ανωτέρω σωματείου για πρώτη φορά στις 28-2-2012, δηλαδή μετά την επίμαχη καταγγελία, με την κοινοποίηση σχετικής αίτησης του σωματείου να του παραχωρηθούν τα ίδια δικαιώματα με εκείνα των άλλων δύο σωματείων εργαζομένων της Εμπορικής Τράπεζας, υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο, Π.
Κ. και το Γραμματέα, Κ. Π.. Επομένως, η ένδικη καταγγελία της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος που έγινε για σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια του άρθρου 672 ΑΚ και χωρίς να αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 14 παρ. 4 του Ν. 1264/1982, επέφερε νόμιμα τη λύση της σύμβασης και, συνεπώς, η εναγόμενη Τράπεζα δεν κατέστη υπερήμερη και δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας, ούτε βέβαια προσέβαλε την προσωπικότητα του εκκαλούντος ώστε να δικαιούται ο τελευταίος χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με την επιπλέον επισήμανση, ότι οι δεύτερος και τρίτη εφεσίβλητοι (ήδη 2ος και 3η αναιρεσίβλητοι), υπό τις ανωτέρω εκτεθείσες ιδιότητές τους, από τους οποίους ο εκκαλών απαιτεί χρηματική ικανοποίηση ύψους 1.000.000,00 ευρώ ευθυνόμενων εις ολόκληρον με την Τράπεζα, ούτε πρωτοστάτησαν στην καταγγελία της σύμβασης ούτε νομική ή ηθική υποχρέωση είχαν να την αποτρέψουν".
Και με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος έγινε για σπουδαίο λόγο και είναι ισχυρή και έγκυρη, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την αγωγή, κατά το μέρος αυτό που την έκρινε νόμιμη.
Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, ουδόλως παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648, 669, 672, 673 και 281 ΑΚ, 1 & 3 ν. 2190/1920, 2 & 5 ν. 3198/1955 και 31 § 3γ' της από 22-6-1999 εσσε, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς.
Ειδικότερα, ορθά το Εφετείο έκρινε τη σύμβαση του αναιρεσείοντος με την πρώην Εμπορική Τράπεζα ως ορισμένου χρόνου, διότι ο Οργανισμός αυτής στον οποίο είχε ενταχθεί ο αναιρεσείων και έχει ισχύ νόμου προβλέπει υποχρεωτική αποχώρηση του υπαλλήλου με τη συμπλήρωση του 58ου έτους ηλικίας, ενωρίτερα δε μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους 4 λόγους, εκ των οποίων ο 3ος (άρθρ. 31 § 3γ') αφορά καταγγελία για σπουδαίο λόγο, ο οποίος συντρέχει εν προκειμένω, καθότι αποδείχθηκε ανελέγκτως ότι πραγματικοί και σπουδαίοι λόγοι οδήγησαν την πρώην Εμπορική Τράπεζα στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, οι οποίοι καθιστούσαν ανυπόφορη για την Τράπεζα τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης που τη συνέδεε μαζί του, ιδίως, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος της συστηματικής ποινικοποίησης εκ μέρους του των εργασιακών του διαφορών με την Τράπεζα, η οποία εξέθεσε κατ' επανάληψη τη φήμη του ίδιου του νομικού προσώπου της.
Ειδικότερα, όπως δέχθηκε ανελέγκτως το Εφετείο, ο αναιρεσείων στράφηκε δικαστικώς κατά της πρώην Εμπορικής Τράπεζας κατ' επανάληψη και μάλιστα προκαλώντας και πολλές ποινικές διαδικασίες εις βάρος των νομίμων εκπροσώπων της, λοιπών στελεχών της και μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου, προσάπτοντάς τους ιδιαιτέρως σοβαρές κατηγορίες και διαλαμβάνοντας στα σχετικά δικόγραφά του και σωρεία αναληθών, συκοφαντικών και απειλητικών ισχυρισμών κατά των εν λόγω στελεχών, πλην όμως, παντελώς αβάσιμα κι αυτό γιατί όλες οι μηνυτήριες αναφορές του απορρίφθηκαν με εισαγγελικές διατάξεις, δύο εκ των οποίων τον καταδίκασαν και στα δικαστικά έξοδα κρίνοντας ότι τις υπέβαλε εν γνώσει του ψεύδους τους, δημιουργώντας κακόπιστα συνεχείς εμπλοκές της Τράπεζας με τη δικαιοσύνη και δίδοντας, προσέτι, αδικαιολόγητα ποινικές διαστάσεις στις εργασιακές διαφορές του με την εργοδότρια Τράπεζα, με συνέπεια τον εύλογο και δικαιολογημένο κλονισμό της εμπιστοσύνης της στο πρόσωπό του ώστε, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η συνέχιση της μεταξύ τους σύμβασης να παρίσταται για την Τράπεζα, κατ' αντικειμενική κρίση, αδύνατη, ενόψει και του ότι κατείχε θέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης.
Η επίμαχη καταγγελία δεν ασκήθηκε από προηγούμενους λόγους εκδίκησης, εμπάθειας ή έχθρας της πρώτης αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπό του αναιρεσείοντος, αλλά είναι απόρροια της συμπεριφοράς του αυτής, η οποία σαφώς, δεν συνιστά πρόσφορο τρόπο αντίκρουσης της προβλεπόμενης από τον Οργανισμό Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας πειθαρχικής του δίωξης και διαδικασίας, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται.
Εξάλλου, δεν υπήρχαν ηπιότερα μέσα, πρόσφορα και επαρκή, για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της Τράπεζας, πλην της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και για τους λόγους αυτούς δεν στοιχειοθετείται παράβαση της αρχής της αναλογικότητας (άρθρ. 25 Σ.) και κατάχρηση δικαιώματος εκ μέρους της (άρθρ. 281 ΑΚ), όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται.
Επομένως, το Εφετείο, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου υπήγαγε σ' αυτούς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν, τα οποία ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους και οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται σ' αυτό αντίστοιχες πλημμέλειες εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 & 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.
Εφόσον ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης δεν περιέχει τα αναγκαία αυτά στοιχεία είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες εκ των αριθμών 1, 8, 19 & 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ωστόσο, πλην του κειμένου των διατάξεων αυτών και του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ουδαμώς εξειδικεύεται στο αναιρετήριο, με σαφή, ορισμένη και ευσύνοπτη αναφορά, εκάστη αναιρετική πλημμέλεια εκ των αναγραφομένων κατ' αριθμό και κείμενο διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, υπό την επίκληση ότι η απόφαση παραβίασε τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το λόγο αυτόν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και εκτίθενται επιχειρήματα που αντλούνται από την εκτίμηση και αξιολόγηση των εγγράφων, τα οποία δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1.
Επομένως, ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως µη νόμιμη ή αόριστη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα µε το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Στην περίπτωση αυτή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται µε πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως µη νόμιμη ή αόριστη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή, για τη στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν η απόρριψη του αγωγικού αιτήματος ως µη νόμιμου ή αόριστου συνιστά ή όχι παραβίαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλομΑΠ 7/2006, ΑΠ 669, 670/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες εκ των αριθμών 1, 8, 19 & 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που απέρριψε το αίτημα της αγωγής του που αφορά την καταβολή αποδοχών άδειας του έτους 2011 προσαυξημένες κατά 100%. Ο λόγος αυτός, αληθώς ερειδόμενος στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση του αιτήματος της αγωγής που απορρίφθηκε ως αόριστο.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του δεύτερου και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων (η πρώτη δικάζεται απούσα) (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2018 και με αριθμό καταθέσεως 10595/861/19-11-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3661/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του δεύτερου και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ