Appeal dismissed for some plaintiffs; appeal against health region dismissed on merits; procedural split ordered.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court split the appeal, declaring the hearing inadmissible for certain plaintiffs due to procedural defects while annulling the appeal against the Health Region on the merits. The plaintiffs argued their claims were valid, but the court found the Health Region's defense legally sound. Consequently, the appeal against the regional authority was rejected in substance, while the appeal against individual plaintiffs was dismissed procedurally.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) and 226(4)(b)-(c) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may decide the case directly without remitting it to a lower court if the appeal is partially inadmissible and the substantive claim is rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 513 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 513/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία " 1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" ( 1η Δ.Υ.Πε Αττικής), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σ. Μ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1. ….,21.Ξ. Α. - Μ. του Δ., όπως το όνομα αυτής διορθώθηκε από το εσφαλμένο "Α." με τις προτάσεις των αναιρεσίβλητων, 22.Χ. Λ. του Ν. και 23. Χ. Κ. του Ε., κατοίκων Αθηνών, εκ των οποίων οι με α/α 1η, 6ος, 8η, 9η, 12η, 14ος,15η, 18η, 21η, 22ος παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωστούλα, η οποία κατέθεσε προτάσεις, όλοι οι λοιποί δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2258/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4653/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-6-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, "Αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων". Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, λόγω της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη νέα δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί στην αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε, εκτός από την εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 242 παρ. 2 εδ.
τελευταίο ΚΠολΔ (ΑΠ 943/2024, 1170/2023, 3/2021, 805/2019). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, όπως τούτο τροποποιήθηκε και ισχύει από 22-12-2017, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 80 του Ν. 4509/2017, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ειδικά δε, για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Τέλος, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί, από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση, όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι, εάν ο αναιρεσίβλητος είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 518/2021, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1312/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1603/2017, ΑΠ 526/2016).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1691/2022, 794/2022, 566/2022, 1374/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7-1-2025), οι 2η, 3η, 4ος, 5η, 7ος, 10ος, 11η, 13η, 16ος, 17ος, 19ος, 20ος και 23ος των αναιρεσιβλήτων, Π. Μ., Σ. Τ., Φ. Φ., Α. Χ., Ν. Λ., Κ. Τ., Χ. Ζ., Σ. Σ., Ν. Κ., Θ. Τ., Α. Κ., Ε. Γ. και Χ. Κ., αντίστοιχα, δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από τις υπ' αριθ. ...2024 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, Γ. Π. και Κ. Κ. αντίστοιχα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της δικηγόρου Αθηνών Αλεξάνδρας Κωστούλα, η οποία ενεργούσε ως πληρεξούσια όλων των αναιρεσιβλήτων, με την πρώτη έκθεση ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 9-1-2024, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7-1-2025), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ, ενώ με τη δεύτερη έκθεση ακριβές αντίγραφο της υπ' αριθ.
πρωτ. 39/8-2-2024 βεβαίωσης αναβολής της συζήτησης για τη δικάσιμο της 7-1-2025 επιδόθηκε στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ, δεδομένου ότι τούτο είχε παραστεί στην αρχική δικάσιμο με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει η εκ μέρους των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων παροχή πληρεξουσιότητας προς τη δικηγόρο Αλεξάνδρα Κωστούλα, για επίσπευση της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης, εφόσον η τελευταία δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει σχετικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια ή ιδιωτικά έγγραφα που να φέρουν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτών από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή από άλλη δημόσια ή ιδιωτική αρχή.
Συνεπώς, εφόσον δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ούτε ότι κλητεύθηκαν νόμιμα από το αναιρεσείον ή τους παρισταμένους ομοδίκους τους, προκειμένου να παραστούν στη συζήτηση αυτής, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς (παρισταμένους) αναιρεσιβλήτους, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς (απολειπομένους), ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης.
Όσον αφορά τους παρισταμένους διαδίκους, με την κρινόμενη από 16-6-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2022) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 4653/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 20-5-2022, όπως ισχυρίζεται το τελευταίο με το δικόγραφο της ένδικης αίτησης, χωρίς να αμφισβητείται τούτο από τους παρισταμένους αναιρεσιβλήτους, και η αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την ως άνω απόφαση Δικαστηρίου στις 17-6-2022. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες (συνολικά 76) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20-12-2010 (αριθ. έκθ. κατάθ. 229910/8569/2010) αγωγή κατά του εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), με την οποία ισχυρίστηκαν ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2010 υπηρέτησαν, ως ιατροί, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στο εναγόμενο και ειδικότερα στο 1ο και στο 7ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α., στο Ι.Κ.Α.
Καρπενησίου, στο Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας Αθηνών, στις Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας Αθηνών, Πειραιώς, Αγίας Παρασκευής, Ξάνθης, Δράμας και Ηρακλείου, καθώς και στις Τοπικές Μονάδες Υγείας Δραπετσώνας, Βύρωνα, Οινοφύτων, Νέας Φιλαδελφείας, Νίκαιας, Γαλατσίου, Δάφνης, Κορωπίου, Καλλιθέας, Περάματος, Αλεξάνδρας, Περιστερίου και Αγίας Σοφίας, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Ότι το εναγόμενο δεν τους χορήγησε το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 30% επί του βασικού μισθού τους, το οποίο λαμβάνουν οι επισκέπτριες αδελφές, οι αδελφές νοσοκόμοι και οι μαίες που υπηρετούν στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (ήδη Υπουργείο Υγείας), βάσει του άρθρου 43 του Ν. 1193/1981, όσο και εκείνες που υπηρετούν σε νοσηλευτικά ιδρύματα δημοσίου δικαίου ή κοινής ωφελείας ιδιωτικού δικαίου.
Ότι το εν λόγω επίδομα δικαιούνται βάσει των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος), επειδή η εργασία τους ως ιατρών, ως βοηθοί των οποίων εργάζονται οι λαμβάνοντες το ένδικο επίδομα νοσοκόμοι, παρέχεται υπό τις ίδιες ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας υπό τις παρέχεται και η εργασία των τελευταίων.
Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησαν να αναγνωριστεί (κατόπιν μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό) 1) ότι το εναγόμενο έχει την υποχρέωση να τους καταβάλει α) για το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-2005 έως 31-12-2010) τα καθοριζόμενα στην αγωγή, για έκαστο εξ αυτών, χρηματικά ποσά και β) τα μηνιαίως οφειλόμενα ποσά, για την ίδια αιτία, από την ημερομηνία κατάθεσης της αγωγής έως τη συζήτηση αυτής, όλα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, και 2) ότι είναι δικαιούχοι του επίδικου επιδόματος και ότι το εναγόμενο έχει την υποχρέωση να εντάξει τούτο στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους από 1-1-2011 και εφεξής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 2258/2019 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς το υπό στοιχ. 1β' αίτημα αυτής και ως νόμω αβάσιμη κατά τα λοιπά αιτήματά της, καθόσον έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 43 του Ν. 1193/1981, κατά το μέρος που δεν προέβλεψε ως δικαιούχους του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας και τους ιατρούς του Ι.Κ.Α., καθώς και τους ιατρούς των ΝΠΔΔ, δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας.
Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες (πλην της 16ης τούτων Σ. Τ. του Θ., η οποία δεν άσκησε έφεση) άσκησαν την από 31-12-2019 έφεση, στρεφόμενη κατά των 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ), 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ 1ης ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", 4) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ 2ης ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ", 5) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ 4ης ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ", 6) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αττικής Σισμανόγλειο - Αμαλία Φλέμινγκ", 7) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ο Ευαγγελισμός - Οφθαλμιατρείο Αθηνών - Πολυκλινική" και 7) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Κωνσταντοπούλειο Γενικό Νοσοκομείο Νέας Ιωνίας - Πατησίων", ως καθολικών διαδόχων (κατά περίπτωση) του αρχικώς εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), λόγω των επελθουσών στο μεταξύ νομοθετικών μεταβολών, οι οποίες είχαν ως συνέπεια να νομιμοποιούνται παθητικά τα ως άνω υπό στοιχ. 1 έως 7 εφεσίβλητα ΝΠΔΔ προς διεξαγωγή της δίκης, κατά τις αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διακρίσεις.
Επί της ως άνω ασκηθείσας έφεσης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4653/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ήτοι μόνο κατά το μέρος που αφορά τα υπό στοιχ. 1α' και 2 αιτήματα της αγωγής, δικάστηκε εκ νέου η αγωγή ως προς αυτά και, αφού απορρίφθηκε ως αόριστο το υπό στοιχ. 2 αίτημα αυτής, έγινε εν μέρει δεκτή ως προς το υπό στοιχ. 1α' αίτημα και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εφεσιβλήτων ΝΠΔΔ να καταβάλουν στους ενάγοντες, κατά περίπτωση, τα ποσά που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής με το νόμιμο τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής.
Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι η ένδικη αγωγή είχε ως βάση, κατ' ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ, 8 παρ. 7 του Ν. 2470/1997, 13 παρ. 3 του Ν. 2703/1999, 8 παρ. Α.5 του Ν. 3205/2003 και 2 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 3235/2004 και όχι τις αναφερόμενες στο δικόγραφο αυτής διατάξεις των άρθρων 40, 41, 43 του Ν. 1193/1981, 1 του Π.Δ. 904/1978 και 2 του ν. 1160/1981.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (1η ΔΥΠΕ) με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία στρέφεται κατά των 5ης, 8ης, 13ης, 14ου, 18ης, 20ου, 21ου, 23ης, 24ης, 25ου, 27ης, 43ης, 44ης, 47ου, 48ης, 49ου, 51ου, 53ης, 54ου, 60ου, 70ης, 71ου και 72ου των εκκαλούντων, ως προς τους οποίους νομιμοποιείται παθητικά. Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β' του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζόμενης με την πρώτη αρχής της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1712/2023, 1009/2023, 463/2016, 357/2016, 1227/2013), επιβάλλεται στο νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 1712/2023, 1009/2023, 463/2016, 1227/2013), και δεν μπορούν να επιχειρηθούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν, υπό τις αυτές συνθήκες, όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία.
Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των ως άνω συνταγματικών διατάξεων δημιουργούμενη ανισότητα.
Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχόλησης και απολαβών.
Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνεται επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή, χωρίς συσχετισμό προς το σύνολο των αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται. Τέλος, με το άρθρο 43 του ν. 1193/1981 ορίστηκε ότι "Εις τας επισκεπτρίας αδελφάς, τας αδελφάς νοσοκόμους και τας μαίας των Κλάδων ΑΡ1, ΑΡ2 και ΑΡ3 του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών χορηγείται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 30% επί του βασικού μισθού των." Με τη διάταξη αυτή, το εν λόγω επίδομα ανθυγιεινής εργασίας χορηγήθηκε μόνον στις επισκέπτριες αδελφές, τις αδελφές νοσοκόμες και τις μαίες που υπηρετούν στο Υπουργείο (ήδη) Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ως ιδιαίτερη κατηγορία δημοσίων υπαλλήλων (ΑΠ 1712/2023, 1009/2023, 463/2016, 1227/2013, ΣτΕ 1797/2011).
Η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης μπορεί να επεκτείνεται, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, και στους νοσοκόμους και τις αδελφές νοσοκόμες των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, οι οποίοι εργάζονται σ' αυτά ως μέλη του νοσηλευτικού τους προσωπικού. Σε αντίθεση, όμως, προς τα ανωτέρω, οι ιατροί του Ι.Κ.Α., ως εκ του είδους και της φύσης της εργασίας που παρέχουν, τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες απασχόλησης και απολαβών έναντι των νοσοκόμων του Υπουργείου Υγείας και των νοσηλευτικών ιδρυμάτων.
Επομένως, ανεξαρτήτως αν η προπαρατεθείσα διάταξη εξακολουθούσε να ισχύει και υπό το καθεστώς του Ν. 2470/1997, πάντως, κατά το μέρος που αυτή δεν προέβλεψε ως δικαιούχους του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας και τους ιατρούς του Ι.Κ.Α., δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας (ΑΠ 1712/2023, 1009/2023, 463/2016, 357/2016, 1227/2013, ΣτΕ 1797/2011).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 7 του Ν. 2470/1997, 13 παρ. 3 του Ν. 2703/1999, 8 παρ. Α.5 του Ν. 3205/2003 και 2 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 3235/2004, δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη ως προς το προαναφερθέν υπό στοιχ. 1α' αίτημά της, ερειδόμενη επί των ανωτέρω διατάξεων, κατ' ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, και καταλήγοντας ακολούθως στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι είναι βάσιμη ως προς το αίτημα τούτο και συνακόλουθα επιδικάζοντας στους αναιρεσιβλήτους μέρος των αιτηθέντων με την ένδικη αγωγή τους ποσών.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι οι ενάγοντες - εκκαλούντες ζήτησαν, με την ένδικη αγωγή, "να τους επιδικαστεί όχι το ανθυγιεινό επίδομα που προβλεπόταν στο άρθρο 43 του ν. 1193/1981 (και μόνο αυτό), όπως εσφαλμένως υπέλαβε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας το οποίο χορηγείτο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-2005 έως 31-12-2010) σε όλες τις αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο κατηγορίες μισθωτών, ήτοι στο προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ), των Κέντρων Υγείας του δημόσιου τομέα κλπ., αλλά και στο νοσηλευτικό προσωπικό του αρχικού εναγομένου ΙΚΑ και το οποίο (επίδομα) κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα χαρακτηρίζεται πλέον ως νοσοκομειακό επίδομα.
Επομένως η κρινόμενη αγωγή, ως προς το αίτημα περί αναγνώρισης οφειλής της ένδικης παροχής για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2010, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ, 8 παρ. 7 Ν. 2470/1997, 13 παρ. 3 Ν. 2703/1999, 8 παρ. 5 Ν. 3205/2003 και 2 παρ. β' Ν. 3235/2004.... Το γεγονός ότι στην αγωγή παρατέθηκαν νομικές διατάξεις (άρθρο 1 Π.Δ. 904/1978, άρθρο 2 Ν. 1160/1981, 40, 42 και 43 του Ν. 1193/1981), οι οποίες δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, αφού με το ισχύον για το κρίσιμο χρονικό διάστημα νομοθετικό καθεστώς έχουν καταργηθεί τα επιδόματα που χορηγούνταν βάσει των διατάξεων αυτών, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αίτημά της και όχι από τις νομικές διατάξεις που εσφαλμένως δόθηκαν από τους ενάγοντες - εκκαλούντες", ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς το ανωτέρω αίτημα και επιδίκασε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους τα ποσά που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιστοιχούν στο προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.
Α.5 του Ν. 3205/2003 επίδομα "νοσοκομειακό και τροφής", ήτοι επιδίκασε το εν λόγω επίδομα για το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-2005 έως 31-12-2010) ως οφειλόμενο ευθέως εκ του νόμου (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 3235/2004) από 18-2-2004. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 7 του Ν. 2470/1997, 13 παρ. 3 του Ν. 2703/1999, 8 παρ.
Α.5 του Ν. 3205/2003 και 2 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 3235/2004, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, ενώ υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις αφορούν επίδομα "νοσοκομειακό και τροφής", το οποίο είναι ανεξάρτητο και διάφορο του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 43 του Ν. 1193/1981, η οποία (διάταξη) εξάλλου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη προηγηθείσα νομική σκέψη, ανεξαρτήτως αν εξακολουθούσε να ισχύει και υπό το καθεστώς του Ν. 2470/1997, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην ένδικη περίπτωση, διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που είχαν διαφορετικό εργοδότη (ήτοι οι ενάγοντες ιατροί το Ι.Κ.Α.
και οι αδελφές νοσοκόμοι - υπάλληλοι του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών το Ελληνικό Δημόσιο) και παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ενόψει του διαφορετικού είδους της εργασίας τους, υπό διαφορετικούς όρους απασχόλησης και απολαβών. Ούτε μπορούσε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο ανωτέρω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνη τη συγκεκριμένη παροχή (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας), απομονούμενη από τα εκατέρωθεν σύνολα των αποδοχών τους.
Επομένως, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς το προανφερθέν υπό στοιχ. 1α' αίτημά της. Ενόψει αυτών, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προβάλλει την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 7 του Ν. 2470/1997, 13 παρ. 3 του Ν. 2703/1999, 8 παρ.
Α.5 του Ν. 3205/2003 και 2 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 3235/2004, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους παρισταμένους διαδίκους της παρούσας αναιρετικής δίκης, καθώς και ως προς την αρρήκτως συνδεόμενη με αυτό διάταξη περί δικαστικών εξόδων, επίσης κατά το μέρος που αφορά τους ως άνω διαδίκους.
Περαιτέρω, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγου αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου εκ των αριθμών 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' και β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, ΟλΑΠ 41/2002, ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 585/2022, ΑΠ 353/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 836/2019).
Στην εξεταζόμενη υπόθεση, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη αξίωση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμη, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και συνεπώς απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι' αυτό πρέπει, μετά τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο κατά το αναιρούμενο μέρος και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση των 5ης, 20ου,23ης, 24ης, 43ης, 47ου, 48ης, 53ης, 70ης και 71ου των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη 1ης, 6ου, 8ης, 9ης, 12ης, 14ου, 15ης, 18ης, 21ης και 22ου των αναιρεσιβλήτων, όσον αφορά το τρίτο εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής".
Οι παρασταθέντες αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης αναιρετικής δίκης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Δεν ορίζεται δε η δικαστική δαπάνη μειωμένη, διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον ΝΠΔΔ εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που υπηρετεί σ' αυτό με πάγια αντιμισθία (βλ. από 3-1-2025 υπεύθυνη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, Σ. Μ.), και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους {άρθρα 30 παρ. 1 και 2 ν. 4038/2012 και 19 παρ. 1 περ.
β' ν. 2556/1997 σε συνδυασμό με το άρθρο 61 παρ. 3 ν. 4194/2013.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 2η, 3η, 4ο, 5η, 7ο, 10ο, 11η, 13η, 16ο, 17ο, 19ο, 20ο και 23ο των αναιρεσιβλήτων, Π. Μ., Σ. Τ., Φ. Φ., Α. Χ., Ν. Λ., Κ. Τ., Χ. Ζ., Σ. Σ., Ν. Κ., Θ. Τ., Α. Κ., Ε. Γ. και Χ. Κ., αντίστοιχα.
Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16-6-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2022) αίτησης αναίρεσης.
Αναιρεί, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους την υπ' αριθ. 4653/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος.
Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 31-12-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2020) έφεση των 5ης, 20ου, 23ης, 24ης, 43ης, 47ου, 48ης, 53ης, 70ης και 71ου εκκαλούντων και ήδη 1ης, 6ου, 8ης, 9ης, 12ης, 14ου, 15ης, 18ης, 21ης και 22ου των αναιρεσιβλήτων κατά του τρίτου εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής".
Καταδικάζει τους ως άνω αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων επτακοσίων (1.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ