Legislator Case Law & Legislation
651/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and additional intervention in labor dispute over procedural filing rules.

Case Number 651/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal and their additional intervention in a labor dispute against a bank. The appellants argued that the single-member court failed to consider specific evidence and violated procedural rules for additional interventions. The court rejected these claims, stating that the lower court's verification of evidence admission is not subject to appellate review and that the additional intervention must follow general civil procedure rules.

Legislator headnote

AI generated

Articles 663 to 675 of the Code of Civil Procedure; Article 81, paragraph 1 of the same Code: The additional intervention in labor disputes follows the general rules for filing a lawsuit, and the appellate court cannot review the lower court's verification of whether evidence was considered.

Keywords

AI generated
additional intervention labor dispute Code of Civil Procedure evidence verification review appellate jurisdiction limits procedural filing rules

Cited Legislation

AI generated
Articles 663 to 675 of the Code of Civil Procedure
Article 81, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 215 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 11, section g of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 30/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 651 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 651/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - υπερ ων η πρόσθετη παρέμβαση : 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Στρατής Καρβέλλης.

Της αναιρεσιβλήτου - καθής η πρόσθετη παρέμβαση: Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "E.F.G.EUROBANK-ERGASIAS Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της Γεώργιος Δαούτης και Δημήτριος Ζερδελής.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος : αναγνωρισμένου επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας E.F.G.EUROBANK-ERGASIAS Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσώπησε η πληρεξουσία δικηγόρος του Ουρανία Πολίτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.05.2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την δια προφορικής δηλώσεως στο ακροατήριο ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του ήδη προσθέτως παρεμβαίνοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 382/05 μη οριστική και 1618/2007 οριστική του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22.01.2008 αίτησή τους. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι παραιτούνται από το δικαίωμα προς άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά της παραπάνω προσβαλλομένης αποφάσεως.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 20.11.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, και ως προς τα τρία μέρη του, και του πέμπτου λόγου, κατά ένα μέρος, και την απόρριψη των λοιπών.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή στα άρθρα 663 έως 675 Α του ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν τη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών, δεν περιέχεται εξαίρεση του στο άρθρο 81 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα γενικού κανόνα, κατά τον οποίο και η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου του δικογράφου αυτής στους διαδίκους, σύμφωνα με το άρθρο 215 του ΚΠολΔ, καθόσον αφορά τον τρόπο ασκήσεως αυτής ενώπιον του Αρείου Πάγου, διότι η εξαίρεση που εισάγεται με το άρθρο 666, σε συνδυασμό με το άρθρο 231 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία επιτρέπεται η άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως και προφορικώς, ισχύει μόνον κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου διαδικασία.

Επομένως, η πρόσθετη παρέμβαση, που ασκήθηκε υπέρ των αναιρεσειόντων από το αναγνωρισμένο επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία "Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας E. F. G EUROBANK-ERGASIAS A.E." , με προφορική δήλωση του πληρεξουσίων του δικηγόρoυ ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η οποία καταχωρίστηκε στα σχετικά πρακτικά συνεδριάσεώς του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς να επιβληθεί δικαστική δαπάνη εις βάρος του προσθέτως αυτού παρεμβάντος και υπέρ της αναιρεσίβλητης, αφού δεν προκλήθηκε στην τελευταία πρόσθετη δικαστική δαπάνη από την εν λόγω παρέμβαση.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.

Ειδικότερα, όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση της αφέσεως αιτήσεως αδίκαστης (άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ) , πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως, να αναφέρεται αφενός ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, δηλαδή υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου αναφορικά με την αίτηση που φέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστη και αφετέρου το περιεχόμενο της αιτήσεως (κεφαλαίου) που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η αίτηση αυτή ήταν, ως ορισμένη και νόμιμη, ουσιώδης.

Περαιτέρω, προς εναρμόνιση της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας με την οδηγία 91/553 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδόθηκε το π.δ. 156/1994 με το οποίο επιβάλλεται σε κάθε εργοδότη η υποχρέωση να ενημερώνει τον εργαζόμενο σχετικά με τους όρους της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ως άνω π.δ.

Η ενημέρωση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα: α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση κατοικίας του εργοδότη, γ) τη θέση ή την ειδικότητα του εργαζομένου, τον βαθμό του, την κατηγορία της απασχόλησής του καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του, δ) την ημερομηνία της έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και τη διάρκεια αυτής, αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο, ε) τη διάρκεια της αδείας με αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο χορήγησής της, στ') το ύψος της αποζημίωσης που οφείλεται και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούν εργοδότης και εργαζόμενος, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, σε περίπτωση λύσεως της σύμβασης εργασίας με καταγγελία, ζ') τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος και την περιοδικότητα καταβολής τους, η') τη διάρκεια της κανονικής ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργαζομένου, θ') αναφορά της συλλογικής ρύθμισης που έχει εφαρμογή και καθορίζει τους ελάχιστους όρους αμοιβής του εργαζομένου.

Η πληροφόρηση για τα στοιχεία των περιπτώσεων ε', στ', ζ' και η' μπορεί να γίνεται και με παραπομπή στις ισχύουσες διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας. Το παραπάνω π.δ. δεν έχει ως σκοπό να επιβάλλει στον εργοδότη οποιουδήποτε νέους όρους και συνθήκες εργασίας ή οποιαδήποτε μεταβολή των υφισταμένων, αλλά καθιερώνει απλά υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο για τους ισχύοντες όρους και συνθήκες εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται είτε από τον νόμο είτε από την ατομική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου.

Η υποχρέωση ενημέρωσης αφορά την ήδη υπάρχουσα νομική κατάσταση της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης και δεν δημιουργεί νέα κατάσταση ή νέα συμφωνία. Ενόψει αυτού, χωρίς την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ. 156/1994, για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης συλλογικές ρυθμίσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ΣΣΕ που ενσωματώνει τον Οργανισμό Προσωπικού του εργοδότη, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού, αφού η ενημέρωση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόταση του εργοδότη για κατάρτιση συμβάσεως και συνεπακόλουθα δεν νοείται η κατάρτιση οιασδήποτε συμβάσεως με την από τους εργαζόμενους αποδοχή της παραπάνω ενημέρωσης.

Με την εκτέλεση, δηλαδή, εκ μέρους του εργοδότη των όσων επιβάλλουν οι διατάξεις του π.δ. 156/1994, γίνεται απλώς ενημέρωση του εργαζομένου για τους ισχύοντες όρους , που διέπουν τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται ήδη από το νόμο και την ατομική σύμβαση, και δεν επέρχεται κάποια μεταβολή στη συγκεκριμένη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας από μόνη την ενέργεια αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής και της προσβαλλομένης απόφασης, επικαλέσθηκαν σ' αυτή με επάλληλη βάση ότι οι όροι εργασίας του από 20-1-1978 Οργανισμού Προσωπικού της Τράπεζας Εργασίας κατέστησαν όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, και με την από 22-3-1995 έγγραφη ανακοίνωση αυτής, που γνωστοποιήθηκε σ' αυτούς, σύμφωνα με το π.δ. 156/1994, από την αρχική εργοδότιδα, και με την οποία, αφενός επαναβεβαιώθηκαν οι όροι της ατομικής σύμβασης καθενός απ' αυτούς και αφετέρου ότι στο περιεχόμενο της ως άνω ανακοίνωσης, το οποίο αποδέχθηκαν αυτοί (αναιρεσείοντες), περιλαμβανόταν ρητή παραπομπή των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους στους κανονιστικούς όρους του προϊσχύσαντος, από 20-1-1978, Οργανισμού Προσωπικού και με βάση τα περιστατικά αυτά υπέβαλαν τα αναφερόμενα στην ως άνω αγωγή αιτήματά τους.

Η ανωτέρω επάλληλη βάση της ένδικης αγωγής, με αυτό το περιεχόμενο ήταν νομικά αβάσιμη, καθόσον η εκτεθείσα ενημέρωση των εργαζομένων, ως προς τους όρους και συνθήκες εργασίας αυτών, με βάση τον προϊσχύσαντα Οργανισμό Προσωπικού Εργασίας, από την αρχική εργοδότιδα αυτών (Τράπεζα Εργασίας) , ήταν απόρροια, υποχρέωσης αυτής εκ του νόμου, ως εργοδότιδος, και δεν έχει σε καμία περίπτωση την έννοια της κατάρτισης μεταξύ της προαναφερθείσας αρχικής εργοδότιδος των εργαζομένων σ' αυτή, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αναιρεσείοντες, και των τελευταίων, συμφωνίας και μάλιστα ειδικής, ως προς το ότι οι όροι εργασίας που προβλέπονταν από τον προϊσχύσαντα Οργανισμό Εργασίας Προσωπικού αυτής (αρχικής εργοδότιδος) , με τη ρητή παραπομπή σ' αυτούς των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, κατέστησαν όροι εργασίας και των τελευταίων (ατομικών συμβάσεων εργασίας αυτών) , ώστε να υπερισχύουν των όρων εργασίας του μεταγενέστερου Οργανισμού Προσωπικού, που θεσπίστηκε με την από 12-9-2000 νέα ΕΣΣΕ, η οποία υπογράφηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων σ' αυτή.

Ούτε ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός , όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ότι με την ως άνω έγγραφη ανακοίνωση της αρχικής εργοδότιδος των εργαζομένων σ' αυτή υπήρχε ρητή παραπομπή των ατομικών συμβάσεων εργασίας αυτών στους όρους εργασίας του προϊσχύσαντος Οργανισμού Εργασίας, και τούτο γιατί αυτοί έτσι ή αλλιώς επενεργούσαν υποχρεωτικά, ως κανονιστικοί όροι, στις ατομικές συμβάσεις εργασίας αυτών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση για το ότι παρέλειψε να αποφανθεί για την ανωτέρω επάλληλη αγωγική βάση από τον αρθ. 9 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δικ. πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δικ. καθόσον το Δικαστήριο που απέρριψε και τη βάση αυτή της αγωγής ορθά έκρινε αν και για άλλους λόγους.

Ο ίδιος παραπάνω αναιρετικός λόγος κατά τα λοιπά μέρη του ότι δηλαδή δεν ελήφθη υπόψη η ως άνω έγγραφη ανακοίνωση της αρχικής εργοδότιδος των αναιρεσειόντων, την οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι αναιρεσείοντες στο δικαστήριο της ουσίας με τις προτάσεις που κατέθεσαν σ' αυτό, από την οποία αποδεικνύονταν τα περιστατικά που συγκροτούσαν την επάλληλη αγωγική βάση που στηρίζεται στους αριθμούς 8, και 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον, εφόσον η αγωγική αυτή βάση ήταν μη νόμιμη, και συνεπώς, μη ουσιώδης, ώστε δεν ιδρύονται οι με τον ως άνω λόγο επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες.

Επειδή, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες πλήττουν επικουρικά την προσβαλλομένη απόφαση, για την περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν παρέλειψε να αποφανθεί επί της προαναφερθείσας επάλληλης βάσης της αγωγής τους καθώς και επί του πραγματικού ισχυρισμού ο οποίος στηρίζει αυτή, αλλά απέρριψε σιωπηρώς αυτούς, για παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2, 3, και 5 του ΠΔ 156/1994, 167, 185, 189, 192, 193 ΑΚ και 7 παρ. 2 του ν. 1870/1990, και για παντελή έλλειψη αιτιολογίας.

Ο λόγος όμως αυτός και ως προς τις δύο αιτιάσεις του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος κατά το πρώτο μεν μέρος του ως αβάσιμος, όπως εξετέθη παραπάνω, και κατά το δεύτερο μέρος του ως απαράδεκτος, διότι η παραπάνω επάλληλη βάση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και εντεύθεν δεν στοιχειοθετείται αναιρετικός λόγος για έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογιών.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του αρκεί να γίνεται βέβαιο αδίστακτα από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του αριθμού 11εδ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ.

γ Κ.Πολ.Δικ. και συγκεκριμένα ότι, μολονότι αυτοί επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και προσκόμισαν σ' αυτό προς υποστήριξη της προεκτεθείσας πρώτης βάσης της αγωγής τους, τα παρακάτω έγγραφα, δεν λήφθηκαν αυτά καθόλου υπόψη του ως άνω δικαστηρίου για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης:1) το απόσπασμα των πρακτικών της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων στην αρχική εργοδότιδα των αναιρεσειόντων, 2) Την από 11-7-2000 ανακοίνωση της ως άνω αρχικής εργοδότιδος αυτών (αναιρεσειόντων) προς όλο το προσωπικό της, 3) την από 21-7-1999 επιστολή της ανωτέρω συνδικαλιστικής οργάνωσης των αναιρεσειόντων προς τον ΑΑ, Πρόεδρο του Ομίλου εταιριών της αναιρεσίβλητης, 4) την από 26-7-1999 επιστολή της συνδικαλιστικής οργάνωσης αυτών προς την αρχική εργοδότιδος τους, Τράπεζας Εργασίας, 5) την από 5-8-1999 απαντητική επιστολή της αρχικής εργοδότιδος των αναιρεσειόντων προς την προαναφερθείσα συνδικαλιστική τους οργάνωση και 6) την από 15-9-1999 ανακοίνωση της αρχικής εργοδότιδος αυτών προς τους εργαζομένους σ' εκείνη, με τον τίτλο "ΓΕΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ Νο 74".

Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλομένης απόφασης και μάλιστα όχι μόνο από τη περιεχόμενη σ' αυτή μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν γεννάται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε αυτά μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης ως αβάσιμος. Eπειδή, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αίτησης τους αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που αφορούν τους κανόνες ερμηνείας των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα μέμφονται αυτοί την ως άνω απόφαση για το λόγο ότι, μολονότι δέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς την ύπαρξη ερμηνευτικού κενού ή αμφιβολίας ως προς το περιεχόμενο του όρου 3 του από 26-7-1999 εγγράφου "Βασικών αρχών Συμφωνίας" , αν δηλαδή η αρχική εργοδότις τους εγγυήθηκε ή όχι πριν τη συγχώνευση το αμετάβλητο του ισχύοντος σ' αυτή Οργανισμού, και ως προς το αν το ανωτέρω έγγραφο αποτέλεσε δεσμευτικό κείμενο καταρτισμένης σύμβασης ή προσυμφώνου, υπό την έννοια αν το έγγραφο αυτό το οποίο διένειμε η ως άνω αρχική εργοδότις τους, ως πρόταση προς το σκοπό κατάρτισης σύμβασης, οπότε γενομένου δεκτού του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου από τον κάθε εργαζόμενο σιωπηρώς, να θεωρείται ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των εργαζομένων και της αρχικής εργοδότιδός τους, σύμβαση με τη μορφή της ατομικής συμβατικής παροχής της δεύτερης προς τους πρώτους, με συνέπεια να καταστεί αυτή όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας ή αν το περιεχόμενο αυτού αποτελούσε συμβατική εγγύηση της ανωτέρω αρχικής εργοδότιδός τους για το αμετάβλητο του Οργανισμού Προσωπικού, ώστε με τη σιωπηρή αποδοχή εκ μέρους των εργαζομένων να τίθεται η εγγύηση στις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους, ή αν το ως άνω έγγραφο με το προαναφερθέν περιεχόμενο, αποτέλεσε ενημερωτικό έγγραφο που γνωστοποιήθηκε στους εργαζομένους από την αρχική εργοδότιδά τους, χωρίς έννομες συνέπειες, προέβη σε ερμηνεία του περιεχομένου του ως άνω έγγράφου και της φύσης και του νομικού χαρακτήρα αυτού, χωρίς όμως να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Πλην, ο λόγος αυτός και ως προς τα δύο μέρη του, από τους αριθμούς αντίστοιχα 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας δεν δέχθηκε ότι η ενέργεια της αρχικής εργοδότιδος των αναιρεσειόντων να αποστείλει στους εργαζομένους σ' αυτή, μεταξύ των οποίων και σ' αυτούς το ως άνω έγγραφο, αποτέλεσε πρόταση προς κατάρτιση σύμβασης, ούτε ότι εγγυήθηκε εκείνη με το περιεχόμενο του το αμετάβλητο του προϊσχύσαντος Οργανισμού Προσωπικού, ώστε με τη σιωπηρή αποδοχή αυτού εκ μέρους των εργαζομένων της, να τίθεται ο όρος αυτός ως συμβατική παροχή στις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους, αλλ' αντιθέτως έκρινε ότι το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου δεν ήταν δεσμευτικό και ότι απευθύνθηκε στους εργαζομένους της όχι με σκοπό να γίνει απ' αυτούς αποδεκτό, αλλά απλώς γνωστοποιήθηκε σ' αυτούς με την έννοια της ενημέρωσης τους.

Από τα άρθρα 335, 338 έως 341, 345 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, η δε παράβαση της υποχρεώσεώς του αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 664 επ. ΚΠολΔ) το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που δόθηκαν νομότυπα, κατά το άρθρο 671 παρ. 1δ' του ΚΠολΔ. Οι βεβαιώσεις αυτές δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που διακρίνεται από τα έγγραφα και για το λόγο αυτό αν στην απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι .

Όταν όμως οι ένορκες βεβαιώσεις έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλά απλά έγγραφα, που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση. Τέλος, δεν στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

για μη λήψη υπόψη επικληθέντος και προσκομισθέντος αποδεικτικού μέσου εάν αυτό αναφέρεται σε ισχυρισμό μη νόμιμο και ως εκ τούτου μη ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι δεν λήφθηκαν υπόψη απ'αυτή οι υπ'αριθμ. ...

και ... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ΒΒ και ΓΓ, που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτεύση της αντιδίκου τους αναιρεσίβλητης, και αποδεικνύουν την αγωγή τους, και τις οποίες επικαλέσθηκαν νόμιμα με τις προτάσεις τους και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, καθώς και τις υπ' αριθμ. ...

και ... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, ΒΒ και ΔΔ, που δόθηκαν και αυτές ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτεύση της ως άνω αντιδίκου τους, για να χρησιμοποιηθούν στα πλαίσια προηγούμενης αγωγής τους κατά της αναιρεσίβλητης, και τις οποίες επικαλέσθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα με τις ανωτέρω προτάσεις τους και προσκόμισαν και ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, προς απόδειξη της ένδικης αγωγής τους.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της ανωτέρω (ένδικης) αγωγής των αναιρεσειόντων, αυτοί, μεταξύ των άλλων, επικαλέσθηκαν με την πρώτη βάση της ότι, όντες υπάλληλοι της αρχικής εργοδότιδος τους, Τράπεζα Εργασίας, η οποία συγχωνεύτηκε με την αναιρεσίβλητη, η πρώτη απέστειλε σ' όλους τους εργαζομένους σ' αυτή, μεταξύ των οποίων και σε εκείνους (αναιρεσείοντες), επιστολή με τον τίτλο "βασικές αρχές συμφωνίας" , κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν της συγχώνευσης της με την αναιρεσίβλητη και με την οποία εγγυήθηκε σ' αυτούς ρητά, ότι ο ισχύων τότε από 20-1-1978 Οργανισμός Προσωπικού, θα παρέμενε αμετάβλητος και ότι αν άλλαζε αυτό θα γινόταν μόνο προς όφελος τους και με τη σύμφωνη γνώμη της διοίκησης της αρχικής εργοδότιδος Τράπεζας Εργασίας και ότι αυτοί αποδέχθηκαν το περιεχόμενο της ως άνω επιστολής, με συνέπεια να θεωρείται ότι οι όροι εργασίας αυτού (ως άνω προϊσχύσαντος κανονισμού) να καταστούν και όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, λόγω της ανωτέρω συμφωνίας, και ως εκ τούτου να μη μπορούν να μεταβληθούν προς το δυσμενέστερο με το νέο Οργανισμό Προσωπικού που θεσπίστηκε με την από 12-9-2000 νέα ΕΣΣΕ, που υπέγραψε με τη συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη, και ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτή 1) να σεβασθεί τους όρους των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, όπως είχαν διαμορφωθεί αυτοί και ίσχυαν με την αρχική εργοδότιδα τους κατά το χρόνο συγχώνευσής με εκείνη (αναιρεσίβλητη) , 2) να καταβάλει στον πρώτο από τους αναιρεσείοντες 3.204,88 Ευρώ, στο δε δεύτερο 2.054,36 Ευρώ για διαφορές επιδόματος βαθμού και θέσης, λόγω παράλειψης προαγωγής τους, με βάση τις διατάξεις του ισχύοντος Οργανισμού Προσωπικού της Τράπεζας Εργασίας, και 3) να καταβάλει λόγω μισθολογικών διαφορών από την παραπάνω αιτία, στον μεν πρώτο 36.179,32 Ευρώ και στο δεύτερο 21.856,59.

Η αγωγή αυτή, ως προς την εκτεθείσα βάση της, είναι μη νόμιμη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι απερρίφθη από την προσβαλλομένη απόφαση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με εσφαλμένη μεν αιτιολογία, πλην όμως με ορθό διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δικ. Και τούτο γιατί η φερόμενη, ως πρόταση εκ μέρους της αρχικής εργοδότριας των αναιρεσειόντων, προς όλους τους εργαζομένους μ' αυτή και συνεπώς και προς αυτούς αναιρεσείοντες, με την γνωστοποίηση της ως άνω επιστολής - εγγράφου, προς κατάρτιση σύμβασης, δεν μπορούσε από τα εκτιθέμενα στην αγωγή να έχει την έννοια της πρότασης, προς κατάρτιση σύμβασης μεταξύ της αρχικής εργοδότριας των αναιρεσειόντων και αυτών, αφού αφενός αφορά διαπραγματεύσεις που διεξήγοντο μεταξύ άλλων πλην των αναριεσειόντων και αφετέρου αναφέρονταν στο μέλλον, δηλαδή δε χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν θα δεσμεύονταν η αρχική εργοδότρια αφού τότε θα είχε παύσει να υφίσταται και κατά συνέπεια δεν νοείται κατάρτιση της επικαλούμενης με την αγωγή συμβάσεως δια της αποδοχής εκ μέρους των εργαζομένων της παραπάνω ανύπαρκτης προτάσεως.

Επομένως, η προβαλλομένη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης αιτίαση περί μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω όμως και αναφορικά με τις υπ' αριθμ. ...

και ... ένορκες βεβαιώσεις, που επίσης δεν μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση, αυτές δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως προβάλλουν οι αναιρεσείοντες και γι' αυτό δεν ήταν απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενόψει του ότι όπως και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες αναφέρουν, αυτές λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στα πλαίσια προηγούμενης αγωγής αυτών κατά της ίδιας αντιδίκου τους.

Από δε τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη και τις αποτελούσες έγγραφα παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις.

Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι κατά το μέρος αυτό επίσης απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Επομένως, κάθε ισχυρισμός του διαδίκου που στρέφεται κατά της βεβαίωσης του δικαστηρίου ότι δεν προσκομίστηκε αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 30/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης αποδίδουν στο δικαστήριο της ουσίας την αιτίαση ότι, δικάζοντας την από 19-5-2003 αγωγή τους, δεν έλαβε υπόψη του την μαρτυρική κατάθεση ενώπιον του ακροατηρίου, του μάρτυρα απόδειξης της αγωγής τους, ΕΕ, που περιέχεται στα υπ' αριθμ. 382/2005 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα συνταχθέντα κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 382/2005 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία ανεβλήθη η συζήτηση της ως άνω αγωγής, μέχρι αμετάκλητης περάτωσης προηγούμενης αγωγής των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, και την οποία επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους, που κατέθεσαν ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου της ουσίας.

Πλην, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, βεβαιώνεται σ' αυτή ότι "μάρτυρες δεν εξετάσθηκαν". Επομένως, ο ανωτέρω ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., κατά το μέρος του αυτό, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του αναιρετικώς ανελέγκτου της ανωτέρω βεβαίωσης του δικαστηρίου της ουσίας, και συνακόλουθα και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την προφορικώς ασκηθείσα υπέρ των αναιρεσειόντων πρόσθετη παρέμβαση.

Απορρίπτει την από 22-1-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1618/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ