Legislator Case Law & Legislation
541/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for raising cost liability issue for the first time.

Case Number 541/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to award litigation costs to the Greek State. The State argued it should not bear costs because the underlying expropriation was initiated by a non-profit association, not the State itself. However, the Court ruled this argument was inadmissible because the factual basis for the claim had never been presented to the trial court or formally requested by the opposing party.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 18 para. 4 of Law 2882/2001: A new argument regarding the allocation of litigation costs is inadmissible if it is raised for the first time before the Supreme Court without having been substantiated in the lower court proceedings.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal litigation costs allocation first time argument expropriation liability non-profit association Greek Civil Procedure Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 6A of the Decree of 26 June - 10 July 1944
Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 18 para. 4 of Law 2882/2001
Art. 130 para. 2 of Law 4070/2012

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 541 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 541/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Οικονόμου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2014 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 1731/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 19-1-2018 διά των προτάσεων ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος.

Εκδόθηκε η 726/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-3-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Περαιτέρω στο άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/31.10.2014 ορίζονται τα εξής: "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές".

Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διατάξεως, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση της υπόθεσης που εκπροσωπήθηκε αυτός από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του, υπογεγραμμένο από δικηγόρο, κατά την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στην διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 620/2017, ΑΠ 405/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. υπ' αριθμ. 7041Β'/7-6-2021 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έχει την έδρα του στο Πρωτοδικείο Σερρών, Β. Τ., την οποία προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 18-3-2019 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 1162019 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (19-11-2021), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον δικηγόρο Σερρών, Μιχαήλ Ναθαναηλίδη, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει τον αναιρεσίβλητο, κατά τη συζήτηση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου δικάστηκε η από 29-10- 2014 και με αριθμό καταθ. 3624/ 29-10-2014 αίτησή του (αναιρεσίβλητου) κατά του ήδη αναιρεσείοντος, συνεκδικασθείσα με την, ασκηθείσα δια των από 19-1-2018 εγγράφων προτάσεων, ανταίτηση του τελευταίου και, εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 726/2018 απόφαση (βλ.

την προσβαλλομένη απόφαση). Κατά συνέπεια, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής. Με την από 13-1-2014 αίτησή του, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το αιτούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ζήτησε τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης για το επακριβώς αναγραφόμενο ακίνητο (γεωτεμάχιο 4.246,90 τ.μ.), κυριότητος του καθ'ου η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητου, του οποίου, δυνάμει της Δ10Δ1047258/15-3-2013 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Πολιτισμού και Αθλητισμού, κηρύχθηκε, υπέρ του αιτούντος (Ελληνικού Δημοσίου) και με δαπάνες του μη κερδοσκοπικού σωματείου "Διάζωμα", η αναγκαστική απαλλοτρίωση, για τις ανάγκες ανασκαφής με σκοπό την αποκάλυψη του αρχαίου θεάτρου της Αμφίπολης, με αξία την επακριβώς αναγραφόμενη στην αίτηση, προσδιορισθείσα από την επιτροπή του άρθρου 15 ν.2881/2001.

Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 1731/2014 απόφασή του, δικάζοντας ερήμην του καθ'ου η αίτηση, κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων (άρθρου 19 Ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή των παρ. 8 και 9 με το άρθρο 130 παρ.4,5 ν. 4070/2012), δέχθηκε την αίτηση και καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου για το έδαφος σε 0,75 ευρώ ανά τ.μ.

και για τα ελαιόδενδρα σε 20 ευρώ ανά μονάδα. Ακολούθως, ο μεν αιτών Δ. Κ., δικαιούχος είσπραξης της αποζημίωσης -κύριος του ως άνω ακινήτου, με την από 29-10-2014 αίτησή του, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στρεφόμενος κατά του καθ'ου Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, για το μεν έδαφος του απαλλοτριουμένου ακινήτου στο υπέρτερο ποσό των 5 ευρώ ανά τ.μ και για κάθε ελαιόδενδρο στο υπέρτερο ποσό των 203 ευρώ, το δε καθ'ου η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο, με τις κατατεθείσες προ πέντε (5) μερών από τη δικάσιμο, προτάσεις του, άσκησε ανταίτηση και ζήτησε να οριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στα ίδια ποσά, με αυτά που όρισε η προαναφερθείσα απόφαση (1731/2014) του προσωρινού προσδιορισμού, ήτοι σε 0,75 ευρώ ανά τ.μ.

για το έδαφος και στο ποσό των 20 ευρώ για κάθε ελαιόδενδρο. Το ως άνω Εφετείο με την 726/2018 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την ανωτέρω αίτηση και ανταίτηση, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ'ουσίαν την αίτηση και καθόρισε οριστική τιμή μονάδος για το έδαφος στο ποσό του ενός ευρώ και είκοσι λεπτών (1,20) ανά τετραγωνικό μέτρο και στην τιμή των ογδόντα (80) ευρώ για κάθε ελαιόδενδρο, ενώ όσον αφορά την ανταίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, έκρινε ότι αυτή ναι μεν ασκήθηκε παραδεκτά προ πέντε (5) ημερών με τις προτάσεις, πλην όμως την απέρριψε ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του ανταιτούντος Ελληνικού Δημοσίου.

Την ως άνω εφετειακή απόφαση προσβάλλει με την ένδικη από 18-3-2019 αίτηση αναιρέσεως το ανταιτούν Ελληνικό Δημόσιο, η οποία έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (εντός έτους από τη δημοσίευση της ως άνω, μη επιδοθείσης, εφετειακής αποφάσεως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' Ν.2882/2001)) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά τις παραγράφους 1, 2, 4 και 5 του άρθρου 20 του ν. 2882/2001 "Αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικά την αποζημίωση είναι το εφετείο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 με τριμελή σύνθεση (παρ. 1). "Μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του μονομελούς εφετείου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται, και αν ακόμη δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης να ζητήσει τον οριστικό προσδιορισμό αυτής.

Εάν κάποιος από τους ενδιαφερομένους είναι κάτοικος αλλοδαπής ή άγνωστης διαμονής η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι για όλους τους ενδιαφερομένους εξήντα ημέρες. Εάν η προαναφερόμενη απόφαση δεν επεδόθη, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης με την επιφύλαξη εφαρμογής του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9" (παρ. 2). "Εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη, η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση.

Η εμπρόθεσμη αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος προς αύξηση ή μείωση μόνον υπέρ αυτού της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά" (παρ. 4) και "Εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης" (παρ. 5).

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι: α) αντικείμενο της δίκης του οριστικού καθορισμού της αποζημιώσεως μπορεί να είναι μόνον ο προσδιορισμός είτε μεγαλύτερης τιμής μονάδας αποζημιώσεως από αυτήν που προσδιορίστηκε προσωρινά, όταν η αίτηση υποβάλλεται από τον δικαιούχο της αποζημιώσεως είτε μικρότερης τιμής όταν υποβάλλεται από τον υπόχρεο προς καταβολή της αφού η αίτηση (ή η ανταίτηση) του οριστικού προσδιορισμού αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος και δη προς αύξηση, όταν είναι δικαιούχος ή μείωση, όταν είναι υπόχρεος της αποζημιώσεως που καθορίστηκε προσωρινά, β) αν ασκηθεί, εμπρόθεσμα και παραδεκτά, αίτηση για οριστικό προσδιορισμό από οποιονδήποτε διάδικο, μπορεί ο καθ' ου αυτής να ασκήσει ανταίτηση με τις προτάσεις οι οποίες πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να κατατεθούν πέντε (5) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, η ανταίτηση δε πρέπει να αναφέρεται στα ίδια με την εμπρόθεσμη αίτηση κεφάλαια και γ) εάν ο διάδικος που είναι δικαιούχος της αποζημιώσεως ζήτησε εμπρόθεσμα να καθοριστεί από το Εφετείο οριστική αποζημίωση μεγαλύτερη εκείνης που καθορίστηκε προσωρινά, το Εφετείο, χωρίς αυτοτελή αίτηση ή χωρίς ανταίτηση του υπόχρεου, ασκούμενη, κατά τα ανωτέρω, δια των προτάσεων, που πρέπει να κατατίθενται προ πέντε (5) ημερών, δεν μπορεί να καθορίσει την οριστική αποζημίωση για τα ακίνητα, στα οποία αναφέρεται η αίτηση του βαρυνομένου με την απαλλοτρίωση (και δικαιούχου της αποζημιώσεως), σε ποσό μικρότερο εκείνου της αποζημιώσεως που καθορίστηκε προσωρινά (πρβλ.

Α.Π. 1259/2017, Α.Π. 844/2015, Α.Π. 872/2012). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός που αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, αποβλέπει στην εξασφάλιση της ομαλής εξελίξεως της διαδικασίας, ώστε να καθίσταται εφικτή η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των διαδίκων και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

Μέσω του παρόντος λόγου, δηλαδή, διασφαλίζεται και η τήρηση των αρχών της εκατέρωθεν ακροάσεως και της διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Α.Π. 95/2020, Α.Π. 1650/2018, Α.Π. 164/2017).

Η διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2882/2001 είναι από τη φύση της δικονομική, η παραβίασή της δε από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως. Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ήτοι ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος την, υποβληθείσα δια των προτάσεών του, ανταίτηση.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται παραδεκτά για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω 1ου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: " Περαιτέρω, η ανταίτηση του καθ'ου Ελληνικού Δημοσίου, ασκηθείσα μεν παραδεκτώς ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και προ πέντε (5) ημερών από την παρούσα συζήτηση, εντούτοις παρίσταται απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος του ανταιτούντος.

Και τούτο διότι μ' αυτήν ζητείται να παραμείνει και να καθορισθεί, ως οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, οι ήδη προσδιορισθείσες προσωρινώς από το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης τιμές μονάδος αποζημίωσης, δηλαδή το ήδη ορισθέν ποσό των 0,75 ευρώ ανά τ.μ. για το έδαφος και το ποσό των 20 ευρώ ανά ελαιόδενδρο, ενώ το αντικείμενο της δίκης του οριστικού καθορισμού της αποζημίωσης, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ, όπως ήδη εκτίθεται στην παραπάνω, υπό στοιχείο '2', νομική σκέψη, μπορεί να είναι μόνο ο προσδιορισμός είτε μεγαλύτερης τιμής μονάδος αποζημίωσης από αυτήν που προσδιορίστηκε προσωρινά, όταν η αίτηση ή η ανταίτηση υποβάλλεται από τον δικαιούχο της αποζημίωσης, είτε μικρότερης τιμής όταν υποβάλλεται από τον υπόχρεο αυτής, αφού η αίτηση ή η ανταίτηση του οριστικού προσδιορισμού αφορά αποκλειστικά του συμφέρον του αιτούντος ή ανταιτούντος προς αύξηση, όταν είναι δικαιούχος ή μείωση όταν είναι υπόχρεος, της αποζημίωσης που καθορίσθηκε προσωρινά...Ελλείψει δε νόμιμης ανταίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, το παρόν Δικαστήριο, κατά τα όσα σχετικώς παρατίθενται στην αυτή μείζονα σκέψη, ενόψει της εκεί διαλαμβανόμενης διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001- ΚΑΑΑ, δεν μπορεί να προσδιορίσει την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το έδαφος και τα επικείμενα σε ποσό μικρότερο από τα προαναφερθέντα ποσά που αντιστοίχως προσδιορίστηκαν, κατά τη διαδικασία του προσωρινού καθορισμού, με την 1731/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, και απορρίπτοντας την ασκηθείσα δια των προτάσεων ανταίτηση του τότε ανταιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, υπόχρεου για την καταβολή της αποζημιώσεως, με την οποία εζητείτο ο καθορισμός της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως στο ύψος της προσωρινώς προσδιορισθείσας ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και, συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., καθ' όσον, σύμφωνα και με όσα έχουν γίνει δεκτά, αντικείμενο στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως όταν η αίτηση ή η ανταίτηση υποβάλλεται από τον υπόχρεο αυτής ως εν προκειμένω, είναι ο προσδιορισμός μικρότερης οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως από αυτήν που προσδιορίστηκε προσωρινά.

Σε περίπτωση δε ελλείψεως τοιαύτης αιτήσεως ή ανταιτήσεως από τον υπόχρεο για την καταβολή της και εφ' όσον ο δικαιούχος της αποζημιώσεως με αίτησή του ζητεί τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής τιμής από εκείνη που καθορίστηκε προσωρινά, αποκλείεται η δυνατότητα στο δικαστήριο να καθορίσει οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως μικρότερη εκείνης που ορίστηκε προσωρινά, παρεπομένου, εντεύθεν, ότι η έλλειψη τοιαύτης αιτήσεως ή ανταιτήσεως (εκ μέρους του υπόχρεου για την καταβολή της αποζημιώσεως) άγει σε αποτέλεσμα σύμφωνο με το επιδιωκόμενο με την δια των προτάσεων του τότε ανταιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος ασκηθείσα ανταίτηση με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ζητήθηκε να οριστεί οριστική τιμή μονάδος η ορισθείσα προσωρινώς.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι σε κάθε περίπτωση είχε έννομο συμφέρον για την άσκηση της ένδικης ανταιτήσεως με το προεκτεθέν περιεχόμενο, συνιστάμενο στον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως στην ίδια τιμή με εκείνη της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως διότι με την ένδικη ανταίτηση εζητείτο ο προσδιορισμός μικρότερης τιμής μονάδος αποζημιώσεως όχι σε σχέση με εκείνη που προσδιορίστηκε προσωρινά, αλλά σε σχέση με την αιτούμενη από τον αναιρεσίβλητο μεγαλύτερη οριστική τιμή μονάδας και ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 20 παρ. 5 του ν. 2882/2001, αφού δεν πρόκειται για αυτοτελή αίτηση, κρίνονται αβάσιμες και απορριπτέες για το λόγο ότι ο νόμος το μεν αφορά στον προσδιορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, είτε σε μεγαλύτερο ποσό, όταν η αίτηση ασκείται από το δικαιούχο, είτε σε μικρότερο ποσό, όταν η αίτηση ασκείται από τον υπόχρεο, από εκείνην που προσδιορίστηκε προσωρινά, το δε δεν διακρίνει και δεν θέτει διαφορετικές προϋποθέσεις στην περίπτωση της αυτοτελούς αιτήσεως από αυτήν της ανταιτήσεως.

Επομένως ο συναφής πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.

Και στις περιπτώσεις όμως αυτές για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττομένη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Α.Π.

Ολομ. 15/2000, Α.Π. 403/2019, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 1059/2017, Α.Π. 841/2017, Α.Π. 386/2017). Επομένως ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος 13 και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, 189 του Κ.Πολ.Δικ. και 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων, συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημιώσεως που οφείλεται από απαλλοτρίωση στον δικηγόρο του για την σύνταξη αιτήσεως ανταιτήσεως κυρίας παρεμβάσεως ή προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημιώσεως, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημιώσεως προσαυξάνει το ποσό της βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή αυτής (αποζημιώσεως) και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του τελευταίου και να περιέρχεται στον δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως (ολ.Α.Π. 17/2000, Α.Π. 502/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, επιβάλλοντας σε βάρος του την δικαστική δαπάνη, ως υπέρ ου η ένδικη απαλλοτρίωση, που ζήτησε τον προσωρινό καθορισμό της αποζημιώσεως παρά το γεγονός ότι η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε με δαπάνες του μη κερδοσκοπικού σωματείου, με την επωνυμία "ΔΙΑΖΩΜΑ", το οποίο και είναι υπόχρεο για την καταβολή της αποζημιώσεως.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.), δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τον θεμελιωτικό του λόγου αυτού ισχυρισμό δεν είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας ούτε είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των, κατατεθεισών προ πέντε (5) ημερών από τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από 19.1.2018 εγγράφων προτάσεων του τότε ανταιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος δια των οποίων ασκήθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη ανταίτησή του, τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε υποβληθεί.

Αντίθετα, μάλιστα, με τις εν λόγω προτάσεις το ανταιτούν, το οποίο είχε, όπως έχει εκτεθεί ήδη, παρασταθεί και ως καθ' ου στην ασκηθείσα από τον ήδη αναιρεσίβλητο αίτηση, είχε ζητήσει και τον προσδιορισμό της δικαστικής δαπάνης του αντιδίκου του στα πλαίσια των άρθρων 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, επικαλούμενο περαιτέρω ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Υπέβαλε, δηλαδή, το τότε καθ' ου - ανταιτούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αίτημα να προσδιοριστεί η δικαστική δαπάνη του τότε αιτούντος - καθ' ου η ανταίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτου, λαμβάνοντας υπόψη ότι τούτο είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση.

Συνεπώς εφ' όσον το ως άνω αίτημα και ο ισχυρισμός που το θεμελιώνει ότι, δηλαδή, υπόχρεο για την καταβολή της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης δεν είναι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αλλά το μη κερδοσκοπικό σωματείο, με την επωνυμία "ΔΙΑΖΩΜΑ", υποβάλλεται για πρώτη φορά, ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς να συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στην προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. εξαιρέσεις ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος κατά τα προεκτεθέντα (Α.Π. 209/2019, Α.Π. 875/2019, Α.Π. 1681/2018, Α.Π. 1615/2017, πρβλ. Α.Π. 78/2018).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Δικαστική δαπάνη δεν επιβάλλεται, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε και, συνακολούθως δεν υπεβλήθη σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.3.2019, με ειδικό αριθμό καταθέσεως 116/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 726/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ