Legislator Case Law & Legislation
529/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for denying consideration of a statute of limitations defense.

Case Number 529/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a Third Instance Court decision regarding a loan dispute. The appellants argued that the court failed to consider their defense that the debt had become time-barred, claiming this violated procedural rules. The court ruled this argument was inadmissible because it constituted a reasoned denial rather than a distinct claim, and the lower court had already examined and rejected the time-bar defense as unsubstantiated. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; A reasoned denial of a claim is not an independent ground for appeal if the lower court has already examined and rejected the underlying factual assertion.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal reasoned denial statute of limitations Code of Civil Procedure loan contract dispute legal costs procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 806 of the Civil Code
Article 361 of the Civil Code
Article 809 of the Civil Code
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 529 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 529/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Ζ. του Ν., 2) Ν. Ζ. του Π. και 3) Έ. Ζ. του Π., απάντων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", μετά τη διάσπαση της τελευταίας διά της απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της με σύσταση νέας εταιρείας - πιστωτικού ιδρύματος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6812/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1347/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-12-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 806 του Α.Κ. "με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η σύμβαση δανείου, η οποία είναι ετεροβαρής, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος στον οφειλέτη (re καταρτιζόμενη).

Η διάταξη, όμως, αυτή δεν είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς με βάση την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών (άρθρο 361 ΑΚ) οι συμβαλλόμενοι μπορούν να καταρτίσουν το δάνειο με μόνη τη συναίνεσή τους (solo consensu), οπότε στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για σύμβαση υποσχετική δανείου (άρθρο 809 ΑΚ., ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1833/2011, 878/2011).

Τέτοια υποσχετική σύμβαση είναι και η σύμβαση ανοίγματος πίστωσης, με την οποία η συμβαλλόμενη ανώνυμη, τραπεζική συνήθως, εταιρία, ονομαζόμενη πιστώτρια, αναλαμβάνει την υποχρέωση να θέσει στη διάθεση του αντισυμβαλλόμενου πελάτη, που ονομάζεται πιστούχος, ένα ορισμένο συμφωνούμενο μεταξύ τους χρηματικό ποσό (plafon), το οποίο αυτός μπορεί να αναλαμβάνει είτε εφάπαξ είτε διαδοχικά (τμηματικά), με τη συμφωνία να καταχωρίζονται οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις μεταξύ τους συναλλαγές, ονομαζόμενες και αποστολές, σε ενιαίο λογαριασμό με τη μορφή χρεωπιστωτικών κονδυλίων, ώστε να οφείλεται μόνο το μέλλον να προκύψει κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, με συνέπεια το ότι κάθε τέτοια απαίτηση του ενός ή του άλλου μέρους από την καταχώρισή της στο λογαριασμό χάνει την αυτοτέλειά της, χωρίς μάλιστα να καθίσταται απαιτητή μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, και τούτο λόγω της συγχωνεύσεώς της με τις λοιπές καταχωρισμένες απαιτήσεις, καθώς και το ότι δανειστής θεωρείται εκείνο το συμβαλλόμενο μέρος υπέρ του οποίου προκύπτει το οριστικό πιστωτικό κατάλοιπο.

Έτσι, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εν λόγω συμβάσεως είναι η παροχή της πιστώσεως και ο ανοικτός λογαριασμός (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1081/2015, ΑΠ 1790/2008, ΑΠ 1458/2006). Στη σύμβαση αυτή, η οποία διέπεται από τους όρους τους οποίους τα μέρη συμφώνησαν (άρθρ. 361 ΑΚ), τις διατάξεις περί δανείου (άρθρα 806 επ. ΑΚ), οι οποίες έχουν ευθεία εφαρμογή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 35 εδ.

α`, 47, 48 εδ. δ`, 64, 65 και 66 του ΝΔ 17.7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 112 του ΕΙΣΝΑΚ, γεννώνται υποχρεώσεις σε βάρος αμφοτέρων των συμβαλλομένων και δη σε βάρος μεν του δανείζοντος η υποχρέωση προς παροχή του δανείσματος, σε βάρος δε του δανειζομένου η υποχρέωση προς απόδοση αυτού, η οποία, όμως, τελεί υπό την αναβλητική (νομική) αίρεση της δόσεως τούτου υπό του δανείζοντος.

Το ζεύγμα όμως αυτών των υποχρεώσεων, παρά την αντιστοιχία και αμοιβαιότητα τους, δεν μπορεί να αποτελεί τις δύο παροχές (παροχή και αντιπαροχή) αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, γιατί δεν συνυπάρχουν. Η δεύτερη (υποχρέωση απόδοσης του δανείου) γεννιέται με τη δόση του δανείου, που συνιστά εκπλήρωση και άρα επιφέρει απόσβεση της πρώτης (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1081/2015).

Για να θεωρηθεί, όμως, καταρτισμένη η σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, ειδικότερα αν πρόκειται για σύμβαση μεταξύ τράπεζας και φυσικού ή νομικού προσώπου, πρέπει, εκτός από το ύψος του δανειζόμενου ποσού, να συμφωνηθεί ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής του ποσού από την τράπεζα, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται η χρήση της πίστωσης από τον πιστούχο (πράξεις παραχώρησης πίστωσης), ο τρόπος και ο χρόνος αποπληρωμής, το ύψος του οφειλομένου επιτοκίου και τα επιμέρους δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 878/2011, ΑΠ 1734/2009).

Επομένως, η κατά το άρθρο 361 ΑΚ ελευθερία των συμβάσεων αναδεικνύεται ως η κύρια νομική βάση της προαναφερόμενης σύμβασης, η λειτουργία της οποίας συμφωνείται για ορισμένο ή, συνήθως, για αόριστο χρόνο. Στο πλαίσιο αυτό, η πίστωση μπορεί να συνίσταται είτε στην παροχή αυτουσίων χρημάτων (δάνειο) ή την εξόφληση από την Τράπεζα υποχρεώσεων του πιστούχου προς τρίτους ή προς την ίδια την Τράπεζα (άμεση πίστωση) είτε στην εκ μέρους της τράπεζας παροχή ή διάθεση υπέρ του πιστούχου πίστης (έμμεση πίστωση), όπως είναι η παροχή από την τράπεζα εγγυήσεων ή εγγυοδοσιών υπέρ του πιστούχου προς τρίτους, η αποδοχή εκ μέρους της τράπεζα συναλλαγματικών εις διαταγήν του πιστούχου κλπ, με τις οποίες ενισχύεται η φερεγγυότητα αυτού έναντι των τρίτων.

Εξάλλου, στη σύμβαση μπορεί να προβλέπεται η δυνατότητα πολλαπλών εκ μέρους της τράπεζας χορηγήσεων και πολλαπλών εκ μέρους του πιστούχου καταβολών, δηλαδή να υπάρχει δυνατότητα επαναχορηγήσεων, ώστε η πίστωση να ανακυκλώνεται. Μπορεί, επίσης, να έχει συμφωνηθεί ότι για εκάστη χορήγηση της πίστωσης θα γίνεται ιδιαίτερη συμφωνία των συμβαλλομένων και να ορίζεται συγκεκριμένος χρόνος επιστροφής ή εξόφλησης του χορηγούμενου ποσού.

Κατά κανόνα, το άνοιγμα και μόνον της πίστωσης δίνει τη δυνατότητα στον πιστούχο να προσφύγει στη χρήση της πίστωσης για να αντλήσει αμέσως, εάν και όταν χρειαστεί, το απολύτως αναγκαίο γι` αυτόν ποσό, η καταβολή του οποίου τελεί υπό την αναβλητική εξουσιαστική αίρεση αυτού (πιστούχου), υποβάλλοντας απλή αίτηση προς την τράπεζα, για την οποία δεν ακολουθούνται οι χρονοβόρες διαδικασίες έγκρισης των χορηγήσεων για κάθε μεμονωμένο πιστωτικό αίτημα, αφού οι διαδικασίες αυτές ακολουθήθηκαν κατά το άνοιγμα της πίστωσης, σε κάθε δε περίπτωση η έγκριση της τράπεζας είναι τυπική.

Ωστόσο, και στην περίπτωση αυτή, μπορούν να τεθούν στη σύμβαση πίστωσης επί πλέον όροι και προϋποθέσεις χρήσης της ανοιγείσας πίστωσης από τον πιστούχο. Όμως, ουδόλως αποκλείεται η πίστωση να έχει, ουσιαστικά, το χαρακτήρα σύμβασης πλαισίου, χωρίς να προβλέπονται συμφωνίες που αφορούν τις μορφές χορηγήσεων (κεφάλαιο κίνησης, πάγιες εγκαταστάσεις κλπ), το ύψος του επιτοκίου κλπ, οπότε τα στοιχεία αυτά καθορίζονται στη συνέχεια με πρόσθετες συμφωνίες (πράξεις), με δυνατότητα της τράπεζας, στην περίπτωση αυτή, να εγκρίνει ή να απορρίπτει τη σχετική αίτηση του πιστούχου ή, συνήθως, να εγκρίνει αυτή με τροποποιήσεις.

Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η σύμβαση πλαίσιο αποτελεί την αιτία επί μέρους πιστωτικών συμβάσεων, η δε έγκριση της τράπεζας αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο, καθόσον συνιστά απαραίτητο στοιχείο για την ολοκλήρωση της πρόσθετης πράξης, η οποία αποτελεί συμπλήρωμα της αρχικής σύμβασης που καλύπτει τη συγκεκριμένη χορήγηση.

Κατά συνέπεια, πέραν των πιο πάνω αναφερομένων γενικών αρχών, που πρέπει να περιέχονται στη σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό, οι ειδικότερες συμφωνίες που τίθενται σε αυτή από τους συμβαλλομένους είναι εκείνες που καθορίζουν, κατά τα λοιπά, το περιεχόμενο και τη μορφή της εν λόγω σύμβασης, καθώς και τον τρόπο και το χρόνο καταβολής της πίστωσης από την τράπεζα, και, συνακόλουθα, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις που αφορούν την επιλεγείσα συμβατική μορφή (ΑΠ 917/2020).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.

Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.

Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα, αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 28/2017).

Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωσή σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 28/2017). Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 914/2020) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 928/2014).

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής, που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.

Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, τυχόν κατάλοιπο.

Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.

Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί, δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019).

Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1491/2018).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω , κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 914/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας την από 17/10/2017 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης και κατά της 6812/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κάνει δεκτή την από 25/4/2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε τη διάρρηξη ως καταδολιευτικών απαλλοτριώσεων ακινήτων του πρώτου αναιρεσείοντος οφειλέτη της, στις οποίες προέβη αυτός με συμβόλαια γονικής παροχής, που κατάρτισε με τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσειόντων, που είναι τέκνα του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της με αριθμό 1685/21-4-1998 σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε...

μεταξύ της ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." ως πιστώτριας και της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "..." ως πιστούχου, η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη πίστωση αρχικά ποσού ίσου με επτακόσιες τριάντα τρεις χιλιάδες εξακόσια εβδομήντα πέντε και εβδομήντα ένα ευρώ (733.675,71), με τους ειδικότερους στη σύμβαση όρους και συμφωνίες.

Την παραπάνω σύμβαση συνυπέγραψαν ως εγγυητές ......και ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσείων), ο οποίος ετύγχανε και νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρίας, ενεχόμενος εις ολόκληρον με την τελευταία ως αυτοφειλέτης απέναντι στην πιστώτρια τράπεζα, παραιτηθείς μάλιστα από την ένσταση διζήσεως και του δικαιώματος να προτείνει τις προβλεπόμενες στα άρθρα 850-869 του Α.Κ.

ενστάσεις, ενώ σε περίπτωση που η πιστούχος προέβαινε σε οιαδήποτε αναγνώριση του καταλοίπου του λογαριασμού της πίστωσης συμφωνήθηκε ότι η αναγνώριση αυτή θα δεσμεύει και τον ίδιο, υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή. Μάλιστα, στον υπ' αριθ. 21 όρο της ως άνω συμβάσεως ορίστηκε ότι εάν η πίστωση αυξομειωθεί ή τροποποιηθεί χωρίς τη σύμπραξη του εγγυητή, ο εγγυητής ευθύνεται σε κάθε περίπτωση για το ποσό της πίστωσης μέχρι του οποίου εγγυήθηκε, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων.

Προς εξυπηρέτηση της πίστωσης ανοίχθηκε και τηρήθηκε ο με αριθμό ... λογαριασμός, στον οποίο καταχωρίζονταν οι εκάστοτε χρεώσεις και πιστώσεις μεταξύ των άνω συμβαλλόμενων..... Το έτος 2006 και δυνάμει της από 17-5-2006 σύμβασης μεταβίβασης έννομης σχέσης, που καταρτίστηκε μεταξύ της ανωτέρω πιστώτριας Εμπορικής Τράπεζας και της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης)..., μεταβιβάστηκαν στην τελευταία όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από την παραπάνω σύμβαση παροχής πιστώσεως, την παραπάνω δε μεταβιβαστική σύμβαση, πέραν της πιστούχου, συνυπέγραψαν και οι εγγυητές, επαναλαμβάνοντας προς την αποκτώσα ενάγουσα την εγγύηση που είχαν παράσχει στη μεταβιβάζουσα Τράπεζα και αναγνωρίζοντας, αφενός ότι το χρεωστικό υπόλοιπο των λογαριασμών που τηρήθηκαν για την εξυπηρέτησή της ανερχόταν κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία στο ποσό των 159.232,55 ευρώ, αφετέρου την στο εξής λειτουργία της σύμβασης με πιστώτρια την ενάγουσα.

Κατόπιν της συμφωνίας αυτής, μεταξύ της πιστώτριας, της πιστούχου και των εγγυητών υπεγράφη η προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθ. 1685/1/17-5-2006 πρόσθετη πράξη, με την οποία αφ' ενός προσετέθη στη σύμβαση και τρίτος εγγυητής...., αφ' ετέρου δε συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η χρήση της πίστωσης γίνεται από την πιστούχο (ενδεικτικά) δι' απευθείας λήψεως χρημάτων, με υπογραφή σχετικών ενταλμάτων εκ μέρους της ή με απλή συμψηφιστική εγγραφή του ποσού στα βιβλία της τράπεζας ή, για ευκολία της, με χρήση του προσωπικού κωδικού αριθμού του λογαριασμού, με επιταγές που εκδίδει η πιστούχος επί της τράπεζας, με έγγραφη εντολή της για καταβολή σε τρίτους, με άνοιγμα ενεγγύων πιστώσεων, με προκαταβολή επί γραμματίων ή συναλλαγματικών ή επιταγών που έχουν την υπογραφή του ή φορτωτικών, με έκδοση εγγυητικών επιστολών ή με χορήγηση κάθε κατηγορίας και σκοπού χρηματοδοτήσεων ή δανείων (απλών, χρεωλυτικών, τοκοχρεωλυτικών) (βλ.

όρο 1.2 της ως άνω πρόσθετης πράξης). Εν συνεχεία, με την υπ' αριθ. 1685/2/17-5-2006 τροποποιητική πράξη το όριο της πίστωσης μειώθηκε στο ποσό των 200.000 ευρώ, με την υπ' αριθ. 1685/3/28-9-2012 τροποποιητική πράξη το παραπάνω όριο αυξήθηκε στο ποσό των 220.000 ευρώ, ενώ τέλος, με την υπ' αριθ. 1685/4/11-7-2013 τροποποιητική πράξη το όριο της πίστωσης αυξήθηκε στο ποσό των 440.000 ευρώ, τις παραπάνω δε τροποποιητικές πράξεις υπέγραψαν άπαντες οι εγγυητές, μεταξύ αυτών και ο πρώτος εναγόμενος.

Ακολούθως, επειδή η πιστούχος αντιμετώπιζε δυσκολία ως προς την εξόφληση των οφειλομένων, το δε χρεωστικό υπόλοιπο του με αριθμό ... λογαριασμού είχε ανέλθει περί την 11η-7-2013 στο ποσό των 229.678,37 ευρώ..., καταρτίστηκε μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων η υπ' αριθ. 1685/11-7-2013 πρόσθετη πράξη, η οποία έχει ως τίτλο "Χορήγηση Χρεολυτικού Δανείου στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό", δυνάμει της οποίας η ενάγουσα, κάνοντας χρήση του υπ' αριθ. 1.2 όρου της προαναφερθείσας υπ' αριθ. 1685/1/17-05-2006 πρόσθετης πράξης, που προέβλεπε ότι η χρήση της πίστωσης θα μπορούσε να γίνει από την πιστούχο, μεταξύ άλλων, και με χορήγηση κάθε κατηγορίας και σκοπού χρηματοδοτήσεων ή δανείων (απλών, χρεωλυτικών, τοκοχρεωλυτικών), χορήγησε στην πιστούχο χρεωλυτικό δάνειο ποσού 285.000 ευρώ, την παραπάνω δε σύμβαση συνυπέγραψε και ο πρώτος εναγόμενος, αφ' ενός ως νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου και αφ' ετέρου ως εγγυητής.

Εκ του ως άνω ποσού, που αυθημερόν εκταμιεύθηκε, ποσό 225.600 ευρώ μεταφέρθηκε στον με αριθμό ... αρχικό λογαριασμό, στον οποίο απέμεινε πλέον υπόλοιπο ύψους 4.078,33 ευρώ, ενώ προς εξυπηρέτηση της άνω πρόσθετης πράξης χορήγησης χρεωλυτικού δανείου τηρήθηκε άλλος λογαριασμός και δη ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός, προκειμένου να μην λαμβάνει χώρα ανατοκισμός των τόκων, προς όφελος δηλαδή της πιστούχου και των εγγυητών.

Με την παραπάνω πρόσθετη πράξη οι συμβαλλόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος των εναγομένων, συμφώνησαν και συναποδέχθηκαν επί λέξει τα εξής: "... Α.1. Η Τράπεζα με την υπ' αριθ. 1685 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε αυτή με τις υπ' αριθ. 1685/1, 1685/2, 1685/3 και 1685/4 πρόσθετες πράξεις και ισχύει σήμερα, χορήγησε στον Πιστούχο, υπό τους εκεί αναφερόμενους όρους και συμφωνίες, και με την εγγύηση των υπό τον αριθμό 3 συμβαλλομένων, πίστωση συνολικού ύψους τετρακοσίων σαράντα χιλιάδων (440.000,00) ευρώ. 2.

Μέσα στο πλαίσιο της παραπάνω σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η Τράπεζα συνομολογεί σήμερα με τον Πιστούχο τη χορήγηση σε αυτόν χρεολυτικού δανείου υπό τους ακόλουθους όρους ... Β.1. Το συνομολογούμενο με την παρούσα δάνειο χορηγείται από την Τράπεζα στον Πιστούχο στο πλαίσιο της αναφερόμενης υπό Α1 σύμβασης πίστωσης, υπό το συνολικό όριο που αυτή προβλέπει και καλύπτεται από το σύνολο των υφιστάμενων σε ασφάλεια της εμπραγμάτων και ενοχικών εξασφαλίσεων.

Όλοι οι όροι της υπό Α1 ανωτέρω αναφερόμενης σύμβασης πίστωσης, στο βαθμό που δεν αναιρούνται από τα ειδικώς δια της παρούσας συνομολογούμενα, εξακολουθούν να δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη και για το με την παρούσα χορηγούμενο τμήμα της πίστωση. 2. Το δυνάμει της παρούσας χορηγούμενο ποσό του δανείου, καθώς και οι έναντι αυτού καταβολές, τις οποίες ο πιστούχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει σύμφωνα με τα παρακάτω ειδικότερα αναφερόμενα, δεν θα καταχωρηθούν στον αλληλόχρεο λογαριασμό που τα μέρη τηρούν στο πλαίσιο και κατ' εφαρμογή της αναφερόμενης υπό A1 σύμβασης πίστωσης αλλά τηρούνται σε λογαριασμό δανείου ,στον οποίο θα εμφαίνεται το εκάστοτε οφειλόμενο κεφάλαιο και οι οφειλόμενοι τόκοι. 3.

Η τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα, σε περίπτωση που καθ' οιονδήποτε τρόπο και για οποιαδήποτε αιτία καταγγελθεί το δια της παρούσας πρόσθετης πράξης συνομολογούμενο δάνειο, να μεταφέρει στον τηρούμενο στα πλαίσια της αναφερόμενης υπό A1 σύμβασης πίστωσης αλληλόχρεο λογαριασμό και να καταχωρήσει σε αυτόν ως χρεωστικό κονδύλιo το κατά το χρόνο της καταγγελίας του παρόντος εκάστοτε οφειλόμενο ποσό και να κλείσει ταυτόχρονα οριστικά και τον/τους τηρούμενο/ους αλληλόχρεο/ους λογαριασμούς. 4.

Σε περίπτωση που ο Πιστούχος παραβεί οποιαδήποτε υποχρέωσή του, που απορρέει από την υπό στοιχ. A1 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις χρηματοδοτήσεις που έγιναν με βάση την εν λόγω σύμβαση, ο Πιστούχος και ο Εγγυητής αποδέχονται από τώρα ότι θα καταγγέλλεται και η παρούσα και θα καθίσταται άμεσα ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κάθε ποσό οφειλόμενο από αυτήν, της τράπεζας δικαιούμενης να ασκήσει τα δικαιώματά της όπως προβλέπονται αμέσως παραπάνω (υπό Β3) ...".

Εκ των ως άνω συμφωνηθέντων προκύπτει με σαφήνεια ότι η πίστωση είναι μία και δη η συμφωνηθείσα δυνάμει της αρχικής με αριθμό 1685/21-4-1998 συμβάσεως και ότι στο πλαίσιο δυνατότητας χρήσης της πίστωσης με χορήγηση δανείου, κατά τα ρητώς προβλεφθέντα στον υπ' αριθ. 1.2 όρο της ως άνω υπ' αριθ. 1685/1/17-05-2006 πρόσθετης πράξης, οι συμβαλλόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εναγόμενος, συμφώνησαν στη χορήγηση του ως άνω χρεωλυτικού δανείου ποσού 285.000 ευρώ, απορριπτομένου ως ουσία αβασίμου του ισχυρισμού των εναγομένων ότι δήθεν η συμβατική σχέση της 11ης-7-2013 αποτελεί αυτοτελή δανειστική σύμβαση και όχι πρόσθετη πράξη της ως άνω αρχικώς συναφθείσης σύμβασης παροχής πιστώσεως.

Το γεγονός ότι για την ως άνω πρόσθετη πράξη τηρήθηκε χωριστός λογαριασμός, ουδόλως αναιρεί τον χαρακτήρα της χορήγησης του εν λόγω δανείου ως γενομένης στο πλαίσιο λειτουργίας της σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, λαμβανομένου υπόψη ότι στη σχετική πρόσθετη πράξη συμφωνήθηκε επιπλέον η δυνατότητα της ενάγουσας Τράπεζας να μεταφέρει το εκάστοτε οφειλόμενο ποσό στον τηρούμενο, στα πλαίσια της σύμβασης του αλληλόχρεου, λογαριασμό (βλ.

τον προαναφερθέντα υπ' αριθ. Β3 όρο της πρόσθετης πράξης), συμφωνία, η οποία συνάδει απόλυτα με τους 12.1 και 12.3 όρους της αρχικής υπ' αριθ. 1685/21-4-1998 σύμβασης πιστώσεως, που προέβλεπαν τη δυνατότητα της ενάγουσας Τράπεζας να φέρει σε χρέωση του λογαριασμού της πίστωσης κάθε απαίτησή της από οποιαδήποτε αιτία, ακόμη και από δάνεια και πιστωτικές χορηγήσεις προς την πιστούχο κάθε είδους, καθώς και να συνενώνει περισσότερους λογαριασμούς και να μεταφέρει κονδύλια από τον ένα λογαριασμό στον άλλο, σύμφωνα με τις λογιστικές της αντιλήψεις.

Επομένως, εξ όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται, ότι το εκταμιευθέν την 11-7-2013 δάνειο, ύψους 285.000 ευρώ, χορηγήθηκε στην πιστούχο στο πλαίσιο της λειτουργίας και χρήσης της αρχικώς παρασχεθείσας πίστωσης και δεν αποτελεί αυτοτελή σύμβαση χρεολυτικού δανείου, η δε εκ της ως άνω υπ' αριθ. 1685/11-7-2013 πρόσθετης πράξης απαίτηση συνιστά απαίτηση εκ του αλληλόχρεου λογαριασμού, απορριπτομένου ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, μετά τη γενομένη στις 31-12-2012 αναγνώριση, εκ μέρους της πιστούχου, του χρεωστικού υπολοίπου του υπ' αριθ. ... λογαριασμού εξ ευρώ 218.774,71, καθώς και την πίστωση στις 11-7-2013 ποσού 225.600 ευρώ, ο εν λόγω λογαριασμός λειτούργησε μέχρι την 4-4-2016, οπότε και εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 6.606,52 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από την ενάγουσα αποσπάσματα των τηρουμένων με μηχανογραφικό σύστημα εμπορικών της βιβλίων.

Ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός λειτούργησε από την 11-7-2013, ημεροχρονολογία εκταμίευσης του προαναφερθέντος δανείου, ποσού 285.000 ευρώ, έως την 4-4-2016, οπότε και εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 335.054,80 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από την ενάγουσα αποσπάσματα των τηρουμένων με μηχανογραφικό σύστημα εμπορικών της βιβλίων.

Αμφότεροι οι ανωτέρω λογαριασμοί έκλεισαν οριστικώς στις 30-8-2016, λόγω μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων της πιστούχου, το δε συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο του δευτέρου λογαριασμού, ύψους 348.307,20 ευρώ μεταφέρθηκε αυθημερόν στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου εξ ευρώ 358.233,93 μεταφέρθηκε μετά το οριστικό κλείσιμο αυτού την 30-8-2016 στον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Ακολούθως, την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (30-8-2016), η ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση πιστώσεως, τη δε καταγγελία αυτή και το χρεωστικό υπόλοιπο των κλεισθέντων λογαριασμών κοινοποίησε στις 31-8-2016 με την από 30-8-2016 εξώδικη επιστολή της στην πιστούχο και σε άπαντες τους εγγυητές, μεταξύ αυτών και στον πρώτο των εναγομένων, με την οποία τους κάλεσε να εξοφλήσουν άμεσα το ποσό των 358.233,93 ευρώ εντόκως μέχρις εξοφλήσεως ...".

Ακολούθως το Εφετείο, με έτερες παραδοχές που δεν πλήττονται με την αίτηση αναίρεσης, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είχε και άλλη απαίτηση, ποσού 28.796,79 ευρώ, κατά του πρώτου αναιρεσείοντος από την 245/11-4-2003 πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ότι ο πρώτος αναιρεσείων, αν και γνώριζε την ύπαρξη των απαιτήσεων αυτών και ότι με τις κατωτέρω απαλλοτριώσεις που έκανε, η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκούσε για την ικανοποίηση των ανωτέρω απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης, ενεργώντας με σκοπό βλάβης της αναιρεσίβλητης, με τα ..., ...

και ... συμβόλαια γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Λιαδάκη, που καταχωρήθηκαν νόμιμα στα οικεία Κτηματολογικά Γραφεία, μεταβίβασε κατά κυριότητα και κατ' ισομοιρίαν στον δεύτερο και στην τρίτη των εναγομένων - ήδη δεύτερο και τρίτη των αναιρεσειόντων - που είναι τέκνα του, αντιστοίχως 4 αγροτικά ακίνητα στην … συνολικής αξίας 150.000 ευρώ, 3 αστικά ακίνητα εντός της πόλης της …συνολικής αξίας 250.000 ευρώ και ένα αγροτικό ακίνητο στη …αξίας 18.000 ευρώ, όπως τα ακίνητα αυτά περιγράφονται αναλυτικά στην απόφαση, και ότι η διάρρηξη των δύο πρώτων απαλλοτριώσεων που αφορούν στα 7 ακίνητα που βρίσκονται στην …και στην … αρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης και τελικά αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ,με την οποία είχε γίνει καθ' ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή και είχε απαγγελθεί η διάρρηξη όλων των απαλλοτριώσεων, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και απήγγειλε τη διάρρηξη ως καταδολιευτικών των απαλλοτριώσεων που έγιναν με τα πρώτα δύο εκ των ανωτέρω συμβολαίων γονικής παροχής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 806, 807, 361, 874, 939, 943 Α.Κ., 660, 668 ΕΝ, 112 Εισ.Ν.ΑΚ και 47, 64-67 Ν.Δ. 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", και δεν παραβίασε αυτές ως προ το νομικό χαρακτηρισμό της από 11-7-2013 πρόσθετης πράξης χορήγησης χρεωλυτικού δανείου και το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης από το εν λόγω δάνειο, καθόσον τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ως προς το περιεχόμενο των συμβάσεων πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και δανείου, δικαιολογούν την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, με βάση τους όρους των συμβάσεων αυτών, η σύμβαση δανείου δεν αποτελούσε αυτοτελή σύμβαση, διακριτή από τη συναφθείσα το έτος 1998 και καταγγελθείσα στις 30-8-2016 σύμβαση πίστωσης, αλλά επρόκειτο για σύμβαση προβλεπόμενη στην αρχική σύμβαση πίστωσης ως τρόπος χρήσης της χορηγηθείσας πίστωσης και απολύτως ενταγμένη στο πλαίσιο λειτουργίας αυτής, συναφθείσα με σκοπό το ποσό της πίστωσης να χορηγηθεί με χρεωλυτικό δάνειο, ώστε επ' ωφελεία της πιστούχου εταιρείας και των εγγυητών να μη γίνεται ανατοκισμός των τόκων, ενώ ρυθμίστηκαν και οι προϋποθέσεις μεταφοράς του υπολοίπου του δανείου στις 11-7-2013, στον λογαριασμό της πίστωσης, και συνεπώς η απαίτηση της αναιρεσίβλητης από το δάνειο δεν γεννήθηκε με τη σύναψη του δανείου αλλά αποτελεί απαίτηση από τη σύμβαση πίστωσης, τα παραγωγικά περιστατικά της οποίας είχαν συντελεστεί κατά το χρόνο των ένδικων απαλλοτριώσεων.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, ότι δηλαδή το εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων δέχθηκε ότι η από 11/7/2013 σύμβαση χορήγησης δανείου χορηγήθηκε στο πλαίσιο της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και δεν έχει αυτοτέλεια, ενώ, έπρεπε να δεχθεί ότι η σύμβαση δανείου αποτελεί αυτοτελή και ξεχωριστή σύμβαση από τη σύμβαση πίστωσης και συνεπώς η εξ αυτής απαίτηση ποσού 335.054,80 ευρώ δεν είχε γεννηθεί, όταν συνήφθησαν τα τρία επίδικα συμβόλαια γονικής παροχής, και δεν πρέπει να συνυπολογισθεί στις απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης, με βάση τις οποίες ζητείται η διάρρηξη, είναι αβάσιμος.

Με το ίδιο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, επίσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ίδιες ανωτέρω διατάξεις και έτσι έκρινε ότι η μεταφορά του χρεωστικού υπολοίπου από τη σύμβαση δανείου στον λογαριασμό της πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μπορούσε να γίνει οποτεδήποτε χωρίς την τήρηση των συμβατικών όρων της σύμβασης δανείου, δηλαδή την καταγγελία αυτής ώστε να καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση από το δάνειο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, το Εφετείο δέχθηκε ότι η προβλεπόμενη αυτή καταγγελία της σύμβασης δανείου, για τη μεταφορά του χρεωστικού υπολοίπου αυτής στον λογαριασμό της πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, αφορούσε στο χρονικό διάστημα λειτουργίας της σύμβασης πίστωσης και όχι μετά την καταγγελία αυτής.

Περαιτέρω, το εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, αναφορικά με το ζήτημα του ληξιπροθέσμου, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, της απαίτησης ποσού 335.054,80 ευρώ της αναιρεσίβλητης από τη σύμβαση δανείου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το Εφετείο διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση τις σαφείς παραδοχές α) ότι η πίστωση ήταν μία και δη η συμφωνηθείσα δυνάμει της αρχικής συμβάσεως και ότι στο πλαίσιο δυνατότητας χρήσης της πίστωσης με τη χορήγηση δανείου, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν στη χορήγηση του χρεωλυτικού δανείου, συμφωνώντας επιπλέον στη δυνατότητα της αναιρεσίβλητης να μεταφέρει το εκάστοτε οφειλόμενο ποσό στον τηρούμενο, στο πλαίσιο της σύμβασης του αλληλόχρεου, λογαριασμό, β) ότι η σύμβαση χρεωλυτικού δανείου δεν αποτελούσε αυτοτελή σύμβαση και η απορρέουσα από αυτή απαίτηση συνιστούσε απαίτηση από τον αλληλόχρεο λογαριασμό και γ) ότι λόγω μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων της πιστούχου αμφότεροι οι λογαριασμοί έκλεισαν οριστικώς στις 30-8-2016, οπότε το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο του δευτέρου λογαριασμού μεταφέρθηκε αυθημερόν στον λογαριασμό της πίστωσης, και ότι την ίδια μέρα η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση πιστώσεως, σαφώς δέχεται ότι η καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε πριν τη συζήτηση της αγωγής, στις 30/8/2016, περιλαμβάνει και την εξαρτώμενη από αυτήν σύμβαση δανείου, αιτιολογώντας έτσι επαρκώς το ληξιπρόθεσμο της ένδικης απαίτησης κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς το ως άνω ζήτημα, καθόσον, ενώ δέχεται ότι για τη μεταφορά του χρεωστικού υπολοίπου από τη σύμβαση δανείου στον λογαριασμό της πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό προβλεπόταν η προηγούμενη καταγγελία της σύμβασης δανείου, ακολούθως δέχεται ότι στις 30/8/2016 έγινε η μεταφορά του υπολοίπου αυτού χωρίς να αναφέρει εάν καταγγέλθηκε η σύμβαση δανείου, ώστε να καταστεί ληξιπρόθεσμη και η απαίτηση από αυτό, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα τόσο πρωτοδίκως όσο και με την έφεση ουσιώδη ισχυρισμό τους, με τον οποίο αρνούντο αιτιολογημένα ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης ποσού 335.054,80 ευρώ είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά την άσκηση της αγωγής και έτσι έκανε δεκτή ως βάσιμη την αγωγή για το συνολικό ποσό των ενδίκων απαιτήσεων και συνακόλουθα απήγγειλε τη διάρρηξη των συμβάσεων παρά την επάρκεια, κατά τις παραδοχές της απόφασης, του υπολοίπου της περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντος.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί ο ανωτέρω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, όπως και οι ίδιοι άλλωστε αναφέρουν, δεν είναι πραγματικός ισχυρισμός αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ως προς το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο ερεύνησε και τον ισχυρισμό αυτό των αναιρεσειόντων, τον οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 10-12-2019 αίτηση 1) Π. Ζ., 2) Ν. Ζ. και 3) Έ. Ζ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1347/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο. Και -

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ