Legislator Case Law & Legislation
572/2022 AI generated

Appeal against third-party intervenor dismissed for inadmissibility; appeal against others allowed due to procedural error.

Case Number 572/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the third-party intervenor as inadmissible because they did not actively participate in the lower court proceedings. Conversely, the appeal against the other defendants was allowed because the second-instance court relied on evidence not properly cited or submitted by the appellants. The court ruled that the intervenor's lack of active litigation status precluded the appeal, while the failure to legally invoke specific documents constituted a reversible error requiring remittal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 558, 80, 81, 346, 559, 561, 562, 580, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a third-party intervenor is inadmissible unless they actively participated in the original trial, whereas reliance on uncited evidence by the second-instance court constitutes a reversible error.

Keywords

AI generated
third-party intervenor admissibility of appeal active litigation status procedural error reversible error Code of Civil Procedure remittal to second instance

Cited Legislation

AI generated
Art. 558 of the Code of Civil Procedure
Art. 80 of the Code of Civil Procedure
Art. 81 of the Code of Civil Procedure
Art. 346 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 of the Code of Civil Procedure
Art. 562 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 572 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 572/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου - Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπρούζο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. χήρας Β. Π., 2) Φ. θυγ. Β. Π., 3) Ι. θυγ. Β. Π., κατοίκων Λάρισας, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λάππα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Μπαλαμπάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2016 αγωγή των τριών πρώτων ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας και την από 7-4-2017 παρέμβαση (κύρια και πρόσθετη) του τετάρτου αναιρεσίβλητου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 535/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-1-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του 4ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 558 εδ. α'Κ.Πολ.Δ. η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 80 και 81 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως (Α.Π. 877/2017, 680/2016).

Πάντως αν η αίτηση αναιρέσεως του καθ' ου η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, δεν ιδρύεται απαράδεκτο και εκτιμάται ως κλήση για συζήτηση της αιτήσεως. Αν όμως η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή κηρύχθηκε (χωρίς να επαναληφθεί) απαράδεκτη η συζήτησή της, ο παρεμβάς δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις, η δε απεύθυνση κατ' αυτού της αιτήσεως αναιρέσεως δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως κλήση για συζήτηση, αλλά αυτή (η αίτηση) απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Α.Π 684/2018, ΑΠ134/2015).

Περαιτέρω, με την άσκηση της κύριας παρέμβασης, με την οποία ο παρεμβαίνων αντιποιείται ολόκληρο ή κατά ένα μέρος το αντικείμενο της μεταξύ άλλων εκκρεμούς δίκης, καθίσταται μεν αυτός κύριος διάδικος και αντίδικος των αρχικών διαδίκων, δεν δημιουργείται όμως και σχέση απλής ή αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ αυτού και των αρχικών διαδίκων.

Κατά συνέπεια ο κυρίως παρεμβαίνων, του οποίου η κυρία παρέμβαση απορρίφθηκε δεν μπορεί να είναι αναιρεσίβλητος στην αναίρεση του κυρίως διαδίκου που ηττήθηκε, αφού ως προς αυτόν δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση, έστω και αν ευδοκιμήσει κάποιος από τους λόγους της και κατά τούτο αυτή (αναίρεση) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 40/2014, ΑΠ 495/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 20-1-2020 αίτηση του εφεσίβλητου στην κατ' έφεση δίκη (εναγομένου), με την οποία ζητείται η αναίρεση της 535/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Η αίτηση αυτή στρέφεται κατά των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, εναγόντων στην πρωτόδικη και εκκαλούντων στην κατ' έφεση δίκη, αλλά και κατά του τετάρτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος στο μεν πρώτο βαθμό είχε την ιδιότητα του κυρίως παρεμβαίνοντος καθ' όλων των διαδίκων αλλά και του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ των εναγόντων (όπως ο ίδιος χαρακτήρισε το δικόγραφο της παρέμβασής του), στη δε κατ'έφεση δίκη είχε την ιδιότητα του εκκαλούντος.

Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατά τη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η παρέμβαση (τόσο ως κυρία, όσο και ως πρόσθετη), είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επομένως, εφόσον ο τέταρτος αναιρεσίβλητος δεν ήταν ούτε κατέστη κύριος διάδικος ούτε οι λόγοι αναιρέσεως αφορούν και την παρέμβαση, η υπό κρίση αίτηση, η οποία κατά τα προεκτεθέντα δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως κλήση για συζήτηση, αφού και η πρόσθετη παρέμβαση έχει απορριφθεί, πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του τέταρτου αναιρεσίβλητου, να συμψηφισθεί όμως στο σύνολο της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη μεταξύ του αναιρεσείοντος και τετάρτου αναιρεσίβλητου (άρθρα 179 περ.

β' και 183 Κ.Πολ.Δ.). Όσον αφορά τους λοιπούς διαδίκους, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της προαναφερομένης αποφάσεως, που εκδόθηκε αντιμωλία αυτών, κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την 181/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία είχε παραπέμψει την υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του ειρηνοδικείου ως αρμοδίου καθ'ύλην δικαστηρίου, και στη συνέχεια δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή τους, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (ΟλΑΠ 5/2003, ΑΠ 1357/2019 ΑΠ 453/2018, ΑΠ 1166/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".

Με το ανωτέρω άρθρο καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως, όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητας του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 245/2020, ΑΠ 324/2019, ΑΠ 1169/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο, από τους αριθμ. 5 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα δέχθηκε, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, που έχει εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση, το οποίο είχε δεχθεί σχετική ένσταση καθ'ύλην αναρμοδιότητάς του, προβληθείσα εκ μέρους του εναγομένου - αναιρεσείοντος και είχε παραπέμψει την αγωγή προς εκδίκαση στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας, με βάση την αξία του επιδίκου, ήταν καθ' ύλην αρμόδιο για εκδίκαση της από 30-11-2016, εναντίον του, απευθυνόμενης αγωγής των αναιρεσίβλητων και επιπρόσθετα, εσφαλμένα, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και την δίκασε κατ' ουσίαν, ενώ έπρεπε να την αναπέμψει στο καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο, ήτοι το Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, ως επιβαλλόταν ρητά από τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 2 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον ένα βαθμό δικαιοδοσίας για την κατ' ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεώς του, κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στη δίκαιη δίκη και η οποία διάταξη, κατά συνταγματική επιταγή, υπερισχύει των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου.

Σύμφωνα, όμως, με όσα έχουν προεκτεθεί, η προβαλλόμενη αιτίαση εκ του αριθμ. 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα να επιληφθεί της έφεσης και, επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι και ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, για παραβίαση, δηλαδή του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση με αυτόν ως άνω πλημμέλεια που αφορά τη διάταξη του άρθρου 535 ΚΠολΔ ελέγχεται με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολ.Δ.

και όχι με εκείνον του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α' του ίδιου κώδικος. Ανεξαρτήτως τούτου δε δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης για παραβίαση της ως άνω διάταξης (6 παρ.1 ΕΣΔΑ), εφόσον πρόκειται για πολιτικό δικαστήριο (Εφετείο) που πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις της εν λόγω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης (ανεξάρτητο κ.λ.π) και κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο αποδίδονται σ'αυτό η εσφαλμένη εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης δικονομικού δικαίου.

Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ο παρών λόγος ιδρύεται και εάν οι αποδείξεις προσκομίσθηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο, όπως μετά τη συζήτηση. Δεν αρκεί η προσκόμιση του εγγράφου ή άλλου αποδεικτικού μέσου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού με σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να αναγνωρίζεται η ταυτότητα του εγγράφου, το νόμιμο δε της επικλήσεως κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε, κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και όχι από το δικόγραφο της έφεσης.

Εξάλλου η λήψη ή μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης. (ΑΠ 759/2018, ΑΠ 1793/2013, ΑΠ 552/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και στο προαναφερθέν διατακτικό του, έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, και το από 30-11-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμισθώσεως αγρού, το οποίο ήταν σχετικό με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για την απόκτηση εκ μέρους του της κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Εξάλλου, από τις από 25-9-2019 προσκομιζόμενες προτάσεις, που οι αναιρεσίβλητοι υπέβαλαν ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες, ως διαδικαστικό έγγραφο, παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ) για να ελέγξει τη βασιμότητα του λόγου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέστηκαν στο Εφετείο, σαφώς και ορισμένα, όπως όφειλαν, το ως άνω έγγραφο, το οποίο και δεν προσκόμισαν, ούτε συνιστά νόμιμη επίκληση του ως άνω εγγράφου, κατά τα προαναφερθέντα, η μνεία του εγγράφου αυτού στο δικόγραφο της έφεσης.

Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι η αναφορά στις ως άνω έγγραφες προτάσεις των αναιρεσίβλητων ότι επικαλούνται και προσάγουν, μεταξύ άλλων, δηλώσεις αγροτικών εκμεταλλεύσεων για το επίδικο ακίνητο, δεν συνιστά σαφή και ορισμένη επίκληση του ως άνω εγγράφου, αφού δεν είναι ειδική και από αυτή δεν προκύπτει η ταυτότητά του.

Εξάλλου, δεν ασκεί επιρροή το ότι το ως άνω έγγραφο, επικαλέστηκε ο παρεμβαίνων με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, διότι, ενόψει του ότι η παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι περιεχόμενοι στις προτάσεις ισχυρισμοί και τα επικαλούμενα με αυτές και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και να καταστούν τα τελευταία κοινά αποδεικτικά μέσα (άρθρο 346 ΚΠολΔ).

Επομένως, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του το ανωτέρω έγγραφο, του οποίου δεν έγινε νόμιμη επίκληση και προσκόμιση, χαρακτηρίζοντας μάλιστα σαν καταλυτικό γεγονός του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος (εναγομένου) περί άσκησης απ'αυτόν νομής επί του επιδίκου ακινήτου, αυτό της αναφερόμενης μίσθωσης με το πιο πάνω έγγραφο (ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως), υπέπεσε στην προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11 περ.

β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το σχετικό, δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού του λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τρεις πρώτες αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-1-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 535/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας κατά το μέρος που στρέφεται κατά του τετάρτου αναιρεσιβλήτου.

Συμψηφίζει στο σύνολο της την μεταξύ του αναιρεσείοντος και του τετάρτου αναιρεσιβλήτου δικαστική δαπάνη.

Αναιρεί την παραπάνω απόφαση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τις τρεις πρώτες αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ