Legislator Case Law & Legislation
601/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific substantive law articles in annulment grounds.

Case Number 601/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to annul the Athens Court of Appeal's decision regarding construction workers' benefits. The appellants argued the lower court violated collective labor agreements and substantive law by denying them bonuses, but failed to cite specific articles in their annulment petition. The court ruled that without precise legal references, the grounds for annulment were inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; Annulment grounds must explicitly cite specific substantive law provisions or collective agreements to allow the Supreme Court to verify potential violations.

Keywords

AI generated
annulment procedure substantive law citation collective labor agreement inadmissible grounds Code of Civil Procedure legal reference requirement supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338, 339, 340, 341 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 671(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 601 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 601/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 22α Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Τ. του Φ., κατοίκου ... 2) Η. Β. του Ι. κατοίκου ... 3) Μ. Μ. του Ν. κατοίκου ... 4) Σ. Π. του Γ., κατοίκου ... Παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Μακαρώνα.

Της αναιρεσίβλητου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΤΕΞ-Συνθετικαί Ίνες ",η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Τρίμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08-10-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειοντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 934/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7992/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-01-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγήτης Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 7-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338,339,340,341 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρεώσεώς του αυτής ιδρύει τον κατ'άρθρο 559 αριθμός 11 περ.γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Για να ευσταθήσει όμως ο σχετικός λόγος πρέπει το αποδεικτικό μέσο να προσκομίστηκε με επίκληση κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και δεν αρκεί να είναι τούτο απλώς συνημμένο στη δικογραφία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 671παρ.1εδ.δ' ΚΠολΔ το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, πριν από είκοσιτέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας αποτελεί η λήψη τους μετά προηγούμενη πριν από είκοσι τέσσερις ώρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις προσκομίζει και τις επικαλείται, ο οποίος και υποχρεούται εκτός από την επίκληση και στην απόδειξη της κλητεύσεως, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαιώσεως.

Την τήρηση της αναγκαίας αυτής προϋπόθεσης υποχρεούται να ερευνήσει το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, γιατί η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανυπόστατη ως αποδεικτικό μέσο, κατά ρητή εξαίρεση από τη γενική αρχή του άρθρου 671παρ.1 εδ.α' σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε ο συντάξας το έγγραφο να διαπιστώσει επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει σε κάποια διαδικαστική πράξη, κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔ, αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επιδόσεως και ελέγχεται από το δικαστήριο, το οποίο δεν αρκείται στην περί τούτου βεβαίωση του συμβολαιογράφου ή του Ειρηνοδίκη, ενώπιον του οποίου έγινε η εξέταση του μάρτυρα, αφού ο τελευταίος δεν είναι αρμόδιος για έναν τέτοιο έλεγχο.

Στη προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που είχε νόμιμα προσκομίσει με επίκληση, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τις 18726,18727,18728, 18730, 18731/17-11-2005 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αναιρεσίβλητης, που ελέγχθηκε από τον ως άνω Ειρηνοδίκη και αποδεικνύεται από την 1003/14-11-2005 έκθεση επίδοσης.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, με την παραδοχή ότι δεν αποδεικνύεται ότι κλήθηκε, η εναγομένη, δεδομένου ότι δεν επικαλέσθηκαν ούτε προσκόμισαν οι ενάγοντες τις σχετικές εκθέσεις επίδοσης με τις οποί ες κλήθηκε αυτή.

Συνακόλουθα και ενόψει του ότι η μεν παραδοχή το Εφετείον ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν προσκόμισαν τις σχετικές αυτές εκθέσεις επίδοσης, από τις οποίες αποδεικνύονταν η εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου τους κατά τη λήψη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, ο δε έλεγχος της νομότυπης κλήτευσης της τελευταίας από τον Ειρηνοδίκη που συνέταξε τις ένορκες βεβαιώσεις, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον ο ανωτέρω δικαστής (Ειρηνοδίκης) δεν είναι αρμόδιος να προβεί σε τέτοιο έλεγχο.

Το Εφετείο, συνεπώς, με το να μη λάβει υπόψη τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις, δεν υπέπεσε στην προαναφερόμενη πλημμέλεια και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται επίσης η από τον αριθμό 11 περίπτ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί απόρριψης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, εφόσον δεν την αναφέρει καθόλου, ως ξεχωριστό αποδεικτικό μέσο, την 18732/17-11-2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία λήφθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου τους, γεγονός που πιστοποιείται και στην ίδια την ως άνω ένορκη βεβαίωση.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή(άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ) επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν απ'αυτούς ενόψει της συζήτησης της έφεσής τους κατά της απορριπτικής σε βάρος τους πρωτόδικης απόφασης, δεν επικαλέστηκαν οι τελευταίοι, προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής τους ρητά και ειδικά ότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση λήφθηκε μετά προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου τους, αποδεικνυόμενη, όπως ήδη με το αναιρετήριο διατείνονται, από την 1003/14-11-2005 έκθεση επίδοσης.

Δεν ασκεί δε έννομη επιρροή, όπως ήδη αναφέρθηκε, το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζονται εκ νέου οι αναιρεσείοντες, το νομότυπο και εμπρόθεσμο της κλήτευσης της αναιρεσίβλήτης ελέγχθηκε από τον Ειρηνοδίκη ενώπιον του οποίου δόθηκε η άνω ένορκη βεβαίωση, αφού αυτός δεν έχει καμία αρμοδιότητα να προβαίνει σε τέτοιο έλεγχο, αλλά μόνο το δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσκομίζεται αυτή(ένορκη βεβαίωση).

Επειδή, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ.8 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν ανακύπτει η πλημμέλεια αυτή, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. "Πράγμα", υπό την ανωτέρω έννοια, είναι και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που στηρίζουν την αγωγή.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο που την εξέδωσε, ερευνώντας καθολικά και εξ υπαρχής τη διαφορά, έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό περί του ότι οι αναιρεσείοντες κατείχαν άδεια πρακτικού μηχανικού συντηρητή απλών μηχανικών εγκαταστάσεων ή οποιοδήποτε άλλο συναφές πτυχίο ή επαγγελματική άδεια και τον απέρριψε εκ του πράγματος, εφόσον απέρριψε τα σχετικά με αυτόν αγωγικά αιτήματα περί καταβολής επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, τεχνικό και υπευθυνότητας, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι αν αιρεσείοντες γνωστοποίησαν στους προϊσταμένους τους ή κατέθεσαν στο τμήμα προσωπικού της αναιρεσίβλητης κάποιο από τα προαναφερθέντα έγγραφα.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδ.β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ως αβάσιμος. Επειδή, για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση α)ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559αρ.1 ΚΠολΔ) και β)έλλειψη νόμιμης βάσης(άρθρο 559 αρ.19 Κ.

Πολ.Δικ.) απαιτείται να αναφέρονται στο αν αιρετήριο, εκτός των άλλων, και μάλιστα αριθμητικά, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, τέτοιους δε συνιστούν και οι ΣΣΕ και οι αποφάσεις των διαιτητικών δικαστηρίων επί συλλογικών διαφορών εργασίας, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής IURA NOVIT CURIA, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία.

Στην προκείμενη περίπτωση με τους τρίτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου προβάλλονται αντιστοίχως οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφαση του, αφενός κατά παράβαση του νόμου και αφετέρου με αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνταν τα επιδόματα που αναφέρουν στην αγωγή τους για το λόγο ότι, δεν υπάγονταν στην προβλέπουσα αυτά ΣΣΕ, επειδή δεν γνωστοποίησαν στην αναιρεσίβλητη τις άδειες πρακτικού μηχανικού ή πτυχίο συναφές ή επαγγελματική άδεια τις οποίες κατείχαν.

Δεν παρατίθενται όμως στο αναιρετήριο οι σχετικές ουσιαστικές διατάξεις, ήτοι οι σχετικές της σχετικής ΣΣΕ εργασίας, καθώς και οι διατάξεις αυτής, οι οποίες φέρονται ότι παραβιάσθηκαν ευθέως και εκ πλαγίου, μη αρκούντος μόνο του αναφερομένου γενικώς σ'αυτό (αναιρετήριο),ότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας Πρακτικών Μηχανικών κ.λ.π.

Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης (τρίτος και πέμπτος)που στηρίζονται στους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-1-2010 αίτηση για αν αίρεση της 7992/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων(1800)Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ