Supreme Court dismisses appeal on loan dispute for vague evidence argument violating judicial review limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of a loan claim. The appellant argued the appellate court erred in evaluating evidence, but the court found the appeal grounds vague and failed to specify the exact evidence or the specific error in its assessment. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague and fails to specify the evidence, the error in its evaluation, and the impact on the case outcome, thereby infringing on the non-reviewable assessment of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 544 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 544/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα - Ελευθερία Δένδη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Διάκο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/9/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 314/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 245/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/11/2019 αίτησή του και τους από 1/11/2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 13.11.2019 και με αριθμό κατάθεσης …/18.11.2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 01.11.2021 και με αριθ. κατάθ. 125/03.11.2021 πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η 245/10.09.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και απέρριψε την ασκηθείσα από τον εκκαλούντα-ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα έφεση κατά της 314/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία απορρίφθηκε η από 03.09.2016 (με αριθμό κατάθεσης .../23.09.2016) αγωγή του τότε ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του τότε εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, με αντικείμενο την απόδοση χρηματικού δανείου. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 569 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου παραδεκτά (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα, που συνεκφωνήθηκαν, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατ' άρθρα 246, 573 παρ.1 ΚΠολΔ, καθόσον οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναίρεσης και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατ' άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ,(ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017, ΑΠ 478/1981).
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 393 παρ. 1 και 394 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι επιτρέπεται το εμμάρτυρο μέσο προς απόδειξη σύμβασης δανείου, η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει το από το ως άνω άρθρο 393 παρ. 1 οριζόμενο ποσό, σε κάθε περίπτωση που υπάρχει ηθική αδυναμία για την απόκτηση αποδεικτικού εγγράφου. Ηθική αδυναμία για την απόκτηση αποδεικτικού εγγράφου υπάρχει, αν τα μέρη κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης είχαν τόσο στενό δεσμό, ώστε σύμφωνα με τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις η αξίωση σύνταξης εγγράφου για τη συγκεκριμένη σύμβαση θα παρίστατο αδικαιολόγητη ή θα ενείχε μη ανεκτή δυσπιστία.
Ο δεσμός αυτός μπορεί να είναι στενή συγγένεια, συναδελφική συνεργασία, στενή μακροχρόνια φιλία, μνηστεία, ερωτικός ή στενός φιλικός δεσμός κλπ. Η απόδειξη για το γεγονός από το οποίο μπορεί να προκύψει ηθική αδυναμία το οποίο (γεγονός) επικαλείται ο υπόχρεος σε απόδειξη, εφόσον αμφισβητηθεί, γίνεται και με μάρτυρες.
Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον βεβαιώνει την ύπαρξη ηθικής αδυναμίας για την απόκτηση έγγραφης απόδειξης, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 953/2022,ΑΠ 1033/2019,ΑΠ 866/2019, ΑΠ 2/2015, ΑΠ 346/2013, ΑΠ 1822/2012, ΑΠ 1383/2009, ΑΠ 1402/ 2008, ΑΠ 1004/2005). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/ 2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Επίσης, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, ο οποίος δεν ιδρύεται επί παραβιάσεως κανόνων δικονομικού δικαίου (ΑΠ 630/2019), είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της αποφάσεως επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...
Με την από 03-09-2016 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ο ενάγων(και ήδη αναιρεσείων) εξέθεσε ότι δυνάμει άτυπης προφορικής σύμβασης δανείου, που συνήφθη στη Ρόδο τον Νοέμβριο του έτους 2012 μεταξύ του ιδίου και του εναγόμενου (και ήδη αναιρεσίβλητου), με τον οποίο τον συνέδεε μακροχρόνια αδελφική φιλική σχέση, δάνεισε στον εναγόμενο λόγω πρόσκαιρων προβλημάτων οικονομικής ρευστότητας που ο τελευταίος αντιμετώπιζε τότε στα πλαίσια της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, χρηματικό ποσό ύψους 300.000 ευρώ με τη συμφωνία ο εναγόμενος να του το αποδώσει άτοκα, εντός ενός έτους από τη σύναψη της σύμβασης.
Ότι παρά τη μεταβίβαση κατά κυριότητα του ανωτέρω χρηματικού ποσού λόγω δανείου, την ανωτέρω συμφωνία και τις επανειλημμένες οχλήσεις του, ο εναγόμενος έχει αποδώσει μέρος μόνο του δανεισθέντος ποσού, ανερχομένου σε 50.000 ευρώ, αρνούμενος να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 250.000 ευρώ. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, ζήτησε α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 250.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας...
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η εκκαλούμενη απόφαση που απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων με την υπό κρίση έφεση για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλούμενης ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της...
Στην προκειμένη περίπτωση... δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη από τον εκκαλούντα ύπαρξη στενών φιλικών σχέσεων μεταξύ των διαδίκων σε τέτοιο βαθμό ώστε να παρίσταται δικαιολογημένη η μη σύνταξη αποδεικτικού του δανείου εγγράφου ... Από τις... καταθέσεις διαπιστώνεται η ύπαρξη στενών φιλικών δεσμών των οικογενειών τους όχι όμως και των ιδίων των διαδίκων δεδομένου ότι ο εφεσίβλητος που είναι μόνιμος κάτοικος ...
και έρχεται περιστασιακά προκειμένου να επισκεφτεί την μητέρα του στην Ελλάδα, διέμεινε στην ... μόλις μέχρι την ηλικία των επτά ετών οπότε ήλθε στην … και φοίτησε σε σχολεία της και κατόπιν αναχώρησε στην ... όπου σπούδασε στο Πανεπιστήμιο ... του ... και ακολούθως επέστρεψε στην Ελλάδα αποφοιτώντας το έτος 1987 από τη Σχολή Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του ...
Πανεπιστημίου της…. Τα όσα δε κατέθεσαν περί δανείου (χρόνο υποτιθέμενης λήψης, ποσού κλτ) απορρέουν όχι εξ ιδίας αντιλήψεως παρά από αφηγήσεις του εκκαλούντα. Να σημειωθεί ότι ο σκοπός του επικαλούμενου δανείου, όπως κατέθεσε για αυτόν ο... μάρτυρας ήτοι αγορά νέου ξενοδοχείου το έτος 2012 στους ... δεν επιβεβαιώνεται από τον αγωγικό ισχυρισμό ...
περί πρόσκαιρης οικονομικής δυσπραγίας του εφεσίβλητου ως αιτία λήψης του δανείου. Εξάλλου από τις νομίμως προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα από 4-06-2014 και 10-12-2014... αποδείξεις πληρωμής ποσού 5.000 ευρώ εκάστη, από τις οποίες φαίνεται ότι ο εκκαλών λαμβάνει τα ανωτέρω ποσά από την Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "Τ.
Π. Α.Ε.", της οποίας Διευθύνων Σύμβουλος τυγχάνει ο εφεσίβλητος, δεν αποδεικνύεται ούτε η ύπαρξη στενής φιλικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων αλλά ούτε και η ύπαρξη στοιχείων της επικαλούμενης στην αγωγή σύμβασης δανείου, αφού στις προαναφερόμενες αποδείξεις πληρωμής δεν αναφέρεται καμία αιτία πληρωμής.
Η δε κατοχή κάρτας φιλοξενούμενου από τον εκκαλούντα που του εξασφάλιζε πρόσβαση σε υπηρεσίες του ξενοδοχείου δεν αποδεικνύει ύπαρξη τόσο στενών φιλικών σχέσεων που να καθιστούν δικαιολογημένη την μη σύναψη αποδεικτικού του δανείου εγγράφου. Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εφεσίβλητου...
ο οποίος κατέθεσε... ότι μολονότι είναι φίλοι με τον εφεσίβλητο από το έτος 1969 από το δημοτικό σχολείο δεν έχει δει ποτέ τον εκκαλούντα, δεν τον γνωρίζει, ότι είναι επιστήθιοι φίλοι με τον εφεσίβλητο τον οποίο πάντρεψε και βάπτισε το τέκνο του εκφράζοντας την απορία πώς γίνεται παρότι ο ίδιος δραστηριοποιείται επαγγελματικά στο ...
τόπο κατοικίας του εκκαλούντα να μην του τον συστήσει ο εφεσίβλητος εάν πράγματι ήσαν φίλοι και ότι τους διαδίκους τους χωρίζει ικανή διαφορά ηλικίας ο εκκαλών ηλικίας 70 ετών και ο εφεσίβλητος 50 ετών για να είναι αδελφικοί φίλοι. Επομένως δεν αποδείχθηκε ηθική αδυναμία κτήσεως αποδεικτικού εγγράφου του δανείου και άρα δεν επιτρέπεται η απόδειξη της ένδικης σύμβασης δανείου με μάρτυρες οπότε ούτε με ένορκες βεβαιώσεις, αλλά ούτε και με δικαστικά τεκμήρια.
Να σημειωθεί ότι το άνευ ημερομηνίας σύνταξης και άνευ υπογραφής ξενόγλωσσο σημείωμα το οποίο προσκομίζει ο εκκαλών με συνημμένη από 23-12-2016 μετάφραση στην ελληνική γλώσσα και επικύρωση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος συνιστά δικαστικό τεκμήριο ... και εμπίπτει στην προαναφερόμενη αποδεικτική απαγόρευση...
Περαιτέρω... Ο εκκαλών προσκομίζει: α) φωτοαντίγραφο της υπ' αριθμ. ... τραπεζικής επιταγής της Τράπεζας της Ελλάδος, έκδοσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων με ημερομηνία εκδόσεως την 09-06-2004 σε διαταγή του (εκκαλούντος), ποσού 296.674 ευρώ και β) το άνευ ημερομηνίας σύνταξης και άνευ υπογραφής στην αγγλική γλώσσα σημείωμα με συνημμένη από 23-12-2016 μετάφραση στην ελληνική γλώσσα και επικύρωση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Το περιεχόμενο του σημειώματος αυτού έχει ως εξής: Στην κορυφή αναγράφει κεφάλαιο 300.000 ακολουθεί από κάτω η φράση ¨τελική πληρωμή¨ και τίθεται η ημερομηνία 21/11/2012 ενώ δεξιά αναγράφεται 20.000 και δίπλα η ημερομηνία 20/11/12. Στη συνέχεια ακολουθούν σε κατακόρυφη μορφή στην αριστερή πλευρά του εγγράφου επιμέρους ποσά και αντιστοίχιση με βέλος με ημερομηνίες.
Συγκεκριμένα παρατίθενται: δώσαμε 10.000 και μένουν 20.000 10/9/2013, δώσαμε 7000 και μένουν 13.000 30/10/2013, δώσαμε 5000 και μένουν 8000 4/6/2014, δώσαμε 5000 και μένουν 3000 10/12/2014, δώσαμε 3000 20/04/2015, ακολουθεί 30.000 ευρώ ως σύνολο και κάτωθεν αυτού υπάρχει 5000 τραπεζική κατάθεση. Στη δεξιά πλευρά του σημειώματος έχουν τεθεί ποσά και ημερομηνίες ως ακολούθως 20.000 20/11/12... 30.000 30/3/13, 50.000 30/7/13, 50.000 30/8/13 και αμέσως από κάτω 150.000.
Έπειτα αναγράφεται από κάτω στα αριστερά 150.000 και δεξιά παρατίθενται και πάλι ημερομηνίες και ποσά ως εξής 20/12/13 20.000,30/04/2014 40.000, 30/08/14 40.000 και 30/09/2014 50.000 και κάτωθεν αυτών 150.000 ενώ τελειώνει με τη σημείωση οκ. Αναφορικά με την ανωτέρω επιταγή εκτός του ότι είναι απρόσφορη να αποδείξει τη σύναψη της δανειακής σύμβασης λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα του αξιογράφου η λήψη του ανωτέρω ποσού εάν αφορά αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου, όπως υποστηρίζει, εφόσον η αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης της επιταγής (Ιούνιος 2004) απέχει χρονικά της επικαλούμενης σύναψης δανείου οκτώ και πλέον έτη (Νοέμβριος 2012) δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το ληφθέν ποσό αποτελεί το κεφάλαιο του επικαλούμενου στην αγωγή δανείου.
Αναφορικά με το ανωτέρω σημείωμα που δεν φέρει ούτε ημερομηνία ούτε υπογραφή ο εκκαλών υποστηρίζει ότι έχει συνταχθεί από τη γραμματέα του εφεσίβλητου ονόματι Κ. ισχυρισμό που ο τελευταίος αρνείται. Οι αναγραφόμενες σε αυτό ως χρηματικές καταβολές σε επιμέρους ημερομηνίες και ποσά καθώς και το φερόμενο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής αφορούν άλλους χρόνους και άλλα ποσά, που δεν συμπίπτουν με τα επικαλούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά.
Ειδικότερα η αγωγή ανέφερε χρόνο αποπληρωμής έτος από την λήψη ενώ στο σημείωμα ο χρόνος αποπληρωμής υπερβαίνει τα δυόμισι έτη και στην αγωγή δεν αναγράφονται καθόλου οι αρχικές επιμέρους καταβολές του σημειώματος.
Συνεπώς επιταγή και σημείωμα δε συγκροτούν αρχή εγγράφου αποδείξεως ώστε να καθίσταται δικονομικά επιτρεπτή η απόδειξη σύμβασης δανείου ύψους 300.000 ευρώ και με άλλα αποδεικτικά μέσα εκτός του εγγράφου... Σε κάθε περίπτωση ακόμη και υπό την ασαφή εκδοχή του εκκαλούντος ότι με κάποιο τρόπο που δεν προσδιορίζει κατείχε το χρηματικό ποσό τον κρίσιμο χρόνο δεν αποδείχθηκε η καταβολή αυτού στον εφεσίβλητο, πράγμα απαραίτητο για την κατάρτιση της συγκεκριμένης σύμβασης, η οποία είναι καταρτιζόμενη re, (παραδοτική σύμβαση) με την έννοια ότι απαραίτητο εννοιολογικό στοιχείο της αποτελεί η μεταβίβαση της κυριότητας του αντικειμένου της σύμβασης στο δανειολήπτη και επομένως χωρίς αυτό δεν καταρτίζεται...
Επομένως η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ομοίως κατ' αποτέλεσμα αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο... και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Πρέπει συνεπώς οι συναφείς λόγοι έφεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος, πρέπει να απορριφθεί και η έφεση στο σύνολό της...". Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκανε δεκτή τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, καταλήγοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι μεταξύ των διαδίκων ουδέποτε καταρτίστηκε σύμβαση δανείου, δεχόμενο ότι ουδόλως αποδείχθηκε η μεταβίβαση οποιουδήποτε χρηματικού ποσού στον αναιρεσίβλητο εκ μέρους του αναιρεσείοντος για την συντέλεση της re καταρτιζόμενης ως άνω επικαλούμενης επίδικης σύμβασης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον αναφερθέντα στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 806 ΑΚ, καθόσον για την επί της ουσίας κρίση του δεν αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για την ύπαρξη και θεμελίωση του επιδιωκόμενου δικαιώματος.
Επομένως τα όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο του αντίστοιχου σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης και του συμπληρούντος αυτό συναφούς πέμπτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, αιτιώμενος το Εφετείο ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, διότι ζήτησε στοιχεία περισσότερα από εκείνα που η προαναφερθείσα διάταξη απαιτεί για τη γέννηση του οικείου δικαιώματος, είναι αβάσιμα.
Επίσης με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλεται και η αιτίαση της παραβίασης, από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, των διατάξεων των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, γιατί οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις των ανωτέρω άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ είναι δικονομικές (ΑΠ 953/2022, ΑΠ 1483/2009, ΑΠ 1308/2007) και η παράβασή τους δεν ελέγχεται με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου.
Τέλος με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερθείσας ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 806 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την απόρριψη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής.
Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της κατάρτισης ή μη της επίδικης σύμβασης δανείου, η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών. Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή όχι ηθικής αδυναμίας προς απόκτηση έγγραφης απόδειξης ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων.
Συνεπώς, και οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αναίρεσης και συναφής δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου παράβαση της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 806 ΑΚ, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.
Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) Τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας. β) Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
γ) Η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε. Και, δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το αντίστοιχο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ. β` του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι αυτή, παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής, δεν δέχτηκε τη σχέση φιλίας που προϋπήρχε μεταξύ των διαδίκων, εκτιμώντας, επίσης ότι δεν μπορούσε να υπάρξει φιλία, λόγω και της διαφοράς ηλικίας που είχαν αυτοί.
Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ανεξαρτήτως του ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε, αφετέρου οι προαναφερθείσες αιτιάσεις πέραν του ότι τα επικαλούμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας, από τον αναιρεσείοντα, δεν αποτελούν τέτοια, κατά την προδιαληφθείσα έννοια, αναφέρονται όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών που έχουν γίνει δεκτά, αλλά ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) Η διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ βασίζει την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα στην αρχή της ήττας και όχι στην αρχή της υπαιτιότητας και θεωρεί νικημένο το διάδικο του οποίου αίτηση απορρίφθηκε ή σε βάρος του οποίου γίνεται δεκτή αίτηση του αντιδίκου του.
Επομένως η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε, ως συνέπεια της αρχής της ήττας, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού η ρύθμιση των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 700/2019, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 1180/2012).
Τέλος, ο προσδιορισμός του ύψους αυτών με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης απόκειται στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι οι δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 1 (και όχι από τον αριθμό 9 ή από τον αριθμό 8), καθώς και το αντίστοιχο σκέλος του τέταρτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι παρά το νόμο καταδικάστηκε στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, τόσο στον πρώτο βαθμό, όσο και στον δεύτερο, εκ ποσών 5.000 ευρώ, αντίστοιχα, χωρίς να ληφθεί υπόψη ο ένατος λόγος έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης, με τον οποίο παρεπονείτο για καταδίκη του σε υπερβολικά δικαστικά έξοδα, καθόσον η υποχρέωση καταβολής των δικαστικών εξόδων στον νικήσαντα διάδικο, για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, όπως προεκτέθηκε, βαρύνει τον ηττηθέντα διάδικο, και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επ' αυτού του ζητήματος είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει(ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών(ΑΠ 1120/2007), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Περαιτέρω τα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 339 ΚΠολΔ) αποδεικνύουν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 66/2018).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421- 425/2009). Επίσης, για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή, τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και να φέρεται ποία επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 493/2002, ΑΠ 1591/2008).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τους τρίτο λόγο αναίρεσης και αντίστοιχο σκέλος του τέταρτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του ότι:
α)Είναι κάτοικος …, λαμβάνοντας, αντίθετα, υπόψη τον μη προταθέντα ισχυρισμό του ότι τυγχάνει μόνιμος κάτοικος…. β)Ο αναιρεσίβλητος του είχε κάνει πρόσφατα πρόταση εξωδικαστικού συμβιβασμού, προτείνοντάς του να του δώσει σε δύο ισόποσες επιταγές συνολικά 80.000 ευρώ, προκειμένου να μην παρασταθεί στο Εφετείο Δωδεκανήσου.
γ)Είχε επικαλεστεί την παράδοση στον αναιρεσίβλητο του φερομένου ως δανεισθέντος χρηματικού ποσού. Και, δ)ότι είχε εισπράξει, μέσω των αναφερομένων τραπεζικών επιταγών, τα χρήματα που φέρεται ότι δάνεισε, στη συνέχεια, στον αναιρεσίβλητο. Και οι λόγοι, όμως, αυτοί αναίρεσης, με βάση τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις είναι απαράδεκτοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον οι επικαλούμενοι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα του ήδη αναιρεσείοντος ενάγοντος, προς επίρρωση των σχετικών αγωγικών ισχυρισμών του.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση οι παραπάνω λόγοι είναι και αβάσιμοι διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, αφενός αυτή, ως προς τον υπό στοιχ.(α) ισχυρισμό του, δεν διαλαμβάνει ότι ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων τυγχάνει μόνιμος κάτοικος …, αλλ' αντίθετα εκθέτει (βλ. σελ 6η αυτής) ότι ο εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος τυγχάνει μόνιμος κάτοικος ..., ο οποίος έρχεται περιστασιακά στην Ελλάδα, προκειμένου να επισκεφθεί τη μητέρα του, και στη συνέχεια, αξιολογώντας τις μαρτυρικές καταθέσεις και λοιπά αποδεικτικά μέσα κατέληξε, τελικά, στην κρίση της ότι υπήρχαν μεν στενοί φιλικοί δεσμοί των οικογενειών των διαδίκων, όχι όμως και των ιδίων των διαδίκων, αφετέρου έλαβε υπόψη τους υπό στοιχ.(γ) και (δ) των ανωτέρω ισχυρισμών του, και τους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους, ενώ τον υπό στοιχ.(β) ισχυρισμό του ουδέποτε προέβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, και ως εκ τούτου και εξ αυτού του λόγου, ως προς αυτό το στοιχείο, ο τρίτος λόγος αναίρεσης τυγχάνει απαράδεκτος.
Κατά δε τα λοιπά και καθό μέρος με τους παραπάνω λόγους αναίρεσης, υπό την επίκληση των ανωτέρω παραβιάσεων πλήττεται η ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο(άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι.
Κατά τη διάταξη του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως πράγματα νοούνται, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις.
Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος, επίσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη(ΑΠ 116/2018). Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη(ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007).
Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 356/2002). Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 498/ 2018, ΑΠ 757/2015,ΑΠ 156/2012).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος(ΟλΑΠ 8/2016).
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:
α)ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β)ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ)η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης(ΑΠ 881/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "...από τις προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα με αριθμούς .../28-12-2016 και .../28-12-2016 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Γ.
Α. και Κ. Σ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ρόδου Ελένης Παπαγεωργίου, καθώς και τις με αριθμό .../17-10-2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Λ. Η. και .../17-10-2018 ένορκη βεβαίωση του ως άνω Γ. Α. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ρόδου Σωτηρίας Χαλμούκου, οι οποίες ελήφθησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα μετά από νόμιμη, προηγούμενη κλήτευση του εφεσίβλητου...
οι οποίες λαμβάνονται υπόψη στο παρόν στάδιο από το Δικαστήριο μόνο ως προς την απόδειξη του γεγονότος από το οποίο μπορεί να προκύψει ηθική αδυναμία κτήσεως εγγράφου... από τις νομίμως προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα από 4-06-2014 και 10-12-2014 και με αριθμούς 160 και 411 αποδείξεις πληρωμής ποσού 5.000 ευρώ εκάστη...
από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εφεσίβλητου Ε. Μ., ο οποίος κατέθεσε στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου... Περαιτέρω... τα ακόλουθα... α) φωτοαντίγραφο της υπ' αριθμ. ... τραπεζικής επιταγής της Τράπεζας της Ελλάδος, έκδοσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων με ημερομηνία εκδόσεως την 09-06-2004 σε διαταγή του (εκκαλούντος), ποσού 296.674 ευρώ και β) το άνευ ημερομηνίας σύνταξης και άνευ υπογραφής στην αγγλική γλώσσα σημείωμα με συνημμένη από 23-12-2016 μετάφραση στην ελληνική γλώσσα και επικύρωση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του...".
Επομένως ο έκτος αναιρετικός λόγος και ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διάταξης του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατέληξε, χωρίς απόδειξη, στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν υπήρχε ηθική αδυναμία κτήσεως εγγράφου προς απόδειξη δανειακής σύμβασης, λόγω φιλικής σχέσης των διαδίκων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον ο σχετικός αναιρετικός λόγος ιδρύεται στην περίπτωση που το εφετείο δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία έχει αντλήσει την απόδειξη, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και το αντίστοιχο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου της αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος την εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο ουδόλως έλαβε υπόψη του, αφενός, την υπ' αριθμ....
επιταγή της ΤτΕ, που απεδείκνυε τη δυνατότητά του να δανείσει το επίμαχο χρηματικό ποσό την επίμαχη χρονική περίοδο, καθώς και το αντίγραφο του ηλεκτρονικού τραπεζικού του λογαριασμού στην Τράπεζα Eurobank, από το οποίο εμφαίνεται ότι στις 20-4-2015 ο αναιρεσίβλητος του έκανε έμβασμα μέσω της εταιρείας του Τ.
Π. ΑΕ ύψους 3.000 ευρώ, και αφετέρου, την με ημερομηνία επίδοσης 02-08-2016 εξώδικη απάντηση του αναιρεσίβλητου, στην οποία κάνει αναφορά των δοσοληψιών που είχαν οι γονείς του με τον πατέρα αυτού (αναιρεσείοντος), και τα οποία έγγραφα, αν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο, θα κατέληγε σε αντίθετο πόρισμα, επειδή από το περιεχόμενό τους προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα των αγωγικών του ισχυρισμών.
Και οι λόγοι, όμως, αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφενός γίνεται ρητή μνεία, στο τέλος της 7ης σελίδας της, του φωτοαντιγράφου της επικαλούμενης ως άνω υπ' αριθμ.... επιταγής της Τράπεζας της Ελλάδος, αφετέρου το δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη και τα λοιπά ως άνω έγγραφα, και συγκεκριμένα κάνοντας μνεία της καταβολής στις 20-4-2015 του ποσού των 3.000 ευρώ στο επικληθέν άνευ ημερομηνίας σύνταξης και άνευ υπογραφής στην αγγλική γλώσσα σημείωμα με συνημμένη από 23-12-2016 μετάφραση στην ελληνική γλώσσα και επικύρωση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ενώ ειδικότερη μνεία για τα εμβάσματα που ελάμβανε από την ανώνυμη εταιρεία του αναιρεσίβλητου με την επωνυμία "Τ.
Π. Α.Ε." και αξιολόγηση αυτών γίνεται στο τέλος της 6ης σελίδας της προσβαλλομένης. Τέλος και το περιεχόμενο της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα εξώδικης απάντησης του αναιρεσίβλητου έχει αξιολογηθεί από το Εφετείο, σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που προαναφέρθηκαν, το οποίο διαπίστωσε μεν, πράγματι, την ύπαρξη στενών φιλικών δεσμών των οικογενειών των διαδίκων, όχι όμως και των ιδίων των διαδίκων.
Σε κάθε δε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί προβάλλονται απαραδέκτως, διότι η άποψη του αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση των επικαλούμενων ως άνω αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ο νόμος καθορίζει δεσμευτικά γι` αυτό.
Τέτοια παραβίαση υπάρχει όταν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα αποδεικτικά μέσα, στα οποία ο νόμος προσδίδει αυξημένη και δεσμευτική γι` αυτό αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα για αποδεικτέα γεγονότα που παράγουν πλήρη απόδειξη και δεν στηρίζουν απλώς δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 352, 438 επ.
και 445 ΚΠολΔ), καθώς και όταν αποδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα λοιπά αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 ΚΠολΔ (μάρτυρες, δικαστικά τεκμήρια κλπ.), τα οποία κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, είναι ισοδύναμα μεταξύ τους και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο αποδίδει απλώς μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο από τα περισσότερα ισοδύναμα κατά τον νόμο αποδεικτικά μέσα, που εκτιμώνται ελεύθερα και κυριαρχικά από το δικαστήριο, το οποίο δεν οφείλει να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του (ΑΠ 479/2010, 75/2008, 907/2006).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται σωρευτικά α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και δ) η μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής του (ΑΠ 225/2009, 700/2009, 1592/2008).
Εάν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται κάποιο από τα προαναφερόμενα στοιχεία, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 262/2020, ΑΠ 41/ 2016, ΑΠ 677/2015). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το αντίστοιχο σκέλος του έκτου και τελευταίου λόγου αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις και από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων αναφέροντας επί λέξει τα εξής: "Με βάση όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά κακώς εδέχθη η εκκαλούσα ότι υφίσταται αρχή της εγγράφου αποδείξεως...
Σύμφωνα με όσα επικαλούμαι αποδεικνύεται ότι υπήρχε τέτοια ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης μεταξύ εμού και του εφεσίβλητου, ώστε η εκδήλωση επιθυμίας λήψεως εγγράφου ν' αποτελεί δυσπιστία, ικανή να ψυχράνει τους δεσμούς μας και κακώς δέχθηκε τα αντίθετα η προσβαλλόμενη απόφαση...". Ο εν λόγω ερευνώμενος, όμως, λόγος με το προαναφερθέν περιεχόμενο κρίνεται απαράδεκτος, προεχόντως, ως αόριστος, καθόσον δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν σωρευτικά:
α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και δ) η μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και στα δικαστήρια της ουσίας τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής τους.
Αλλά και διότι οι επικαλούμενες με αυτόν αιτιάσεις, με τις οποίες υπονοεί ότι από τα εν γένει αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα συνάγεται αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που έγινε δεκτό, πλήττει την, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της στο σύνολό τους, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13.11.2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 01.11.2021 πρόσθετους λόγους κατά της υπ' αριθμ.245/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ