Legislator Case Law & Legislation
700/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds violating procedural rules on appeal requirements.

Case Number 700/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decisions due to procedural defects. The appellants argued the lower court violated substantive law and misinterpreted evidence, but the Court found their appeal grounds insufficiently specific. The Court ruled that the appeal arguments failed to meet statutory requirements for clarity regarding the legal error and factual basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1a), 559(12), 559(16), 559(17), 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is invalid if it fails to specify the substantive law violated, the legal error committed, the facts accepted by the lower court, and the specific document content distorted.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal grounds substantive law violation legal error specification procedural defect evidence distortion res judicata

Cited Legislation

AI generated
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 559(16) of the Code of Civil Procedure
Article 559(17) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 700 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 700/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και της αρχαιοτέρας αυτής αρεοπαγίτη), Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009 με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μυταλούδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αλεξάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4003/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 8267/1996 μη οριστική, 1118/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της δύο εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12/6/2003 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 23-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης της 1118/2003 οριστικής και της 8267/1996 προδικαστικής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η έννοια που αποδίδει σ` αυτές ο αναιρεσείων, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δε μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Συνακόλουθα, οι λόγοι αναίρεση, δεύτερος, πρώτο μέρος, τρίτος, πρώτο μέρος, τέταρτος, πρώτο μέρος, έβδομος, πρώτο μέρος, όγδοος, πρώτο μέρος, ένατος, πρώτο μέρος, δέκατος, πρώτο μέρος ενδέκατος πρώτο μέρος, δωδέκατος, πρώτο μέρος δέκατος τρίτος, πρώτο μέρος και δέκατος τέταρτος, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του έκανε δεκτή την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσειβλήτων, "παραβίασε τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου περιλαμβανομένων των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών", είναι αόριστοι, καθόσον, δεν καθορίζονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, δηλαδή σε τι συνίσταται ακριβώς το σφάλμα που αποδίδεται στο Εφετείο, ούτε και αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέσθηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις των ουσιαστικών διατάξεων, με συνέπεια να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Ως νομή, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα εξής ουσιώδη αναφορικώς με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων: Το επίδικο, ήτοι ένα αγροτεμάχιο και ήδη οικόπεδο, βρίσκεται μέσα στα όρια του οικισμού του Δήμου ..., στη θέση "...", είναι μη οικοδομήσιμο, αφού βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και εντός ζώνης, έχει έκταση, κατά νεότερη καταμέτρηση, 544 τ.μ.

και συνορεύει με τα ακίνητα που στην απόφαση αναφέρονται, μεταξύ των οποίων, προς νότο, με ακίνητο εναγομένων, εμβαδού 1483,48 τ.μ., ανήκε, αρχικώς στην ΑΑ, το γένος ..., που πέθανε στις 26-10-1948 και με την ... δημόσια διαθήκη της, του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που δημοσιεύθηκε με τα 5208/1961 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέλιπε αυτό στην θυγατέρα της ΒΒ.

Η τελευταία, μετά τον θάνατο της μητέρας της, άρχισε να νέμεται το επίδικο συνεχώς μέχρι και τον θάνατό της, στις 23-5-1982, ενεργούσα όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του πράξεις με διάνοια κυρίας, δηλαδή σε επίβλεψη, επιτήρηση, εποπτεία και φύλαξή του από καταπατήσεις τρίτων, καθαρισμό του από τα αγριόχορτα, καλλιέργεια του με δημητριακά, όπως σιτάρι, κριθάρι, κουκιά, περιποίηση των υπαρχόντων σ' αυτό οκτώ, αρχικώς, ελαιοδένδρων και συλλογή του ελαιοκάρπου, χωρίς ποτέ, όπως άλλωστε και η μητέρα της, να ενοχληθεί στην άσκηση της νομής της αυτής από κανένα.

Μετά τον θάνατό της και την άτυπη διανομή της κληρονομιαίας ακίνητης περιουσίας της μεταξύ των τεσσάρων τέκνων της, το επίδικο περιήλθε, κοινώς και αδιαιρέτως, στις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, θυγατέρες της, οι οποίες συνέχισαν να το νέμονται, με τη διενέργεια όλων των προαναφερόμενων εμφανών υλικών πράξεων εξουσίασής τους σ' αυτό, με τη θέλησή τους να είναι συγκυρίες, χωρίς ποτέ και αυτές να ενοχληθούν στην άσκηση της συννομής αυτής από κανένα, μέχρι τον μήνα Οκτώβριο 1993, οπότε οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, αμφισβήτησαν την κυριότητά τους, επί τμήματος τούτου, εμβαδού 300 τ.μ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε το Εφετείο, ότι οι ενάγουσες έγιναν συγκύριες του επίδικου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσες αυτό, με διάνοια συγκυρίων, και με προσμέτρηση και της νομής της δικαιοπάρόχου μητέρας τους, επί 45 έτη και ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία από μέρους εκείνων, ακολούθως δε δέχθηκε ως ουσιαστικώς βάσιμη της ένδικη αγωγή.

Κρίνοντας έτσι το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τις ενάγουσες με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της πληττόμενης απόφασής του και επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ που εφαρμόσθηκαν.

Με τους λόγους αναίρεσης, τρίτο, πέμπτο μέρος, όγδοο, έκτο μέρος, ένατο, ένατο μέρος, και ενδέκατο, έβδομο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ζητήματα, της θέσης του επίδικου ακινήτου αναφορικώς με το στο όμορο με αυτό ακίνητο των εναγομένων, εμβαδού 1483,48 τ.μ., καθώς και της κτήσης της κυριότητας τούτου από τις ενάγουσες, ως νεμηθείσες αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διότι, σύμφωνα με τους αναιρεσείοντες, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν, αποδείχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του ανωτέρω δικού τους ακινήτου και οι αναιρεσίβλητες δεν απέκτησαν την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία.

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι υπό την επίκληση έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλόμενης απόφασης, πλήττεται η περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα ανωτέρω ζητήματα. Με τους από την ίδια διάταξη του αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, πρώτο, δεύτερο μέρος, δεύτερο, τέταρτο μέρος, πέμπτο, δεύτερο μέρος, έκτο, τέταρτο μέρος, έβδομο, τέταρτο μέρος, δέκατο, πέμπτο μέρος, δωδέκατο, έβδομο μέρος, δέκατο τρίτο, έβδομο μέρος και δέκατο τέταρτο, όγδοο μέρος, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ελλειπών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ότι α) με αυτήν έγινε δεκτό ότι με την 8267/1996 προδικαστική απόφαση, η έφεση, των ήδη αναιρεσειόντων, κατά της ερήμην των εναγομένων απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έγινε μόνο τυπικά δεκτή, ενώ έγινε και ουσιαστικά δεκτή, β) δεν αναφέρεται, σ' αυτήν, ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που οι αναιρεσείοντες μ' επίκληση προσκόμισαν στο Εφετείο, ενώ αναφέρονται τρεις φωτογραφίες που οι εν λόγω διάδικοι δεν επικαλέσθηκαν, γ) έγινε δεκτό, ότι το επίδικο, εμβαδού 544 τ.μ., είναι πρώην αγροτεμάχιο και ήδη οικόπεδο, μη οικοδομήσιμο, ενώ τούτο βρίσκεται εντός των ορίων του προϋφιστάμενου του έτους 1923 οικισμού ...

και έγινε άρτιο και οικοδομήσιμο με το Π.Δ. 138Δ/13-3-1981, ότι το νοτίως του επιδίκου ακίνητο των αναιρεσειόντων είναι άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο, ότι το επίδικο, που η ΑΑ, με την ... διαθήκη της κατέλιπε στην θυγατέρα της ΑΑ, είχε έκταση 1000 τ.μ.,ενώ στις ενάγουσες επιδικάσθηκε ακίνητο, εμβαδού 544 τ.μ., χωρίς να διαλαμβάνονται αιτιολογίες για την επί πλέον έκταση, δ) δεν διαλαμβάνεται σκέψη γιατί στην ως άνω διαθήκη, δεν αναφέρεται ως νότιο όριο του επίδίκου ακίνητο της ΓΓ και βόρειο του ΔΔ, παρόλο ότι έγινε δεκτό ότι ο αρχικός τίτλος κτήσης του ακινήτου των αναιρεσειόντων είναι το ...

συμβόλαιο αγοράς της ΓΓ, ε) έγινε δεκτό, ότι η οικογένεια ΕΕ ήταν άγνωστη στον οικισμό ... μέχρι το 1982, ενώ αυτή ήταν γνωστή τουλάχιστον από το έτος 1962 από παραχωρητήρια και πωλήσεις αγροτεμαχίων, ότι η με αριθ.13 πρώην άμπελος βρίσκεται νοτίως του επιδίκου, ενώ το επίδικο αποτελεί τμήμα αυτής, ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν με την 7814/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ενώ αυτοί αθωώθηκαν με την ανωτέρω απόφαση και την 4003/2001 αντίστοιχη του Εφετείου Αθηνών, και ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά στον ...

το έτος 1982 και άρχισε να διεκδικεί την κληρονομιαία περιουσία της γιαγιάς της ΓΓ. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι οι με αυτούς αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται σε ουσιώδη ζητήματα, υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, και ως εκ τούτου δεν ιδρύουν τον αποδιδόμενο λόγο αναίρεσης. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 1 ΚΠολΔ,το οποίο ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν, α) οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, που ο νόμος έχει υπάγει σ' αυτά, γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου, που ο νόμος έχει υπάγει σ'αυτά, και δ) οι διοικητικές διαφορές που δεν υπάγονται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, και επομένως δημιουργείται ο από τον αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν η υπόθεση που κρίθηκε από το δικαστήριο δεν υπάγεται σε καμία από τις ανωτέρω αναφερόμενες κατηγορίες, καθώς και όταν αυτό δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία κατά το άρθρο 3 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα, οι ένατος, δεύτερο μέρος, ενδέκατος, δεύτερο μέρος, δέκατος τρίτος, δεύτερο μέρος και δέκατος τέταρτος, δεύτερο μέρος, λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.4ΚΠολΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο, "υπερέβη τη δικαιοδοσίας του", είναι αόριστοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η υπόθεση που κρίθηκε από το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγεται σε καμία από τις ανωτέρω αναφερόμενες κατηγορίες για τις οποίες υφίσταται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Επειδή, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να έλαβε, ή να μην έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και οι λόγοι έφεσης.

Δεν αποτελούν όμως πράγματα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8βΚΠολΔ, προβάλλεται, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη ότι το επίδικο, που η ΑΑ, με την ...

διαθήκη της κατέλιπε στην θυγατέρα της ΒΒ, είχε έκταση 1000 τ.μ., ενώ στις ενάγουσες επιδικάσθηκε ακίνητο, εμβαδού 544 τ.μ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την έννοια που εκτέθηκε, και επομένως, η μη λήψη αυτών υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

Με την ίδια αιτιολογία είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, οι λόγοι αναίρεσης, δέκατος, δεύτερο μέρος, ενδέκατος, τρίτο μέρος, δωδέκατος, δεύτερο μέρος, δέκατος τρίτος, τρίτο μέρος, και δέκατος τέταρτος, τρίτο μέρος, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 α ΚΠολΔ, με τους οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη, ότι η οικογένεια του ΕΕ ήταν άγνωστη στον οικισμό ...

μέχρι το έτος 1982, ότι η με αριθ. 13 πρώην άμπελος βρίσκεται νοτίως του επιδίκου, ενώ το επίδικο αποτελεί τμήμα αυτής, ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν με την 7814/1998 απόφαση του τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ενώ αυτοί αθωώθηκαν με την ανωτέρω απόφαση και την 4003/2001 αντίστοιχη του Εφετείου Αθηνών, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων ΣΤ από το έτος 1952 εκμεταλλεύθηκε αποκλειστικώς για λογαριασμό του την κληρονομία της αποβιώσασας, στις 7-11-1952, ΓΓ και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος των εν λόγω διαδίκων και πατέρας αυτών, ΕΕ, παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά στον ...

το έτος 1982 και άρχισε να διεκδικεί την κληρονομιαία περιουσία της γιαγιά της συζύγου του ΓΓ. Οι από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 β ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, όγδοος, δεύτερο μέρος και ένατος, δεύτερο μέρος, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι ενάγουσες κατέστησαν συγκυρίες του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και ότι οι εναγόμενοι, τον Οκτώβριο του έτους 1993 κατέλαβαν τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 300 τ.μ., ενώ από τα αναφερόμενα στους λόγους αυτούς αποδεικτικά στοιχεία προέκυπτε το αντίθετο, είναι απαράδεκτοι, διότι υπό την επίκληση της ανωτέρω δικονομικής διάταξης πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ανωτέρω ζητημάτων (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α του ΚΠολΔ., με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην υπόθεση που κρίνεται, με τους λόγους αναίρεσης, πρώτο, πρώτο μέρος, τέταρτο, δεύτερο μέρος, έκτο, δεύτερο μέρος, όγδοο, τρίτο μέρος, ένατο, τρίτο μέρος, δέκατο, τρίτο μέρος, ενδέκατο, τέταρτο μέρος, δωδέκατο, τρίτο μέρος, δέκατο τρίτο, τέταρτο μέρος και δέκατο τέταρτο, τέταρτο μέρος, όπως εκτιμήθηκαν, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια, η παραδοχή ως αληθινών των θεμελιωτικών της αγωγής ισχυρισμών χωρίς απόδειξη.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, στην παραδοχή των ανωτέρω αναφερθέντων ισχυρισμών, που είχαν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, καθώς επίσης και των εγγράφων τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Επομένως, στην ως άνω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην κρινόμενη υπόθεση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στην 59/1997 ΞΔ έκθεση της αρμόδιας εισηγήτριας και από όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα που μ' επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του σχετικά με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείονττες και τα οποία αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης, δεύτερο, δεύτερο μέρος, τρίτο, δεύτερο μέρος, τέταρτο, τρίτο μέρος, έκτο, τρίτο μέρος, έβδομο, δεύτερο μέρος, όγδοο, τέταρτο μέρος, ένατο, πέμπτο μέρος, δέκατο, τέταρτο μέρος, δωδέκατο, τέταρτο μέρος, δέκατο τρίτο, τέταρτο μέρος, και δέκατο τέταρτο, πέμπτο μέρος.

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τους οποίους ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμοι. Επειδή, για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις, καθώς και την επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης.

Με τους δεύτερο, δεύτερο μέρος, ενδέκατο, πέμπτο μέρος και δέκατο τέταρτο, πέμπτο μέρος, λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β ΚΠολΔ, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου που δεν προσκομίσθηκαν νόμιμα, χωρίς να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω, αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία, γιαυτό οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αόριστοι.

Επίσης, αόριστος είναι ο δέκατος τέταρτος λόγος αναίρεσης, πέμπτο μέρος, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ πλημμέλεια, της λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο νόμος δεν επιτρέπει, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ούτε ποίο είναι το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, το οποίο δεν επιτρέπει ο νόμος, καθώς και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο.

Επειδή, για το ορισμένο του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποία είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο. Με τους λόγους αναίρεσης, δεύτερο, τρίτο μέρος, τρίτο, τρίτο μέρος, τέταρτο, τέταρτο μέρος, πέμπτο, πρώτο μέρος, έβδομο, τρίτο μέρος, όγδοο, πέμπτο μέρος, ένατο, έκτο μέρος, δωδέκατο, πέμπτο μέρος, δέκατο τρίτο, έκτο μέρος, δέκατο τέταρτο, έκτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αναφερόμενων στους λόγους αυτούς αποδεικτικών μέσων, χωρίς όμως να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω, αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αυτού στοιχεία.

Συνεπώς οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι.

Επειδή, για να είναι ορισμένος ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου και τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας δίκης.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατέξεις, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με ακρίβεια η αντίφαση των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της. Τέλος, για το ορισμένο του από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον 'Αρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα, και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους ένατο, έβδομο μέρος, λόγο αναίρεσης, από άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο διότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, με τους τρίτο, τέταρτο μέρος, ένατο, όγδοο μέρος, ενδέκατο, έκτο μέρος, δωδέκατο, έκτο μέρος και δέκατο τέταρτο, έβδομο μέρος, λόγους αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, με τους δε ένατο, δέκατο μέρος, δωδέκατο όγδοο μέρος, δέκατο τρίτο, όγδοο μέρος και δέκατο τέταρτο, ένατο μέρος, λόγους αναίρεσης, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων, χωρίς να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο των λόγω αυτών στοιχεία.

Επομένως οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αόριστοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-6-2003 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση των 1118/2003 οριστικής και 8267/1996 προδικαστικής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ