Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment rejecting loan contract claim as illegal and vague.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a frozen vegetables company against a Lamia Court of Appeal judgment that rejected its loan contract lawsuit. The appellant argued the lower court erred by refusing to examine evidence and by leaving a claim for moral damages undecided, while the bank contended the suit was legally flawed. The court ruled that since the second-instance court rejected the entire claim as illegal and vague, it could not have left the moral damages claim undecided, rendering the appeal grounds inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, Art. 806 A.C.; An appeal based on the claim that a second-instance court rejected a lawsuit as illegal when it should have been legal is admissible, but if the court rejected the entire claim including specific sub-claims, it cannot be said to have left those sub-claims undecided.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 878 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 878/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΑ ΛΑΧΑΝΙΚΑ ΛΟΚΡΙΔΟΣ - Γ. Χ. ΚΑΙ ΥΙΟΙ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία εδρεύει στο Κόμμα Λαμίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάρι Αναστασάκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Σεπτεμβρίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/1997 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 64/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Απριλίου 2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωκε την προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφτηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί νόμιμη, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 28/1998).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, "Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι για τη σύναψη της σύμβασης του δανείου απαιτείται να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση, κατά τους όρους των άρθρων 185-195 ΑΚ και μεταβίβαση της κυριότητας του δανειζομένου πράγματος από το δανειστή στον οφειλέτη (βλ.
ΑΠ 1484/2004, ΑΠ 1598/2003). Η σύμβαση ανοίγματος πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό είναι σύμβαση δανείου, η οποία υφίσταται, όταν ο ένας από τους συμβαλλομένους υποχρεούται να θέσει στη διάθεση του άλλου ορισμένη πίστωση (δάνειο) και ο άλλος, δηλαδή ο πιστούχος, μπορεί να κάνει χρήση, εν όλω ή εν μέρει, έχει δε υποχρέωση να επιστρέψει το δανεισθέν ποσό κατά τους όρους που συμφωνήθηκαν ως προς τον χρόνο και τρόπο εξόφλησης, ύψος επιτοκίου κλπ.
Η άνω σύμβαση διέπεται από τους όρους, τους οποίους τα μέρη συμφώνησαν, τις διατάξεις περί δανείου (άρθρα 806 επ. ΑΚ), οι οποίες έχουν ευθεία εφαρμογή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 35 εδ. α', 47, 48 εδ. δ", 64, 65 και 66 του ΝΔ 17.7/13-8-1923."Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 112 του ΕισΝΑΚ. Κατ" άλλη άποψη, η παραπάνω σύμβαση καταρτίζεται μόνο με συμφωνία των μερών, χωρίς να απαιτείται παράδοση.
Αλλά και στην περίπτωση αυτή, για να θεωρηθεί καταρτισμένη η σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, ειδικότερα αν πρόκειται για σύμβαση μεταξύ τράπεζας και φυσικού ή νομικού προσώπου, πρέπει, εκτός από το ύψος του δανειζόμενου ποσού, να συμφωνηθεί ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής του ποσού από την τράπεζα, ο τρόπος και ο χρόνος αποπληρωμής, το ύψος του οφειλομένου επιτοκίου και τα επιμέρους δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων.
Εν συνεχεία, από τις διατάξεις των άρθρων 197, 198 ΑΚ, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 919 του ίδιου κώδικα, συνάγονται τα εξής: Η καθιερούμενη με τις διατάξεις αυτές ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως έχει εφαρμογή και στην περίπτωση ματαίωσης της συμβάσεως, έστω και σε χρόνο κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν ολοκληρωθεί και δεν υπολείπεται παρά η τυπική υπογραφή της συμβάσεως, περί της οποίας έχουν δοθεί σαφείς βεβαιώσεις, ότι πρέπει να θεωρείται βέβαιη.
Εκείνος, που, με συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ματαίωσε τη σύναψη της συμβάσεως, είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει το άλλο μέρος, για τη ζημία που προέρχεται από το γεγονός, ότι αυτός πίστευε ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν. Ως ζημία, δηλαδή, νοείται το αρνητικό της συμβάσεως διαφέρον, ήτοι κάθε ζημία, θετική ή και διαφυγόν κέρδος, που συναρτάται προς το ότι το έτερο μέρος υποβλήθηκε σε δαπάνες ή ματαίωσε άλλη ευκαιρία εξαιτίας της πεποίθησης του ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν, όχι δε το διαφέρον από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης, δηλαδή ζημία θετική ή αποθετική που οφείλεται στο ότι δεν εκπληρώθηκε η σύμβαση, αφού τέτοιο διαφέρον προϋποθέτει ότι η σύμβαση έχει συναφθεί (βλ.
Α.Π. 1734/2009, ΑΠ 1678/2001, ΑΠ 752/2000, ΑΠ 1346/2000, ΑΠ 309/1996, ΑΠ 764/1996). Εξάλλου, κατά το αρθρ. 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με αυτές των άρθρων 147 εδ. α', 149 εδ. α', 178, 298, 361, 806 και 807, 932 εδ. α' ΑΚ, συνάγονται τα εξής:
Τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή χρηστά ήθη αποτελούν αόριστη νομική έννοια, για τη συγκεκριμενοποίηση της οποίας κριτήρια είναι οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, για την κρίση δε της υπάρξεως ή μη υπάρξεως αντιθέσεως της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη εκτιμάται όχι μεμονωμένο στοιχείο, όπως το αίτιο ή ο σκοπός του δράστη, αλλά το σύνολο των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά.
Βάσει τούτων, η εκ μέρους τραπεζικού οργανισμού υπόσχεση προς οφειλέτη του περί συμβατικής χρηματοδότησης του και η εκ της υποσχέσεως αυτής παραπλάνηση αυτού, αν η υπόσχεση έχει ορισμένο περιεχόμενο, όπως αναφορά του χρονικού διαστήματος μέσα στο οποίο θα δίνονταν τα δάνεια, των ποσών που θα δανείζονταν, του χρόνου δόσεως και αποδόσεως των δανείων και των επιτοκίων, στοιχειοθετεί κατ' αρχήν συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, η οποία ιδρύει ευθύνη του τραπεζικού οργανισμού προς περιουσιακή αποζημίωση, καθώς και προς χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που του προξένησε η συμπεριφορά εκείνου (Α.Π. 1734/2009, Α.Π. 1346/2000).
Σημειωτέον δε, ότι υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται κάποια σύμβαση, μπορεί, πέραν από την αξίωση από τη σύμβαση, να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ. (Ολ. ΑΠ. 967/1973). Σε μια τέτοια περίπτωση υπάρχει συρροή νομίμων βάσεων, μεταξύ συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει δικαίωμα να στηρίξει την αξίωση του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση, είτε στην αδικοπραξία, είτε επιβοηθητικά και στις δύο (Α.Π. 555/1999).
Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια, είτε σε παράλειψη. Το τελευταίο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενεργεία, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 και 919 ΑΚ (ΑΠ 1346/2000, σχετ.
ΑΠ 821/2004, ΑΠ 1515/2001, ΑΠ 1045/2000). Τέλος ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ο ενάγων ή ο ενιστάμενος επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και της ποσοτικής αοριστίας που υπάρχει όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα.
Με βάση τη διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. λόγο (Ολ. ΑΠ 18/1998), ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία με τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δικ.
Στη περίπτωση, που ερευνάται, με την από 30.9.1997 (αρ. κατ. 2734/ ΤΟ 263/ 1997 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 64/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, κατά προσήκουσα εκτίμηση του δικογράφου η αναιρεσείουσα εκθέτει, ότι τον Σεπτέμβριο 1992 συμφώνησε με τον εκπροσωπούντα την εναγομένη, και ήδη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος", Διευθυντή του Καταστήματος της Λαμίας, να της χορηγηθεί α) μακροπρόθεσμο δάνειο 237.000.000 δρχ, β) βραχυπρόθεσμο δάνειο 80.000.000 δρχ, και γ) μέρους 80.000.000 δρχ του δανείου για κεφάλαιο κινήσεως, προκειμένου να κατασκευασθεί από την αναιρεσείουσα σύγχρονο εργοστάσιο καταψύξεως και τυποποιήσεως λαχανικών στο Κόμμα Φθιώτιδας, για την ανέγερση του οποίου η ίδια (αναιρεσείουσα) θα διέθετε 200.000.000 δρχ, ότι, μετά την διενέργεια των σχετικών διαπραγματεύσεων και μετά τις διαβεβαιώσεις των εκπροσώπων της εναγομένης στη Λαμία ότι θα της χορηγήσουν τα αιτηθέντα δάνεια, υπέβαλε τον Νοέμβριο 1992 τυπικό αίτημα χορηγήσεως δανείου, για το συνολικό ποσό των 680.000.000 δρχ, το οποίο διαβιβάσθηκε προς έγκριση στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης, ότι μετά από αυτά η αναιρεσείουσα προέβη, πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις της εναγομένης για την εντός μηνός χορήγηση του δανείου, στην έναρξη των εργασιών κατασκευής του εργοστασίου της, πλην όμως μέχρι τα τέλη Μαΐου 1993 το αίτημα αυτής για τη παροχή του δανείου παρέμενε εκκρεμές, ότι στις 31.5.1993 υπέβαλε, μετά από υπόδειξη των υπαλλήλων της εναγομένης, νέα αίτηση μόνο για τη χορήγηση του μακροπρόθεσμου δανείου των 237.000.000 δρχ, για τη χορήγηση του οποίου υπογράφηκε μετά τρίμηνο η από 20.8.1993 σύμβαση δανείου, σε χρόνο κατά τον οποίο το κόστος του έργου είχε αυξηθεί, λόγω συναλλαγματικών διαφορών, κατά 38.000.000 δρχ., ότι με ανάλογες (αδικαιολόγητες) καθυστερήσεις υπεγράφησαν οι συμβάσεις για τη χορήγηση του δανείου έναντι της επιχορηγήσεως του δανείου στις 30.9.1993 ποσού 237.000.000 δρχ και στις 14.12.1993 ποσού 118.000.000 δρχ, ότι ακόμη και μετά την υπογραφή των ως άνω συμβάσεων των δανείων η εναγομένη καθυστερούσε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της για την σταδιακή καταβολή των δόσεων των δανείων ανάλογα με την πρόοδο του έργου, αποδίδουσα μικροποσά ουσιωδώς υπολειπόμενα της αξίας του μέχρις εκάστης καταβολής εκτελεστέου έργου, μέχρι την τελευταία δόση που καταβλήθηκε στην αναιρεσείουσα στις 25.8.1994.
Αποτέλεσμα της άνω συμπεριφοράς της εναγομένης, που ήταν αντίθετη στην καλή πίστη, στα συναλλακτικά και χρηστά ήθη, αφού της στέρησε το συμφωνηθέν ποσό χρηματοδότησης, ήταν να απολέσει κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, το ποσό των 2.600.000 δρχ, το οποίο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε εκ της πωλήσεως των παραγομένων απ' αυτήν προϊόντων, εάν είχε γίνει εγκαίρως η έναρξη λειτουργίας του εργοστασίου της και της είχε χορηγηθεί το δάνειο κινήσεως για την αγορά πρώτων υλών, κατά το μετά την 1.7.1996 χρονικό διάστημα.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζητεί, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει, εκτός των άλλων, το ως άνω ποσό των 2.600.000 δρχ. Με το, ως άνω, περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, η οποία περιέχει σωρευτικά βάσεις περί ευθύνης από διαπραγματεύσεις και περί ευθύνης από αδικοπραξία, είναι απορριπτέα ως προς μεν την κυρία αυτής βάση της ευθύνης από διαπραγματεύσεις, ως μη νόμιμη, καθ' όσον, ακόμη και αν γίνει δεκτό, ότι τα ως άνω κονδύλια συνδέονται αιτιωδώς με την προαναφερόμενη επιλήψιμη συμπεριφορά της εναγομένης κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, η επιδιωκόμενη με αυτά αποζημίωση, δεν συνιστά αρνητικό διαφέρον, το οποίο και μόνο δικαιούται να αξιώσει η ενάγουσα, αλλά διαφέρον από τη μη εκπλήρωση της περί χρηματοδοτήσεως συμβάσεως, που τελικά αφορούσαν οι διαπραγματεύσεις, το οποίο (διαφέρον της μη εκπληρώσεως) δεν δικαιούται σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, ως προς δε την επικουρική αυτής βάση περί ευθύνης από αδικοπραξία, ως απαράδεκτη, συνεπεία της αοριστίας της, καθ' όσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο τελευταίο μέρος της μείζονος σκέψης, η χρηματοδότηση, σύμφωνα με όσα εκτίθενται, δεν είχε προσλάβει συγκεκριμένο περιεχόμενο, δεδομένου ότι, εκτός από το ύψος του ποσού, δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο ο χρόνος και ο τρόπος δανειοδότησης, ο τρόπος και ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου, το ύψος του οφειλομένου επιτοκίου.
Περαιτέρω απορριπτέο, ως απαράδεκτο, λόγω της αοριστίας του είναι και το αίτημα της αγωγής, για την καταβολή αποζημιώσεως, ως προς την εμπρόθεσμη εκταμίευση των δόσεων των εγκριθέντων δανείων, καθ' όσον η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής τον συγκεκριμένο χρόνο εκταμίευσης εκάστης δόσεως του δανείου, τα 'μικροποσά' που καταβλήθηκαν, σε συνάρτηση με την πρόοδο του έργου, τα οποία και υπελείποντο, κατά τους ισχυρισμούς της, ουσιωδώς των δόσεων που έπρεπε να καταβληθούν, αλλά ούτε και ότι όχλησε την εναγομένη για την καταβολή των οφειλομένων δόσεων των δανείων, για είναι δυνατόν να κριθεί εάν η τελευταία περιήλθε σε υπερημερία, ώστε η αναιρεσείουσα ως δανειζόμενη να δικαιούται αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 806 επ., 343, 345, 380 και 383 επ.
Α. Κ. Επομένως, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε σε όμοια κρίση, ορθά έκρινε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από την αναιρεσείουσα με τους πρώτο, τέταρτο και έβδομο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της υπό κρίση αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα.
Αλλά και, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσπαθεί να θεμελιώσει πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ότι δηλαδή, το Εφετείο έκρινε εσφαλμένως ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία η ενάγουσα ζήτησε την καταβολή αποζημιώσεως, συνεπεία της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, λόγω της μη καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως δανείου, την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη ανέλαβαν την υποχρέωση να καταρτίσουν τον Νοέμβριο του 1992, οπότε και έγινε δεκτό το σχετικό αίτημα της αναιρεσείουσας για την προέγκριση του δανείου, από τα περιφερειακά όργανα της αναιρεσίβλητης, τα οποία μετά από αυτά το διαβίβασαν στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης για τη λήψη αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δεν καταρτίσθηκε προσύμφωνο, αφού η αποδοχή της προτάσεως της αναιρεσείουσας και η έγκριση του δανείου έπρεπε να γίνει, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, αποκλειστικά από τα κεντρικά όργανα της αναιρεσίβλητης, ουδεμία δε δέσμευση ήταν δυνατόν να αναληφθεί, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, για τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως από τα περιφερειακά όργανα αυτής.
II). Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας πρότασης της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 44/1990, Α.Π. 101/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη.
Συνεπώς ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αιτήσεως από το άρθρο 559 αρθ. 19 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίσθηκε σύμβαση προσυμφώνου δανείου, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
III). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται ή λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή το μεν ως μη νόμιμη, το δε ως αόριστη, όπως στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του. Γι' αυτό ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα προσαχθέντα ενώπιον του και επικληθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (Α.Π 3/1997 - Ολ-).
V). Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται και στις περιπτώσεις που το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή άφησε αίτηση αδίκαστη, όχι όμως και όταν από το διατακτικό σε συνδυασμό προς το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας, όπως είναι η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολο της (Α.Π. 1431/2004, Α.Π. 1402/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστη την αίτηση για επιδίκαση στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την εις βάρος της τέλεσης της αναφερομένης στην αγωγή αδικοπραξίας, ενώ, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό του διατακτικού προς το αιτιολογικό της, το δικαστήριο απέρριψε, όπως και πρωτοδίκως, στο σύνολο της την αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αξιώνεται συνολική αποζημίωση 3.182.997.908 δρχ, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η αξίωση καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, εκ δρχ 500.000.000, οπότε ο λόγος αυτός αναιρέσεως κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου απορριπτέος είναι και ο έκτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, καθ' όσον το Εφετείο απέρριψε το αίτημα της αγωγής, για την καταβολή στην αναιρεσείουσα του εκ δρχ 80.000.000 ασφαλίσματος, ως μη νόμιμο, μετά από την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, και όχι μετά από ερμηνεία των επικαλουμένων από την αναιρεσείουσα δανειστικών συμβάσεων, ώστε να τίθεται ζήτημα εφαρμογής των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
Απορριπτέος τέλος είναι και ο έβδομος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, καθ' όσον ο λόγος αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων προσυμφώνου χορηγήσεως δανείου, ενώ, όπως προαναφέρεται το Εφετείο, δεν δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων είχε καταρτισθεί τέτοιο προσύμφωνο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.9.1997 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΑ ΛΑΧΑΝΙΚΑ ΛΟΚΡΙΔΟΣ - Γ. Χαλουπης ΚΑΙ ΥΙΟΙ- ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για την αναίρεση της 64/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ