Legislator Case Law & Legislation
556/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis and failure to cite violated legal rule.

Case Number 556/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court relied on contradictory legal grounds without citing the specific violated legal rule, yet the court found the appeal inadmissible because it failed to reference the relevant substantive law. Consequently, the appeal was rejected as unfounded and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal for lack of legal basis is inadmissible if it fails to cite the specific substantive legal rule allegedly violated.

Keywords

AI generated
appeal for lack of legal basis inadmissible appeal Code of Civil Procedure failure to cite legal rule property ownership dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 556 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 556/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Ανθή Γκάμαρη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Δεκεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Δ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Καμμένο, που ανακάλεσε την από 22-11-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσίβλητου: Ιερού Ναού ..., εδρεύοντος στο ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Μπότη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-1987 αγωγή της Β. συζ. Δ. Β. και την από 27-3-1987 προσεπίκληση του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και την από 30-4-1987 πρόσθετη παρέμβαση των προσεπικαλουμένων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3234/1987 προδικαστική, 6358/1999 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, 304/2001 προδικαστική 285/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον και εκδόθηκε η 1608/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την κρινόμενη υπόθεση προς συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου με άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1462/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-3-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 28-3-2018 (αρ.κατ.289/2018) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 1462/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των ήδη διαδίκων και αποτελεί κατάληξη, κατά τα όσα ενδιαφέρουν , της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων.

Η αρχική ενάγουσα Β. Β. με την από 13-2-1987 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , στρεφόμενη κατά του ήδη αναιρεσείοντος, ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς της επί του επίδικου ακινήτου που απέκτησε τόσο με παράγωγο τρόπο (αγοραπωλητήριο συμβόλαιο το έτος 1957, που μεταγράφηκε), όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), και την απόδοσή του σε αυτήν από τον εναγόμενο που το κατέλαβε το 1984.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά από προδικαστική, απόφαση και αφού συνεκδίκασε αυτήν με προσεπίκληση του εναγομένου προς τις φερόμενες δικαιοπαρόχους του , και με πρόσθετη παρέμβαση των τελευταίων υπέρ του, από τα σχετικά δικόγραφα των οποίων μεταγενέστερα έχει γίνει νομότυπη παραίτηση, εξέδωσε την 6358/1999 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ο ήδη αναιρεσίβλητος Ιερός Ναός ..., ο οποίος ήδη από την πρωτοβάθμια δίκη είχε υπεισέλθει στη θέση της αρχικής ενάγουσας μετά το θάνατο της ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε τελικά η 285/2009 απόφαση του άνω Εφετείου, η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση.

Επί αίτησης αναίρεσης που άσκησε ο ήδη αναιρεσίβλητος Ιερός Ναός ... , εκδόθηκε η 1608/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση του Εφετείου για τον προβλεπόμενο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 λόγο, ήτοι για αντιφατικές αιτιολογίες, "διότι ενώ δέχεται την ύπαρξη συγκυριότητας και συννομής στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων του εναγομένου, στη συνέχεια, κρίνει αντιφατικά ως προς την κτήση κυριότητας από την ενάγουσα που έχει του ίδιους κοινούς δικαιοπάρχους με εκείνους του εναγομένου", ως και για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ταυτότητα του επίδικου (έκταση), και η υπόθεση ακολούθως παραπέμφθηκε στο ίδιο δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση επί της ουσίας.

Το Εφετείο εκδικάζοντας πλέον την έφεση του αναιρεσιβλήτου, η εκκρεμοδικία της οποίας αναβίωσε, αφού οι διάδικοι μετά την αναίρεση της παραπάνω απόφασης επανήλθαν κατ' άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, κατάσταση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή.

Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου της παραπομπής προσβάλλεται με την ένδικη αναίρεση.

Από το άρθρο 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ' ιδίαν αυτήν λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. Έτσι, αν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012). Όπως, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι και ο λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της, ή προσάπτεται πλημμέλεια για παραδοχή της απόφασης η οποία δεν επιδρά στο διατακτικό στηριζόμενο αυτοτελώς (και) σε άλλες παραδοχές, αφού υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1660/2012, ΑΠ 144/2015). Επίσης, αλυσιτελείς είναι οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση εκτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφαση του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.

Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 677/2015).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ ...8/2007, ΑΠ 356/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεως κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η αρχική ενάγουσα Β. Δ. Β. αγόρασε με το ….90/1957 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Π.

Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα από τους αληθείς κυρίους Α. Α., Ε. Π., Λ. Π., Β. Σ. Β., Δ. Μ. Δ., Λ. Μ., Γ. Σ. Δ., Ι. Β. Δ., Α. χα Α. Δ., το με αριθμό …. αγροτεμάχιο του ….3ου τετραγώνου που εμφαίνεται στο από 11 Μαΐου 1956 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Σ. Ν. που έχει επισυναφθεί στο με αριθμό ….57/1956 συμβόλαιο του ως άνω συμβολαιογράφου εμβαδού 313,70 τμ, που βρίσκεται στη θέση "..." στον ...

του Δήμου ... και συνορεύει βόρεια με πλατεία επί προσώπου 10α. νότια με ιδιοκτησία των πωλητών επί πλευράς 10.05 μ, ανατολικά με τα με αριθμούς 5 και 6 αγροτεμάχια του ανωτέρω τετραγώνου επί πλευράς 32.50 μ και δυτικά με τα με αριθμούς 1.2 και 3 αγροτεμάχια του ως άνω τετραγώνου επί πλευράς 32,50μ. Το αγροτεμάχιο αυτό είναι τμήμα μεγαλύτερης έκτασης εμβαδού 177.125,17 τμ που βρίσκεται στη θέση "..." στον ...

του Δήμου … και συνορεύει βόρεια με κτήμα …. επί τεθλασμένης πλευράς 1284μ, ανατολικά με άμπελο αγνώστου επί τεθλασμένης πλευράς 191μ και εν μέρει επί τεθλασμένης πλευράς 88μ με ιδιοκτησίαν εκκλησίας ..., νότια με κτήμα των πωλητών επί τεθλασμένης πλευράς 1004,15μ και δυτικά με κτήμα των πωλητών επί τεθλασμένης πλευράς 32Ι,50μ.

Στην εν λόγω έκταση των 177.125,17τμ συγκύριοι ήταν οι ανωτέρω πωλητές και ειδικότερα ο Α. Γ. Α. κατά ποσοστό 381/2688 εξ αδιαιρέτου, η Ε. χα Δ. Π. κατά ποσοστό 319/2688 ες αδιαιρέτου, ο Λ. Δ. Π. κατά ποσοστό 478,50/2688 ες αδιαιρέτου, η Β. Β. κατά ποσοστό 478,50/2688 εξ αδιαιρέτου, η Δ. Μ. Δ. κατά ποσοστό 303/2688 εξ αδιαιρέτου, ο Λ. Μ. κατά ποσοστό 101/2688 εξ αδιαιρέτου, ο Γ.

Σ. Δ. κατά ποσοστό 336/2688 εξ αδιαιρέτου, ο Ι. Β. Δ. κατά ποσοστό 186/2688 εξ αδιαιρέτου και η Α. χα Α. Δ. κατά ποσοστό 105/2688 εξ αδιαιρέτου. Η ανωτέρω έκταση των 177.125,17 τ.μ περιήλθε στους ανωτέρω πωλητές κατά τα αναφερόμενα σ' αυτούς ποσοστά ως εξής: Στον Α. Γ. Α. από αγορά α) από τον Ά. Σ. Δ., Ε. συζ. Ν. Α., Α. Σ. Δ. και Ε. συζ. Ν.

Δ. με το …30/12-11-1957 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Π. Μ.}που μεταγράφηκε νόμιμα β) από τους Ν. Β. Δ., Δ. Σ. Μ., Β. Ι. Γ. και Λ. Ι. Γ. δυνάμει του 3041/14-11-1957 πωλητηρίου συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα. Στην Ε. Π., Λ. Π. και Β. Β. από κληρονομιά του Δ. Λ. Π., ο οποίος απεβίωσε στις 27 Ιουλίου 1957, την κληρονομίαν του οποίου αποδέχθηκαν με την …36/Ι3- ΙΙ-Ι957 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μετσγράφηκε νόμιμα.

Στη Δ. Δ. από κληρονομιά του πατρός της Μ. Δ., που απεβίωσε το 1930 και στου οποίου την κληρονομίαν υπεισήλθε, στο Λ. Μ. από προίκα με το ...23/1955 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Β. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, η εκποίηση δε του μεριδίου του αυτού είχε επιτραπεί με την 10889/1956 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο Γ. Δ.

από κληρονομιά του πατέρα του Σ. Δ., που απεβίωσε το 1951, του οποίου την κληρονομιά αποδέχθηκε με την ….626/2-5-1956 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του (Συμβολαιογράφου Ι. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στον Ι. Δ. α) από κληρονομιά του πατέρα του Β. Δ. που αποβίωσε το 1899, στου οποίου την κληρονομίαν υπεισήλθε από κληρονομιά του αδελφού του Θ.

Δ., που απεβίωσε το έτος 1921 στου οποίου την κληρονομίαν υπεισήλθε γ) από αγορά από την Α. συζ Β. Δ., με το …00/1932 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δ. Ο., που μεταγράφηκε νόμιμα δ) από ανταλλαγή με τη Δ. Σ. Μ. με το ….12/1929 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δ. Ο., που μεταγράφηκε νόμιμα ε) από αγορά από τον Μ. Δ. με το …99/1930 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δ.

Ο., που μεταγράφηκε νόμιμα, στην Α. χα Α. Δ. από κληρονομιά του συζύγου της Α. Δ., που απεβίωσε το 1954, του οποίου την κληρονομιά αποδέχθηκε με την ….31/24-9-1954 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Β. Σ. που μεταγράφηκε νόμιμα. Το ως άνω κτήμα εμβαδού 177.125,17 τ.μ οι πωλητές το χώρισαν σε διάφορα αγροτεμάχια και καταρτίσθηκε το από 11 Μαΐου 1956 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Σ.

Ν., το δε με αριθμό 4 αγροτεμάχιο πώλησαν όπως προαναφέρθηκε στην αρχική ενάγουσα. Μετά την ένταξη του επιδίκου ακινήτου στο σχέδιο πόλης του Δήμου …. κατά το έτος 1970 του απέμεινε εμβαδόν 298,19 τ.μ, βρίσκεται δε στο 1281 ΟΤ, ισχύει για αυτό το 56/1982 Διάταγμα Εφαρμογής, εμφαίνεται στο από Φεβρουαρίου 1987 σχεδιάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Α.

Χ. με τα αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓγδΔΑ και συνορεύει βόρεια με την εγκεκριμένη οδό ... επί προσώπου δγ/10μ, νότια με την οδό ... επί προσώπου ΑΒ 10,05 μ, ανατολικά επί πλευράς ΒΓγ με ιδιοκτησίες αγνώστων και δυτικά επί πλευράς ΑΔδ 30,20 μ εν μέρει με την ιδιοκτησία Π. και εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστων. Οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας καθώς και οι δικαιοπάροχοι αυτών νέμονταν το κτήμα των 177.125,17 τμ με διάνοια κυρίων και καλή πίστη από το έτος 1899 μέχρι το έτος 1957 που πώλησαν το επίδικο στην ενάγουσα, το οποίο αποτελεί τμήμα του ως άνω κτήματος των 177.125,17 τμ.

Συγκριμένα το καλλιεργούσαν, το οριοθετούσαν, το επισκέπτονταν δε τακτικά προκειμένου να επιβλέπουν τα όριά του και να το προφυλάσσουν από παραβιάσεις των συνόρων του από τρίτους. Μάλιστα οι πωλητές το 1956 το χώρισαν σε αγροτεμάχια και καταρτίσθηκε το από 11 Μαΐου 1956 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Σ. Ν.. Η ενάγουσα., αφότου το επίδικο αγροτεμάχιο περιήλθε σ' αυτή το νεμόταν με διάνοια κυρίας ,και καλή πίστη ασκούσα επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής ήτοι το καθάριζε, το περιέφραξε με σύρμα και το επισκεπτόταν τακτικά για να το επιβλέπει.

Απόδειξη της συνεχούς επίβλεψης του επιδίκου από την ενάγουσα είναι το ότι αμέσως αντιλήφθηκε την κατάληψη αυτού από τον εναγόμενο το Μάρτιο του έτους 1984 κινητοποιήθηκε και προέβη στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής εναντίον του. Η εν λόγω ενάγουσα απεβίωσε στις 19-12-1990 και με την με αριθμό …85/6-10-1990 δημόσια διαθήκη της ενώπιον της συμβολαιογράφου Ε.

Π. - Χ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 134/1991 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέλιπε το επίδικο οικόπεδο στον Ιερό Ναό ..., ο οποίος υπεισήλθε στη θέση της ως εκ διαθήκης κληρονόμος της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος με το ...26/1983 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σ. Σ. - Β., που μεταγράφηκε νόμιμα αγόρασε από την Χ.

θυγ. Γ. Π. και Λ. χα Δ. Χ. το γένος Γ. Π. ένα οικόπεδο εμβαδού 226,20 τ.μ που βρίσκεται στη συνοικία ... στο ..., εντός του 1281 ΟΤ του εγκριμένου Σχεδίου του Δήμου ….επί των οδών ... και .... Απώτεροι δικαιοπάροχοι του εναγομένου ήταν ο Γ. Μ. Δ.ς και ο; Β. Μ. Δ.ς στους οποίους περιήλθε με την ….430/1883 πράξη διανομής του συμβολαιογράφου Θ.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα κατά ποσοστό 8/16 εξ αδιαιρέτου στον καθένα ένας χέρσος και πετρώδης αγρός εμβαδού 195.580 τ.μ περίπου που βρίσκεται στη στη βόρεια πλευρά της οδού που αρχίζει από την οδό ….εις ….. μέχρι του …. του ….και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Β. και Ν.. Το 1894 απεβίωσε αδιάθετος ο από τους συγκυρίους Γ.

Μ. Δ.ς και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του Σ. Γ. Δ. και Ε. χα Γ. Π., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά του πατέρα τους κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Το έτος 1941 απεβίωσε η ανωτέρω Ε. Γ. Π. και υπεισήλθαν στην κληρονομιά αυτής στο ποσοστό της των 4/16 εξ αδιαιρέτου οι κόρες της 1) Χ. Γ. Π., 2) Ε. Π. Π. το γένος Γ.

Π., 3) Λ. Δ. Χ. το γένος Γ. Π. και 4) Ι. Χ. Μ. το γένος Γ. Π. κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου η καθεμία. Στη συνέχεια οι κληρονόμοι της ως άνω Ε. Π. συγκύριόι του προαναφερομένου αγρού των 195.580 τμ κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου, με τους κληρονόμους του Σ. Δ. συγκυρίους κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω αγρού και με τους κληρονόμους του αρχικού συγκυρίου κατά ποσοστό 8/16 εξ αδιαιρέτου Β.

Μ. Δ. προέβησαν με την 2380/1964 έκθεση δικαστικής διανομής του Πρωτοδικείου Αθηνών σε διανομή του αγρού αυτού και η υπό στοιχεία Β2 μερίδα εμβαδού 13.650 τμ περιήλθε στους κληρονόμους της Ε. Γ. Π.. Ειδικότερα στη Χ. Γ. Π. περιήλθε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, στην Ε. Π. Π. περιήλθε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, στη Λ. Δ. Χ. περιήλθε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και στους Χ.

Μ. και Δ. Μ. σύζυγο και υιό αντίστοιχα ως κληρονόμων της Ι. συζ. Χ. Μ., το γένος Γ. Π. περιήλθε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Τμήμα δε του ανωτέρω κλήρου αποτελεί το οικόπεδο που πωλήθηκε στον εναγόμενο με το προαναφερόμενο συμβόλαιο. Εξάλλου από όσα προαναφέρθηκαν αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αρχικής ενάγουσας και οι απώτεροι δικαιοάροχοι του εναγομένου επί του μείζονος ακινήτου συμπίπτουν και είναι ο Γ.

Μ. Δ.ς και ο Β. Μ. Δ.ς, των οποίων κληρονόμοι και οι ειδικοί διάδοχοι πώλησαν στην ενάγουσα το έτος 1957 τμήμα αυτού ήτοι το επίδικο οικόπεδο και, επομένως, αφού το επίδικο πωλήθηκε από το 1957 στην ενάγουσα, οι άμεσοι δικαιοπάροχοι του εναγομένου Χ. Γ. Π. και Λ. χα Δ. Χ. το γένος Γ. Π. το έτος 1983 που πώλησαν το εν λόγω οικόπεδο με μικρότερο εμβαδόν 226,20 τμ στον εναγόμενο δεν ήταν συγκύριες αυτού, καθόσον η (συγ)κυριότητά τους είχε καταλυθεί από την αρχική ενάγουσα, η οποία από το έτος 1957 το νεμόταν με καλή πίστη και διάνοια κυρίας και είχε ήδη καταστεί κυρία αυτού με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως ο εναγόμενος αγόρασε οικόπεδο παρά μη κυρίων και έτσι δεν απέκτησε κυριότητα επί του εν λόγω οικοπέδου.

Συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση ιδίας κυριότητος που πρότεινε ο εναγόμενος. Η δε με αριθμό 24094/1967 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποίαν οι άμεσες δικαιοπάροχοι του εναγομένου αναγνωρίσθηκαν συγκύριες κατά ποσοστό 8/16 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου στη δίκη που έγινε μεταξύ αυτών και της αρχικής ενάγουσας δεν είναι τελεσίδικη κάι δεν παράγει δεδικασμένο σύμφωνα με την ΠολΔ/1835 της οποίας οι σχετικές διατάξεις εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον αυτή εκδόθηκε ερήμην της τότε εναγομένης και νυν αρχικής ενάγουσας και δεν προέκυψε επίδοση αυτής στην τότε εναγομένη και έτσι δεν έχει αρχίσει η 8ημερη προθεσμία άσκησης κατ'αυτής ανακοπής ερημοδικίας ούτε έχει αρχίσει και η προθεσμία άσκησης της έφεσης, η οποία δεν συντρέχει με αυτή της ανακοπής ερημοδικίας αλλά αρχίζει μετά την εκπνοή της (Βλ 304/2001 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου επί της προκειμένης υπόθεσης, η οποία έθεσε και το σχετικό θέμα απόδειξης)".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, όπως προεκτέθηκε στην αρχή της παρούσας, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, και δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη τη διεκδικητική της κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή της αρχικής ενάγουσας, που το απέκτησε " όπως σαφώς προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της, με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία ως νεμόμενη (εκτός από τους δικαιοπαρόχους της) η ίδια αυτοτελώς από το 1957 που το άγόρασε από τους αναφερόμενους πωλητές, με νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο, στον τίτλο της οποίας περιλαμβανόταν, με την άσκηση των αναφερόμενων πράξεων, με καλή πίστη και διάνοια κυρίας τουλάχιστον μέχρι το 1983 που αγόρασε το επίδικο σε μικρότερη έκταση ο εναγόμενος, αφού απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας επί του επίδικου σε μικρότερη έκταση.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, που συνίσταται, ειδικότερα, στο ότι δέχθηκε: 1) ότι αποκλειστικοί συγκύριοι του μείζονος αγρού και της έκτασης που πωλήθηκε στην ενάγουσα ήταν οι πωλητές της 2) ότι οι ανωτέρω ως αποκλειστικοί συγκύριοι χώρισαν μόνοι του τον μείζονα αγρό 3) ότι οι παραπάνω πωλητές νέμονταν τον αγρόν με διάνοια κυρίων και καλή πίστη 4) ότι η ενάγουσα νεμόταν το επίδικο με διάνοια κυρίας και καλή πίστη 5α) ότι οι κληρονόμοι και ειδικοί διάδοχοι των απώτερων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας ήταν αυτοί που πώλησαν στην ενάγουσατο επίδικο ακίνητο και ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας και του εναγομένου συμπίπτουν β) ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία με πρωτότυπο τρόπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), ως νεμόμενη το επίδικο ακίνητο από το έτος 1957 με διάνοια κυρίας και καλή πίστη, καταλύοντας την όποια συγκυριότητα των δικαιοπαρόχων του εναγομένου, όταν ο ίδιος αγόρασε το 1983 και ότι ο τελευταίος δεν έγινε κύριος, αφού αγόρασε το επίδικο ακίνητο παρά μη κυρίου και 6) ότι οι πωλητές χώρισαν τον μεγαλύτερο αγρό σε αγροτεμάχια το 1956, χωρίς όμως αυτοί να έχουν συγκυριότητα.

Ο λόγος αυτός κατά τέταρτο σκέλος του , καθώς και κατά το δεύτερο μέρος του πέμπτου σκέλους (με αριθμ. 4 και 5β αντίστοιχα ) είναι αβάσιμος, διότι όπως προσκόπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την κτήση κυριότητας της αρχικής ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο και αντίθετα μη κατάλυση της κυριότητας αυτής από τον εναγόμενο , ύστερα από εκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίστηκαν με επίκληση (μάρτυρες, έγγραφα), χωρίς να απαιτείται περαιτέρω αξιολόγηση καθενός εξ αυτών ειδικά και χωριστά. Ο ίδιος λόγος κατά τα λοιπά σκέλη του (με αριθμ. 1,2,3,5α και 6) είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η αρχική ενάγουσα απέκτησε κυριότητα μόνο με πρωτότυπο τρόπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), της οποίας μάλιστα ο αναγκαίος χρόνος νομής συμπληρώθηκε αυτοτελώς στο πρόσωπο της, χωρίς η σχετική αιτιολογία να πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, οι δε προβαλλόμενες πλημμέλειες για παραδοχές που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο, που δεν δέχθηκε η προσβαλλόμενη, δεν επιδρούν στο διατακτικό της προσβαλλόμενης.

Εξάλλου, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεα από τον αριθ.8α του άρθρου 559 ΚΠολΛ ότι το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα: α) ότι η αναφερόμενη μια εκ των πωλητών της ενάγουσας υπεισήλθε στην κληρονομιά του πατέρα της Μ. Δ. β) ότι ο Ι. Δ. υπεισήλθε στην κληρονομιά του πατέρα του Β. Δ. και στην κληρονομιά του αδελφού του Θ. Δ., για την απόκτηση ποσοστών επί του επίδικου και χωρίς να αναφέρονται στο τίτλο της ενάγουσας και στην αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής για τους ίδιους λόγους που απορρίφθηκε ο αμέσως παραπάνω πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς τα αναφερόμενα σκέλη του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχεί η μη λήψη του από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 293/2016, ΑΠ 434/2016) .Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για την αντίκρουση του ισχυρισμού της αρχικής ενάγουσας περί πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας της στο επίδικο ακίνητο και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη :

α)την από 20 Ιουνίου 1938 προς το Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή διανομής του μείζονος αγρού, επί της οποίας εκδόθηκαν οι αναφερόμενες αποφάσεις και η επακολούθησα δικαστική διανομή με την με αριθ. ….80/1964 έκθεση δικαστικής διανομής, β ) τα ….87/1973, και ….658/1983 συμβόλαια των συμ/φων, Γ. Φ. και Σ Σ.-Β. αντίστοιχα, γ) την από 4-7-1964 αγωγή κατά της αρχικής ενάγουσας των αναφερόμενων άμεσων δικαιοπαρόχων του εναγομένου ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών και την εκδοθείσα επί αυτής 24094/1967 απόφαση του άνω δικαστηρίου και δ) την από 22-7-1963 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των δυνάμει της 6295/1962 απόφασης του πρωτοδικείου Αθηνών διορισθέντων πραγματογνωμόνων, όπως το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών αναφέρεται αναλυτικά.

Όπως όμως προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, μέχρι του πέρατος της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε μερικά των οποίων γίνεται ειδική μνεία, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα , αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για τη συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος.

Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 766/2017, ΑΠ 601/2011, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 646/2005).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της έλλειψης νόμιμης βάσης, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτολογίες ως προς το ζήτημα ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας και του εναγομένου στο μείζον ακίνητο συμπίπτουν, εκ των οποίων οι αναφερόμενοι ως κληρονόμοι και ειδικοί διάδοχοι πώλησαν στην ενάγουσα κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, με συνέπεια να καταλήξει εσφαλμένα ότι η ενάγουσα Γ6 c απέκτησε από αληθείς κυρίους και έγινε κυρία με πρωτότυπο τρόπο του επιδίκου ακινήτου.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η σχετική ουσιαστική διάταξη (ο κανόνας δικαίου) που παραβιάστηκε. Σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής για τους ίδιους λογούς που απορριφθηκαν παραπάνω ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τα αναφερόμενα σκέλη του, και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ , όπως ισχύει και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-3-2018 αίτηση του Ι. Δ. για αναίρεση της 1462/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποίαν ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ