Legislator Case Law & Legislation
510/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on fees for labor services, rejecting arguments regarding undisputed appeal requests.

Case Number 510/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a First Instance Court decision regarding fees for labor services. The appellant argued that the Court of Appeal failed to adjudicate on their request for set-off of first-instance costs due to difficult legal interpretation, but the Court found this request had already been rejected as unfounded in the lower court's decision. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs of 1,800 euros while having their 450 euro deposit refunded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 8, 10-15 of the 1835 Law on Witnesses and Experts; Articles 16(10), 189(1)(d), 622A(3), 614(5) of the Code of Civil Procedure; Article 173(3) of the Code of Civil Procedure: A party designated as an expert is entitled to remuneration, and a ground for appeal based on the failure to adjudicate a request is invalid if the lower court explicitly rejected the request as unfounded.

Keywords

AI generated
fees for labor services appeal admissibility set-off of costs expert remuneration legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 1, 8 and 10-15 of the Law of 25 March 1835 on the rights of witnesses, experts, etc.
552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ).
Articles 16(10), 189(1)(d), 622A(3) and 614(5) of the Code of Civil Procedure
Article 173(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 510 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 510/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Μ., κατοίκου …., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σωτήριου Μπαμπατζιμόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ Α.Ε. Κέντρο Αποθεραπείας-Αποκατάστασης Θεσσαλονίκης", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Νέα Ραιδεστό Θεσσαλονίκης και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Γουλιέλμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αυξ.αριθ. κατάθ. 10647/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 1478/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 796/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-6-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 12.6.2018 και αριθ. κατάθεσης 1759/211/13.6.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρ. 622Α ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 796/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 21.3.2018 και με αριθ. κατάθ. 6578/1265/21.3.2018 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ` αριθ. 1478/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 8 και 10-15 του β.δ. της 25.3.1835 "περί των εις τας πολιτικάς δίκας δικαιωμάτων μαρτύρων, πραγματογνωμόνων, εμπειρογνωμόνων κλπ" και των άρθρων 16 παρ. 10, 189 παρ. 1 εδαφ. δ`, 622 Α παρ. 3 και 614 παρ. 5 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εκείνος που διορίσθηκε με δικαστική απόφαση στην πολιτική δίκη ως πραγματογνώμονας δικαιούται αμοιβής, στην καταβολή της οποίας είναι υπόχρεος, όπως συνάγεται ιδιαίτερα από το άρθρο 173 παρ. 3 ΚΠολΔ, εκείνος ο διάδικος ο οποίος γνωστοποίησε στον πραγματογνώμονα το διορισμό του και προσκάλεσε αυτόν σε ορκωμοσία και διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης.

Και περιλαμβάνεται μεν η αμοιβή αυτή, κατ` άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ, μεταξύ των αποδοτέων εξόδων της δίκης, τα οποία επιβάλλονται σε βάρος του ηττώμενου διαδίκου, και δύνανται και να συμψηφισθούν, εν όλω ή εν μέρει, κατά τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΚΠολΔ, αλλά οι διατάξεις αυτές αφορούν τις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις και καθορίζουν τον έναντι του αντιδίκου του υπόχρεο για την καταβολή των εξόδων της δίκης, δεν επηρεάζουν όμως το δικαίωμα του πραγματογνώμονα να απαιτήσει την αμοιβή του από εκείνο, ο οποίος τον προκάλεσε για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (διάδικο), κι αν ακόμη κατά το χρόνο που ασκείται αυτό το δικαίωμα έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της δίκης, η οποία επιβάλλει τα έξοδα σε βάρος άλλου διαδίκου ή συμψηφίζει αυτά μεταξύ των διαδίκων (Ολ.

ΑΠ 525/1979, ΑΠ 654/1983). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 1/2019, 12/2000, ΑΠ 1306/2018), πρέπει δε στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται το δικονομικό απαράδεκτο, που κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο (ΑΠ 863/2010).

Ειδικότερα πρέπει να αναφέρεται ο δικονομικός κανόνας, που παραβιάστηκε και ο τρόπος με τον οποίον παραβιάστηκε (ΑΠ 449/2012), ήτοι τα γεγονότα που ιδρύουν τον λόγο. Εξάλλου, η νομιμοποίηση των διαδίκων είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, καθοριζόμενη κατά κανόνα ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο.

Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ` αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, με συνέπεια η από το επιλαμβανόμενο αγωγής δικαστήριο εσφαλμένη κρίση ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος ή του εναγομένου να δημιουργεί το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 326/2009, ΑΠ 112/2008) και όχι από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (AΠ 1428/2019, ΑΠ 1259/2018).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν και αποκλειόταν η εφαρμογή του (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013).

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1401/2010), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 112/2016).

Τέλος, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1056/2009).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 20.3.2013 και αριθ. κατάθ. 10647/23.4.2013 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΝΘΕΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΕΛΕΤΩΝ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΩΝ ΕΝ ΓΕΝΕΙ ΕΡΓΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΣΥΝΘΕΣΙΣ Α.Τ.Ε..Β.Ε."- πρώτης εναγομένης- και κατά της ήδη αναιρεσείουσας- δεύτερης εναγομένης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθούν αμφότερες οι εναγόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον να του καταβάλλουν το ποσό των 120.293,05 ευρώ ως αμοιβή και έξοδα πραγματογνωμοσύνης, την οποίαν διενήργησε με βάση την ιδιότητά του ως πολιτικού μηχανικού, δυνάμει της από 23.1.2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως Διαιτητικού Δικαστηρίου, στα πλαίσια της μεταξύ τους (εναγομένων) ανοιγείσας διαφοράς, για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2/2011 τελεσίδικη απόφαση του ως άνω δικαστηρίου.

Επί της ως άνω αγωγής, μετά από κατ' αντιμωλία συζήτησή της, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1478/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της ως προς την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία "ΣΥΝΘΕΣΙΣ Α.Τ.Ε.Β.Ε.", καθόσον είχε ήδη κηρυχθεί σε πτώχευση πριν από τη συζήτησή της (ένδικης αγωγής) και την απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης της διαδικαστικής προϋπόθεσης της παθητικής νομιμοποίησης.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 21.3.2018 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία την δέχθηκε τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσία. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι η ένδικη αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, κρίνεται απορριπτέα ως προς την δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, διότι κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο ελλείπει στο πρόσωπό της η διαδικαστική προϋπόθεση της παθητικής νομιμοποίησης, η οποία ερευνάται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο.

Ότι, υπόχρεος σε καταβολή της αμοιβής του πραγματογνώμονα είναι ο διάδικος που γνωστοποίησε σε αυτόν τον διορισμό του και τον προσκάλεσε σε ορκοδοσία και σε διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Ότι, στην ένδικη περίπτωση ο διάδικος που πήρε τη διαδικαστική αυτή πρωτοβουλία είναι η πρώτη εναγομένη (μη διάδικος) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΣΥΝΘΕΣΙΣ ΑΤΕΒΕ", γεγονός που δεν αμφισβητεί ο ενάγων, καθώς στο κείμενο της συνταχθείσας από αυτόν από Απρίλιο του 2009 πραγματογνωμοσύνης και ειδικότερα στην 3η σελίδα αυτής, ο ίδιος αναφέρει ότι το αντίγραφο της υπ' αριθ. 2/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που τον διόρισε ως πραγματογνώμονα επιδόθηκε σε αυτόν στις 29.1.2007 με δικαστικό επιμελητή κατόπιν εντολής του ενός από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της πρώτης εναγομένης Ε.

Χ.. Ότι το γεγονός ότι υπάρχει αμετάκλητη απόφαση (υπ' αριθ. 2/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) επί της υπόθεσης για την οποία διορίστηκε πραγματογνώμονας, βάσει της οποίας επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της ηττηθείσας δεύτερης εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, δεν ασκεί έννομη επιρροή και δεν μετακυλίσθηκε στην τελευταία το βάρος καταβολής της αμοιβής του ενάγοντος και τούτο διότι το δικαίωμα του πραγματογνώμονα να απαιτήσει την αμοιβή του από τον προσκαλέσαντα αυτόν διάδικο προς ενέργεια της πραγματογνωμοσύνης δεν επηρεάζεται και αν ακόμη κατά τον χρόνο που ασκείται το δικαίωμά του έχει εκδοθεί τελεσίδικη επί της δίκης απόφαση, η οποία επιβάλλει τα έξοδα εις βάρος άλλου διαδίκου ή συμψηφίζονται.

Ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχτηκε τα ίδια ως άνω, ορθά εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ότι όσα αντίθετα υποστηρίζονται με την έφεση από τον εκκαλούντα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Ότι από το άρθρο 193 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται προσβολή της απόφασης με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υπόθεσης.

Ότι, σκοπός της διάταξης είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ενδίκων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης. Ότι, από τα άρθρα 176, 189, 190 παρ. 3 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ηττάται ο διάδικος, όπως όταν απορρίπτεται η αγωγή του, καταδικάζεται στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αντιδίκου του, μετά την υποβολή από τον τελευταίο σχετικού αιτήματος, ακόμη και όταν δεν έχει υποβληθεί κατάλογος εξόδων.

Ότι, η καταψήφιση στην δικαστική δαπάνη του διαδίκου που ηττήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας. Ότι, κατά το άρθρο 68 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγομένου είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα Δικηγόρων.

Ότι, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 παρ, ια' του ίδιου Κώδικα η αμοιβή, σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης ως εξής :..... β) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ και ότι στην ένδικη περίπτωση, με τον τελευταίο λόγο της έφεσης, ο εκκαλών παραπονείται για τη διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης, με την οποία επιβλήθηκαν εις βάρος του τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης εναγομένης, ύψους 2.500 ευρώ, ενώ έπρεπε να συμψηφιστούν.

Ότι, ο λόγος αυτός, ο οποίος παραδεκτά προβλήθηκε κατ' άρθρο 193 ΚΠολΔ, αφού με την έφεση προσβάλλεται και η ουσία της υπόθεσης, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι κατ' άρθρ. 176 ΚΠολΔ, ο διάδικος, που νικήθηκε, καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, τα οποία στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι αυτά που προβλέπονται από το άρθρο 63 παρ. 1 ια' του Ν. 4194/2013 και υπολογίστηκαν με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως προς την δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, για τον λόγο ότι μοναδικός υπόχρεος για την καταβολή της αμοιβής του ενάγοντος, ως πραγματογνώμονα, είναι σε κάθε περίπτωση, δηλαδή ακόμα και μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, μόνο ο διάδικος, που τον προσκάλεσε σε ορκωμοσία και διεξαγωγή της δίκης δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 173, 176 και 189 ΚΠολΔ.

Και τούτο διότι, τα γενόμενα ως άνω δεκτά με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες η πραγματογνωμοσύνη διατάχθηκε με την υπ' αριθ. 2/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και η διάδικος στη δίκη αυτή ανώνυμη εταιρία "ΣΥΝΘΕΣΙΣ Α.Τ.Ε.Β.Ε."- πρώτη εναγομένη και μη διάδικος στην παρούσα δίκη- γνωστοποίησε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα- πραγματογνώμοντα το διορισμό του και τον προσκάλεσε σε ορκωμοσία και σε διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης και ως εκ τούτου υπόχρεος σε καταβολή της αμοιβής αυτού είναι η ως άνω "ΣΥΝΘΕΣΙΣ Α.Τ.Ε.Β.Ε." και ότι το δικαίωμά του αυτό δεν επηρεάζεται από την ύπαρξη της υπ' αριθ. 2/2011 αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επί της υπόθεσης επί της οποίας διορίστηκε πραγματογνώμονας, δεν ανταποκρίνονται στην ύπαρξη των προϋποθέσεων, που τάσσονται από τις παραπάνω διατάξεις, αλλά καταφάσκουν στη μη νομιμοποίηση της τελευταίας ως εναγομένης στην ένδικη αγωγή, καθόσον το δικαίωμα του πραγματογνώμονα να απαιτήσει την αμοιβή του από τον προσκαλέσαντα αυτόν προς διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης διάδικο δεν επηρεάζεται ακόμα και αν κατά το χρόνο που ασκείται το δικαίωμά του έχει εκδοθεί τελεσίδικη επί της δίκης απόφαση.

Η τελευταία δε αυτή κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ότι δηλαδή το δικαίωμα του πραγματογνώμονα να απαιτήσει την αμοιβή του από τον προσκαλέσαντα δεν επηρεάζεται από το αν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, που επιβάλλει τα έξοδα εις βάρος του άλλου διαδίκου, δεν είναι αντίθετη με τη διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι τα έξοδα της δίκης πληρώνονται από τον διάδικο που νικήθηκε, καθόσον ο προσδιορισμός των δικαστικών εξόδων αφορά στις εσωτερικές σχέσεις των διαδίκων και όχι στον πραγματογνώμονα, ενώ είναι και ενδεχόμενο να υπάρχει και εν μέρει ηττηθείς διάδικος αλλά και το Δικαστήριο να συμψηφίσει εν όλω τα έξοδα μεταξύ των διαδίκων ή να τα κατανείμει ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας καθενός.

Ούτε άλλωστε από τις διατάξεις των άρθρων 176 και 189 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, υπόχρεος για την καταβολή ολόκληρης της αμοιβής του πραγματογνώμονα είναι και ο ηττηθείς διάδικος, καθόσον καμία σχέση δεν τον συνδέει με αυτόν. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 3, 176 και 189 ΚΠολΔ και απέρριψε την ένδικη αγωγή, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, κρίνοντας ότι μοναδικός υπόχρεος για την καταβολή της αμοιβής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως πραγματογνώμονα είναι σε κάθε περίπτωση, δηλαδή ακόμη και μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, μόνο ο διάδικος που τον προσκάλεσε, επεκτείνοντας εσφαλμένα τη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 173 παρ. 3 ΚΠολΔ και στο χρονικό διάστημα μετά την τελεσιδικία της απόφασης, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό από την καταβολή, μέρους της δικαστικής δαπάνης, την κατεξοχήν βαρυνόμενη με αυτή ηττηθείσα διάδικο αναιρεσίβλητη, για την οποίαν είχε ήδη εκδοθεί κατά τον χρόνο της άσκησης της ένδικης αγωγής αμετάκλητη απόφαση για την διαφορά μεταξύ αυτής και της αντιδίκου της- πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας "ΣΥΝΘΕΣΙΣ Α.Τ.Ε.Β.Ε." και για την οποία αυτός (αναιρεσείων) διορίστηκε πραγματογνώμονας, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο κρίνοντας τα παραπάνω με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτή πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι αυτή δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει αιτιολογίες ή επαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του ότι έχει δικαίωμα να ζητήσει την αμοιβή του και από την ηττηθείσα διάδικο, η οποία είναι και η τελικώς βαρυνόμενη με την καταβολή της, λόγω της αρχής της ήττας των διαδίκων, είναι αβάσιμος, πέραν της αοριστίας του, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε η προσβαλλόμενη απόφαση να αναφέρει για την πληρότητα της απόρριψης του ως άνω λόγου της έφεσης, ενώ τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα κατέληξε στη κρίση της ότι ο πραγματογνώμονας είναι υποχρεωμένος να αξιώσει την καταβολή της αμοιβής του μόνον από τον προσκαλέσαντα διάδικο, παρότι έπρεπε να δεχθεί ότι, εφόσον ο πραγματογνώμονας έχει μόνο δικαίωμα να απαιτήσει την αμοιβή του από τον προσκαλέσαντα διάδικο σε καμία περίπτωση δεν καθιερώνεται υποχρέωση αυτού (πραγματογνώμονα) να απαιτήσει την αμοιβή του μόνο από τον προσκαλέσαντα δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών με την έννοια, που προεκτέθηκε.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσείοντος, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης είναι αβάσιμος, καθόσον ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.

Ειδικότερα από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, αφού προηγουμένως απορρίφθηκαν οι προβληθέντες με αυτή λόγοι ως αβάσιμοι και όχι για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο και ο σχετικός δικονομικός κανόνας, ο οποίος παραβιάστηκε από το Εφετείο.

4. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Ωσαύτως, δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την προδιαληφθείσα έννοια οι νομικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που αναφέρονται στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 2264/2014, ΑΠ 1090/2014, ΑΠ 69/2013, ΑΠ 1492/2011).

Ειδικότερα, πράγματα συνιστούν μεν οι επί μέρους λόγοι έφεσης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι λόγοι αυτοί αφορούν παράπονα σχετικά με αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι παράπονα σχετικά με νομικούς ισχυρισμούς ή νομικά επιχειρήματα, που αντλούνται από το νόμο (ΑΠ 576/2018, ΑΠ 1506/2008). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του πραγματικό ισχυρισμό, που πρότεινε ή νομίμως επανέφερε στο εφετείο ο αναιρεσείων, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων, και ο τρόπος με τον οποίο αυτός προτάθηκε ή επαναφέρθηκε (ΑΠ 555/2019).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και δη : α) τον πρώτο λόγο της έφεσής του, σύμφωνα με τον οποίο ο διορισμός του πραγματογνώμονα δημιουργεί έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου, ότι τα άρθρα 179 παρ. 3, 174 και 175 ΚΠολΔ, καθιερώνουν απλό δικονομικό βάρος και όχι γνήσια ενοχή και ότι συνεπώς δεν μπορεί να στηριχθεί στις διατάξεις αυτές η εκδοχή ότι οι πραγματογνώμονες έχουν ενοχική αξίωση εναντίον μόνον του διαδίκου που επισπεύδει την πραγματογνωμοσύνη και μάλιστα μετά τη διεξαγωγή αυτής, β) τον ισχυρισμό του σχετικά με τις συνέπειες που έχει στην έκβαση της δίκης το γεγονός ότι υπόχρεος για την καταβολή της αμοιβής του πραγματογνώμονα είναι μόνον ο προσκαλέσας διάδικος, ότι δηλαδή ο υπεύθυνος για την ως άνω καταβολή είναι εκ των προτέρων γνωστός, γ) τον ισχυρισμό του ότι αμφότεροι οι διάδικοι είναι οφειλέτες εις ολόκληρον για την αμοιβή του, εφόσον δεν συνδέεται με κανέναν απ' αυτούς με έννομη σχέση ή συμβατικό δεσμό, αλλά επιτέλεσε ως βοηθός του διαιτητικού Δικαστηρίου δημόσιο λειτούργημα, δ) τον ισχυρισμό του ότι οι παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης παραβιάζουν ευθέως τις αρχές της ήττας των διαδίκων (άρθρα 179 και 189 ΚΠολΔ) και ε) τον ισχυρισμό του ότι κατά παράβαση του άρθρου 20 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα Δικαστήρια, αποκλείστηκε το δικαίωμά του για είσπραξη της αμοιβής του από την ηττηθείσα διάδικο αναιρεσίβλητη, από την οποία όλοι οι συντελεστές της διαιτητικής απόφασης έλαβαν την αμοιβή τους.

Ο λόγος αυτός, ως προς τους ισχυρισμούς υπό στοιχεία α), β), γ) και δ), πέραν της αοριστίας του, [πλην του υπό στοιχείο α), για τον οποίον εκτίθεται ότι προβλήθηκε με τον πρώτο λόγο της έφεσης], δεδομένου ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο τρόπος με τον οποίον αυτοί προβλήθηκαν ή επαναφέρθηκαν στο Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι πρόκειται περί νομικών ισχυρισμών, οι οποίοι προβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα για την θεμελίωση του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου και δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.

Ως προς τον ισχυρισμό υπό στοιχείο ε), πέραν της αοριστίας του για τον ίδιο ως άνω λόγο, είναι αβάσιμος, διότι ο αναιρεσίβλητος δεν στερήθηκε του δικαιώματός του για παροχή έννομης προστασίας, δικαίωμα που προκύπτει απ' ευθείας από τις διατάξεις του άρθρου 173 ΚΠολΔ, το οποίο και άσκησε με την ένδικη αγωγή του, ζητώντας την αμοιβή του για την διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη, και συνεπώς δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 20 του Συντάγματος.

Η προσβαλλόμενη δε απόφαση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής, όπως εκτέθηκε παραπάνω, τον ως άνω ισχυρισμό ορθά τον απέρριψε σιωπηρά, απορρίπτοντας στο σύνολό της την έφεσή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

5. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Ο λόγος δεν ιδρύεται αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο δίκασε το αίτημα και το απέρριψε, εν όλω ή εν μέρει, για οποιονδήποτε λόγο, ουσιαστικό ή δικονομικό (ΑΠ 677/2019, ΑΠ 1710/2011, ΑΠ 651/2009). Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το περιεχόμενο στην έφεση του ενάγοντος- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος αίτημά του περί συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εξαιτίας του γεγονότος ότι ήταν δυσχερής η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκε (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε παραπάνω, το Εφετείο αποφάνθηκε επί του αιτήματος - λόγου έφεσης του ενάγοντος- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και το απέρριψε ως αβάσιμο. Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί o αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας, η οποία κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ασκών το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ` αποφάσεως Εφετείου υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 450 ευρώ και ότι εν περιπτώσει ολικής ή μερικής νίκης του αναιρεσείοντος ο Άρειος Πάγος με την απόφασή του διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα, η υποχρέωση όμως καταθέσεως παραβόλου δεν ισχύει για τις διαφορές του άρθρου 614 αρ. 3 και 5 ΚΠολΔ, οπότε, εάν παρά την έλλειψη σχετικής υποχρεώσεως κατατεθεί παράβολο, ο Άρειος Πάγος, βάσει των εν λόγω διατάξεων αναλόγως εφαρμοζομένων, διατάσσει την επιστροφή τούτου στον καταθέσαντα ασχέτως της ευδοκιμήσεως ή μη της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΕΔ 5/2015, ΑΕΔ 3,4/2014, ΑΠ 117/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων έχει καταθέσει το αναφερόμενο σ` αυτή παράβολο, χωρίς όμως να υπέχει σχετική υποχρέωση, αφού η αναίρεση αφορά διαφορά από αμοιβές για την παροχή εργασίας (ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 117/2019).

Συνεπώς, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του εν λόγω παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.6.2018 και αριθ. κατάθεσης 1759/211/13.6.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 796/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, με αριθ. κωδ. … …/2019 e- παράβολο, όπως αυτό αναφέρεται στην από 13.6.2019 βεβαίωση του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ